Σάββατο, Οκτωβρίου 18, 2014

Tι έχουμε κάνει ο ένας στον άλλο;

Έτσι πρέπει να ξεκινούν οι ταινίες: «Όταν σκέφτομαι τη γυναίκα μου, σκέφτομαι πάντα το κεφάλι της. Με φαντάζομαι να σπάω το υπέροχο κρανίο της, να ξεκουβαριάζω τον εγκέφαλό της και να προσπαθώ να βρω απαντήσεις· στις πρωταρχικές ερωτήσεις κάθε γάμου: Τι σκέφτεσαι; Πώς αισθάνεσαι; Τι έχουμε κάνει ο ένας στον άλλο;». Καθώς ακούμε τον Μπεν Άφλεκ να μας τα εξομολογείται αυτά με φωνή υπνωτισμένη και καθώς βλέπουμε την κατάξανθη κώμη που καλύπτει το υπέροχο κρανίο της Ρόζαμουντ Πάικ να στρέφει προς την κάμερα και την ίδια να μας κοιτά αινιγματικά, «To Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» μας βάζει εξ αρχής στο κλίμα του. Και αμέσως μετά το διαπροσωπικό πλαίσιο, πέφτουν οι τίτλοι και βλέπουμε το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το διαπροσωπικό, καθώς εναλλάσσονται εικόνες από ερειπωμένα μαγαζιά, κλειστά εργοστάσια, άδειους δρόμους, μια μικρή πόλη στο Μιζούρι: η Αμερική στα χρόνια της ύφεσης.


Ανήμερα την πέμπτη επέτειο του γάμου τους, η Έιμι εξαφανίζεται, ίχνη πάλης υπάρχουν στο σπίτι, ο Νικ φωνάζει την αστυνομία και ανησυχεί, αλλά όπως ένα -αυτοτελώς καταπληκτικό- τρέιλερ της ταινίας υπό τη συνοδεία του "She" που είχε κυκλοφορήσει μας είχε προειδοποιήσει, η βασική απορία είναι μία: Ευθύνεται ο Νικ για την εξαφάνιση της Έιμι ή όχι; Την σκότωσε; Το έκανε ή δεν το έκανε; Με αυτήν την μπαναλιτέ περνάμε πάνω από μια ώρα ταινίας. Και είναι μια μπαναλιτέ γραμμένη και σκηνοθετημένη υπέροχα, είναι ένα μυστήριο με το οποίο περνάμε παραπάνω από ωραία. Αλλά τι νόημα θα είχε να γυρίσει ο Φίντσερ μια τέτοια ταινία; Γιατί, ναι, υπέροχα θα περνούσαμε, αλλά θα μας έμενε ένα τελικό «ε και;». Μεγάλος σκηνοθέτης δεν είναι αυτός που ξέρει να σκηνοθετεί, αλλά αυτός που ξέρει να μιλάει και για ζητήματα ουσιαστικά, αυτός στον οποίο φόρμα και περιεχόμενο αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοαπογειώνονται. Μετά λοιπόν αυτό το πρώτο μέρος ακολουθεί ένα ζαλιστικό επτάλεπτο που προφανώς θα διδάσκεται σε όλες τις σχολές σκηνοθεσίας για τη συμπύκνωση του και μας λέει: «ξεχάστε τις αμφιβολίες, νά τι έγινε». Ωραία θα πεις και με το δίκιο σου, οι ανατροπές στην πλοκή και το ξάφνιασμα του θεατή δεν είναι και αυτό αναπόσπαστο χαρακτηριστικό των θρίλερ; Το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» είναι σαν να παίρνει τα θρίλερ του σωρού και τους λέει, κοιτάχτε, κοιτάχτε πού μπορώ να πάω. Το τρίτο μέρος συνεχίζει την πλοκή με τα νέα δεδομένα και ολοκληρώνεται με μια σκηνή αισθητικοποιημένης βίας βγαλμένη από βαθιά σκοτάδια κι ακόμη βαθύτερο ταλέντο. Και μετά, στην τελική ευθεία, στο τέταρτο μέρος, τα πράγματα μπαίνουν στη σωστή τους βάση: εδώ το θέμα δεν είναι η ψυχοπαθολογία κανενός, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κανένα Fatal Attraction, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που συνομιλεί με το "Eyes Wide Shut" του Κιούμπρικ και δρα η μία πιο υπόγεια, πιο ανατρεπτικά, πιο σαρδόνια από την άλλη.   


H ίδια η Έιμι από παιδί μαθαίνει ότι υπάρχει ο εαυτός, υπάρχει και η αφήγησή του, η κατασκευή του. «Οι γονείς σου λογόκλεψαν την παιδική σου ηλικία» της λέει ο Νικ. Του απαντάει κάτι σαν «Όχι, βασίστηκαν σε αυτή για να τη βελτιώσουν». Η Αμερική μεγαλώνει με μια σειρά παιδικών βιβλίων την «Yπέροχη Έιμι». Μεγαλώνοντας η Έιμι, μεγαλώνει και η «Υπέροχη Έιμι». Και τώρα που εξαφανίστηκε την «Υπέροχη Έιμι» ψάχνει. Που δεν είναι αυτή του βιβλίου, αλλά είναι επίσης μια αφήγηση, μια κατασκευή, μια μυθοπλασία, αυτή τη φορά όχι από βιβλία, αλλά από τα πρότυπα γυναίκας που έχει η κοινωνία και τα οποία διογκώνουν τα μίντια. Κυρίαρχη προβληματική στην ταινία και το βιβλίο είναι αυτή: αντίστοιχα το φλερτ, ο έρωτας, τα πρώτα χρόνια ενός ζευγαριού, σημαίνουν πως παίρνεις τον εαυτό σου και τον βελτιώνεις, φτιάχνεις έναν άλλο, ιδεατό, αρεστό στον έρωτά σου. Η ίδια η συγγραφέας και σεναριογράφος Τζίλιαν Φλιν λέει: «o γάμος είναι ένα είδος απάτης μακράς διαρκείας, γιατί κατά τη διάρκεια του φλερτ βάζεις στην βιτρίνα τον απολυτα καλύτερο εαυτό σου. Από την άλλη ο άνθρωπος που παντρευόμαστε υποτίθεται πως πρέπει να σε αγαπάει ό,τι κι αν γίνει. Αλλά ο σύζυγός σου δεν μπορεί να διακρίνει τα κουσούρια σου μέχρι να μπεις βαθύτερα στον γάμο και να αφήσεις τον εαυτό σου να ξεδιπλωθεί». Ο αληθινός εαυτός. Ο βασισμένος στον αληθινό εαυτό και ο βελτιωμένος των βιβλίων. Ο βασισμένος στον αληθινό εαυτό και βελτιωμένος της αρχής του έρωτα. Και η σταδιακή εγκατάλειψη των εφευρεμένων εαυτών, η επιστροφή στους αληθινούς όσο τα χρόνια του γάμου κυλούν. Οι καλύτερες εκδοχές φεύγουν, οι λιγότερο καλές είναι εδώ. Και στην περίπτωση του Νικ και της Έιμι ίσως αν το κοινωνικό πλαίσιο ήταν αλλιώς να καθυστερούσε η φθορά τους. Ή να μην προλάβαινε να γίνει φθορά, να ερχόταν ένα παιδί και να περνούσε σε άλλη φάση. Αλλά χάνουν και οι δύο τις δουλειές τους -γραφιάδες, σε ανδρικό περιοδικό αυτός, σε γυναικείο εκείνη, όπου φτιάχνει τεστ προσωπικότητας, καθώς δεν υπάρχουν πια αληθινά αληθινοί εαυτοί, όλα μπορούν να αναλυθούν σε συντεταγμένες και προκατασκευασμένες ψηφίδες προσωπικότητας- και από την ψαγμενη ζωή της Νέας Υόρκης πάνε στην πατρίδα του Νικ, στο Μιζούρι. Υπάρχει μια εικόνα ζευγαριού που πάντοτε σιχαίνονταν και οι δύο. Δεν θα γίνουμε ποτέ αυτό το ζευγάρι που κάνει το ένα ή το άλλο. Το ξέρουν καλά το κλισέ, το σιχαίνονται το κλισέ, ζουν απέναντί του, μόνο και μόνο για να το βρουν μετά από χρόνια εμπρός τους. Και τότε; Τότε τι έχουμε κάνει ο ένας στον άλλο; Πώς πληγώσαμε ο ένας τον άλλον; Πώς κάναμε ο ένας τον άλλον θύμα; Η καταπίεση και η προδοσία. Τα παράπονα και η ασφυξία. Μέχρι την εξαφάνιση της Έιμι ο γάμος τους ήταν ιδιωτική τους υπόθεση. Όταν γίνεται δημόσια και μπαίνει στο μικροσκόπιο, όλα πλέον στρέφονται στο πώς θα πειστεί η κοινή γνώμη για το ποιός είναι θύμα και ποιός θύτης. Το δικαστήριο της κοινής γνώμης και η κοινή γνώμη ως δικαστήριο σε μια χώρα που έχει το σύστημα των ενόρκων κορωνίδα. Αλλά όχι, η ταινία δεν θέλει να σχολιάσει το τσίρκο των μίντια, αυτά είναι προβληματικές ξεπερασμένες και σίγουρα δεν είναι ένα θέμα που θα αφορούσε τον Φίντσερ, αυτά ενσωματώνονται ως αυτονόητο μέρος της πλοκής. Άλλα τον αφορούν. Όπως η χειραγώγηση των τεκμηρίων. Το πρώτο βράδυ που γνωρίστηκαν ο Νικ και η Έιμι συμφώνησαν έναν κώδικα. Αν της κρύβει με το χέρι το πηγούνι τότε θα λέει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Ό,τι φαίνεται ως υπεράνω αμφιβολίας, καταντά να έχει μεγαλύτερη σημασία από την αλήθεια. Δυσπιστώντας στις διαβεβαιώσεις των ανθρώπων αφεθήκαμε να πιστεύουμε ως θεότητες τα τεκμήρια. Η γραφή ως τρόπος κατασκευής του παρελθόντος. Διαρκείς κατασκευές αληθειών. Η εφεύρεση του παρελθόντος, η εφεύρεση του παρόντος, η εφεύρεση του μέλλοντος. Οι ταυτότητες είναι ρευστές, όλα είναι αντικείμενο αφήγησης, το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον, οι ρόλοι μας, οι εαυτοί μας. Εδώ τίποτα δεν γίνεται με το ζόρι, εδώ το θέμα είναι η εφεύρεση νέων εαυτών και νέων κοινωνικών ταυτοτήτων μέσω του περάσματος σε ένα επόμενο επίπεδο. Όπως ο «Κυνόδοντας» τραβώντας μια συνθήκη στα άκρα μιλά για κάθε οικογένεια, έτσι και το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» μιλά για κάθε γάμο τραβώντας τις αντιδράσεις στα άκρα, μόνο και μόνο για να τις ξαναφέρει πίσω εκεί που πραματικά ανήκουν: στην εκούσια και συνειδητή απόφαση ζωής που ενίοτε μπορεί να είναι ακόμη πιο τρομακτική κι από την ψυχοπάθεια.

