Παρασκευή, Απριλίου 18, 2014

κι εσύ στο διπλανό κρεβάτι

Ο Μάρκες, λέει, πέθανε
κι εσύ στο διπλανό κρεβάτι
λύνεις σταυρόλεξα.

Με το ίδιο πνεύμα που τα έλυνες πάντα,
με το κινητό σου να χτυπάει κάθε τόσο
σ' αυτόν τον εκκωφαντικά ακαλαίσθητο ήχο,
αεροστεγής απέναντι στις δικές μας ιστορίες,
τις τάχα μου σπουδαίες.

Το δύο οριζόντια άλφα και το τρία κάθετα βήτα.
Πόρνες και θηράματα για σένα οι λέξεις.
Δεν λαχτάρησες να τις αφήσεις να κυλήσουν,
να συνδεθούν με άλλες, να δουν πού θα τους βγάλει,
αν βέβαια τις βγάλει κάπου.
Μαύρα τετραγωνάκια - απομόνωση - χρηστικότητα.
Μια ζωή που είναι να βγει.

'Ετσι νομίζω εγώ που δεν σε κατάλαβα,
που δεν έστρεψα να σου μιλήσω,
έτσι νομίζω εγώ που προεξοφλώ ότι ο Μάρκες έζησε
πολύ περισσότερο από σένα,
απλά και μόνο επειδή αυτός άγγιξε τόσους αγνώστους του,
ενώ κι εσύ κάλλιστα θα μπορούσες
να αγγίζεις τους γνωστούς σου
πολύ περισσότερο από ό,τι ο μεγαλύτερος συγγραφέας
θα αγγίξει ποτέ τον ιδανικότερο αναγνώστη του.

Κι αν το θέμα δεν είναι το άγγιγμα, θα πει κανείς,
κι αν το θέμα είναι το βάθος και το πλάτος;

Τότε πώς θα μπορούσες να συγκριθείς μαζί του,
εσύ που στο διπλανό κρεβάτι
τώρα μπαίνεις στο καινούριο σου σταυρόλεξο;

Ευτυχώς ευτυχής ευτυχείς
αδιαφορώντας για τις συγκρίσεις, τις ιεραρχήσεις, τις ταξινομήσεις.
Ευτυχώς ευτυχής ευτυχείς
ταξινομώντας τις λέξεις
με μόνο άξονα
οριζόντια και κάθετα ζητούμενα
που σου δόθηκαν από άλλους,
σε ένα πεδίο άσκησης
προκαθορισμένο, ασφαλές και άδοξο

και κάπως έτσι
όταν μετά από δεκαετίες πεθάνεις
δεν θα σε μνημονεύσει κανείς
στην υφήλιο, την ήπειρο που έκανες δική σου,
ούτε καν στην ίδια σου τη χώρα.

Πλην όμως
μπορεί
-ναι, μπορεί-
να σε μνημονεύσουν οι γνωστοί σου
και να πουν πως ήσουν
ένας άνθρωπος που ήξερε να ζει,
ένας άνθρωπος που ήξερε να δίνει και να δίνεται
οριζοντίως και καθέτως,
ένας άνθρωπος που ό,τι έπρεπε να λύσει στη ζωή του το έλυνε
από τα προβλήματά του με τους άλλους
ως τα εκατοντάδες χιλιάδες σταυρόλεξα
που πέρασαν από τα χέρια του,
τα μη συγγραφικά,
τα μη δημιουργικά,
τα μη ξεχωριστά,
τα στείρα δημοσίου μεγαλείου,

εκείνα όμως που μακάρι να γέννησαν
μια σειρά από ιδιωτικούς συγκλονισμούς.

Σάββατο, Απριλίου 12, 2014

Δεν είναι τίγρεις

Η οίηση του να συμπληρώνεις τα πάντα με λέξεις.
Κι όλες αυτές οι ατέλειωτες φορές που δεν χρειάζεται.

Όπως εδώ.

Λέξη είναι ό,τι δεν μπορεί να γίνει εικόνα,
ό,τι δεν μπορεί να γίνει μουσική.
Λέξη είναι ό,τι προσπαθεί να προκαλέσει
σε αυτό που αληθινά υπάρχει,
άρα σε αυτό που υπάρχει έξω τους
-εικόνες, μουσικές, επιθυμίες, συναισθήματα-
την ασφυξία του εγκλωβισμένου νοήματος.
Μην προσπαθήσεις ποτέ να ακούσεις πώς χτυπάει η καρδιά τους.
Δεν είναι τίγρεις οι λέξεις.
Δεν θα ξυπνήσουν ποτέ από την αναισθησία τους.
Το άγρια όμορφο και το σαρκοβόρα αυθεντικό
δεν θα σηκωθούν ποτέ να στο προσφέρουν
απ' το χειρουργικό τους τραπέζι,
απ' το νεκροκρέβατό του νου σου.
Αλλού.
Μόνο αλλού να το ψάχνεις.
Ποτέ στον θανατηρό πολιτισμό τους,
ποτέ στην ασφυξία του κανόνα τους,
ποτέ στην κατάθλιψη των ορισμών τους. 
Μόνο αλλού, 
μόνο μακριά απ' τις λέξεις
μπορεί να αρχίσει να υποψιάζεται η ύπαρξη
τι πραγματικά συμβαίνει, 
ποιά πραγματικά είναι,
ως πού μπορεί να φτάσει,
με πόση ηδονή μπορεί να καταβροχθισθεί,
έτσι ώστε να μην έρχεται στο μυαλό της
ούτε μια λέξη να φωνάξει
για μια τελευταία φορά,
γιατί ακριβώς όποια λέξη κι αν ερχόταν
θα ήταν τόσο μα τόσο λίγη
και ανάξια να μεταδώσει
το πώς είναι να τρώγεσαι ζωντανός.

