Τετάρτη, Αυγούστου 20, 2014

Σινεφίλ αναφορές

Έλα να παίξουμε σινεφίλ αναφορές,
έλα να μιλήσουμε για πολιτισμικές ηγεμονίες,  
έλα να πούμε για αυτό που διατρέχει όλες τις κουλτούρες,
τι είν' αυτό που μας ενώνει, μας χωρίζει, μας πληγώνει,
καμιά τζιχάντ δεν μπορεί να κερδίσει στ' αλήθεια,
όσο οι δυνατότερες εικόνες είναι με τη δική μας μεριά
κι όσο σ' αυτές θα καταφεύγετε.
Got it, motherfuckers?

Σάββατο, Αυγούστου 16, 2014

Τρέχοντας στα σκαλοπάτια

Kι έρχεται Γερμανία - Βραζιλία επτά - ένα, σε ημιτελικό μουντιάλ μέσα στη Βραζιλία, και δεν γράφεις τίποτα, κι αυτοκτονεί κοτζάμ Ρόμπιν Ουίλιαμς και δεν γράφεις τίποτα, κι αν δεν γράψεις γι' αυτά για τί θα γράψεις δηλαδή, για άλλα που δεν ξέρεις, στον μισό πλανήτη σφάζονται κι ούτε γι' αυτά γράφεις τίποτα, κι όχι δεν φταίει ότι είναι καλοκαίρι, αλλά κάτι πρέπει να γραφτεί, έστω κάτι να επαναληφθεί, οι λέξεις πρέπει να συνεχίσουν να φτύνονται, ποτέ η σιωπή δεν είναι όντως μεταβατική, η μετάβαση της σιωπής είναι συνήθως μετάβαση προς τα κάτω, προς το τίποτα, προς το μηδέν, κάτι πρέπει πάντα να γράφεται ως αντίδραση στη δράση, ως ανταπόκριση στο ερέθισμα, ως συνομιλία με το συμβάν, ως δεν ξέρω τι, ξέρω πως δεν είναι καλύτερη η σιωπή κι ας παριστάνει την ωριμότητα, οπότε ας γράψω τουλάχιστον για εκείνη τη φράση που λέει στον Ουίλιαμς ο Ντε Νίρο στο "Αwakenings", όταν έχει ξυπνήσει από κώμα δεκαετιών και τώρα ζητά απ' αυτόν, τον γιατρό και ξυπνητή του, να βγαίνει έξω μόνος του, κι εκείνος τον ρωτάει τι θα έκανες αν έβγαινες έξω μόνος σου, κι αυτός του δίνει έναν ορισμό της ελευθερίας απροσδόκητο, ότι στη βόλτα του θα αποφάσιζε αν θα έστριβε από την μία ή την άλλη πλευρά, ή αν θα συνέχιζε να πηγαίνει ευθεία, αυτό είναι η ελευθερία τελικά και τίποτα περισσότερο, μια ψευδαίσθηση θεωρητικής δυνατότητας να πας μπροστά, δεξιά, αριστερά ή πίσω, για τα υπόλοιπα είμαστε πολύ περισσότερο προγραμματισμένοι απ΄ό,τι νομίζουμε, και εδώ φτάσαμε στο σημείο της επανάληψης που λέγαμε νωρίτερα, το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ "Μan on Wire" μιλά για το εγχείρημα του Γάλλου σχοινοβάτη, Φιλίπ Πετί, που τον Αύγουστο του 1974 περιφερόταν επί 45 λεπτά στον ουρανό ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους, πάνω σε ένα 43 μέτρων συρματόσχοινο που είχε δέσει ανάμεσα στις οροφές του και ένας συνεργός του την ώρα που έχουν μπει σε έναν Πύργο και κρύβονται, φοβάται, και στην αφήγησή του στο ντοκιμαντέρ ο συνεργός μιλάει απενοχοποιημένα για την ανακούφιση που ένιωθε φεύγοντας, για την έξαψη που ένιωθε κατεβαίνοντας τρέχοντας τα σκαλιά προς την έξοδο, έτσι ίσως ακόμα και ο Πετί πραγματοποιώντας το όνειρό του 417 μέτρα πάνω από το έδαφος να μην νιώθει μεγαλύτερη έξαψη από τον συνεργό του, την ώρα που εκείνος αποδρά μακριά από κάθε φόβο και κάθε κίνδυνο, δεν είναι δηλαδή καθόλου σίγουρο ότι το συναίσθημα επάνω στο σχοινί είναι πιο έντονο από την ηδονή της ασφάλειας, άλλοι ποθούν σχοινιά στον ουρανό, άλλοι το έδαφος κάτω από τα πόδια τους να είναι σταθερό, κι αυτό το φιξάκι που σου δίνει το συναίσθημα της διαρκούς επιστροφής σε οτιδήποτε μπορεί να ονομαστεί ασφάλεια ή κανονικότητα, είναι ένα φιξάκι υποτιμημένο, ένα φιξάκι που δεν έχει αναλυθεί επαρκώς, η αδρεναλίνη δεν εκκρίνεται μόνο στο επικίνδυνο και το παραβατικό, η ακόμα μεγαλύτερη αδρεναλίνη εκκρίνεται όταν τρέχεις μακριά του, όταν επιστρέφεις με τα χίλια στην ασφαλή αγκαλιά του Κανόνα.  

Κυριακή, Αυγούστου 10, 2014

Γράψου πάνω μου

Στην καθιερωμένη απογευματινή ηπειρώτικη μπόρα, ο παππούς πήρε την ομπρέλα και είπε στο εγγόνι γράπ'σου πάνω μου, δηλαδή γραπώσου πάνω μου, καθώς η γλώσσα κόβοντας το ένα ρήμα βοήθησε να έρθει στο φως μια ακόμη ερμηνεία του άλλου, αφού γράφοντας τί άλλο κάνεις απ' το να προσπαθείς να γραπωθείς, είναι οι λέξεις που σου λένε γράπ'σου πάνω μας και ταυτόχρονα γράψου πάνω μας, είναι η γραφή που σου εξηγεί με ακλόνητα στέρεη φωνή πως μπορείς να γραπωθείς πάνω μου, είμαι εδώ για να σου προσφέρω κάτι σημαντικότερο κι από την προστασία απ' τα φυσικά ή τα ανθρώπινα φαινόμενα, είμαι εδώ για να σου προσφέρω τη βεβαιότητα πως ακόμη κι αν παρ΄ελπίδα γίνεις μούσκεμα θα έχεις να κατηγορείς εμένα, εγώ θα γίνω το αλεξικέραυνο της οργής και της ματαίωσής σου, εγώ θα γίνω αυτή που υποσχέθηκε και δεν παρέδωσε, εγώ που σου ζήτησα να με εμπιστευτείς και σε πρόδωσα, εγώ και όχι οι ουρανοί που έχουνε ανοίξει.


(Κι αν τελικά του είπε «ράψου πάνω μου», κι αν τελικά όλα οφείλονται σε μια ακόμη παρερμηνεία, αυτό δεν σημαίνει ότι τα ποστ που γεννούν οι παρερμηνείες δεν πρέπει να γραφτούν, και αν για κάτι μπορεί κανείς να κατηγορήσει μια παρερμηνεία δεν είναι για το ερέθισμα που έδωσε, αλλά μόνο για το ερέθισμα που δεν έγινε ποστ επειδή η φράση δεν ακούστηκε σωστά, για τη σχέση δηλαδή του «ράψου πάνω μου» με το «γράψου πάνω μου» και ούτω καθεξής και ούτω καθεξής, δεν έχουν τελειωμό οι αφορμές γραπώματος ή ίσως ραψίματος πάνω στο λέξεις, κι είναι παντός καιρού, με τους ουρανούς κλειστούς ή ανοικτούς)

Πέμπτη, Αυγούστου 07, 2014

Εθνική Οδός

Αυτό δεν είναι ένα ποστ. Ούτε καν η αναπαράστασή του.
Αυτό δεν είναι ένα τυφλό σημείο γραφής. Ούτε καν η προσομοίωσή του.
Αυτές δεν είναι λέξεις που προσπαθούν να φανερώσουν κάτι. Ούτε καν να κρύψουν.
Μόνο να ασφαλτοστρώσουν θα ήθελαν κάποτε μια Εθνική Οδό
με τις χειρότερες προθέσεις,
μπας και μας οδηγήσει στον παράδεισο
ή έστω σε μια ζωγραφιά του,
που θα προειδοποιεί ότι
αυτό δεν είναι παράδεισος,
αλλά πολύ περισσότερο ούτε και κόλαση.
Κι αν μπορεί να το πετύχει αυτό μια αναπαράσταση,
τότε, ναι, θα άξιζε κανείς, κάπου, κάποτε
να έγραφε επιτέλους 
με απόλυτη ειλικρίνεια,
με απόλυτη κυνικότητα,
με απόλυτη χυδαιότητα,
μην κρατώντας απολύτως τίποτα για τον εαυτό του,
μην αφήνοντας καμιά ευγενική πρόθεση
για τους άλλους
και πολύ περισσότερο για τον εαυτό του
να οδηγήσει στη γνωστή κατάληξη
όλων των τέτοιου ήθους δρόμων. 