(Kείμενο γραμμένο για το ελculture)

Τετάρτη, Οκτωβρίου 15, 2014

Η πλάτη που θα μπει ξανά

Προσωπικά πάντως έχω εμπιστοσύνη στην ωριμότητα του πολιτικού συστήματος και νομίζω δικαιολογημένα την έχω, όσα κι αν του καταλογίζει κανείς στα προ της κρίσης, μετά την κρίση σοβαρεύτηκε και πήρε όλες τις αναγκαίες και μερικές φορές επώδυνες αποφάσεις προκειμένου να αποφευχθεί η καταστροφή. Και αποφεύχθηκε. Οι όποιες παλινωδίες του τώρα και οι όποιοι λεονταρισμοί του θα λήξουν πολύ σύντομα. Μπροστά στο φάσμα μιας νέας οικονομικής τρικυμίας έχω τη βάσιμη υπόνοια ότι αφενός η πλευρά της κυβέρνησης θα βρει μια συμβιβαστική λύση με τους δανειστές μας για την ομαλή συνέχιση της χρηματοδότησής μας κατά το μεταβατικό διάστημα των επόμενων ετών και ότι αφετέρου οι μέχρι και αυτή τη στιγμή αντιδρώντες βουλευτές θα αφήσουν στην άκρη την αρχική τους βούληση καταψήφισης του προέδρου και έστω και με βαριά καρδιά, έστω και την ύστατη ώρα, θα συναινέσουν. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ θα φωνάξει μια, θα φωνάξει δυο, μετά θα βάλει κάτω τα κουκιά της ομαλότητας και του ακόμη ωριμότερου φρούτου, θα πειθαρχήσει την ανυπομονησία του μετατρέποντάς την σε σοφή υπομονή, θα καλέσει ίσως τον περήφανο ελληνικό λαό σε μια μεγαλειώδη συγκέντρωση, ίσως ούτε αυτό, ίσως αυθόρμητα αυτή σχεδιαστεί, οι ένστολοι θα βγάλουν τμήμα του αναδρομικού ψωμιού τους, ο κόσμος μη νομίζεις ότι θα κάνει πολλά κι αυτός, έχει ωριμάσει αντίστοιχα με το πολιτικό σύστημα και κάπου εκεί θα ξαναπάμε όλοι σπίτια μας, περιμένοντας τις εκλογές στην καλή τους συνταγματική ώρα, γιατί θα είναι κρίμα να βγάλουμε μόνοι μας τα μάτια μας τώρα που φάγαμε το γάιδαρο κι απομένει η ουρά του, θα είναι κρίμα να ξαναδούμε να ορίζουν τις ζωές μας τα σπρεντ και μάλιστα χωρίς έναν Μητσάρα να βγάλει κανένα πλακάτ και να στανιάρουμε, οι Μητσάρες δεν υπάρχουν πια, τους πάτησε το τρένο του πολιτισμού της ιδιωτικής τηλεόρασης, οι Μητσάρες διαστρεβλώθηκαν και μετεξελίχθηκαν στις κυρίες Λουκά της απολιτίκ λάιφ στάιλ υστερίας, γιατί αν έχει ένα νόημα να βγαίνεις στο δρόμο σήμερα είναι για να αγγίξεις με τα χείλη σου τα ιερά μάγουλα που πουτσοσκαμπιλίζει ο Κλούνεϊ, ώστε να πεις αυτά τα χείλη εγώ δεν θα τα πλύνω, με αυτά τα χείλη θα πάω να κοινωνήσω αύριο, είμαι χριστιανή μετα-ορθόδοξη, ακόμη και ο θεουσισμός είναι μια πρόφαση στον πολιτισμό της εικόνας, στον πολιτισμό που στυλώνουν τα επιτόκια δανεισμού, στον πολιτισμό που απειλείται από βαλκάνιους εθνικισμούς, αφρικανικούς φονικούς ιούς και τζιχαντικούς μηδενισμούς, στον πολιτισμό που θα αναβαπτισθεί και θα δικαιωθεί ξανά, καθώς θα βροντοφωνάξουμε πως ανήκουμε στη Δύση και με τον Χρυσοβαλάντη και με τον Τατσό και με την αριστερά της ευθύνης και με όλους όσους πουν μπρος στη σωτηρία της χώρας τα ξεχνάμε όλα και βάζουμε προσωρινά πλάτη, το απαιτούν πια όχι μόνο οι Παπαχελάδες και οι Πρετεντέρηδες που τράβηξαν τόσα χρόνια το κουπί, αλλά και παλιοί ντούροι αντιμνημονιακοί κι ο Τράγκας κι ο Νίκος ο Χατζηνικολάου απόψε, όχι τρέλες με την προεδρική εκλογή και τα μνημόνια, βάλτε τα κάτω και βρείτε τα, η χώρα δεν γίνεται να πέσει πάλι στην παράνοια του δέκα.

Κυριακή, Οκτωβρίου 12, 2014

Καλά είμαστε κι εδώ

Ίσως εκείνο που στα αλήθεια ονειρεύτηκε η γυναίκα του ψαρά
είναι πως η ζωή είναι ταυτόχρονα στόμα και αιδοίο,
πως αν με τα μάτια ανοιχτά η ζωή είναι πότε το ένα πότε το άλλο
και πολύ συχνά και τίποτε από τα δύο,
με τα μάτια κλειστά όποιος μπορεί να τα γεμίσει είναι ευπρόσδεκτος,
με τα μάτια κλειστά στόμα και αιδοίο μπορούν να γεμίσουν μαζί,
με τα μάτια κλειστά οι εικόνες μπορεί να είναι ολοκληρωτικές.
οι αισθήσεις μπορεί να είναι ολοκληρωτικές,
όλα μπορούν να ικανοποιηθούν
μέχρι την τελική τους πλήρωση,
μέχρι δηλαδή το επόμενο πρωινό,
την επιστροφή στο φως της μέρας
και την τύφλωση της καθημερινότητας,
την επιστροφή των απαγορευμένων χταποδιών,
την επιστροφή των απαγορευμένων πληρώσεων,
την επιστροφή των εκλογικευτικών συμβιβασμών,
την επιστροφή στο 
ή το στόμα ή το μουνί,
την επιστροφή
στην μη πλεονεξία,
στην μη ευελιξία,
στην μη ευεξία,
την επιστροφή
στο καλά είμαστε κι εδώ,
κοίτα πόσα άλλα στόματα μένουν αγέμιστα,
κοίτα πόσα άλλα σώματα μένουν αγέμιστα,
κοίτα πόσοι άλλοι δεν έχουν καν τη δυνατότητα
να φτιάξουν ένα έργο τέχνης
ή έστω να ονειρευτούν 
για ένα και μόνο βράδυ.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 08, 2014