Δευτέρα, Απριλίου 07, 2014

Ο νους πάει στο κακό - να 'σαι καλά αφεντικό


Δεν ξέρω αν όσα δείχνει στο πρώτα της είκοσι δευτερόλεπτα αυτή η διαφήμιση είναι αυθεντικά ή όχι. Για τέτοια τα προβάλλουν και εκ πρώτης όψεως τέτοια μοιάζουν να είναι, αλλά ακόμα και να μην είναι, ακόμα και να είναι σκηνοθετημένο το σκηνικό ή να πρόκειται για ηθοποιούς, η χυδαιότητα παραμένει ίδια κι απαράλλακτη: η εργασιακή ανασφάλεια και ο τρόμος των κακών ειδήσεων, της απόλυσης ή της μείωσης μισθών ή της οποιασδήποτε άλλης βλαπτικής μεταβολής των εργασιακών συνθηκών, ως πρώτη ύλη διαφήμισης. Η ανησυχία πριν την ανακοίνωση, τα φοβισμένα βλέμματα κατά τη διάρκειά της, το ξέσπασμα ανακούφισης αμέσως μετά: λύτρωση, δεν με διώξανε, το κακό δεν ήρθε, όλα ήταν μια φάρσα στυλ Μπονάτσου και Μαστοράκη, αντίθετα πάμε και για καλαμαράκια, να' σαι καλά αφεντικό, να ΄σαι καλά αφεντικό. 
Έτσι άλλαξε η Ελλάδα την τελευταία τετραετία, αυτό ήταν η επιτομή των διαρθρωτικών αλλαγών της, εκεί συνέκλιναν κι οδηγούσαν όλα, στην μετατροπή των εργασιακών σχέσεων σε αυτό ακριβώς το σκηνικό, στην εγκαθίδρυση αυτού του νέου μοντέλου εργασιακών σχέσεων.
Τώρα θα εμπορευθούμε ακόμα και τον τρόμο μη χάσεις τη δουλειά σου, τώρα θα χρησιμοποιήσουμε όχι μόνο την εργατική σου δύναμη αλλά και το τρομοκρατημένο πρόσωπό σου, είναι καιρός να αρχίσουμε και μαραθώνιους χορού και το τελευταίο ζευγάρι επί σκηνής να κερδίσει, όλα τα υπόλοιπα άλογα τα σκοτώνουν όταν γερνάνε, το βασικό πάντως είναι να περνάει καλά ο θεατής στην εξέδρα ή στον καναπέ του, γιατί όλα είναι θέαμα και θάλασσα και ήλιος.
Εκεί πάλι που οι κάμερες κλείνουν κι εκεί που όλα γίνονται χωρίς θεατές, οι δεσμοφύλακες στη Νιγρίτα ήξεραν ότι ζούσαν στην Ελλάδα που οι ένστολοι είναι το καμάρι του πρωθυπουργού της κι ένας από τους δυο πυλώνες της βάσει του δεξιού του χεριού, ήξεραν ότι ζούσαν στην Ελλάδα που ο Σταύρος Θεοδωράκης λίγο πριν κάνει το Ποτάμι του μας ενημέρωνε ότι ποτέ δεν θα μάθουμε τι συνέβη στ΄ αλήθεια στο Φαρμακονήσι, ήξεραν ότι ζούσαν σε μια Ελλάδα που έγινε σιγά σιγά όλο και πιο νομιμοποιημένο και εξυμνημένο το να μετατρέπεσαι από όργανο διαφύλαξης της τάξης σε όργανο άσκησης βίας και βαναυσότητας και βασανισμού. Ο νους τους λοιπόν δεν πήγαινε στο κακό ότι θα τον σκοτώσουν τον άνθρωπο, αλλά και να τον σκότωναν ο νους τους δεν πήγαινε στο κακό ότι θα βρουν και τον μπελά τους.