Τρίτη, Αυγούστου 05, 2014

Zητείται κομπάρσος


Εφημερίδες δεν διάβαζε πια. Ποιός άλλωστε διάβαζε πια εφημερίδες; Όταν έπεσε στο χέρι του μία, την ξεφύλλισε σαν να κρατούσε αρχειακό υλικό. Πήγαινε από τις πίσω σελίδες προς τις εμπρός, όπως έκανε μικρότερος, όταν ξεκινούσε απ' τα αθλητικά. Το μάτι του σταμάτησε τελικά στις μικρές αγγελίες, ίσως γιατί δεν είχαν φωτογραφίες και του έκανε εντύπωση η αντίστιξη σε ένα εικονοκρατούμενο σύμπαν. Δεν έψαχνε για δουλειά, όχι επειδή είχε, αλλά επειδή δεν χρειαζόταν. Είχαν μεριμνήσει οι γονείς του για αυτόν, ανάγκες δεν είχε. Ναι, ακόμη και μέσα σε αυτήν την οικονομία, ανάγκες δεν είχε. Ανάγκη να πάψει να βαριέται μόνο. Γιατί βαριόταν πολύ. Από παιδί. Και τις αγγελίες τώρα βαριεστημένα τις διάβαζε. Η συγκεκριμένη όμως προφανώς και τον ξάφνιασε: «Ζητείται κομπάρσος για να παίξει στην βραβευμένη κινηματογραφική ταινία “Leaving Las Vegas”. Αμοιβή δεν προσφέρεται, αλλά όλα τα έξοδα μετάβασης και παραμονής στο Λας Βέγκας πληρωμένα».
Πήρε το τηλέφωνο που δινόταν, σίγουρος ότι ήταν ένα είδος φάρσας ή εν πάση περιπτώσει παιχνιδιού, το οποίο όμως άξιζε να διαπιστώσει σε τι ακριβώς συνίστατο. Του απάντησαν ευγενικά σε όλες τις απορίες του: Όχι, δεν ήταν ούτε φάρσα ούτε παιχνίδι, όχι, δεν ήταν κάποιο ριμέικ, την αυθεντική ταινία αφορούσε η αγγελία, ναι, οι παραγωγοί ήθελαν -άγνωστο γιατί- κάποιον Έλληνα να είναι παρών σε μια σκηνή σε καζίνο, όχι, φυσικά δεν θα γινόταν κάποιο ταξίδι πίσω στο χρόνο -μην κάνετε γελοίες ερωτήσεις, σας παρακαλούμε-, μόνο στον τόπο θα γινόταν ταξίδι, θα πήγαινε εκεί για μια μέρα γυρισμάτων, θα γνώριζε κι από κοντά το Νίκολας και την Ελίζαμπεθ, πολύ πιθανόν να του έδιναν κι αυτόγραφο, αλλά καλό θα ήταν να μην έχει περισσότερες προσδοκίες, τέτοιου βεληνεκούς σταρ ούτε φιλίες κάνουν εύκολα με απλούς θνητούς, ούτε σε μνημονεύουν ονομαστικά όταν τους απονεμηθεί το όσκαρ, άλλωστε ακόμη και να υποτεθεί ότι θα ήθελαν, το έχουν ήδη παραλάβει τόσα πολλά χρόνια πριν, έτσι δεν είναι;».
Δεν τους πήρε σοβαρά βέβαια. Και το γεγονός ότι βρέθηκε στο αεροδρόμιο την μέρα και την ώρα που του είπαν, το μόνο που αποδείκνυε ήταν ότι και χρόνο στη διάθεση του να χαλάσει είχε και να δει ως πού θα έφτανε η μπλόφα τους ήθελε. Όλα πάντως πήγαν όπως του είχαν τάξει. Του παρέδωσαν το εισιτήριο όπως είχε συμφωνηθεί και ούτε λίγο ούτε πολύ λίγες ώρες μετά πετούσε προς ΗΠΑ. Εκεί τον περίμενε άλλος αντιπρόσωπος με άλλα εισιτήρια για την ανταπόκριση και περαιτέρω οδηγίες και για να μην τα πολυλογούμε όλα πήγαν ρολόι. Η σκηνή ήταν ασήμαντη, ο Κέιτζ τον έσπρωχνε με τον ώμο καθώς τρέκλιζε, εκείνος τον κοιτούσε ενοχλημένος, η Σου του έλεγε συγγνώμη, αυτό ήταν όλο, σημασία έχει όμως ότι είχε γίνει πια ο ίδιος τμήμα, έστω μικρό, έστω ελάχιστο, μιας από τις αγαπημένες του ταινίες.
Τα επόμενα χρόνια την έβλεπε και την ξαναέβλεπε, με διαφορετικό στάτους τώρα από παλιά, χαρούμενος και συγκινημένος για τις αναμνήσεις του ταξιδιού, για την ασυνήθιστη εμπειρία, για όλα. Συχνά έφερνε και τους λιγοστούς φίλους του και την έβλεπαν μαζί. Εκείνοι δεν τον πίστευαν, μέχρι που σταματούσε την εικόνα στο επίμαχο δευτερόλεπτο και τον έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια. Την εικοστή ή εικοστή πρώτη όμως φορά που έβαλε -ευτυχώς μόνος- να τη ξαναδεί διαπίστωσε φρικαρισμένος ότι η σκηνή του είχε κοπεί στο τελικό μοντάζ.
Έκτοτε μοίραζε μεγάλο μέρος του χρόνου του ανάμεσα στο να ξαναβλέπει την ταινία μήπως κάτι ξαναλλάξει και στο να ψάχνει μανιωδώς στις μικρές αγγελίες, για όσο ακόμη υπήρχαν εφημερίδες, για μια ακόμη ευκαιρία. Κι ας ήταν και σε λιγότερο αγαπημένη του ταινία, δεν πείραζε, αυτός θα ήταν σταντ μπάι.

Σάββατο, Αυγούστου 02, 2014

Συνηθισμένοι άνθρωποι

Χωρίς ομπρέλα,
χωρίς αντηλιακό,
χωρίς αντιβάιρους,
εκτεθειμένος.
μόνος μου,
να βραχώ,
να καώ,
να κολλήσω,
μήπως και με περιθάλψεις,
μήπως και με αγκαλιάσεις,
μάνα.

Τρίτη, Ιουλίου 29, 2014

Δυο Unfollow για κάθε Έλληνα

Στα 32 καίγεσαι, καυτό τεύχος 32, για τρίτο σερί Αύγουστο το Unfollow σπάει ταμπού, το ταμπού πως στο ελληνικό καλοκαίρι καλοκαίρι ο ζόφος και η καταστροφολογία δεν πουλάνε, με τη διαφορά ότι αφού όλες μα όλες μα όλες οι αρνητικές προβλέψεις παύλα βεβαιότητες διαψεύστηκαν κι έχουμε μπει για τα καλά πια σε τροχιά φωτός κι ανάπτυξης, τώρα προσπαθούμε να πουλήσουμε φοβερή και τρομερή κριτική στην Όλγα εκμεταλλευόμενοι ταυτόχρονα την εικόνα της, όλα μπερδεύονται στο γλυκό συναμφότερον, καθώς τα εξώφυλλα της βίας και του αίματος δίνουν τη θέση τους σε φιλελεύθερες γοργόνες που βγαίνουν από τη θάλασσα, φάτε μάτια ψάρια και θυμικό αριστερίζοντα περίδρομο, όλα είναι όμορφα πια, η ομορφιά νίκησε, το καλοκαίρι νίκησε, το φως νίκησε, ο τουρισμός νίκησε, δυο τουρίστες για κάθε Έλληνα, αγοράστε και δώστε από ένα Unfollow σε κάθε τουρίστα που ζει το μύθο του στην πανέμορφη και ολοένα και πιο κανονική πλέον χώρα μας.