Jus Sanguinis

Χανιά - Αθήνα - Λάρισα - Θεσσαλονίκη. Η μητέρα του πεθαίνει και ο σε δυόμιση μήνες δεκαεξάχρονος Ντάνι θα κάνει αυτό το δρόμο από τα νότια προς τα βόρεια. Από την Αθήνα θα πάρει μαζί τον αδελφό του, τον δεκαοχτάχρονο Οδυσσέα και θα πάνε Θεσσαλονίκη με διπλή αποστολή. Πρώτον να συμμετάσχει ο Οδυσσέας στα προκριματικά ενός τραγουδιστικού ριάλιτι και να γίνει ο επόμενος greek star. Greek star μπορεί να γίνει πιο εύκολα από ό,τι Έλληνας, γιατί μολονότι γεννήθηκε και μεγάλωσε εδώ τρέχει στις ουρές για την ανανέωση της άδειας παραμονής. Λίγο πριν πεθάνει η μητέρα του είπε στον Ντάνι ότι ο πατέρας τους, που τους εγκατέλειψε όταν ήταν μικρά παιδιά, ζει και είναι και φραγκάτος. Θα πάνε να τον βρουν για να τους δώσει λεφτά και να τους αναγνωρίσει ώστε να πάρουν την ιθαγένεια. Αν ο πατέρας τους είναι αυτός που νομίζουν, είναι υποψήφιος δήμαρχος της ακροδεξιάς. Έλληνας γεννιέσαι και δεν γίνεσαι, Έλληνες θα είναι αν τα αναγνωρίσει ο χρυσαυγίτης πατέρας τους. Το πιστοποιητικό της ελληνικότητας θα τους το αποδώσει ο χρυσαυγίτης, δεν είναι αρκετό για να τους κάνει νομικά Έλληνες το ότι γεννήθηκαν στην Ελλάδα, έζησαν όλη τη ζωή τους στην Ελλάδα, πήγαν σε ελληνικά σχολεία κλπ κλπ. Είναι «αλλοδαποί» των οποίων ο γνήσιος δεσμός με την ελληνική κοινωνία και των οποίων η ενσωμάτωση είναι αμφίβολη και αντικείμενο απόδειξης. Aξίζει ίσως στο σημείο αυτό να αντιγράψουμε τμήμα της περσινής απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, μπας και αντιληφθούμε τον παραλογισμό της σε σχέση με όλους εκείνους τους ανθρώπους που ζουν μια ζωή στην Ελλάδα και κυρίως με τα παιδιά που η Ελλάδα ήταν ο τόπος που μεγάλωσαν και ο μόνος τόπος που ξέρουν:
«Ελάχιστος όρος και όριο των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας είναι η ύπαρξη γνησίου δεσμού του αλλοδαπού προς το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία, τα οποία δεν είναι οργανισμοί ασπόνδυλοι και δημιουργήματα εφήμερα αλλά παριστούν διαχρονική ενότητα με ορισμένο πολιτιστικό υπόβαθρο, κοινότητα με σχετικώς σταθερά ήθη και έθιμα, κοινή γλώσσα με μακρά παράδοση, στοιχεία τα οποία μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά με την βοήθεια μικρότερων κοινωνικών μονάδων (οικογένεια) και οργανωμένων κρατικών μονάδων (εκπαίδευση)
Εάν παρεγνωρίζετο η προϋπόθεση του ουσιαστικού δεσμού και ο νομοθέτης … μπορούσε να τον αγνοήσει και να ελαχιστοποιήσει τα προσόντα κτήσεως της ιθαγενείας, τότε πρακτικώς θα μπορούσε και να προσδιορίσει αυθαιρέτως την σύνθεση του λαού, με την προσθήκη απροσδιορίστου αριθμού προσώπων ποικίλης προελεύσεως, με χαλαρή ή ανύπαρκτη ενσωμάτωση, με ό,τι τούτο θα συνεπήγετο για την συνταγματική τάξη και τη λειτουργία του πολιτεύματος, καθώς και την ομαλή, ειρηνική εξέλιξη της κοινωνικής ζωής,
Συνεπεία των ανωτέρω παραδοχών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης, κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας από αλλοδαπούς, δύναται μεν, κατ’ απόκλιση από την βασική αρχή του δικαίου της καταγωγής (ius sanguinis) ως αυτόματου τρόπου κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας, να προβλέψει τρόπους κτήσεως της ιθαγενείας βάσει της αρχής του δικαίου του εδάφους (jus soli) και περαιτέρω, να θεσπίζει για τις περιπτώσεις αυτές και τυπικά κριτήρια, όπως είναι η νόμιμη παραμονή στην χώρα και η διάρκεια αυτής, αλλά θα πρέπει να τα συνδυάζει και με ουσιαστικά κριτήρια, ούτως ώστε να τεκμηριώνεται ο γνήσιος δεσμός του αλλοδαπού προς την ελληνική κοινωνία, δηλαδή η ενσωμάτωσή του σε αυτήν υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια».
Όταν ο Ντάνι φτάνει στην Αθήνα, ο Οδυσσέας τον προειδοποιεί ότι είναι επικίνδυνη η φάση, αφού είναι «κι Αλβανός και Πούστης». Ο Ντάνι του απαντάει ξέγνοιαστα «και βουνό και θάλασσα». Μολονότι το «Xenia» έχει μπόλικα στοιχεία δράματος, η ματιά του Κούτρα δεν είναι η στρέιτ, η πιο ευθεία ματιά στα πράγματα του Οδυσσέα, αλλά η γκέι, η πιο φωτεινή και η πιο ημιφυσικά - ημισκηνοθετημένα εύθυμη αντιμετώπισή τους. Ο Κώστας Νικούλι στο ρόλο του Ντάνι είναι κουρεμένος, ντυμένος και φτιαγμένος σαν κινηματογραφικός ήρωας έτσι, ώστε να αποτελεί μαζί τον ήρωα της ταινίας και την εικόνα του ύφους της. Τα προσωπικά τραύματα και τα κοινωνικά προβλήματα είναι διαρκώς παρόντα, αλλά παράλληλα παρόντα είναι και τα απόλυτα νιάτα, παρούσα είναι η χαρά της ζωής, η γιορτή της ζωής. Ένα εγκαταλελειμμένο και ρημαγμένο Ξενία δινει τον τίτλο του στην ταινία. Ο Οδυσσέας θα ενηλικωθεί και θα γιορτάσει τα δέκατα όγδοα γενέθλια του, τα 18 χρόνια ζωής, τα 18 χρόνια ζωής στην Ελλάδα, σε αυτό. Ανεξάρητα από το όποιο συμβολικό φορτίο κουβαλάει το ρημαγμένο Ξενία στη χώρα των στρατοπέδων μάντρωσης του Ξένιου Δία, στην ταινία γίνεται ένα σκηνικό γιορτής. Στο κουφάρι του Ξενία της Κοζάνης ο Κούτρας θα βάλει τους ήρωές του να χορεύουν Ραφαέλα Καρά και είναι οι σκηνές των τραγουδιών αυτών, και της Πάτι Πράβο, που κατ’ εμέ ανήκουν στα δυνατότερα σημεία της ταινίας.
Όπως και στην «Στρέλλα» έτσι κι εδώ, οικογένειες με έναν κεντρικό κλονισμό, με ένα κενό, μια απώλεια, οικογένειες ημιτελείς που πρέπει να αναζητηθούν ξανά, όχι όμως για να επανασυσταθούν με τον παραδοσιακό όρο, αλλά για να επανεξεταστούν τα συστατικά τους και να ξεκαθαριστούν οι λογαριασμοί με το παρελθόν. Το Στρέλλα ήταν η (παραδοσιακή) οικογένεια ως τραύμα που καταλήγει η οικογένεια ως γιορτή, μια οικογένεια με άλλους όρους όμως, μια οικογένεια δεσμών άλλων από αυτούς του αίματος. Το «δίκαιο του αίματος» του Συμβουλίου της Επικρατείας και η ελληνικότητα ως μια μεγάλη κλειστή και εχθρική προς τον ξένον οικογένεια, ήταν αυτά που ήδη από την Στρέλλα είχε ξεράσει ο Κούτρας.  Ο Κούτρας συνομιλεί με την έννοια της οικογένειας και κάθε άλλο παρά την απορρίπτει, απλά την επανατοποθετεί σε βάση διαφορετική. Και διόλου τυχαία στο “Xenia” η oμοφυλοφιλία λειτουργεί για τους ομοφυλόφιλους ήρωές της σε Αθήνα και Λάρισα και ως πόρτα αυτονόητης αποδοχής στον μετανάστη.
Το “Xenia” Στρέλλα δεν είναι, τρέλλα δεν είναι, αλλά έχει μέσα του μεγάλη δύναμη και ζωντάνια και φιλοδοξία και σύνθεση, ώστε να μείνει ως μια σημαντική κατάθεση του νεότερου ελληνικού σινεμά. Και έχει και μια καταπληκτική σκηνή ανθολογίας ακριβώς στην μέση της, όταν ο Κούτρας μας προσφέρει την μεγάλη της στιγμή απογειώνοντάς την και προσφέροντας μας λίγα λεπτά αληθινής μαγείας. Ο Ντάνι και ο Οδυσσέας μέσα σε μια βάρκα διασχίζουν ένα ποτάμι καθαρά μυθικό. Μέσα στο νερό αυτοί, ο Ντίσνεϊ κι ο Λαρς Φον Τρίερ στην ξηρά τους κοιτούν. Η παιδική ηλικία που σε εγκαταλείπει μια για πάντα. Τι είναι αληθινό και τι όχι. Το σινεμά βρίσκεται ανάμεσα ανάμεσα στο αληθινό και το φανταστικό, το σινεμά είναι το παραμύθι των ενηλίκων.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Παρασκευή, Οκτωβρίου 03, 2014

Κυκλοφορεί το Unfollow 34, αναλυτικά την ύλη του τη βλέπεις εδώ, και σε ό,τι με αφορά αναρωτιέμαι σε μορφή άρθρου πόσο πρέπει να μας καλύπτει και πόσο παγίδα είναι ότι όσο νερό κι αν συνεχίσει να βάζει στο κρασί του ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι σε κάθε περίπτωση συγκριτικά καλύτερος από την τωρινή κυβέρνηση, αναρωτιέμαι πόσο ριζοσπαστικό και πόσο συστημικό είναι το συγκριτικά καλύτερο, αναρωτιέμαι αν μια τυχόν κυβέρνηση συνεργασίας με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ και κάποιο σύμμαχο δίπλα του θα αποτελέσει στην πραγματικότητα άλλοθι για τον ίδιο ότι δεν μπορεί να κάνει όλα όσα θα ήθελε, σκέφτομαι ότι ρεαλισμό, έκτακτες ανάγκες, αποφυγή του μεγαλύτερου κακού -έστω και κατ' όνομα, έστω και σε επίπεδο διακήρυξης- είχαμε κι από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ κι ήταν το μάντρα του μνημονιακού λόγου και τέλος υποδεικνύω στον ΣΥΡΙΖΑ με ποιόν τρόπο να κυβερνήσει ώστε να καλύψει τις απαιτήσεις μου. Αυτά τα γραφικά. Unfollow Oκτωβρίου από σήμερα στα περίπτερα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 02, 2014

Ένα στάτους πιο κάτω


Το σπίτι σε κάποιον λόφο. Ψαγμένο αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά, απομονωμένο, προφανέστατα πανάκριβο. Η θέα στην θάλασσα σου κόβει την ανάσα. Η αντιδιαστολή με το κεντρικό πλάνο της Αθήνας και τα διαμερίσματά του είναι παραπάνω από ενδεικτική. Σε αυτήν εδώ την μοναχική κορυφή μένουν κάποιοι νικητές. Νικητές αλλά συμπαθέστατοι. O Στέφανος και η Εύη είναι ένα ζευγάρι σχετικά νέων ανθρώπων, αγαπημένων μεταξύ τους, που δεν φέρονται ως αφεντικά στη Νάντια, την Γεωργιανή οικιακή τους βοηθό. Η Νάντια δεν έχει καθόλου προφορά. Ήταν βασικό για αυτούς για το μεγάλωμα του παιδιού τους να βρουν έναν άνθρωπο που να μιλάει καλά ελληνικά. Η Νάντια ζει μαζί τους σε όλη τη διάρκεια της ζωής της δωδεκάχρονης κόρης τους. Αναγνωρίζουν διαρκώς ότι η Νάντια είναι θησαυρός. Κι αυτή όμως αναγνωρίζει. Στο μυαλό της, όπως και στο δικό τους, η σχέση τους είναι αμοιβαία επωφελής. Στο σπίτι έμενε άλλωστε και η δική της κόρη μέχρι που μπήκε στο Πανεπιστήμιο. Την πήγαν και στα καλύτερα σχολεία. Για την ακρίβεια δεν πρόκειται καν για σχέση αμοιβαίας ωφέλειας. Έχει προ πολλού πάψει να είναι τέτοια. Η Εύη νιώθει τη Νάντια σαν αδελφή της. Η Νάντια είναι ανασφάλιστη και δουλεύει χωρίς ένσημα, αλλά το Κράτος το έκλεβαν ακόμη και οι πιο συμπαθείς, όσο για την προστασία των δικών της δικαιωμάτων και την έκταση των υποχρεώσεών της ως εργαζόμενη, είπαμε, εδώ η σχέση ήταν διαφορετική.