Παρασκευή, Απριλίου 04, 2014

Ψάρια σε νεκρά νερά

Ένα μικρό ψάρι και τέσσερα μεγάλα: Ο Στράτος (Βαγγέλης Μουρίκης) έχει διαπράξει στα νιάτα του ένα έγκλημα πάθους. Δύο τύποι πρόσβαλαν την κοπέλα του και αυτός δεν τους σκότωσε απλώς, αλλά τους ξεκοίλιασε με τρόπο που τον κατέστησε μυθικό στον υπόκοσμο. Πήγε φυσικά φυλακή και τώρα έχει αποφυλακιστεί. Και στη βιτρίνα μοιάζει να τα έχει αφήσει πίσω του όλα αυτά. Δουλεύει νύχτα σε εργαστήρι αρτοποιίας. Τυρόπιτες, κουλουράκια κλπ. Τις μέρες όμως είναι και επαγγελματίας δολοφόνος. Ο Στράτος αρχίζει να κινείται -άλλοτε με κι άλλοτε παρά τη θέλησή του- ανάμεσα σε τέσσερεις μεγαλοκακοποιούς, σε τέσσερα μεγάλα ψάρια. Ο τοκογλύφος και μαφιόζος Αντώνης Πετρόπουλος (Γιώργος Γιαννόπουλος) που τον σέβεται για το παλιό του έγκλημα και τον θέλει στη δούλεψή του, με το καλό ή με το κακό. Ο «Μπογιατζής» (Γιάννης Αναστασάκης) που του αναθέτει τα συμβόλαια θανάτου. Ο αρχικακοποιός Λεωνίδας (Αλέκος Πάγκαλος) που είναι ακόμα στη φυλακή (κατά τραγικά επίκαιρη σύμπτωση, η ταινία μας βάζει μέσα στις φυλακές του Μαλανδρίνου). Και ο αδελφός του Λεωνίδα, ο Γιώργος (Γιάννης Τσορτσέκης), που μαζεύει λεφτά από όλους τους παλιούς φίλους και συνεργάτες του Λεωνίδα για να τον βοηθήσουν να δραπετεύσει. Ο Στράτος, ελεύθερος επαγγελματίας ως δολοφόνος, με εξαρτημένη εργασία ως αρτοποιός, παραμένει ανεξάρτητο και μικρό ψάρι. Εκτός από τα μεγάλα αυτά ψάρια, σχετίζεται και με τους απέναντί του. O Mάκης (Πέτρος Ζερβός) και η Βίκυ (Βίκυ Παπαδοπούλου) είναι αδέλφια. Η Βίκυ έχει μια κόρη, την Κατερίνα. Και προτιμά να δουλεύει ως πόρνη, παρά ως εργάτρια.

Ο συμπαθής δολοφόνος και οι αποκρουστικοί εργοδότες: Ένα βασικό παράδοξο συμβαίνει: ο Στράτος είναι ένας συμπαθής ήρωας. Και είναι ένας άνθρωπος που δολοφονεί με το σωρό. Στις προηγούμενες όμως δύο συνεργασίες του με τον Οικονομίδη, ο Βαγγέλης Μουρίκης έπαιξε δυο ανθρώπους που δεν ήταν εγκληματίες. Που ήταν νοικοκυραίοι. Και που όμως σου έβγαζαν μια φοβερή αντιπάθεια. Ο Περικλής στην «Ψυχή στο Στόμα» ή ο θείος στον «Μαχαιροβγάλτη» είναι στην ελάχιστη λιμνούλα τους τα μεγάλα ψάρια. Ψαράκια της πλάκας δηλαδή, αφεντικά πέντε - έξι ανθρώπων ή αφεντικά μόνο ενός, πάντως μεγαλύτερα ψάρια από τους ανθρώπους τους οποίους πληρώνουν ως αφεντικά. Και όπου βρίσκουν μικρότερο ψάρι του φέρονται με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο (η εμβληματική σκηνή του μασάζ στην «Ψυχή στο Στόμα», η σκηνή στο νοσοκομείο στον «Μαχαιροβγάλτη»). Ο Στράτος όμως σε όλη την ταινία δεν φέρεται άσχημα σε άνθρωπο. Μόνο εκτελεί. Άθλια π.χ. θα φερθεί ένα ακόμη αφεντικό σε μια εργάτρια στο αρτοποιείο. Αν στον «Μαχαιροβγάλτη» το μικροαστικό όνειρο οδηγούσε στο έγκλημα, εδώ ο Στράτος μοιάζει να ζει μια ζωή που μπορεί να μην ορίζεται από κάποια υψηλά ιδανικά, αλλά που έχει πάντως έναν σαφή αξιακό μπούσουλα. Σκοτώνει για λεφτά μεν, αλλά τα λεφτά τα δίνει για το σχέδιο δραπέτευσης του Λεωνίδα που του είχε σώσει κάποτε τη ζωή μέσα στη φυλακή. Από την άλλη κι αυτός ο κώδικας τιμής έχει τα όριά του στο τι μπορεί να δικαιολογήσει και αθωώσει στα μάτια μας. Σε μια σκηνή σε ένα νεκροταφείο μια γυναίκα τον ρωτάει τι είχε το νεκρό. Καλό φίλο, απαντάει εκείνος. Η γυναίκα ξεσπάει κλωτσώντας την ανθοδέσμη και λέγοντας ότι σκατά έπρεπε να του φέρει του φίλου του και όχι λουλούδια, γιατί της είχε σκοτώσει το παιδί. Οι φόνοι παραμένουν φόνοι. Αλλά ο Οικονομίδης είναι σαν να λέει ότι υπάρχει κι ένα αν όχι μεγαλύτερο, πάντως αποκρουστικότερο κακό. Αποκρουστικό και ταυτόχρονα νόμιμο.