Σάββατο, Ιουλίου 26, 2014

Ο καλύτερος κόσμος

Ακούμπησε τις πατούσες σου πάνω στις δικές μου. Νά, εδώ, για το ενσταντανέ. Έλα να αποτυπώσουμε την αναλογία μεγεθών της στιγμής. Της στιγμής που ακόμη η δική μου πατημασιά ήταν η μεγαλύτερη. Της στιγμής που ακόμη ένιωθες πως μπορούσες να χωρέσεις μέσα μου ασφαλώς. Κι άφησέ με επιτέλους να σου μεταδώσω την προπατορική μου ενοχή. Εξειδικευμένη εδώ στο ότι εμείς μπορούμε και πάμε διακοπές. Ή στο ότι εμάς δεν μας βομβαρδίζει κανείς. Σταμάτα επιτέλους να γελάς ευτυχισμένος. Παιδάκια σαν κι εσένα έχουν τόσο πολλά λιγότερα στη χώρα σου. Παιδάκια σαν κι εσένα τα βομβαρδίζουν φίλες σύμμαχοι χώρες. Είναι χρέος μου ως πατέρας σου να σου μεταδώσω αν όχι το όραμα για ένα καλύτερο κόσμο, τουλάχιστον την ενοχή για το γεγονός ότι βιώνεις πως ο καλύτερος αυτός κόσμος δεν είναι καμιά μακρινή ουτοπία, ήδη υπάρχει, απλά δεν είναι για όλους.   

Σάββατο, Ιουλίου 19, 2014

Σεξ, ψέμματα και

Του έκανε συχνά σκηνές. 
Μια μέρα θυμωμένη πέταξε τις παλιές βιντεοκασέτες του.
Μέσα στον κάδο τώρα
έχει ξετυλιχτεί το κομμάτι εκείνο της μαγνητικής ταινίας
που κάποια χρόνια πριν
γυρνούσε γύρω από την ελικοειδή κεφαλή
και πρόβαλε τις αγαπημένες τους σκηνές.
Τόσο παρελθόν στα σκουπίδια, σκεφτόταν,
τόσο πεταμένο σινεμά,
τόση πια ελευθερία,
όλα τόσο ήσυχα πια,
ανάμνηση που ξεθωριάζει
οι δικές τους οι σκηνές.

Τρίτη, Ιουλίου 15, 2014

Καλοφάγωτοι

Σε ένα παράλληλο σύμπαν οι ελεύθεροι επαγγελματίες θα μαζεύονταν στα κεντρικά σημεία των πόλεων και θα έκαιγαν τα εκκαθαριστικά τους με το 26% απ' το πρώτο ευρώ, με το 55% προκαταβολή φόρου για το επόμενο έτος (!), με τα 650 ευρώ τέλος επιτηδεύματος, με την εισφορά αλληλεγγύης έξτρα μπόνους.  
Στο ίδιο παράλληλο σύμπαν όμως δεν θα έπρεπε να είναι μέσα Ιουλίου γιατί έχουμε και διακοπές να πάμε ίσως, στο ίδιο παράλληλο σύμπαν από τη στιγμή και μόνο που θα γινόταν φωναχτή μια σκέψη για τέτοιου είδους διαμαρτυρία τα μίντια θα έτριβαν τα χέρια τους, θα έβρισκαν το προνομιακότερο πεδίο εκτόνωσης και ενοχοποίησης, ο κοινωνικός αυτοματισμός και κανιβαλισμός θα γνώριζε νέες πιένες, ένας από τους μεγάλους ενόχους της κρίσης θα δειχνόταν με το δάχτυλο, η κοινωνική κατηγορία που τα έφαγε λίγο περισσότερο από τις υπόλοιπες όταν τα τρώγαμε όλοι μαζί. 
Ό,τι κι αν αποφανθεί ο ιστορικός του μέλλοντος ως προς το αν τα τρώγαμε ή δεν τα τρώγαμε όλοι μαζί προ κρίσης, το σίγουρο είναι πως θα αποφανθεί ότι μέσα στην κρίση φάγαμε ο ένας τον άλλον, η μια ένοχη επαγγελματική κατηγορία την άλλη και όλες μαζί ως αποτέλεσμα το συνολικό κοινωνικό μας σώμα.

Ίσως όλο το νόημα να είναι στην κηδεία σου να υπάρχει τέτοιας ποιότητας σιωπή και τόσης αλήθειας πόνος.
Αυτό και τίποτα άλλο.
 

Παρασκευή, Ιουλίου 11, 2014

Ελβιέλες πάνω απ' τη Γάζα


 
Για κάθε δέκα καθεστωτικούς δημοσιολογούντες που θα αγανακτήσουν και θα καταγγείλουν μούντζες προς τη Βουλή ή συνθήματα που την αποκαλούν μπουρδέλο,
δεν θα βρεθεί ούτε μισός να αγανακτήσει και να καταγγείλει τη χρησιμοποίησή της από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ως αληθινό μπουρδέλο.
Για κάθε δέκα καθεστωτικούς δημοσιολογούντες που θα καταδικάσουν τη βία από οπουδήποτε κι αν προέρχεται και θα ζητήσουν να αφεθούν στην άκρη συμψηφισμοί και «ναι μεν αλλά»,
δεν θα βρεθεί ούτε μισός να σοκαριστεί με την από αέρος σφαγή στη Γάζα.
Για κάθε δέκα αμερόληπτους κι αντικειμενικούς αθλητικογράφους που θα καταγγέλλουν διαρκώς αηδιασμένοι τη σαπίλα του ελληνικού ποδοσφαίρου,
δεν θα βρεθεί ούτε μισός να ψελλίσει το όνομα Βαγγέλης Μαρινάκης.
Έχουμε φύγει για τα καλά από την εποχή της τήρησης των προσχημάτων, τώρα το να τηρείς τα προσχήματα είναι ένδειξη αδυναμίας κι ηττοπάθειας, τώρα όλα πρέπει να συνεχίσουν να γίνονται ολοένα και πιο απροκάλυπτα, ολοένα και πιο ωμά, ολοένα και πιο πειστικά πως όχι μόνο θα συνεχίσουν να σε λιώνουν για να ολοκληρώσουν την ατζέντα τους, αλλά θα απολαμβάνουν κιόλας τη διαδικασία.

Κυριακή, Ιουλίου 06, 2014

O ελέφας κι ο κροκόδειλας

Kι ενώ ο ελέφαντας στο δωμάτιο θα αναρωτιέται πάντα γιατί οι άνθρωποι δεν τον βλέπουν και βλέπουν στη θέση του τον κροκόδειλο στο νησί, κι ενώ το καλοκαίρι προχωράει με τη ΔΕΗ του 14 να είναι σε επίπεδο ήττας η ΕΡΤ του 13 (αλλά στο εντελώς πιο άνετο αυτή τη φορά), την ώρα που όλοι απολαμβάνουμε στη ΝΕΡΙΤ τις τερματοφυλακάρες του μουντιάλ και τον Μανόλο να προσπαθεί να σταυρώσει ειρμό και σύνδεση της μίας πρότασης με την επόμενη, κι ενώ το δικαίωμα στην απεργία, όπως και μια σειρά ακόμη συνταγματικά δικαιώματα, φυσικά και είναι ακόμα σε πλήρη ισχύ και μόνο η άσκησή τους είναι που δεν επιτρέπεται, κι ενώ το έργο προχωράει με ολοένα και ταχύτερους ρυθμούς και ολοένα και μηδενικότερες αντιστάσεις, εσύ εναπομείναντα μουτζαχεντίν αναγνώστη του μπλογκ, ας ανταμειφθείς με σκόρπια λινκ από πράγματα που έχω γράψει δεξιά κι αριστερά.
Πάρε λοιπόν και βαθυστόσχαστες σκέψεις για την ανθρώπινη κατάσταση με αφορμή την επαναφορά μιας μπάλας σε ένα παιχνίδι κορασίδων, πάρε και λίγο Τριανταφυλλόπουλο ακόμα, πάρε και χώσιμο στον Κούντερα και μάθε επίσης ποιό είναι το χειρότερο βιβλίο που διάβασα ποτέ, πάρε τέλος και δυο κείμενα για δυο αμερικάνικες ταινίες που παίζονται τώρα, αν και ειδικά ο Τόμι Λι Τζόουνς προσφερόταν για δέκα φορές καλύτερο κείμενο από αυτό το σχεδόν μανωλομαυρομάτικο που τελικά παρέδωσα, αλλά καμιά φορά τα πέναλτι τα χάνεις και μόνος σου και Νάβας να μην έχεις απέναντί σου.
Δεν κλείνω με στυλ, αλλά πρέπει να φύγω. Γεια.

Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2014

Το εισιτήριο

 (φωτο Murple Jane)

Το εισιτήριο του μετρό φορεμένο κάτω από το ρολόι του
να διασχίζει κάθετα την ράχη της παλάμης, 
να τέμνει υπογείως το καντράν, 
να συνεχίζει προς τις άσπρες τρίχες του καρπού, 
να αδιαφορεί για κάθε έννοια αισθητικής ή γοητείας,
να φωνάζει ότι μόνο η χρηστικότητα είναι πια διακύβευμα, 
εκτός κι αν βρίσκεται εκεί όχι τόσο για να μην ξεχαστεί, 
όσο για να δηλώσει φανερά και προς όλους,
ότι έχει αποδοθεί η δέουσα τιμή στη νομιμότητα, 
ότι ο επιβάτης που το φέρει βρίσκεται στο βαγόνι δικαιωματικά, 
είναι πολίτης νομιμόφρων, 
είναι άνθρωπος που κάτω από αυτό που δείχνει την ώρα του 
είναι περασμένο αυτό που δείχνει το τώρα του, 
ένα ακυρωμένο δηλαδή εισιτήριο 
μιας διαδρομής αστικής.

Τρίτη, Ιουλίου 01, 2014

Κι αυτή η νύχτα μένει

Παλεύω εδώ και ώρα να αντικρούσω με ένα ποστ ψύχραιμες ενστάσεις κι αντιρρήσεις φίλων από την μια, καθώς και διόλου ψύχραιμα παραληρήματα από την άλλη, που τέμνονται όμως στο κοινό συμπέρασμα ότι το να υποστηρίζεις στις μέρες μας την εθνική είναι προβληματικό. Το παλεύω περισσότερο από μια αίσθηση καθήκοντος να υπερασπιστώ αυτό που πιστεύω, παρά επειδή έχω διάθεση να το κάνω. Δεν έχω. Για την ακρίβεια αυτή η συζήτηση με καταβάλλει.
Μετά συνειδητοποιώ ότι ξημερώνει 1η Ιουλίου και θυμάμαι πως δέκα χρόνια πριν, το βράδυ της 1ης Ιουλίου του 2004, βιώσα την πιο συγκλονιστική στιγμή που μου έχει χαρίσει ποτέ το ποδόσφαιρο. Και ανεξάρτητα από το αν απαντάει ή όχι στις συγκεκριμένες ή σε άλλου τύπου ενστάσεις περί του ποδοσφαίρου εν γένει, θα επικαλεστώ και πάλι όσα είχα γράψει παλιότερα για εκείνο το βράδυ, προσθέτοντάς μόνο πως η χθεσινή νύχτα της εθνικής μπορεί να μην είχε την ίδια κατάληξη, μπορεί επίσης να εξελίσσεται σε ένα ριζικά διαφορετικό εγχώριο περιβάλλον και στο πλαίσιο μιας διοργάνωσης που έχει να απολογηθεί για μια σειρά από εγκλήματα, αλλά δεν παύει να αποτελεί μια νύχτα αυθεντικής και μεγάλης ποδοσφαιρικής συγκίνησης. Και τέλος νομίζω πως όχι μόνο δεν έχουμε να κάνουμε με μια ομάδα που αγαπιέται δυσανάλογα, αλλά αντίθετα έχουμε να κάνουμε με μια ομάδα που έχει αγαπηθεί πολύ λιγότερο από αυτό που της αναλογεί.

 
Στο μυθιστόρημά της Ντόνα Ταρτ με τίτλο «Μυστική Ιστορία», ένας καθηγητής μιλά στους φοιτητές του για τα διονυσιακά μυστήρια και κάνει λόγο για το βάρος του εαυτού μας, για τη δυστυχία που μας προκαλεί η συνείδησή μας, για την λαχτάρα μας να βγούμε για λίγο εκτός εαυτού, για την ιδέα της απώλειας του ελέγχου που γοητεύει τους πολιτισμένους ανθρώπους περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Λέγοντας το με τα δικά του λόγια: «Αν έχουμε αρκετή ψυχική δύναμη μπορούμε να σκίσουμε το πέπλο και να αντικρύσουμε κατά πρόσωπο αυτή τη γυμνή τρομακτική ομορφιά. Αφήστε το Θεό να μας κάνει δικούς του, να μας κατασπαράξει, να σπάσει τα κόκαλά μας και να μας φτύσει ξαναγεννημένους. Αυτή είναι η τρομερή γοητεία των διονυσιακών μυστηρίων, αυτή η φωτιά της καθαρής ύπαρξης. Σε μας είναι δύσκολο και να την φανταστούμε».
Δέκα καλοκαίρια πριν βρίσκομαι στο Ντραγκάο, στο γαλάζιο ύψιλον που σχηματίζουν οι θύρες που έχουν γεμίσει με γαλανόλευκες σημαίες, μπλε μπλούζες και βαμμένα μπλε πρόσωπα. Όγδοη σειρά, καθισμένος στη γραμμή που είναι το σημαιάκι του κόρνερ, μπλέ μπλούζα εθνικής, άβαφο πρόσωπο και γαλάζιο κασκόλ της Ντεπορτίβο Αλαβές, ίσως για να δείχνω (σε μένα) την διαφορετικότητά μου, για να παραμένω μέσα στο σύνολο ο εαυτός μου, που αποθεώνει για μια ακόμη φορά σε κάθε του ενέργεια τον Τάκη Φύσσα, με πνεύμα αγαπητικού χαβαλέ και αγαπητικού θαυμασμού μαζί.
Βράδυ πρώτης Ιουλίου και στο Πόρτο αργεί πολύ να νυχτώσει. Δέκα παρά τοπική ώρα και είναι ακόμα σούρουπο. Αρχίζει η παράταση. Δυο τεράστιοι γερανοί πίσω απ' το γήπεδο δούλευαν όλη την ώρα του αγώνα. Τους κοιτάζω και πάλι. Επιτέλους σταμάτησαν, αλλά το μάτι μου διακρίνει κάτι περίεργο στη νοητή ευθεία από κάτω τους: στο πάνω πάνω διάζωμα, ανάμεσα σε όλους τους Έλληνες, είναι ένας με το πρόσωπό του βαμμένο σε ένα μπλε πολύ πιο σκούρο και πολύ πιο έντονο, ο οποίος φορά ένα λευκό χιτώνα και χορεύει ασταμάτητα. Έτσι από μακριά μού φαίνεται σαν στοιχειό, αλλόκοσμος, σαν να μην είναι από τα μέρη μας, μα ούτως ή άλλως δεν βρισκόμαστε πια στα μέρη μας αλλά στο 105', όταν ακούγεται ένα κρακ και το ύψιλον του Ντραγκάο, αυτή η ανέλπιστη συντεταγμένη του χωρόχρονου, τουμπάρει τρεις μοίρες προς τα κάτω.
Γκολ.
Βγαίνω από τον εαυτό μου, χάνω την ατομικότητά μου, χαμένος στο ύψιλον δεν είμαι πια ο εαυτός μου, το όνομά μου και η ηλικία μου, οι προσδοκίες μου και οι φόβοι μου, οι προκαταλήψεις μου και οι ενοχές μου, τα φωτεινά και τα μαύρα σημεία της ψυχής μου, είμαι ολόιδιος με τον διπλανό μου που αγκαλιάζω, είμαι ο διπλανός μου που κλαίει και με φιλάει, είμαι μια κουκίδα του γαλάζιου, μια μπλε μπλούζα ακόμη που χοροπηδά, μια φωνή ακόμη που κραυγάζει, κραυγή μες τις κραυγές, αγκαλιά μες τις αγκαλιές, δάκρυ μες τα δάκρυα, έκσταση μες τις εκστάσεις, είμαι πανηγυρισμός, είμαι ένας απ' όλους, είμαι τρεις θύρες πιο πέρα, δεν είμαι εγώ, είμαι κάπου αλλού, σε έναν χώρο παράπλευρο του συνειδητού, ελεύθερος επιτέλους από μένα και τα βαρίδια μου, ολόγυμνη ευτυχία, απροστάτευτος αλαλαγμός, άνθρωπος που αξιώθηκε στη ζωή του να δει κατάφατσα το Απόλυτο και το θέαμα του κλόνισε το νου και τον κατέλαβε, μετατρέποντάς τον σε παροξυσμένο θύμα του, δύσπιστο πιστό του και άναρθρο υμνωδό του.
Λήξη. Οι παίκτες έρχονται σε εμάς, πρέπει να βρεθώ κοντά τους, από την όγδοη σειρά το σώμα μου θα βρεθεί στη δεύτερη, πατώντας πάνω σε ώμους, πατώντας πάνω σε καρέκλες που ανοιγοκλείνουν, το σώμα μου πέφτει κάτω και ξανασηκώνεται, το οδηγεί κάποιος άλλος, κάποιος που κατοικούσε μέσα μου πριν εγώ γίνω εγώ, κάποιος που μια ζωή τον καταπλάκωνα και που στο 105΄ απελευθερώθηκε απ' το βάρος της στολής του εαυτού μου, κάποιος που στην σύντομη πορεία του από την όγδοη στην δεύτερη σειρά υπήρξε πιο ελεύθερος απ' ό,τι θα υπάρξω εγώ ποτέ μου.

Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2014

Γραφικότητες

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές, στον Bήμα FM παίρνουν συνέντευξη από τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο. Μια υπόνοια κεφιού πλανάται στον αέρα. Το θέμα δεν είναι αν αυτή καθαυτή η υποψηφιότητα Χριστοδουλόπουλου έχει στοιχεία γραφικότητας. Το θέμα είναι τι επιλέγεις να αντιμετωπίσεις ως γραφικό. Έτσι, ενώ ο Μάκης δεν είχε καμία ρεαλιστική πιθανότητα να μας εκπροσωπήσει στην Ευρωβουλή, παρόμοια συνέντευξη και κυρίως με παρόμοιο τόνο από τον Θοδωρή Ζαγοράκη, που ήταν σχεδόν σίγουρο από τη στιγμή που ανακοινώθηκε ότι θα εκλεγεί, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να υπάρξει. Γιατί γραφικός είναι πάντοτε ο άλλος. Ποτέ ο δικός μας. Αμέσως μετά τον Μάκη ακολούθησε συνέντευξη του Γιώργου Καρατζαφέρη, ο οποίος άρχισε να αναπολεί και να διηγείται από κάποιο παράλληλο δικό του σύμπαν τον τρόπο που κινούσε τα νήματα της πολιτικής ζωής της χώρας μετά τις Κάννες. Εκεί καμία γραφικότητα δεν εντοπίζεται, εκεί η αντιμετώπιση του συνομιλητή είναι εντελώς σοβαρή, εκεί πεδίο συγκαλυμμένης ειρωνείας δεν παίζει. Άλλωστε το περιβόητο παλιό επαινετικό άρθρο του Αλέξη Παπαχελά στην Καθημερινή, είχε απονείμει τα εύσημα σοβαρότητας στο κόμμα και τον Πρόεδρό του.


Και κάπως έτσι, η Ζωή Κωνσταντοπούλου π.χ. δεν άργησε καθόλου να ζωγραφιστεί ως γραφική από τα μίντια, την ίδια ώρα που ο Άδωνις Γεωργιάδης αποχρωματιζόταν. H γραφικότητα δεν προκύπτει με βάση κάποια στοιχειώδη αντικειμενικά δεδομένα· ότι μπορεί κάποιος να ανήκει εδώ ή εκεί, αλλά να είναι ή να μην είναι γραφικός. Όχι. Την γραφικότητα ή την σοβαρότητα θα την απονείμουμε κυριαρχικά εμείς. Στην από εδώ πλευρά γραφικοί δεν υπάρχουν· και μόνο το γεγονός ότι ανήκεις στην από εδώ πλευρά σβήνει από την συζήτηση κάθε υπόνοια γραφικότητας· είναι ο σκοπός που υπηρετείς υπεύθυνος και σωτήριος, άρα εσύ γραφικός πώς θα μπορούσες να είσαι; Κι αντίστροφα, όταν ανήκεις στην από κει πλευρά, αν δεν είσαι γραφικός, είσαι πάντως επικίνδυνος. Και σε μεγάλο βαθμό συμπλέκονται οι δυο έννοιες στη συνισταμένη του ανεφάρμοστου και του λαϊκίστικου. Γραφικός συνεπώς μπορεί να είναι μόνο αυτός που βρίσκεται απέναντί τους. Είναι πράγματι δικαίωμά του Ανδρέα Λοβέρδου να φύγει από το ΠΑΣΟΚ, να σπάσει τα μούτρα του βλέποντας ότι παρά τις φαντασιώσεις του είχε μηδενικό γκελ στον κόσμο και να ξαναγυρνά σχεδόν αμέσως μετά ξεχνώντας όλα όσα έλεγε. Πώς είναι όμως δυνατόν να ξαναγυρνά ως παίκτης κύρους; Ποιός του το απονέμει; Ποιός δεν επισημαίνει την υπέρτατη γραφικότητά του, ποιός δεν λέει ότι είναι ο βασιλιάς των γραφικών; Αλλά μάλλον η μεγαλύτερη γραφικότητα είναι να εξακολουθεί να κάνει κριτική κανείς στα καθεστωικά ΜΜΕ, στην βάση του ότι έχει απέναντί του κάτι διαφορετικό από προπαγανδιστές κι επικοινωνιακούς μουτζαχεντίν.


Και κάπως έτσι, το γεγονός ότι μολονότι στα εκλογικά πάνελ και των δύο Κυριακών, η Λιάνα Κανέλλη βρισκόταν σε ένα συνεχές αμόκ, δεν την καθιστά επισήμως γραφική, σημαίνει πως είτε η Λιάνα είναι η εξαίρεση στον κανόνα, είτε πως είναι (τουλάχιστον) εξ αντικειμένου μια από τις πολυτιμότερες συμμάχους του συστήματος. Ο Σταύρος Θεοδωράκης πάλι ψηφίζει, φωτογραφίζεται μπροστά στην κάλπη και κάνει δηλώσεις με το σακκίδιο. Στα ψηφοδέλτια έχει και το όνομά του με φαρδιά πλατιά γράμματα. Δεν ψηφίζει κανείς σκέτο Ποτάμι. Ψηφίζει «Σταύρος Θεοδωράκης Το Ποτάμι». Εδώ η γραφικότητα ανήκει στον πυρήνα της πολιτικής ταυτότητας και βροντοφωνάζει, ψηφίστε με γιατί είμαι προϊόν, ψηφίστε με γιατί είμαι εικόνα, ψηφίστε με γιατί είμαι γραφικός. Η δακρύβρεχτη επίκληση πάλι του Στάθη Μπούκουρα προς τον Απόστολο Κακλαμάνη, για τον «Αντρέα τον Παπαντρέου», έφερε αποτέλεσμα. Στο δίπολο Μπούκουρας – Κακλαμάνης άρα, γραφικός είναι ο Κακλαμάνης που μασάει, καθώς αρκεί η παραμικρή επίκληση στον Μεγάλο Αρχηγό για να πέσουν οι άμυνές του και να ψηφίσει αθώος. Αλλά η περίπτωση Κακλαμάνη είναι χαρακτηριστική του γενικότερου επιχειρήματος: μολονότι έχει προαιώνιο πόλεμο με τους καναλάρχες, αυτοί ναι μεν δεν τον προβάλλουν, αλλά ως εκεί. Ως γραφικό δεν τον αντιμετωπίζουν ακόμα, γιατί ακόμα τους στηρίζει, γιατί όσο και να γκρινιάζει, και στη δική του υπερπολύτιμη ψήφο στηρίζεται η χώρα και το καθεστώς.