Ο Στέφανος είναι κορυφαίο στέλεχος σε κάποια χρηματιστηριακή εταιρία ή κάτι τέτοιο. Κι αν από την κρίση μπορεί ίσως να βγάλουν λεφτά οι μεγαλοκεφαλαιούχοι, όλοι οι υπόλοιποι, ακόμη και τα πλούσια μεγαλοστελέχη, δεν μπορούν να μείνουν ανέπαφα. Επηρεάζονται. Κι αρχίζουν να πετούν στο νερό τα περιττά, τα μη απολύτως απαραίτητα βάρη. Κι αυτό που τελικά λέει η ταινία είναι ότι δεν πρόκειται για ζήτημα καλού ή κακού χαρακτήρα. Δεν χρειάζεται να είσαι παλιάνθρωπος για να προφυλάσσεις τα συμφέροντά σου. Είναι ακριβώς η δομή της κοινωνίας τέτοια. Είναι ζήτημα ταξικών επιλογών. Πριν λίγες μέρες ένα άρθρο που έκανε αποτίμηση της κρίσης μίλησε για «μια στραβή που στο κάτω-κάτω αφορούσε μόνο λεφτά, μείωση εισοδημάτων. Τι θα κάναμε δηλαδή αν μας συνέβαινε κάτι χειρότερο;». Μια απάντηση στο συγκεκριμένο σκεπττικό θα μπορούσε να υποδείξει η ταινία: ακόμη και αν όλο αυτό που βιώσαμε και βιώνουμε αφορά μόνο μείωση εισοδημάτων, ακόμη κι αν είναι απλώς ένα στάτους πιο κάτω, σε άλλους ανθρώπους το ένα στάτους πιο κάτω σημαίνει να μην μπορούν να συντηρήσουν πια το άλογό τους και σε άλλους να μην έχουν να ζήσουν, ακριβώς γιατί στο προ κρίσης στάδιο το στάτους δεν ήταν αυτό του πάρτυ για όλους, αλλά για τους φτωχότερους το πάρτυ συνίστατο στο ότι μπορούσαν ζορισμένα να τα βγάζουν πέρα.


Ένα στάτους πιο κάτω για όλους λοιπόν. Ο Στέφανος πουλάει το άλογο της κόρης του. Η κόρη εκπαιδεύεται να μαθαίνει κι εκείνη τι είναι σημαντικό σε αυτή τη ζωή. Πραγματισμός. Κι η γυναίκα καλείται να αποφασίσει με ποιόν είναι. Με την οικογένειά της ή με τη Νάντια; Κι όταν το δικό του αφεντικό λέει στον Στέφανο ότι πρέπει να απολυθεί ένας υφιστάμενός του στη δουλειά, ο Μίλτος, ο Στέφανος στεναχωριέται, αλλά συναινεί. Ο Μίλτος που «είναι σκυλί στη δουλειά», η Νάντια που σύμφωνα με τον φίλο της «δουλεύει σαν το σκυλί», δυο σαν σκυλιά κι ένα άλογο, ο Στέφανος αναγκάζεται να κάνει κάτι που δεν του είναι καθόλου ευχάριστο, καθώς τους πετά από το καράβι διαδοχικά, αλλά το κάνει συνειδητά και με σιγουριά, αφού μόνο με σταθερό χέρι κρατιέται το τιμόνι. Μπορεί να είμαστε τα πιο γαμάτα αφεντικά του κόσμου όσο οι υλικές συνθήκες το επιτρέπουν. Αλλά το πρωτεύον είναι να μείνουμε αφεντικά, όχι να παραμείνουμε γαμάτοι. Έχουμε τα καλύτερα συναισθήματά για σας όσο είστε τμήματα του στάτους ζωής μας. Αν το στάτους πέσει επίπεδο, θα συμπαρασυρθείτε. Δεν χωράτε πια στον εξοπλισμό του ονείρου μας.


Η Νάντια είναι ξένη, όχι επειδή είναι Γεωργιανή, αλλά επειδή δεν είναι μέλος της οικογένειας. Kαι στην περίπτωσή της η έκπτωση από τον εξοπλισμό του ονείρου δεν είναι μόνο θέμα λεφτών. Στην περίπτωση της δεν πετιέται στη θάλασσα για τα λεφτά. Αυτό μπορεί να αργούσε ακόμη. Κι επειδή η Νάντια έχει άπειρη κατανόηση και υποχρέωση μαζί, κι αφού ακριβώς είχε εσωτερικεύσει το ότι είναι μια από αυτούς, ίσως και να μην έφτανε ποτέ. Αλλά η Νάντια αρρωσταίνει. Όχι ακόμα πολύ, αλλά στο μέλλον μπορεί και να χειροτερεύσει. Κι ο Στέφανος δεν μπορεί την αρρώστια. Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι δεν υπήρχε εκμετάλλευση, αλλά αμοιβαίο όφελος, όταν το ένα σκέλος παύει να μπορεί να αποδώσει τα συμφωνημένα, όταν το μηχάνημα - Νάντια υπάρχει ο φόβος πως θα πάψει να είναι το ίδιο αποδοτικό, την πετάει στο δρόμο. Η ιδέα της αρρώστιας, η παρουσία της, η παρουσία μιας δυσάρεστης αλήθειας, η υπενθύμιση μιας φθοράς, μιας ελαττωματικότητας. Πουλούν τα άλογα όταν γεράσουν και τα σκοτώνουν όταν αρρωστήσουν. Σκέλος της υποχρέωσης της Νάντιας ήταν και να μείνει υγιής και να μην είναι φορέας σκοτούρας και μαυρίλας.


Και δεν είναι μόνο το «φύγε». Είναι ουσιαστικά και παρά τις διακηρύξεις το «φύγε και μην σε ξαναδούμε μπροστά μας», το «τελειώσαμε», το «τι ακριβώς δεν καταλαβαίνεις». Είναι το ότι ζούσαμε μαζί στο ίδιο σπίτι δώδεκα χρόνια, αλλά σου ανακοινώνουμε ξαφνικά ότι πρέπει να εξαφανιστείς από μπροστά μας. Ανεπιθύμητη κάθε άλλη παρουσία σου. Είναι το «έληξε η συμβατική μας σχέση», σε μια σχέση που δεν ήταν επίσημα συμβατική, που δεν είχε τις υποχρεώσεις της σύμβασης, που εξαρχής ο άλλος είναι περίπου ο ευεργέτης αντί ο εργοδότης, με αποτέλεσμα να είναι κι απαλλαγμένος από τις υποχρεώσεις και τους περιορισμούς του εργοδότη. Η Νάντια είναι συγγενής της Άννας του «Προξενιού της Άννας», η ταινία με όλες τις διαφορές της έχει προφανείς θεματικές συγγένειες με τη σπουδαία ταινία του Βούλγαρη.


Όταν τη διώχνουν, ο φίλος της της λέει ότι η καλοσύνη της ξεπέρασε τα όρια. Ότι μετατρέπεται πλέον σε ηλιθιότητα. Πέραν από το άμεσο, το βιωτικό, το ζωτικό, η απόλυση είναι και έξοδος από μια θεμελιακή ψευδαίσθηση: ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν η οικογένειά της, ότι την είχαν αγαπήσει σαν μέλος της. Ο Αθανάσιος Καρανικόλας, σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας, λέει ότι για τον ίδιο η Νάντια είναι «παράδειγμα αξιοπρέπειας, αφοσίωσης και αυταπάρνησης. Είναι μια πραγματική ηρωίδα γιατί προτείνει ένα νέο πρότυπο συμπεριφοράς». Λέει ότι κατά τη γνώμη του «στέκει ψηλά γιατί βρίσκει τη δύναμη να συγχωρέσει αυτούς που την αδίκησαν». Δεν συμμερίζομαι απόλυτα το πώς βλέπει ο ίδιος την ηρωίδα του, αλλά δεν συμφωνώ και με το ότι η συμπεριφορά της είναι ηλίθια. Κατ’ εμέ, στον τρόπο που αποδέχεται η Νάντια την μοίρα της υπάρχει μαζί και κάτι υψηλό και κάτι χαμηλό. Θαυμάζω την αξιοπρέπειά της, αλλά δεν θαυμάζω την αποδοχή των όσων της συμβαίνουν σαν να είναι μια φυσική τάξη πραγμάτων, σαν οι άνθρωποί εκείνοι να ανήκουν δηλαδή εξ ορισμού σε ένα επίπεδο ευεργέτη από το οποίο απλώς εξέπεσαν.


Η Μαρία Καλλιμάνη έχει μια σκυφτή στάση, όχι δουλικά σκυφτή, σκυφτή τόσο όσο. Ο Καρανικόλας τη σκηνοθετεί κατά κόρον από πίσω, με πλάτη. Προτιμά να μας δείχνει φάτσα τα αφεντικά, τους κυρίαρχους, τους αληθινούς πρωταγωνιστές του ονείρου. Η ερμηνεία της Καλλιμάνη αναγνωρίζεται απ' όλους και απολύτως δίκαια. Δίπλα της ο Αλέξανδρος Λογοθέτης και η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου δεν δίνουν απλά ανθρώπινο πρόσωπο στο ζευγάρι, το βοηθούν να μην γίνει καρικατούρα. Εξίσου ανθρώπινο και μακριά από την καρικατούρα το παίξιμο του Γιάννη Τσορτσέκη στο ρόλο του φίλου της. Ο Καρανικόλας αποστασιοποιείται εντελώς από οτιδήποτε αβανταδόρικο. Οι συγκρούσεις περιγράφονται από απόσταση. Αυτό κάθε άλλο παρά εμποδίζει το συναίσθημα να σε πιάσει. Το μόνο που αναρωτιέμαι είναι αν χρειαζόταν στο τέλος λίγο μεγαλύτερη ένταση και λίγο περισσότερη δραματικότητα. Αναρωτιέμαι, χωρίς αλήθεια να ξέρω αν αυτό το ελάχιστα παραπάνω θα είχε υπονομεύσει τη συνολική του προσέγγιση ή αν θα έκανε το έργο ακόμη πιο συγκινητικό κι ακόμη πιο καίριο. Πρόκειται όμως ούτως ή άλλως για ένσταση μικρή. Το «Στο σπίτι» είναι μια ταινία που αξίζει να προσελκύσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κοινό, γιατί έχει κάτι να του πει και κάτι να του αφήσει παρακαταθήκη.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 26, 2014

(ΤΠ), (ΜΤ), (ΜΛ), (ΜΚ).