Η χαραμάδα για το ξέσκισμα: Στον κόσμο των τεσσάρων ταινιών του Οικονομίδη η οικογένεια είναι τόπος φρικτών συγκρούσεων, οι εργασιακές σχέσεις είναι τόπος φρικτών συγκρούσεων, κι ο έρωτας πηγή προδοσιών και εγκλημάτων. Αλλά πέρα από αυτά ο Οικονομίδης μοιάζει σαν να περιγράφει κάτι ακόμη ευρύτερο. Αυτό το «Κάτσε» που λέει στον Στράτο ο Πετρόπουλος, μετατρέπεται αμέσως στο «Κάτσε, μην σε γαμήσω». Αυτή η διάσπαρτη συγκρουσιακότητα. Ένα από τα υποψήφια θύματα του Στράτου αρχίζει να του αντιμιλάει, να τον προσβάλλει. Στη χαραμάδα που βρίσκει ανοικτή, αντί να νιώσει ευγνωμοσύνη, αντί να σκεφτεί πως ο τύπος με το περίστροφο που ήρθε να του αφαιρέσει τη ζωή μπορεί να νιώθει οίκτο ή ανθρωπιά, πέφτει να τον κατασπαράξει: «Δεν έχεις τα αρχίδια. Σήκω και φύγε». Σαν η προσβολή και η επιθετικότητα και η ανθρωποφαγία να είναι βασικό συστατικό της νεοελληνικής συνθήκης. Και φτάνεις να σκεφτείς πως όταν ο Στράτος συζητά στο παγκάκι με τον Μάκη για ένα ηθικό πρόβλημα, όσο απόλυτα ανατριχιαστική κι αν είναι η επιχειρηματολογία και ο τρόπος σκέψης του Μάκη, τουλάχιστον μιλάει στον Στράτο με κάποια ένδειξη ενοχών και αμφιθυμίας, τουλάχιστον δεν του μιλάει με πρόθεση να τον κατασπαράξει.

Το πρόσωπο το καθαρό από τύψεις: Στον «Μαχαιροβγάλτη» είχα αναρωτηθεί για τον τρόπο που γελά ο ήρωας του Στάθη Σταμουλακάτου, στη μόνη στιγμή που θα δούμε το πρόσωπό του όχι απλά έγχρωμο αλλά και να λάμπει από ευφορία. Ήταν η σκηνή όπου παρακολουθούσε μια θεατρική παράσταση: «Ίσως το πρόσωπό του το ομορφαίνει η τέχνη, ίσως και η παντελής έλλειψη αναστολών για το μαχαίρι που έχει προγραμματίσει να τραβήξει αμέσως μετά. Όπως το πάρει κανείς». Νομίζω πως η απορία για το πώς πρέπει να το πάρει κανείς λύνεται στο «Μικρό Ψάρι», όταν η κάμερα του Οικονομίδη θα εστιάσει πάνω στο πρόσωπο της Βίκυς Παπαδοπούλου που χορεύει σε ένα γλέντι. Σε λίγες ώρες έχει σχεδιάσει να κάνει κάτι αποτρόπαιο κι όμως το πρόσωπό της δείχνει να μην την απασχολεί τίποτα. Ο μικροαστισμός, η αποπληρωμή δανείων, το να ζήσεις αξιοπρεπώς. Η αξιοπρέπεια ως υλική συνθήκη και μόνο. 

Τα τρόλεϊ και το συντριβάνι: Αν το νεκροταφείο των παλιών τρόλεϊ και λεωφορείων με το οποίο ξεκινά το πρώτο πλάνο της ταινίας, έχε και μια ομορφιά, αν τα τρόλεϊ και λεωφορεία αυτά ολοκλήρωσαν το σκοπό τους επί δεκαετίες στην πόλη, αν πέθαναν αξιοπρεπώς και αν κουβαλάνε μέσα τους αναμνήσεις, προς το τέλος της ταινίας το βρώμικο και στάσιμο νερό από τα συντριβάνια που δεν λειτουργούν πια σε μια αχανή τσιμεντοπλατεία, δεν κουβαλά αντίστοιχες μνήμες, πρόκειται για ένα ακόμη έργο που θα λειτούργησε για λίγο και μετά θα αφέθηκε στην τύχη του. Η Ελλάδα της ανάπτυξης των ολυμπιακών ως βαλτωμένο φάντασμα, το ολυμπιακό χωριό με τους αχανείς κι έρημους χώρους του. Ένα νερό βρώμικο και στάσιμο για μεγάλα και μικρά ψάρια.

Το άνοιγμα προς τα έξω: Όλες οι ερμηνείες, είτε των μόνιμων ηθοποιών του Οικονομίδη, είτε των φρέσκων, είτε και των μη ηθοποιών, όπως της Πόπης Τσαπανίδου, της Σόνιας Θεοδωρίδου και του Πέτρου Ζερβού. συμβάλλουν καθοριστικά στο ύφος της ταινίας. Όσο για τον Βαγγέλη Μουρίκη, παραδίδει μια μινιμαλιστική αλλά εντελώς βαθιά ερμηνεία, έχει μετατραπεί σε μια κεντρικά καθοριστική φιγούρα του ελληνικού κινηματογράφου, βρίσκεται σε κάθε πλάνο της ταινίας και την πηγαίνει εκεί που της αξίζει. Ο Οικονομίδης από το αρχικό ασφυκτικά κλειστό σύμπαν του «Σπιρτόκουτου» ανοίγεται με κάθε του ταινία προς τα έξω, στην αρχή πολύ πιο δειλά με την «Ψυχή στο Στόμα», στη συνέχεια πολύ πιο εμφατικά με τον «Μαχαιροβγάλτη» και τώρα με απόλυτα δικαιωμένη αυτοπεποίθηση με «Το Μικρό Ψάρι». Ο Οικονομίδης συνεχίζει να φτιάχνει απόλυτα δυνατές ταινίες και σου δίνει την αίσθηση ότι είναι πια έτοιμος για κάτι ακόμη μεγαλύτερο και σημαντικότερο. 