Και περνώντας στο θέμα της Χρυσής Αυγής, προφανώς και είναι γραφικό να τους αποκαλείς, όπως ο Αλέξης Τσίπρας, παραπλανημένους, προφανέστατα και το πάνω από μισό εκατομμύριο Ελλήνων που τους ψήφισε, ξέρει πάρα πολύ καλά τι ψήφισε, αναρωτιέμαι όμως πια μήπως, αν όχι γραφική, πάντως άσφαιρη κι εντελώς αναποτελεσματική, είναι η επιμονή στο επιχείρημα περί νεοναζί. Όχι επειδή η Χρυσή Αυγή δεν είναι νεοναζιστικό κόμμα. Ούτε επειδή κανονικά το επιχείρημα αυτό δεν έπρεπε να είναι αποτρεπτικό. Αλλά ίσως επειδή έχουμε φτάσει σε τέτοια απολιτίκ ή/και σταρχιδικά επίπεδα, που τον άλλον ούτε ο νεοναζισμός δεν τον αφορά και δεν τον χαλάει ιδιαίτερα. Κι επίσης αυτός που τους ψηφίζει ξέρει ότι δεν πρόκειται να εισβάλουν στην Πολωνία αύριο. Να μαχαιρώσουν Πολωνό, Ασιάτη ή Έλληνα, ναι. Ίσως λοιπόν θα έπρεπε να σταματήσουμε να αναμετρώμαστε με τον Χίτλερ και να βρούμε άλλο επίπεδο αντιπαράθεσης. Γιατί εκτός από αναποτελεσματικό μπορεί να αποδειχθεί και παγίδα, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Νίκος Χατζηνικολάου ζήτησε το βράδυ των εκλογών από τον Κασιδιάρη στο Star να αποκηρύξει επιτέλους τις σβάστικες, λες κι αν τις αποκηρύξει όλα θα είναι οκ. Και στο ίδιο κανάλι την επόμενη η Τατιάνα είχε θέμα με την εντυπωσιακή ξανθιά συνοδό του. Για κάθε μία ψήφο που αποτρέπει η νεοναζί προσέγγιση, εκατό ψήφους προσθέτει η λάιφ στάιλ προσέγγιση.


Αξίζει να βρει κανείς στο ίντερνετ και να μελετήσει τις επινίκιες δηλώσεις του Αχιλλέα Μπέου. Εκεί η καταγγελία της διασπάθισης του δημόσιου χρήματος συμπλέκεται ευθέως με τους θολοκουλτουριάρηδες. «Τα λεφτά που έκλεβαν και τα έτρωγαν οι λίγοι, οι άνθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης, θα τα δώσουμε στον κόσμο, για νέες θέσεις εργασίας, να φτιάξουμε το Βόλο που ονειρευόμαστε». Νομίζω πως οι δηλώσεις Μπέου περιγράφουν το αντιπνευματικό πολιτιστικό υπόβαθρο που υπάρχει ανεξάρτητα από την Χρυσή Αυγή. Νομίζω πως η Χρυσή Αυγή έρχεται σε μεγάλο βαθμό ως η πολιτική έκφραση αυτού του υποβάθρου, του αντιπνευματικού πολιτισμού της ιδιωτικής τηλεόρασης, χωρίς προφανώς να παραγνωρίζω τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε η οικονομική κρίση, χωρίς προφανώς να εννοώ ότι δεν υπάρχει και σεβαστότατο ποσοστό αυθεντικών και πούρων φασιστών στις τάξεις της. Αλλά αν ο Κασιδιάρης είναι νεοναζί, σε μεγάλο βαθμό ψηφίζεται ως η πίσω πλευρά του Ψινάκη. Δεν έχει σημασία που δεν τους παίζουν στις πολιτικές εκπομπές. Τους εξέθρεφαν 25 χρόνια τώρα στα τηλεπαιχνίδια και τα μεσημεριανάδικα.

(Κείμενο γραμμένο για το Unfollow)

Τετάρτη, Ιουνίου 25, 2014

Η συγκίνηση μετά τη σιχασιά

Είναι νομίζω αρκετά εύγλωττη η διαφορά που έχει στη συνείδηση του Έλληνα φιλάθλου η εθνική μπάσκετ από την εθνική ποδοσφαίρου. Μολονότι τα τελευταία χρόνια η εθνική μπάσκετ έχει μπόλικες αποτυχίες, ακόμη καταγράφεται στο μυαλό μας ως καλή ομάδα. Και είναι πάντως μια αγαπησιάρικη ομάδα, μια ομάδα με «παικταράδες», μια ομάδα όπου τον υπόλοιπο χρόνο βλέπουμε τα μέλη της να διακρίνονται και να λάμπουν στον διεθνή ανταγωνισμό. Η εθνική ποδοσφαίρου είναι μια ομάδα που αγαπάμε μόνο εάν και εφόσον κερδίζει πράγματα. Και αν το 2004 γνώμη μου είναι πως ο ποδοσφαιρικός πλανήτης δεν είδε μια αμυντικογενή ομάδα την οποία αντιπάθησε, αλλά σε μεγάλο μέρος ταυτίστηκε και φτιάχτηκε με μια ομάδα που πέτυχε έναν από τους πιο βροντερούς σύγχρονους αθλητικούς μύθους, στην πορεία των ετών μετά το 2004 συνέβησαν δύο πράγματα μαζί: η εθνική, εκμεταλλευόμενη το ότι πλέον είχε πάρει πόντους στην παγκόσμια κατάταξη και τοποθετούνταν επικεφαλής ομίλων, πήγαινε μεν με συνέπεια από τη μια μεγάλη διοργάνωση στην επόμενη, αλλά στα περισσότερα παιχνίδια των προκριματικών και στην μεγάλη πλειοψηφία των παιχνιδιών στα τελικά έπαιζε ποδόσφαιρο από μέτριο έως κακό. Έως συχνά απελπιστικά κακό. 
Όταν η εθνική μας παίζει άσχημα, και ειδικά όταν παίζει άσχημα σε μεγάλη διοργάνωση, με τη σύγκριση με τα υπόλοιπα παιχνίδια που γίνονται καθημερινά να είναι καταλυτική, δεν παίζει απλά άσχημα, παίζει σαν να μισεί το ποδόσφαιρο. Και μισώντας το, τη μισούν και οι φίλαθλοι παγκοσμίως.
Αλλά όταν την ευνοήσει επιτέλους μια φάση (ένα λάθος στο πλάγιο άουτ των Ρώσων, μια αφηρημάδα του κεντρικού αμυντικού της Ακτής Ελεφαντοστού) κι η μπάλα μπει στο δίχτυ, τότε κάτι παθαίνει και απελευθερώνεται, κι αρχίζει να μην μισεί πια το ποδόσφαιρο, αρχίζει να προσπαθεί να δείξει ότι κι αυτή το αγαπάει κάπως, ότι κι αυτή πάντως ποδόσφαιρο είναι αυτό που παίζει και όχι λογιστική εργασία με στόχο την επίτευξη αποτελέσματος.
Και κάπως έτσι, όταν παύει να σιχαίνεται και η ίδια αυτό που παίζει, αρχίζει να τη γουστάρει και ο εκτός Ελλάδας φίλαθλος, αρχίζει να τη ξαναγουστάρει και ο αιωνίως κακομαθημένος Έλληνας φίλαθλος, κι ας μην έχει Σπανούληδες και Μπουρούσηδες και άλλους παικταράδες, κι ας έχει παίκτες που εκείνο που κάνουν είναι αυτό που μπορούν, δηλαδή να καταθέσουν στο χορτάρι μυαλό, τακτική, ψυχή, υπέρβαση και ναι, και ποδόσφαιρο.