Ροκ βραδιές Παρασκευής και μαθαίνω για τις ταμπλέτες των αδελφών Γεωργιάδη, για αυτό το σύμφωνα με τα λόγια του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του κυβερνώντος κόμματος «α-ρι-στού-ργη-μα» των εκδόσεων Γεωργιάδη, που περιέχει τα μεγάλα έργα της ελληνικής γραμματείας στη διαχρονία της, πάει να πει όχι μόνο τα άπαντα των Αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων αλλά και την Αγία Γραφή, μόνο με 199 ευρώ, ενώ πάνω δεξιά εμφανίζεται το σήμα (ΤΠ) που κατ' άλλους σημαίνει Τήλε-Πώληση και κατ' άλλους Τί στον Πούτσο, ένα πολιτικό σύστημα τηλεπώλησης, άλλοτε πωλεί τρόμο, άλλοτε ελπίδα, άλλοτε σκέτη γραφικότητα, κουραστήκαμε να παίζουν τα ΜΜΕ από το πρωί ως το βράδυ το θέμα με τον αναβαλλόμενο φόρο των τραπεζών, σταματήστε να μας λέτε για τον αναβαλλόμενο φόρο των τραπεζών, το εμπεδώσαμε το θέμα, δεν χρειαζόμαστε άλλη πληροφορία για αυτό, ας επικεντρωθούμε στους μη αναβαλλόμενους φόρους που πρέπει να πληρωθούν από τις μη τράπεζες (ΜΤ), κατηγορία στην οποία εμπίμπτουν και οι πολίτες, πολίτες που κυβερνώνται από το (ΜΛ), από το Μέγα Λουμπεναριό των Αδώνιδων και των Ντινόπουλων, πολίτες που καθρεφτίζονται σε αυτό το λούμπεν, καθώς δεν υπάρχουν λούμπεν τράπεζες, δεν υπάρχει λούμπεν τραπεζικό σύστημα, δεν υπάρχουν λούμπεν Σάλλες, οι τράπεζες όχι μόνο δεν αρνούνται την αξιολόγηση, αλλά περνούν και διαρκή στρες τεστ, με επιτυχία, με διαρκή επιτυχία, με μηδέποτε αναβληθείσα επιτυχία, δεν υπάρχουν παιδόφιλες τράπεζες, δεν αμάρτησαν πουθενά οι τράπεζες, οι πολίτες αμάρτησαν που τους ζητούσαν συνεχώς δανεικά, ώστε να πλαστογραφούν μετά πιστοποιητικά, ώστε να βλέπουν μετά παιδικά πορνό, ώστε να στελεχώνουν τις υπηρεσίες με την ανωμαλία τους και την μη κανονικότητά τους, σε αυτή την μη κανονική (ΜΚ) χώρα που ήταν μέχρι και πρότινος η Ελλάδα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 24, 2014

Η πίσω πλευρά

Με έφερε ο δρόμος κι έκανα μια γύρα έξω από το παλιό μου σχολείο. Και καθώς την έκανα, καθώς κοιτούσα αυλές και υπόστεγα, έφτασα κι έξω από αυτήν την πίσω πλευρά του. Κι ενώ όλες οι άλλες πλευρές, αυλές και υπόστεγα του σχολείου μού έφερναν στο μυαλό πράγματα, η πίσω πλευρά δεν μου έφερνε τίποτα· και δεν θα μπορούσε να μου φέρει, γιατί αυτή ήταν η πλευρά που δεν πήγαιναν τα καλά παιδιά. Ποιός ξέρει τί μυθικά πράγματα μπορεί να συνέβαιναν εκεί πίσω. Μαθητές μπορεί και να είχαν καπνίσει, μαθητές μπορεί και να είχαν φιληθεί. Ή μπορεί και τίποτα από όλα αυτά στην πραγματικότητα, αφού ό,τι και να έκαναν σε εκείνον τον πίσω κόσμο, ήταν ένας κόσμος που δεν επισκέφτηκα ποτέ· και χωρίς να μου λείπει κιόλας, χωρίς να με δελεάζει, χωρίς να τον βλέπω ως το απαγορευμένο μήλο. Η πίσω πλευρά απλά δεν με αφορούσε· ήμουν καλό παιδί. 
Και η εικόνα που μαθαίνεις να έχεις για τον εαυτό σου μικρός, είναι μια εικόνα από την οποία παίζει και να μην απαλλαγείς ποτέ μεγαλώνοντας, μια εικόνα αμετάπειστη, μια εικόνα που θα επιμένει να ισχύει μέσα σου ανεξαρτήτως αντικειμενικών συνθηκών, ίσως επειδή εξαρχής ενδοβλήθηκε ανεξάρτητα απ' τη δική σου αλήθεια.
Κι οι αλήθειες δεν είναι σαν τα ποτήρια: όταν είναι μισές, οι μεν μπορεί να τις δουν μισογεμάτες, οι δε όμως θα τις δουν εντελώς άδειες. 
Υπογραφή: Κ.Α.Ρ.Μ.Α.
(Κίνημα Αναγνώρισης Ριζοσπαστικά Μισοάδειων Αληθειών)  

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 20, 2014

elpizw mia mera na me prose3eis

Μάλλον κάπως έτσι λειτουργεί ο έρωτας, όπως υπαινίσσεται ο -κατά πάσα πιθανότητα- έφηβος φίλος μας: ως μια ελπίδα προσοχής. Μπορούμε δηλαδή να τον δούμε να νιώθει, όσο εκείνη δεν τον προσέχει, αόρατος. Κι αυτός της επισημαίνει ακριβώς ότι είναι ορατός και υπαρκτός και αυθύπαρκτος και ξεχωριστός από όλους τους άλλους συμμαθητές. Υπάρχω, της λέει, είναι σαφές ότι υπάρχω, εγώ το ξέρω ότι υπάρχω, αυτό που βράζει μέσα μου με πείθει ότι υπάρχω, αλλά αν δεν σταθεί επιτέλους το βλέμμα σου επάνω μου, αν δεν με εντοπίσεις επιτέλους, αν δεν με προσέξεις επιτέλους, αν δεν καταλάβεις επιτέλους ότι είμαι άξιος της προσοχής σου, αν δεν αξιωθώ επιτέλους το βλέμμα σου, θα μένω πάντα κι εγώ με την αμφιβολία για το πόσο ορατός είμαι, για το πόσο ξεχωριστός είμαι, για το πόσο αξίζω να προσεχτώ. Πρόσεξέ με. Με το βλέμμά σου ανάσυρέ με από τους αόρατους. Κατάστησέ με ορατό, κατάστησέ με φωτεινό, βγάλε με στο φως. Δες με. Και βλέποντάς με εσύ, θα με δω επιτέλους κι εγώ. Χωρίς την αμφιβολία. Πρόσεξέ με - διάλεξέ με - δικαίωσέ με. Ο έρωτας είναι ένα διαρκές παιχνίδι ανασφάλειας, επιβεβαίωσης, ταυτότητας. Αν δεν σου αρέσω, αν δεν με προσέξεις, αν δεν με δεις, κλονίζομαι, κλυδωνίζομαι, αναρωτιέμαι. Γιατί όχι; Γιατί όχι εγώ; Τι δεν έχω εγώ; Ελπίζω μια μέρα να με προσέξεις, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσω να εξουδετερώσω το βλέμμα σου και την προσοχή σου. Άπαξ και με πρόσεξες, άπαξ και ξέρω ότι μπορείς να με δεις κι εσύ, η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη αρχίσει. Η επιβεβαιωμένη ταυτότητά μου αργά ή γρήγορα θα αναζητήσει νέα πεδία αναμέτρησης με βλέμματα. Η ζωή είναι ένα διαρκές παιχνίδι ανασφάλειας, επιβεβαίωσης, ταυτότητας, κι ο έρωτας ένα από τα δοκιμαστήριά της.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 18, 2014

Το Κράτος

Αν η δολοφονία του Φύσσα έδειξε πως τα όρια του παρακράτους διευρύνονταν διαρκώς, η βασική απόφαση που πάρθηκε λίγες μέρες μετά έδειξε πως είναι το κράτος που στην πραγματικότητα δεν γνωρίζει όρια, πως εκείνο κινούσε, κινεί και θα κινεί τα νήματα, πως αν καταλήξει σε μια γραμμή δεν έχει κανένα ενδοιασμό να την πάει ως το τέλος της, δεν έχει καμία ενοχή για το πώς θα φανούν από εδώ και πέρα οι θεσμοί του και οι τρεις εξουσίες του.
Όπως ακριβώς δεν είχε ιδιαίτερες ενοχές και δρώντας όπως δρούσε πριν τη δολοφονία του Φύσσα. Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση για τη φυλάκιση -ή, έστω, την προφυλάκιση- της Χρυσής Αυγής, όσο αλλαγή ρότας κι αν ήταν, ήταν ταυτόχρονα και αποτύπωση του ίδιου πνεύματος που διείπε τους θεσμούς όλα τα προηγούμενα χρόνια κατά τα οποία δεν είχαν ανακαλύψει την εγκληματική της υπόσταση και συνδιαλέγονταν μαζί της γλυκοκοιτώντάς την.
Το παρακράτος μπορεί να ανήκει πράγματι στη φυλακή, είναι όμως η ίδια η έννοια της φυλακής που καθιστά το κράτος τον διαρκή κυρίαρχο του παιχνιδιού. 
Και ίσως το πιο ανησυχητικό πίσω από τις επιμέρους λέξεις και τις επιμέρους αναδιπλώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, είναι πως άρρητα δηλώνει ότι θέλει να γίνει κι αυτός κράτος για λίγο, ότι θέλει να γίνει κι αυτός όσα σημαίνουν κράτος, ότι θέλει να αποκτήσει κι αυτός τη δυνατότητα να κινεί τα θεσμικά νήματα, ότι δεν είναι διατεθειμένος να προσπαθήσει να κλείσει το κράτος φυλακή. 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 15, 2014