(Κείμενο γραμμένο για το ελculture
&

Τετάρτη, Απριλίου 02, 2014

Oδηγός Διαπλοκής (Baltakian Hustle)

Η πινελιά που είναι όλα τα λεφτά είναι ότι ο Μπαλτάκος μιλάει χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, τηρεί τους συνωμοτικούς κανόνες, φτάνει να κάνει μέχρι και την κίνηση του τηλεφώνου των υπουργών προς τους δικαστές με το χέρι, για να μην το πει με λόγια.
Ατελείωτο ρισπέκτ.
Και στο φόντο οι πενήντα - εξήντα εικόνες με τον Χριστό και την Παναγία (τους), αυτή η αγία πινακοθήκη.
Σε οποιοδήποτε κράτος στο οποίο δεν θα είχαν καταρρεύσει πλήρως οι θεσμοί του αφενός και σε οποιοδήποτε πολιτικό σύστημα ο μιθριδατισμός δεν είχε πιάσει δυσθεώρητα ύψη αφετέρου, θα είχε προκληθεί πολιτικός σεισμός και θα είχε τεθεί -από τα ΜΜΕ έστω- άμεσο θέμα πτώσης της κυβέρνησης και προσφυγής στις κάλπες.
Αλλά όχι ο Μπαλτάκος, ο Σαμαράς να είχε βιντεοσκοπηθεί να έχει αυτή τη συνομιλία, πάλι δεν θα πηγαίναμε σε εκλογές. Θα έπεφτε ο ίδιος, θα έμπαινε άλλος αχυράνθρωπος μπροστά, θα συνεχίζαμε ακάθεκτοι την πορεία προς τα μπρος. 
Μέχρι το μνημόνιο είχαμε δημοκρατία. Κουτσή, στραβή, αστική, πάντως δημοκρατία είχαμε. Έκτοτε άρχισε μια εκτροπή και μια κατρακύλα που δεν έχει πάτο. Και μπορείς να κατηγορήσεις την αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ ότι βάζει διαρκώς και περισσότερο νερό στο κρασί της, και μπορείς να κατηγορήσεις την αριστερά του ΚΚΕ ότι το κρασί της το μεταχειρίζεται ως Θεία Κοινωνία, μπορείς να βρεις ευθύνες διάφορες και σημαντικές, αλλά το γεγονός παραμένει ότι αυτήν την τετραετία από την μια πήγαν οι μεν και από την άλλη πήγαν οι δε. Και αυτοί που πήγαν από την μια, ανάμεσα στα μύρια όσα άλλα έκαναν, είχαν ως Γενικό Γραμματέα του Υπουργικού τους Συμβουλίου τον Μπαλτάκο και όλα τα σκυλιά δεμένα. Απλά και ξάστερα λοιπόν όχι μόνο πρωτεργάτες του αντιφασισμού δεν έχουν υπάρξει, αλλά εντελώς συνένοχοι της ανοχής του. Και μικρή σημασία έχει αν η συνενοχή τους είχε ιδεολογική βάση ή αν ήταν απλώς αποτέλεσμα συμβιβασμού προκειμένου να συγκυβερνήσουν ή να γλιτώσουν τη χώρα από το αντιευρωπαϊκό χάος. Όπως και να έχει επέλεξαν να σταθούν στην πράξη δίπλα στον Σαμαρά και τον Μπαλτάκο. Και ακόμη και σήμερα είτε στηρίζουν ευθέως την κυβερνητική πλειοψηφία, είτε αποτελούν τις εφεδρείες και τα μαξιλάρια της.
Όσο για όσα αναφέρει ο Τάκαρος ο Μπαλτάκος στο βίντεο (μεγάλες πιένες γνωρίζει η διαχρονική ΚΑΕ ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ τις τελευταίες ημέρες, αλλά αν πλακώνουν δημοσιογράφους του ΔΟΛ μπροστά στα παιδιά τους και δεν τρέχει τελικά τίποτα, πώς άραγε περιμένουμε να τρέξει για διαδηλωτές ή φυλακισμένους ή μετανάστες;) θα ψιχαλίζει μάλλον πάνω στους κρατικούς θεσμούς μας, αποκύημα αρρωστημένης φαντασίας θα είναι μάλλον, τι πιο ανεξάρτητο και πιο απρόσιτο από την Ελληνική Δικαιοσύνη άραγε;
Εννοείται πως έχει πολύ πιο κάτω ακόμα, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει και πιο κάτω. Και τα δύο μαζί.