Σάββατο, Ιουνίου 21, 2014

Η Αμελί έχει χωρίσει

Xειμώνας του 2001, πρώτη επαφή με την «Αμελί». Ακριβώς πριν πάω να τη δω έχω τσακωθεί άσχημα, η διάθεσή μου είναι χάλια, η ταραχή μου σε πολύ ανεβασμένα επίπεδα. Λάθος επιλογή τελικά να μπω στην αίθουσα σκέφτομαι, θα έπρεπε να το ματαιώσω, τι όρεξη για ταινία τώρα; Διαφημίσεις, προσεχώς, σκέψεις γύρω από όσα διαμοίφθησαν ελάχιστα πριν. Πρώτες στιγμές της ταινίας, 3 Σεπτεμβρίου 1973, μια μύγα που κουνά τα φτερά της 14.670 φορές το λεπτό πατιέται από ένα αυτοκίνητο, το ίδιο ακριβώς δευτερόλεπτο που ο άνεμος παίζει με το τραπεζομάντιλο σε κάποιο εστιατόριο και δεν το παρατηρεί κανείς, το ίδιο ακριβώς δευτερόλεπτο που ένας ηλικιωμένος έχοντας επιστρέψει από κηδεία σβήνει από το καρνέ το όνομα ενός ακόμη γνωστού του, το ίδιο ακριβώς δευτεόλεπτο που ένα σπερματοζωάριο του μπαμπά της Αμελί γονιμοποιεί το ωάριο της μαμάς της. Ένα χαμόγελο μάλλον σχηματίζεται στα χείλη μου, είμαι σχεδόν σίγουρος για αυτό, είμαι πάντως απόλυτα σίγουρος ότι αρχίζει να σχηματίζεται ένα εσωτερικό χαμόγελο. Μετά από λίγα λεπτά νιώθω στα αλήθεια καλά, καθώς η Αμελί Πουλάν, θύμα της πραγματικότητας από την παιδική ηλικία και ορκισμένος έκτοτε εχθρός της, με αποσπά από την πραγματικότητα και με μεταφέρει στον δικό της κόσμο. 
Καλοκαίρι του 2014, ξαναβλέπω την Αμελί. Καταφέρνω και είμαι ταραγμένος πάλι. Φορολογικές ταραχές αυτή τη φορά. Ιδού ένα αδιάψευστο δείγμα ότι μεγάλωσες. Τώρα τις σκέψεις σου καταλαμβάνει η εφορία, τώρα τις ταραχές σου οικειοποιούνται δυσοίωνοι οικονομικοί υπολογισμοί. Τα πρώτα λεπτά θα επαναφέρουν το χαμόγελο, αν και πια πηγαίνω υποψιασμένος για την ευφορογόνο επίδραση της ταινίας. Μπορεί λοιπόν η αθωότητα της εμπειρίας της αλλαγής διάθεσης να έχει εξ αντικειμένου χαθεί, όλα τα υπόλοιπα όμως είναι λίγο πολύ εδώ, μπορεί το ακορντεόν από το βασικό μουσικό θέμα του Γιαν Τιρσέν να είναι έκτοτε χιλιοακουσμένο και να έχει γίνει εξ αυτού του γεγονότος μπανάλ, αλλά η ταινία ελάχιστες ρυτίδες έχει.
Kι επίσης υπάρχει μια βασική διαφορά του χειμερινού με τον θερινό κινηματογράφο. Στα θερινά σινεμά το θέαμα είναι συχνά διαδραστικό. Στη σκηνή που η Αμελί φαντάζεται πόσες γυναίκες έρχονται σε οργασμό αυτή τη στιγμή στο Παρίσι, στη σκηνή που βλέπουμε κι ακούμε γυναίκες να κραυγάζουν ηδονικά, μια γάτα αρχίζει να τις σιγοντάρει παπαγαλίζοντας τους ήχους που αυτές υποδύονταν. Ίσως και να είναι η ίδια γάτα που έχει γεννήσει δυο απόλυτα μικρά γατάκια τα οποία έχουν κουλουριαστεί στο διάδρομο και ενίοτε κυνηγιούνται.
Η Αμελί με τον πατέρα βασιλιά της ψύχρας και την μητέρα βασίλισσα της νευρασθένειας. Πατέρας και μητέρα ταιριάζουν στον αυτισμό τους και την συναισθηματική τους αποξένωση, έλα όμως που έχουν κάνει και παιδί, ο πατέρας που δεν έρχεται ποτέ κοντά στην Αμελί, ποτέ δεν την χαϊδεύει κι αγκαλιάζει, η μόνη φυσική επαφή μαζί της το μηνιαίο τσεκ απ που της κάνει, κι η καρδιά της Αμελί να χτυπά πιο γρήγορα από χαρά και η συγκίνηση για την εγγύτητα να περνιέται για ελάττωμα, σε αυτή την υπέροχη μεταφορά του Ζενέ. Και η Αμελί εξαιτίας της δήθεν ελαττωματικής καρδιάς της, να μεγαλώνει μόνη της, σπίτι, μακριά από την ανθρώπινη επαφή, μακριά από τα άλλα παιδιά, μακριά από το παιχνίδι και το φυσιολογικό.
Η σκηνή που η Αμελί βουτάει τον τυφλό από το μπράτσο και αρχίζει να του αφηγείται μεθυστικά τι συμβαίνει γύρω του, μπορεί να ειδωθεί κι αυτή ως μεταφορά, αυτή τη φορά για μια βασική λειτουργία του κινηματογράφου: ο κάθε θεατής είναι ένας τυφλός που περιμένει o σκηνοθέτης να τον πιάσει από τον μπράτσο. Οι μη σημαντικές ταινίες, οι ταινίες που είτε γυρίστηκαν απλά για να γυριστούν, είτε είχαν ευγενέστερες φιλοδοξίες που δεν τις πραγμάτωσαν, μας περνάνε απλά στο απέναντι πεζοδρόμιο, χωρίς καταφέρνουν να φορτώσουν τον εγκέφαλό μας με εικόνες, ήχους, μυρωδιές και νόημα. Οι ασήμαντες ταινίες τυφλούς μας παίρνουν και τυφλούς μας παραδίδουν, οι μεγάλες ταινίες σαν την Αμελί μας κάνουν να δούμε. Η Αμελί είναι μια εντελώς ποιητική ταινία, μια ταινία που διαπνέεται από μια βαθιά αγάπη για τη ζωή, για τους ανθρώπους, για την καθημερινότητα, μια ταινία που θα μπορούσε να συνοψιστεί στη συντομότατη σκηνή του τυφλού. Ο Ζαν Πιερ Ζενέ ήθελε να μας δείξει αυτά που αξίζει να δούμε. Ήθελε επίσης να πάρει το μάτι μας από την σκανδαλοθηρία της επικαιρότητας, από τα μελό της Λέιντι Ντι, από τα ψεύτικα παραμύθια και να χρησιμοποιήσει τη Λέιντι Ντι ως μοχλό για να μας παραδώσει ένα αληθινό και πανέμορφο παραμύθι.
Αν η Αμελί είναι μια ταινία τίγκα στον γενικό ρομαντισμό, δεν είναι πάντως σε καμία περίπτωση μια ταινία για τον ερωτικό ρομαντισμό. Αντίθετα αποδομεί σε μεγάλο βαθμό τον έρωτα: πάρε δυο ανθρώπους, δημιούργησέ τους την ιδέα ότι ο ένας γουστάρει τον άλλον κι ας τους να βράσουν στο ζουμί τους. Ο έρωτας είναι τόσο πολύ μια ιδέα και μια επιλογή βάσει αυτής της ιδέας. Η Αμελί πειραματίζεται και δημιουργεί τον έρωτα της Ζορζέτ από το πουθενά. Από το πουθενά προς το συγκεκριμένο αποδέκτη τουλάχιστον, γιατί από γενικό αντιερωτικό πουθενά δεν πάσχει κανένας. Η Αμελί επίσης επανασυγκολλεί το ραγισμένο ερωτικό παρελθόν της μεσήλικης γειτόνισσάς της που ζει δεκαετίες πληγωμένη και ματαιωμένη. Και έτσι η γειτόνισσα θα ζήσει εφεξής στο ψέμμα και την ευτυχία. Οι σκληροπυρηνικοί της αλήθειας μπορεί να την δουν τώρα ως θύμα, μπορεί τώρα να νιώσουν άσχημα για αυτή, ο Ζενέ και η Αμελί ξέρουν όμως πως όταν η πραγματικότητα σου κάνει κακό, τότε η φαντασία και το ψέμμα είναι αντίδοτα που σου κάνουν καλό. 
Και ο έρωτας της Αμελί για τον Νίνο δεν είναι φυσικά ένας κανονικός έρωτας, αλλά περισσότερο ένα παιχνίδι μεγάλων παιδιών. Η Αμελί είναι 23, αλλά έχοντας στερηθεί κανονική παιδική ηλικία, λειτουργεί τώρα σαν μεγάλο παιδί. Παίζει μαζί του, του στήνει κυνήγια θαμμένου θησαυρού. Η ταινία δεν θα εξερευνήσει την πραγματικότητα της σχέσης τους, δεν την αφορά, δεν θα εξερευνήσει καν την πραγματικότητα του έρωτά τους. Αν ο έρωτας είναι μια ιδέα, εκείνη ερωτεύθηκε έναν τύπο που μαζεύει σκισμένες φωτογραφίες ταυτότητας, κι εκείνος αυτήν που του κάνει αυτά τα παιδικά κόλπα. Μαζί με τον τρόπο που αποφάσισε να παρέμβει στη ζωή των άλλων και να την κάνει καλύτερη, σκηνοθετώντας την επιστροφή των παιδικών χρόνων του Ντομινίκ Μπρετοντό, σκηνοθετώντας την επιστροφή της ερωτικής πίστης και των όρκων του αιώνιου έρωτα της γειτόνισσας, σκηνοθετώντας την (επίσης παιδικά σκανταλιάρικη) τιμωρία του σκληρού κι απάνθρωπου Κολινιόν, σκηνοθετώντας τον έρωτα της Ζορζέτ, σκηνοθετεί και τον δικό της έρωτα, αποφασίζοντας να κάνει και τη δική της ζωή καλύτερη.
Η Αμελί και ο Νίνο θα περάσουν μαζί λίγα παραμυθένια χρόνια και μετά θα πρέπει να αποφασίσουν, αν θα προτιμήσουν να μεταλλάξουν το παραμυθένιο εφηβικό τους τριπάκι σε σχέση ζωής επειδή έτσι είναι φτιαγμένοι, ο ένας και καλά για τον άλλον, ή, αντίθετα, αν γεμάτοι πια με μια πρώτη έντονη σχέση, θα περάσουν σε επόμενες πίστες ωριμότητας, ελευθερίας και αληθινού έρωτα. Μπορεί και να χώρισαν λοιπόν το 2004 ή το 2005. Επειδή η σχέση τους θα είχε χάσει πια τον ενθουσιασμό της. Ή επειδή κάποιος από τους δυο τους ερωτεύθηκε κάποιον άλλον. Μπορεί βέβαια και να παντρεύτηκαν και να έχουν παιδιά. Αλλά τότε η Αμελί δεν θα πρόλαβε να ζήσει, θα επέλεξε αντί της πραγματικότητας, όχι το αιώνιο παραμύθι, αλλά την έκπτωση του παραμυθιού σε καταφύγιο έναντι του φόβου. 
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2014