Πίσσα και Πούπουλα

Eνώ τον αμέσως μετά την ΔΕΘ τόνο δίνει μάλλον το πρωτοσέλιδο της Εστίας, καθώς η αφήγηση του ΣΥΡΙΖΑ γίνεται ολοένα και λιγότερο σκιαχτική για τον μέσο -κι άρα εξ ορισμού μη ακραίο- πολίτη (ο δράκος φεύγει απ' το ριζοσπαστικό παραμύθι και ο Ντράγκι έρχεται), θέλω να συνδράμω τον καλό μου φίλο μου τον ιστορικό του μέλλοντος, ζητώντας του να κρατήσει στις σημειώσεις του αυτό το ρεπορτάζ του Βήματος.
Δες πώς αλληλοξεσκίζονται ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησής μας με τους υπουργούς της, όχι τους υπουργούς του άλλου κόμματος της συγκυβέρνησης, πώς αλληλοξεσκίζονται με τους υπουργούς του δικού του κόμματος.  
Κι αφού διευκρινίσουν πως «γνωριζόμαστε εδώ», αφού μιλήσουν για «προσωπικές συναλλαγές, προσωπικές συμφωνίες, παρασκήνιο και σκοτεινές σχέσεις», αφού αλληλοβριστούν και βγάλουν το κακό κάρμα από μέσα τους και στανιάρουν, μετά πάνε όλοι μαζί, «φαντάσματα, καλικάντζαροι και παλικαράκια του μνημονίου», και συνεχίζουν να μας κυβερνάνε. Η κυβέρνηση παραμένει στην εξουσία επειδή της παρέχει στη Βουλή εμπιστοσύνη ένα κόμμα που το μόνο που συνδέει τον κάθε ένα βουλευτή του με τους διπλανούς του είναι η εξουσιομανία κι η κονόμα, η νόμιμη έστω κονόμα του βουλευτικού μισθού και του υπουργικού θώκου.
Έτσι κυβερνιέται η χώρα μέσα Σεπτεμβρίου του 14, με αυτό το πολιτικό ήθος κι αυτό το πολιτικό όραμα της συγκεκριμένης γκρούπας των τελευταίων εναπομείναντων παλαιοπασόκων οπλαρχηγών, με το ήθος και το όραμα μιας τελευταίας περιοδείας στα υπουργεία.
Πίσσα και πούπουλα.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2014

το γράμμα που ΄χα τάξει



Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος τρόπος να ακούς ένα τραγούδι παρά ασταμάτητα. Κι αν δεν είναι καν ολόκληρο, κι αν είναι απλά μια στροφή του, καμιά φορά δεν αρκεί απλώς. Γίνεται κάτι περισσότερο από επάρκεια. Έπεσα χθες βράδυ σε αυτό το βίντεο και το βλέπω διαρκώς. Όλα μέσα του είναι όπως πρέπει να είναι.
Το πρόσωπο, το μέτωπο, ο λαιμός, οι φλέβες, το βλέμμα, η ευγένεια, η ένταση, το καταλάγιασμα, η φωνή, το φως, το σκοτάδι πίσω, η κιθάρα δίπλα, η μουσική παντού, η απώλεια, το αέναο παράπονο της ύπαρξης, η πλήρωση της τροπής του σε τέχνη.
Κι ήταν παιδί στα δέκα εφτά, που τώρα έχει πετάξει.
Ποιός θα σου δώσει, αγάπη μου, το γράμμα που ΄χα τάξει;
Αν αυτά ήταν οι πατρίδες, κανείς δεν θα σκότωνε ποτέ κανέναν.
Αν αυτά ήταν τα πλούτη, κανείς δεν θα απομυζούσε ποτέ κανέναν.
Ένα λεπτό και δέκα πέντε δευτερόλεπτα.
Πλένομαι και ξαναπλένομαι μέσα τους.
Ποιός θα σου δώσει, αγάπη μου, το γράμμα που ΄χα τάξει;

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 06, 2014

Αντίδοτα στη διπλή διάψευση

Κοίτα, ζούμε σε μια χρονική φάση διπλής διάψευσης να την πούμε, 
ιδεολογικής από την μια πλευρά και πρακτικής από την άλλη, 
όπου οι μεν παλιοσυριζικοί, αυτοί οι αιώνιοι φοιτητές της αριστεράς, αρχίζουν να βλέπουν ότι είναι πιθανόν ο χειρότερος τους φόβος να γίνει πραγματικότητα, να έρθει δηλαδή η αριστερά στην εξουσία έχοντας γίνει στην πορεία ολοένα και λιγότερο αριστερά, οπότε κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πού θα καταλήξει όταν την πάρει και στα χέρια της,
ενώ οι δε νοικοκυραίοι, αυτοί οι αιώνιοι λάτρεις της ασφάλειας, συνειδητοποιούν ότι όσο το έργο προχωράει, τόσο συνεχίζουν να τους παίρνουν ό,τι ως τώρα είχαν, τόσο δεν σταματούν να τους βάζουν χέρι στα υπάρχοντά τους, κι όταν αυτά δεν επαρκούν να επεκτείνονται και στα ανύπαρκτά τους,
οπότε ο καθένας ψάχνει να βρει από κάπου να πιαστεί και να γουστάρει,
ειδάλλως δεν παλεύεται το θέμα,
από κάπου να πιαστούμε και να γουστάρουμε, αυτό μόνο και μόνο αυτό,
ειδάλλως θα μας κατασπαράξει η κατάθλιψη, αδέλφια,
να βρούμε τρόπους να χύνεται η ντοπαμίνη στον εγκέφαλο,
κι αν αυτή για να χυθεί χρειάζεται να εφευρίσκουμε διαρκώς
μύθους ζωοποιούς,
κι αν η εφεύρεσή τους δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο,
υπάρχουν πάντα κι οι μικρές απολαύσεις,
μικρές αλλά όχι ασήμαντες,
μικρές αλλά ικανοποιητικές,
γιατί κάτι ολοκληρωτικά εύφορο εκκρίνεται στον εγκέφαλο
με το «Γιώργο γερά να φύγει η δεξιά»,
εκατομμύρια Έλληνες χαμογέλανε ολόκληροι
σε αυτό το μεγαλειώδες άκουσμα,
ή μπορείς πχ να δεις κάτω - κάτω στο χθεσινό πρωτοσέλιδο της Sportday το
«ΛΕΒΑΔΕΙΑΚΟΣ
ΠΗΡΕ ΣΟΤΕΛΟ»
ποιός Καπό, δεν υπάρχει αναφορά σε κανέναν Καπό,
ζήτω ο εκάστοτε Cappo του ελληνικού ποδοσφαίρου
και οι διάσπαρτοι Κάποι της ελληνικής επαρχίας,
ΠΗΡΕ ΣΟΤΕΛΟ λοιπόν,
καλή σταδιοδρομία στη φιλόξενη χώρα μας Σοτέλο,
σε σένα και την οικογένειά σου,
ή αν ούτε το Γιώργο γερά ούτε το πήρε Σοτέλο μπορεί να σε γεμίσει,
υπάρχει πάντα κι η διαφήμιση με τη Στανίση,
για την οποία πρέπει να γίνει κατανοητό το εξής,
πως είναι ακριβώς μέσα στο πνεύμα του Ταραντίνο,
πως τα παστίς του Ταραντίνο βρίθουν αντιστοίχων Στανισών,
αναστατώνομαι - αναστατώνομαι,
αναστατωθείτε - αναστατωθείτε,
δείξτε ότι είστε ακόμα ψυχικά ζωντανοί,
ζήστε τις μικρές σας ντοπαμίνες
στο κέντρο και τις συνοικίες.

Κυριακή, Αυγούστου 31, 2014

Η κτηνώδης ελπίδα

 
Βλέπω αυτές τις φώτο απ' τη Γάζα. Δεν έχω τσεκάρει εκατό τοις εκατό αν είναι αυθεντικές, ακόμη κι αν τυχόν δεν είναι όμως, δεν παύουν να είναι αληθινές. Μετά την εκεχειρία τα παιδιά βγήκαν στη θάλασσα και το γιορτάζουν. Αυτή η κτηνώδης δύναμη της ζωής να μη σταματά να συνεχίζεται. Να προσπερνά τους νεκρούς και να προχωρά με τους ζωντανούς. Και να λέει στον θάνατο, μπορεί να είσαι πιο αμετάκλητος από μένα, αλλά εγώ είμαι πιο ξεροκέφαλη από σένα. Επιμένω παρά την παρουσία σου. Δεν κοιτάζω άλλο πίσω. Κοιτάζω μόνο μπροστά. Κι ας ξέρω ότι στο τέρμα του μπροστά είσαι εσύ. Σε αψηφώ. Σε περιγελώ. Γελάω. Κολυμπάω. Παίζω. Ζω.

Παρασκευή, Αυγούστου 29, 2014

Όταν

Όταν ο Αλέξανδρος έτρωγε βαλάνους,
στο Λουξεμβούργο τρώγαν βαλανίδια.

Τετάρτη, Αυγούστου 27, 2014

Fun Time Beach café

Πριν την έναρξη των προημιτελικών του μουντιάλ, οι αρχηγοί των ομάδων διάβασαν ένα μήνυμα της FIFA: «Καταδικάζουμε ολόψυχα τις διακρίσεις από όποια αιτία κι αν προέρχονται, συμπεριλαμβανομένης της φυλής, του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της εθνικής καταγωγής και της θρησκείας». Και όσο άνετα μπορεί να προσυπογράψει κανείς αυτή την καταδίκη, άλλο τόσο άνετα μπορεί να εντοπίσει τη φωναχτή απουσία από την λίστα: τις διακρίσεις ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους. Οι ταξικές διακρίσεις δεν αναφέρονται επειδή μάλλον κατά τη FIFA -και γενικότερα στον μετά το 1989 κόσμο- δεν θεωρούνται αθέμιτες, επειδή ζούμε σε έναν κόσμο ίσων ευκαιριών, όπου ο καθένας ανταμείβεται για αυτό που προσφέρει, κι άρα αν π.χ. μένει σε φαβέλες, τότε δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο στην «κοινωνική εκκαθάριση» που προηγήθηκε του μουντιάλ, καθώς αυτή δεν ήταν προϊόν καταδικαστέας διάκρισης, αλλά τμήμα της φυσικής τάξης των πραγμάτων.