Κυριακή, Μαρτίου 30, 2014

Η Υπενθύμιση

Σάββατο βράδυ είναι, για του «φαλλού μου το φολκόρ» που λέει και το τραγούδι βασικά θέλω να γράψω, για ιστορίες πέρα απ' την Αφρική, αλλά έβλεπα τον Στραβελάκη λίγο νωρίτερα να λέει στο Mega την είδηση για το θάνατο του βαρυποινίτη και να μην του φτάνει η εισαγωγική του μνεία ότι ο νεκρός είχε πριν δύο μόλις μέρες φονεύσει έναν φύλακα, πατέρα δυο παιδιών, αλλά αφού παίζει το ρεπορτάζ για την έκθεση του ιατροδικαστή για το ξύλο σε όλο του το κορμί και το ηλεκτροσόκ, να μας το ξαναλέει καπάκι, να μας το υπενθυμίζει, να μας επισημαίνει πως «όλα αυτά για τον βαρυποινίτη, ο οποίος, να μην το ξεχνούμε, σκότωσε με αυτοσχέδιο μαχαίρι τον υπαρχιφύλακα, πατέρα δύο παιδιών, στις φυλακές Μαλανδρίνου».
Και δεν ξέρω από ποιόν νομικό και αξιακό πολιτισμό έχει κατέβει αυτό το γαμημένο αρχίδι, και δεν ξέρω ποιός τον νομιμοποιεί να μιλά για βασανισμούς και να μας κλείνει το μάτι πως, οκ, να μην ξεχνούμε ότι ο βασανισμένος και φονευμένος σκότωσε πατέρα, εκείνο πάντως που με σιγουριά μπορούμε να πούμε είναι πως αν ό,τι γίνεται στα φουρτουνιασμένα νερά του Αιγαίου μπορεί να συγκαλυφθεί, ό,τι γίνεται μέσα σε ένα κελί φυλακών μπορεί να συγκαλυφθεί μόνο με την κατάργηση και της τελευταίας ιδέας προσχήματος, μόνο με την de facto δήλωση της Ελληνικής Πολιτείας ότι οι βασανισμοί και οι μέχρι θανάτου ξυλοδαρμοί είναι πρακτική που υιοθετεί και καθαγιάζει.
Και κάτι ακόμα: το γεγονός πως την Κυριακή κατά πάσα πιθανότητα θα ψηφιστεί και το πολυνομοσχέδιο όπως ψηφίστηκαν κι όλα τα προηγούμενα, το γεγονός πως την Κυριακή κατά πάσα πιθανότητα η συγκέντρωση έξω από τη Βουλή θα είναι μια ακόμη αποτυχία, το γεγονός πως θα περάσουν και αυτές οι αλλαγές εν πολλοίς με την ανοχή και την παραίτηση της ελληνικής κοινωνίας η οποία κατακερματισμένη αποδέχτηκε από ένα σημείο και ύστερα την μοίρα της, το γεγονός δηλαδή πως την Κυριακή κατά πάσα πιθανότητα θα νομιμοποιηθεί και δια της ψήφου των εκπροσώπων στη Βουλή και δια της ηχηρής απουσίας των εκπροσωπούμενων στο δρόμο η τελική -μέχρι την επόμενη- μνημονιακή σφραγίδα, το γεγονός δηλαδή της οριστικοποίησης της μνημονιακής νίκης, ας μην τους κάνει να νομίσουν ότι κέρδισαν κι εκείνοι.
Γιατί πράγματι οι αλλαγές που επήλθαν και που θα επέλθουν και με τα του πολυνομοσχεδίου είναι αλλαγές βαθιές και μόνιμες και οι συνέπειές τους θα είναι μακροχρόνιες, αλλά όσοι αυτήν την τετραετία έπαιξαν τον ρόλο του μνημονιακού φερέφωνου και του καθεστωτικού υπηρέτη θα το βρίσκουν σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους μπροστά τους.

Παρασκευή, Μαρτίου 28, 2014

Ο φονιάς και ο φονιάς

Σε όλα τα κράτη υπάρχουν εγκληματίες. Αυτό που ξεχωρίζει τα κράτη τα έτσι από τα κράτη τα αλλιώς, είναι το αν τα εγκλήματα τα τιμωρούν βάσει νόμων ή αν απαντούν σε αυτά με δικά τους εγκλήματα. Όταν κάποιος είναι φονιάς, είναι φονιάς στο δικό του όνομα. Όταν το κράτος απαντά στον φόνο του τσακίζοντάς τον στον ξύλο και φονεύοντάς τον, τότε γίνεται φονιάς στο όνομα όλων μας. Και ναι, μπορεί προφανώς να μην τον σκότωσε επίσημα, αλλά επέτρεψε μια χαρά να τον σκοτώσουν, άλλωστε εντελώς επίσημα είναι όλα όσα θα ακολουθήσουν, οι ΕΔΕ και οι συγκαλύψεις και τα ημίμετρα και η κατανόηση, το κράτος των λιμενικών φονιάδων και το κράτος των δεσμοφυλάκων φονιάδων, το κράτος των χρυσαυγίτικων τροπολογιών Μιχελάκη, το κράτος του Σαμαρά και του Δένδια, το κράτος των ενστόλων εναντίον των μη ενστόλων, το κράτος που βάζει στη φυλακή τους φασίστες γιατί έχει πάρει τον φασισμό επ ώμου, το κράτος που φονεύει όποιον φονιά τολμά να σκοτώσει δικό του παιδί.