Κότες και Γουρουνάκια

Φοιτητής Γ: «Εγώ θέλω να πάω σε ένα χωριό ψηλά, να βρω μια γυναικούλα, να έχουμε κότες και γουρουνάκια και να μην ξαναμάθω τίποτα από όλα αυτά. Να μην τα ξέρω ρε. Δεν θέλω να τα ξέρω αυτά».
Κι όμως, Φοιτητή Γ, εμείς, εμείς γαμώ το μυαλό σου και γαμώ την ψυχή σου δεν θέλαμε να τα ξέρουμε αυτά. Όχι επειδή αηδιάζουμε με το τι μπορεί να κάνει ο οποιοσδήποτε ιδιωτικά. Αλλά επειδή εσύ, αηδιασμένε Φοιτητή Γ, είσαι που καταλύεις τον διάκριση ιδιωτικού - δημοσίου. Δεν είναι το σεξ αηδιαστικό, αηδιασμένε Φοιτητή Γ. Εσύ είσαι που μας λερώνεις. Εσύ που θες να πας στις κότες και τα γουρουνάκια σου. Εσύ και οι φίλοι σου που πρώτα κάνετε μπανιστήρι και καταγράφετε και μετά διακινείτε στον αρχιεκβιαστή και αρχιταρτούφο, στον πνευματικό πατέρα όλου αυτού του τερματισμένα υποκριτικού ήθους κι όλης αυτής της βαθύτατα ανήθικης ηθικολογούσας γλίτσας, ώστε να τα κάνει μετά εκείνος όλα οχετό. 
Δεν αηδιάζεις, Φοιτητή Γ, με τον εαυτό σου και την υποτιθέμενη συμφοιτήτριά σου και τους υποτιθέμενους συμφοιτητές σου, που όλοι μαζί έχετε παγιδεύσει και μπανιστηρίζετε κρυφά έναν άλλον άνθρωπο που εκείνη την ώρα νομίζει ότι τον βλέπει μόνο ένας, σε μια ιδιωτική τους υπόθεση; 
Αυτά που υποτίθεται ότι κάνει ο άλλος σε αηδιάζουν; Σε προσκάλεσε να τα δεις; Και σε κάθε περίπτωση σε προσκάλεσε κανείς να μας τα δείξεις εμάς ή να μας ενημερώσεις για την αηδία σου; 
Αυτός που του τα δώσατε σε αηδιάζει καθόλου; Πληρωθήκατε τουλάχιστον καλά για να τα δώσετε ή με ψίχουλα τη βγάλατε; Τα μοιράσατε τουλάχιστον ή είσαι πάλι ο μαλάκας, o αθώος κι ο ανυποψίαστος της υπόθεσης, Φοιτητή Γ; 
Πώς αντέχεις τόση αθωότητα, Φοιτητή Γ;
Kαι όχι, δεν θα μπω στην λούμπα, Φοιτητή Γ, να πω ότι δεν ξέρω αν έκανε ή δεν έκανε ο άλλος αυτά που υποτίθεται πως σε αηδίασαν και πως μπορεί να είναι ψέμματα αυτά. Προτιμώ να είναι αλήθεια, για να είσαι όσο πιο κατάπτυστος γίνεται και όσο πιο πολύ ποινικά υπόλογος. 

Τρίτη, Ιουνίου 17, 2014

On the road

Αφού το ελληνικό κράτος κατόρθωσε να βγάλει σε λιγότερο από μήνα τους σταυρούς των δημοτικών εκλογών και μόλις τώρα βλέπω ότι κατετάγην τελικά στην 79η θέση του συνδυασμού μου, μπορώ να αφήσω για λίγο στην άκρη την πολιτική μου καριέρα και να αφοσιωθώ ξανά στη συγγραφική, ενημερώνοντάς σε, φίλε και φίλη, φίλη και φίλε, ότι το εκδοτικό θαύμα του φετινού καλοκαιριού μπορεί να απέχει ακόμη από την 79η του έκδοση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συνεχίζει την ξέφρενη πορεία του, κι έτσι μετά την αθηναϊκή παρουσίασή του συνεχίζουμε την περιοδεία μας με παρουσίαση στην Πάτρα, την Παρασκευή 20 Ιουνίου, στις 7 το απόγευμα, στο μικροβιβλιοπωλείο Χαραμάδα, οδός Τσαμαδού 39. Προφανώς δεν είναι τυχαίο ούτε το γεγονός ότι ξημερώματα Παρασκευής η Εθνική μας αντιμετωπίζει την Ιαπωνία, ούτε ότι από όλες τις πόλεις της Ελλάδας επιλέξαμε να τιμήσουμε με την παρουσία μας την πατρίδα του Κώστα Κατσουράνη.
Ας μην λησμονούμε ότι δεν πρόκειται για ένα ακόμη τυχαίο βιβλίο ενός ακόμη τυχαίου μαλάκα, αλλά για ένα χαρακτηριστικό δείγμα της λογοτεχνίας του καιρού μας, οπότε αν θέλετε να είστε εναρμονισμένοι με τον καιρό σας δεν έχετε άλλη επιλογή από το να το αγοράσετε, να το διαβάσετε, να το κάνετε δώρο, να το κάνετε φυλαχτό ή προσάναμμα, εντός ή εκτός Πατρών, εντός ή εκτός Ελλάδας, τα αναφέρει όλα τα σημεία πώλησης το λινκ, τα αναφέρει και παγίως το μπανεράκι στο πλάι του μπλογκ, αυτά είχα λίγο πολύ να πω, το δρομολόγιο αναχώρησης των πούλμαν από τις υπόλοιπες πόλεις της Νότιας Ελλάδας προς Πάτρα για την παρουσίαση θα ανακοινωθεί προσεχώς, φιλάκια πολλά.

Δευτέρα, Ιουνίου 16, 2014

I know it's really serious

σε προσκαλώ,
έλα,
έλα να μπούμε
στο κώμα του Σουμάχερ
τώρα που βγήκε απ' αυτό
σε προκαλώ,
βιάσου,
τέτοια vip φιλοξενεία
δεν πρόκειται να μείνουν άδεια
για πολύ
πάμε λοιπόν
να απλώσουμε τα πόδια μας
στην παραλία του,
 να χώσουμε τη μούρη μας
στην αμμουδιά του
εκεί,
καταχωνιασμένοι στην αρμύρα του,
θα εισπνέουμε ηδονικά
παγωμένο χιόνι
και μυρωδιά από καμμένα λάστιχα
εκεί,
θα παλέψουμε να το κολλήσουμε
ραχάτι και παραίτηση,
όσο αυτό θα κουβαλά τις μνήμες
μιας δίχως σταματημό τρεχάλας
και μιας βλακώδους δίψας
για ζωή,
λες κι αν αυτή κοπάσει
θα μείνει η αδρεναλίνη ορφανή
κι η επικράτηση μαλάκας
πάμε λοιπόν
να καταλάβουμε το κώμα του Σουμάχερ,
μπας και του επιστρέψουμε το νόημά του,
μπας κι αναιρέσουμε την αναίρεσή του,
μπας και το διασώσουμε απ' το θάνατό του
πάμε
να το ξανακάνουμε
κώμα