Λίγα βράδια αργότερα, στους ημιτελικούς, στο παραθαλάσσιο Fun Time Beach café, στην περιοχή Καν Γιουνίς της Γάζας, εννέα πολίτες σκοτώθηκαν από πύραυλο κι άλλοι τρεις τραυματίστηκαν. Είχαν μαζευτεί εκεί για να παρακολουθήσουν το Αργεντινή – Ολλανδία. Αλλά δεν πρόλαβαν. Απέναντί τους, σε ένα λόφο στην πόλη Σντερότ, Ισραηλινοί με ποπ κορν στο χέρι είχαν καβατζάρει ένα λόφο για να απολαύσουν το θέαμα. Θεατής ο βομβαρδιζόμενος, θεατής κι ο βομβαρδιστης. Θεατές κι όλοι εμείς οι τρίτοι, καταναλώνουμε στα σόσιαλ μίντια τις εικόνες της φρίκης, σε ένα timeline που δεν σταματά να μας τροφοδοτεί και να αυτοτροφοδοτείται, υπερκθέτοντάς μας στον ζόφο, ίσως ευαισθητοποιώντας μας - ίσως αναισθητοποιώντας μας, ποιός ξέρει, όλα στο τέλος θα αποδειχθούν έτσι ή αλλιώς. Προς το παρόν κοιτάζουμε αυτούς που κοιτάζουν εκείνους που, ενώ κοιτούσαν τον Μέσι, δολοφονήθηκαν.

Μήπως όμως ο ειδικός αποτροπιασμός μας για τη συμπεριφορά τους θέλει να συγκαλύψει κάτι κρυμμένο; Πόσο καθοριστική είναι η διαφορά ανάμεσα στο να κάθεσαι να βλέπεις τους βομβαρισμούς λάιβ και στο να κάθεσαι να τους βλέπεις σπίτι σου από ένα live feed, ή έστω από το να έχεις κάτσει σπίτι σου και να καταριέσαι άλλους στο δικό σου ηλεκτρονικό μετερίζι; To ίδιο δεν βομβαρδίζονται; Το ίδιο δεν θα σκοτωθούν; Και γιατί το πρόβλημα να είναι η αποκτήνωση του να τα παρακολουθείς κι όχι η αποκτήνωση του να τα επιτρέπεις, να τα επιτρέπεις τουλάχιστον στο βαθμό που σου αναλογεί; Και ποιός είναι αυτός ο βαθμός; Μήπως ένα είναι τελικά το ζήτημα, ότι έχουμε στάση θεατή απέναντι σε όσα συμβαίνουν στους άλλους και σε μας; Ως ποιόν βαθμό είμαστε θεατές και σχολιαστές αυτού του κόσμου; Και πώς θα μπορούσαμε να γίνουμε πιο ενεργοί διαμορφωτές του; Θεσμικά; Ή μήπως με τη βία; Κάνει όμως να καταφύγουμε σε αυτήν;

Ας μιλήσουμε λίγο για μια θεμελιώδη αντίφαση. Ο κάθε λάτρης της εγχώριας νομιμότητας κι ο κάθε διαπρύσιος κήρυκας κατά της βίας επικαλείται ως δικαιολογητική του βάση ότι στις αστικές δημοκρατίες όλα είναι ρυθμισμένα όπως πρέπει, τουλάχιστον ως προς τις καταστατικές αρχές τους. Το κράτος έχει το μονοπώλιο της βίας, προκειμένου να προστατεύσει το δικαίωμα όλων μας να απολαύσουμε τη δημοκρατία. Όποιος βιαιοπραγεί σε δημοκρατικό καθεστώς, το κάνει επειδή οι ιδέες του χάνουν. Η βία δεν είναι μέσο επίλυσης των διαφορών, επειδή έχουμε κάθε δυνατότητα να τα συζητήσουμε ειρηνικά τα θέματα. Κάθε τετραετία τα ξαναβάζουμε όλα κάτω κι όλοι μαζί αποφασίζουμε ποιός τα λέει πειστικότερα. Και αν πείσει, μετά γίνεται αυτό που εκείνος θέλει. Έτσι παίζεται το παιχνίδι και είναι ένα παιχνίδι που η βία έχασε από τη πειθώ.

Όταν όμως η διεθνής νομιμότητα γίνεται εξακολουθητικά κουρέλι, αλλάζει ο σκοπός του τραγουδιού: εκεί καταφεύγουμε στον πραγματισμό, στη γεωπολιτική σκακιέρα, στο δεν θα κάνουμε εμείς τους μάγκες εις βάρος των εθνικών συμφερόντων. Ο καλά καμωμένος κόσμος φεύγει, το δίκαιο της ισχύος έρχεται. Κι έτσι κατ΄ αποτέλεσμα η ένστολη βία του ισχυρού και στην μία και στην άλλη περίπτωση επιδοκιμάζεται. Στα της εγχώριας εξουσίας της βάζουμε κι ένα νόμιμο περιτύλιγμα, στα της παγκόσμιας εξουσίας το περιτύλιγμα πετιέται εκ των πραγμάτων, αλλά δεν πειράζει, το αποτέλεσμα το ίδιο είναι, αρκεί η στολή να φοράει τα χρώματα της Δύσης. Όταν η βία ασκείται από σημείο ισχύος είναι μια αποδεκτή βία κι οι ένστολοι είναι ο σκληρός πυρήνας του φαντασιακού μας. Αν όμως ο κυνισμός και το δίκαιο του ισχυρότερου είναι οκ, τότε γιατί να μην πάρω κι εγώ το όπλο; Αν το δίκαιο του ισχυρότερου δεν ενοχλεί, αν δεν είναι όλα φτιαγμένα όπως πρέπει, αν τα όπλα τα διεθνή δεν ενοχλούν γιατί να ενοχλούν τα εγχώρια; Ή έτσι παίζεται το παιχνίδι ή αλλιώς. Αν ο κόσμος δεν είναι καμωμένος καλά και αν θεσμικά φτάνουμε μέχρι το σήκωμα των ώμων, γιατί να μην αντιδράσει κανείς εξωθεσμικά;

Ίσως, επειδή εκτός όλων των άλλων ενστάσεων και αντιρρήσεων, παίρνοντας το όπλο γίνεσαι οργανικότατο μέρος του θεάματος και της κυρίαρχης αφήγησης. Και το γεγονός ότι το κράτος δεν σταματά να κάνει ό,τι μπορεί για να παράξει «τρομοκράτες», δείχνει πόσο απόλυτα χρήσιμοι του είναι ως εχθροί του. Και έτσι ο κάθε Μαζιώτης καταλήγει να συμπρωταγωνιστεί στην ίδια φαντασίωση με την κάθε Μίνα Καραμήτρου. Και κάπως έτσι, για κάθε δέκα ρεπορτάζ για τον κάθε Μαζιώτη αντιστοιχούν μηδέν ρεπορτάζ για τον κάθε Μαρινάκη. Πριν λίγα μόλις χρόνια η δικαστική έρευνα για τον Μαρινάκη θα προξενούσε σκάνδαλο. Και πουθενά να μην οδηγούσε, το θέμα ως θέμα θα συζητούνταν και με το παραπάνω. Τώρα δεν υπάρχει σοκ ούτε καν για την αποσιώπησή του από τα ΜΜΕ. Αυτού του βαθμού ο μιθριδατισμός της κοινωνίας είναι καινούριο εξελικτικό στάδιο. Και τρέχει παράλληλα με την υποχώρηση της κοινωνίας στην προέλαση της νεοφιλελεύθερης ατζέντας.

Ο λόγος στον κομπέρ του καθεστώτος, Άδωνη: «Έχουμε τον μεγαλύτερο αιγιαλό στον πλανήτη. Να μην βγάλουμε κανένα φράγκο, να βρει και κανένας άνθρωπος δουλειά, να μειωθούν οι φόροι να περνάμε καλύτερα; Να τα έχουμε μονίμως έτσι, επειδή γουστάρει ο κάθε αριστερός;». Να μην τα έχουμε μονίμως έτσι λοιπόν, όχι μόνο σε αιγιαλούς, αλλά και στις δασικές εκτάσεις με το νομοσχέδιο που προωθείται τώρα για ψήφιση, ό,τι ήταν δάσος θα παραμείνει δάσος, εκτός από αυτό που δεν θα παραμείνει δάσος πια, ό,τι ήταν αιγιαλός ή δάσος θα μας βοηθήσει να βγάλουμε κανένα φράγκο, ό,τι είναι περιβάλλον μάς περιβάλλει ακριβώς ως μια ακόμη ευκαιρία για φράγκα, ο ρόλος των μεν είναι να βγάλουν κανένα φράγκο, ο ρόλος των δε να σχολιάσουν τα του περιβάλλοντος, σαν να βλέπουν από τον απέναντι λόφο την ίδιο τους τη ζωή να βομβαρδίζεται. Ό,τι ήταν θέαμα θα παραμείνει θέαμα.
(Κείμενο γραμμένο για το Unfollow) 

Δευτέρα, Αυγούστου 25, 2014

Το διαμαντένιο αηδόνι

Παίζαμε τον γιατρό. Εγώ δηλαδή τον παρίστανα. Εσύ παρίστανες μια μεγαλύτερη γυναίκα κατώτερης τάξης. Πολύ πιο πειστικά από μένα. Δεν ξέρω αν με θορύβησε περισσότερο το παράπονο στη φωνή σου, το κόκκινο στα μάτια σου ή ότι δεν περίμενα να σε δω στα αλήθεια, να μιλήσουμε στα αλήθεια, ότι δεν είχα χώρο πουθενά για σένα, ότι περίμενα να ανταλλάξουμε απλώς μια τυπική καλημέρα. Επέμεινες όμως να μου μιλάς. Και τα μάτια σου ήταν περισσότερο ταραγμένα κι απ' τα λόγια σου. Και τι άλλο στα αλήθεια μου λεγες, απ' το ότι είναι άδικο αυτό που συμβαίνει; Στη χώρα; Στη ζωή; Σε σένα; Δεν ξέρω. Άδικο πάντως, άδικο. Μου είπες και για αυτά που θα ΄πρεπε να μας κρατάνε. Την πατρίδα, τη θρησκεία, την οικογένεια. Τι άλλο εκτός απ' αυτά; Να ενωθούμε μου ΄πες. Εγώ με τους ομοίους μου. Να φτιάξουμε ομάδες, να είμαστε κοντά. Όπως κάνουν στο εξωτερικό. Να μην πηγαίνουμε να βγάλουμε ο ένας το μάτι του άλλου. Αλλά και να μην αφήσω καμιά ευκαιρία να πάει χαμένη. Να διεκδικήσω αυτό που μου ανήκει. Να μην αφήσω να μου το πάρουν. Οι όμοιοί μου. Εγώ όμως ποτέ δεν διεκδικώ αυτό που μου ανήκει. Ό,τι μου δώσουν. Και παράπονο ως τώρα δεν έχω· μου δίνουν. Κι έτσι παίρνω. Κι έτσι παριστάνω. Κι έτσι μεγαλώνω. Και μεγαλώνοντας προσπαθώ να απαλλαγώ από το διαρκώς παρόν μεγάλο μάτι που μας ελέγχει και μας κρίνει. Και την ίδια ώρα που κάπως καταφέρνω να το κάνω, εφευρίσκω κρυφές κάμερες. Λαιστρυγόνες, κύκλωπες και κάμερες κρυφές. Όλοι οι πόλεμοι στην εσωτερίκευση κρίνονται. Κι όλες οι αδιόρατες αλλαγές εσωτερικού ρυθμού. Αποδραματοποιείς το σήμερα, του χαμογελάς, αποδέχεσαι ό,τι σου δίνει με χαρά κι ενίοτε μ' ευγνωμοσύνη, ώστε να αρχίσεις επιτέλους να σκέφτεσαι το αύριο. Εσύ που ζούσες πάντα σαν να μην υπάρχει. Υπάρχει και μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Κολυμπάει πάνω σου ως τη σημαδούρα. Λίγο πριν απ' αυτήν σ΄αφήνει για να φτάσει μόνο του. Πρώτο. Είσαι πια δεύτερος; Στο ίδιο σου το έργο; Όχι, όχι. Λέξεις σαν αυτές το ίδιο μου το έργο. Ασυνάρτητες αλλά αληθινές. Αληθινές επειδή είναι ασυνάρτητες.  

Τετάρτη, Αυγούστου 20, 2014

Σινεφίλ αναφορές

Έλα να παίξουμε σινεφίλ αναφορές,
έλα να μιλήσουμε για πολιτισμικές ηγεμονίες,  
έλα να πούμε για αυτό που διατρέχει όλες τις κουλτούρες,
τι είν' αυτό που μας ενώνει, μας χωρίζει, μας πληγώνει,
καμιά τζιχάντ δεν μπορεί να κερδίσει στ' αλήθεια,
όσο οι δυνατότερες εικόνες είναι με τη δική μας μεριά
κι όσο σ' αυτές θα καταφεύγετε.
Got it, motherfuckers?

Σάββατο, Αυγούστου 16, 2014

Τρέχοντας στα σκαλοπάτια

Kι έρχεται Γερμανία - Βραζιλία επτά - ένα, σε ημιτελικό μουντιάλ μέσα στη Βραζιλία, και δεν γράφεις τίποτα, κι αυτοκτονεί κοτζάμ Ρόμπιν Ουίλιαμς και δεν γράφεις τίποτα, κι αν δεν γράψεις γι' αυτά για τί θα γράψεις δηλαδή, για άλλα που δεν ξέρεις, στον μισό πλανήτη σφάζονται κι ούτε γι' αυτά γράφεις τίποτα, κι όχι δεν φταίει ότι είναι καλοκαίρι, αλλά κάτι πρέπει να γραφτεί, έστω κάτι να επαναληφθεί, οι λέξεις πρέπει να συνεχίσουν να φτύνονται, ποτέ η σιωπή δεν είναι όντως μεταβατική, η μετάβαση της σιωπής είναι συνήθως μετάβαση προς τα κάτω, προς το τίποτα, προς το μηδέν, κάτι πρέπει πάντα να γράφεται ως αντίδραση στη δράση, ως ανταπόκριση στο ερέθισμα, ως συνομιλία με το συμβάν, ως δεν ξέρω τι, ξέρω πως δεν είναι καλύτερη η σιωπή κι ας παριστάνει την ωριμότητα, οπότε ας γράψω τουλάχιστον για εκείνη τη φράση που λέει στον Ουίλιαμς ο Ντε Νίρο στο "Αwakenings", όταν έχει ξυπνήσει από κώμα δεκαετιών και τώρα ζητά απ' αυτόν, τον γιατρό και ξυπνητή του, να βγαίνει έξω μόνος του, κι εκείνος τον ρωτάει τι θα έκανες αν έβγαινες έξω μόνος σου, κι αυτός του δίνει έναν ορισμό της ελευθερίας απροσδόκητο, ότι στη βόλτα του θα αποφάσιζε αν θα έστριβε από την μία ή την άλλη πλευρά, ή αν θα συνέχιζε να πηγαίνει ευθεία, αυτό είναι η ελευθερία τελικά και τίποτα περισσότερο, μια ψευδαίσθηση θεωρητικής δυνατότητας να πας μπροστά, δεξιά, αριστερά ή πίσω, για τα υπόλοιπα είμαστε πολύ περισσότερο προγραμματισμένοι απ΄ό,τι νομίζουμε, και εδώ φτάσαμε στο σημείο της επανάληψης που λέγαμε νωρίτερα, το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ "Μan on Wire" μιλά για το εγχείρημα του Γάλλου σχοινοβάτη, Φιλίπ Πετί, που τον Αύγουστο του 1974 περιφερόταν επί 45 λεπτά στον ουρανό ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους, πάνω σε ένα 43 μέτρων συρματόσχοινο που είχε δέσει ανάμεσα στις οροφές του και ένας συνεργός του την ώρα που έχουν μπει σε έναν Πύργο και κρύβονται, φοβάται, και στην αφήγησή του στο ντοκιμαντέρ ο συνεργός μιλάει απενοχοποιημένα για την ανακούφιση που ένιωθε φεύγοντας, για την έξαψη που ένιωθε κατεβαίνοντας τρέχοντας τα σκαλιά προς την έξοδο, έτσι ίσως ακόμα και ο Πετί πραγματοποιώντας το όνειρό του 417 μέτρα πάνω από το έδαφος να μην νιώθει μεγαλύτερη έξαψη από τον συνεργό του, την ώρα που εκείνος αποδρά μακριά από κάθε φόβο και κάθε κίνδυνο, δεν είναι δηλαδή καθόλου σίγουρο ότι το συναίσθημα επάνω στο σχοινί είναι πιο έντονο από την ηδονή της ασφάλειας, άλλοι ποθούν σχοινιά στον ουρανό, άλλοι το έδαφος κάτω από τα πόδια τους να είναι σταθερό, κι αυτό το φιξάκι που σου δίνει το συναίσθημα της διαρκούς επιστροφής σε οτιδήποτε μπορεί να ονομαστεί ασφάλεια ή κανονικότητα, είναι ένα φιξάκι υποτιμημένο, ένα φιξάκι που δεν έχει αναλυθεί επαρκώς, η αδρεναλίνη δεν εκκρίνεται μόνο στο επικίνδυνο και το παραβατικό, η ακόμα μεγαλύτερη αδρεναλίνη εκκρίνεται όταν τρέχεις μακριά του, όταν επιστρέφεις με τα χίλια στην ασφαλή αγκαλιά του Κανόνα.  

Κυριακή, Αυγούστου 10, 2014

Γράψου πάνω μου

Στην καθιερωμένη απογευματινή ηπειρώτικη μπόρα, ο παππούς πήρε την ομπρέλα και είπε στο εγγόνι γράπ'σου πάνω μου, δηλαδή γραπώσου πάνω μου, καθώς η γλώσσα κόβοντας το ένα ρήμα βοήθησε να έρθει στο φως μια ακόμη ερμηνεία του άλλου, αφού γράφοντας τί άλλο κάνεις απ' το να προσπαθείς να γραπωθείς, είναι οι λέξεις που σου λένε γράπ'σου πάνω μας και ταυτόχρονα γράψου πάνω μας, είναι η γραφή που σου εξηγεί με ακλόνητα στέρεη φωνή πως μπορείς να γραπωθείς πάνω μου, είμαι εδώ για να σου προσφέρω κάτι σημαντικότερο κι από την προστασία απ' τα φυσικά ή τα ανθρώπινα φαινόμενα, είμαι εδώ για να σου προσφέρω τη βεβαιότητα πως ακόμη κι αν παρ΄ελπίδα γίνεις μούσκεμα θα έχεις να κατηγορείς εμένα, εγώ θα γίνω το αλεξικέραυνο της οργής και της ματαίωσής σου, εγώ θα γίνω αυτή που υποσχέθηκε και δεν παρέδωσε, εγώ που σου ζήτησα να με εμπιστευτείς και σε πρόδωσα, εγώ και όχι οι ουρανοί που έχουνε ανοίξει.


(Κι αν τελικά του είπε «ράψου πάνω μου», κι αν τελικά όλα οφείλονται σε μια ακόμη παρερμηνεία, αυτό δεν σημαίνει ότι τα ποστ που γεννούν οι παρερμηνείες δεν πρέπει να γραφτούν, και αν για κάτι μπορεί κανείς να κατηγορήσει μια παρερμηνεία δεν είναι για το ερέθισμα που έδωσε, αλλά μόνο για το ερέθισμα που δεν έγινε ποστ επειδή η φράση δεν ακούστηκε σωστά, για τη σχέση δηλαδή του «ράψου πάνω μου» με το «γράψου πάνω μου» και ούτω καθεξής και ούτω καθεξής, δεν έχουν τελειωμό οι αφορμές γραπώματος ή ίσως ραψίματος πάνω στο λέξεις, κι είναι παντός καιρού, με τους ουρανούς κλειστούς ή ανοικτούς)