Πέμπτη, Μαρτίου 27, 2014

Ο καθρέφτης και η κάμερα

Με τις υποθέσεις Τατσόπουλου και Καρυπίδη, ο ΣΥΡΙΖΑ μάς προσέφερε μέσα στους δυο πρώτους μήνες της χρονιάς με τις μίνι εσωτερικές του κρίσεις δυο πολιτικά γεγονότα όπου ο άμεσος ρόλος που διαδραμάτισαν τα σόσιαλ μίντια είναι μάλλον πρωτόγνωρος. Το ίσως πιο ενδιαφέρον είναι πως οι περιπτώσεις αυτές οδήγησαν στο ίδιο αποτέλεσμα εξαιτίας δυο διαφορετικών, έως και αντίθετων μεταξύ τους, διαστάσεων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Στην περίπτωση Τατσόπουλου τα σόσιαλ μίντια λειτούργησαν ως κάμερα. Ως μια φωτογραφική κάμερα με την οποία ο χρήστης άρχισε να βγάζει μια σειρά από selfies. Τα φώτα τα έριξε εκουσίως πάνω του· η απόλυτα συνειδητοποιημένη χρήση του μέσου που οδηγεί τελικά στην «κατάχρησή» του και στην μετατροπή του σε εγωκεντρική μαύρη τρύπα που σε καταπίνει. Στην περίπτωση Καρυπίδη όμως τα σόσιαλ μίντια λειτούργησαν ως καθρέφτης και κρυφή κάμερα· η μη συνειδητοποίηση του χαρακτήρα του μέσου, το μέσο ως σπιούνος πτυχών της ιδεολογίας σου (εν προκειμένω βέβαια, κι αφού όταν είχε ανεβάσει αυτά για τη ΝΕΡΙΤ και την «επτάφωτη λυχνία των Εβραίων» δεν είχε ακόμη σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, τα περί έλλειψης γνώσης του μέσου βαρύνουν περισσότερο τους κομματικούς μηχανισμούς κατά την αρχική ανάδειξη της υποψηφιότητάς του, καθώς αναδείχθηκε πως πλέον άπλυτα και σκελετοί δεν κρύβονται μόνο σε ντουλάπες, αλλά μπορείς να τους έχεις αναρτήσει μόνος σου σε αυτό που δεν θεωρείς ακριβώς δημόσιο, σε αυτό που θεωρείς πιθανώς ημι-ιδιωτικό, και πάντως ξεχασμένο, ως κάτι που είπες κάποτε στο παρελθόν και πάει χάθηκε).
Η εκούσια κάμερα και ο ακούσιος καθρέφτης, το «άκου να δεις τι σκέφτηκα πάλι» του Τατσόπουλου και το «έχω αυτές τις σκέψεις, τις διατύπωσα και δημόσια, αλλά θα ήταν τόσο καλύτερα να μην είχατε πια πρόσβαση σε αυτές και να μπορούσα να τις αποσιωπήσω» του Καρυπίδη. Κι αυτός ο διττός χαρακτήρας ισχύει τελικά για τον κάθε χρήστη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης: αυτά που ο ίδιος θέλει να προβάλλει κι αυτά που το μέσο του βγάζει στη φόρα, καθώς σε βάθος χρόνου ό,τι περσόνες κι αν χτίζεις είναι εξαιρετικά δύσκολο να μην αποκαλυφθεί τόσο το πώς στα αλήθεια σκέφτεσαι όσο και το πώς στα αλήθεια φέρεσαι.
Η δική τους χρήση των σόσιαλ μίντια όμως είναι το ένα σκέλος της εξίσωσης. Το άλλο της σκέλος ήταν η χρήση τους από ψηφοφόρους του κόμματος και ευρύτερα από πολίτες που στάθηκαν κριτικά απέναντι στη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Το σκέλος που έχει να κάνει με την αντίδραση. Με το κράξιμο, τον έλεγχο και τη λογοδοσία. Εδώ περνάμε από την ατομική διάσταση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη συλλογική· η διάχυση της πληροφορίας, η επισήμανση της, η αναπαραγωγή της, η αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτών, τα σόσιαλ μίντια ως πλήγμα στη διαδικασία της ανέλεγκτης εκπροσώπησης και της λευκής εντολής (και προφανώς η συγκεκριμένη διάσταση μπορεί να κρύβει στη σκοτεινή της εκδοχή κινδύνους υπέρμετρων αντιδράσεων, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα).
Στα ΜΜΕ ο λόγος του πολιτικού σου εκπροσώπου είναι πάντα προϊόν διαμεσολάβησης. Τα ΜΜΕ συνιστούν από μόνα τους μια ιεραρχική δομή, μια μορφή εκπροσώπησής σου και ταυτόχρονα αποκλεισμού σου: εδώ το βήμα είναι πολύτιμο, εδώ το να φτάσει να μιλάει ο πολιτικός σε αυτό είναι από μόνο του κάτι, εδώ ο λόγος του απονέμεται και αυτός κατ αποτέλεσμα έχει πλήρη επίγνωση του πού βρίσκεται, του δημόσιου κι επισήμου χαρακτήρα του λόγου του που είναι έτσι απόλυτα προσεκτικός. Στα ΜΜΕ είναι εξαιρετικά δύσκολο να μην δώσεις την εικόνα που έχεις σχεδιάσει να δώσεις. Ακόμα και στις πιο κραχτές περιπτώσεις attention whores όπως ο Πάγκαλος και ο Άδωνις, ο κάθε Πάγκαλος έχει πάντα επίγνωση ότι μιλάει δημόσια. Δεν υπάρχει τίποτα το ντεμί, το παραπλανητικό ή το χαλαρό ως προς την πλατφόρμα ανάδειξης του λόγου του. Όταν όμως ο λογαριασμός σου στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης σου «ανήκει» και όταν ανά πάσα ώρα μπορείς να πάρεις το λόγο, ο λόγος σου παύει πια να βρίσκεται εντός του ασφαλούς και προστατευόμενου περιβάλλοντος όπου επαγγελματίες ερωτώντες συνομιλούν με επαγγελματίες απαντώντες κι όπου ο θεατής, ακροατής ή αναγνώστης βρίσκεται σε θέση που δεν του αναλογεί λόγος ή έλεγχος, παρά μόνο η ανά τετραετία ερασιτεχνική του ψήφος.
Στα σόσιαλ μίντια μια νέου τύπου παράσταση ανεβαίνει: με λιγότερο προστατευμένους τους επί σκηνής πρωταγωνιστές – εκπροσώπους σου, με αυξημένο λόγο στους εκπροσωπούμενους θεατές. 
(Κείμενο γραμμένο για το Unfollow) 

Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2014

είναι το φως

 Ντουλάπες χωρίς σκελετούς.
Ντουλάπες απευθείας συνδεδεμένες με καθαρούς ουρανούς.
Ντουλάπες που αστραπές δεν φοβούνται.
Ντουλάπες που αστράφτουν.
Φόβο; 
Όχι, πολύ συχνά αστράφτουν μόνο καθαρότητα,
πολύ συχνά δεν κρύβουν κανέναν σκελετό 
πίσω από την έλλειψη των σκελετών τους
κι έτσι γίνονται ντουλάπες ηθικής υπεροχής,
ντουλάπες που αστράφτουν πνιγμένο δίκιο. 

Μπαίνω στη ντουλάπα μου οστεοφυλάκιο
και αν κάτι με πνίγει
 είναι το φως.

Σάββατο, Μαρτίου 22, 2014

Εξευτελίζοντας το τείχος

Αυτό. Μέχρι να το κατεβάσει η UEFA.

Αυτό. Από την πλευρά της εξέδρας. Όλη η τελετουργία του στησίματος του τείχους, όλη η προσμονή του συμβάντος, όλη η μαγεία της εκτέλεσης, όλος ο διονυσιασμός μετά.
Κι αυτή η απίστευτη φωτογραφία. Αυτή η άγρια ομορφιά στο πρόσωπο του που συναιρεί τον πολεμιστή και τον καλλιτέχνη. 
Θέλω να θυμάμαι αυτή τη φωτογραφία σαν τη φωτογραφία που τραβήχτηκε ένα βράδυ πριν πεθάνει ο Κωστής Παπαγιώργης. Θέλω να τη θυμάμαι σαν ακλόνητη απόδειξη πως όσα βίντεο κι αν κατεβάσει η UΕFA και όσο εφήμερα κι αν είναι όλα, οι ξεχωριστοί άνθρωποι και η προνομιακή αυτή σχέση που έχουν με την τέχνη, είτε για την τέχνη της γραφής πρόκειται είτε για την τέχνη της μπάλας είτε για οποιαδήποτε τέχνη, είναι στην ουσία λαθρεπιβάτες της εποχής τους, η εποχή τους εξ ορισμού θα τους αδικεί, καθώς η δική τους επικράτεια είναι ο χρόνος που έρχεται μετά απ' αυτούς, ο χρόνος στον οποίο θα παραμείνουν πανίσχυροι, όταν οι υπόλοιποι πρόσκαιροι και λίγοι θα βρίσκουν ανίκητο το τείχος που έχει στήσει, μιας και ποτέ δεν κατάλαβαν πως αυτό είναι το μόνο τείχος που μετράει και πως αν δεν ξέρεις να δίνεις αυτή την κατεύθυνση στην μπάλα ή στον λόγο, τότε καλύτερα να μην έγραφες και καλύτερα να μην σκοράριζες ποτέ γκολ και λέξεις που θα ξεχαστούν την επομένη, γκολ και λέξεις που δεν έχουν τον τρόπο να σε συνταράξουν.

Παρασκευή, Μαρτίου 21, 2014

Η τύχη του να αγαπιέσαι τόσο

Όταν πρωτοήρθε ως προπονητής το 99, πολλοί τον αποκαλούσαν ακόμη Γκαστόνε. Κι απόψε, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, όταν επέστρεψε για πρώτη φορά ως προπονητής των αντιπάλων, συνειδητοποίησα ότι αυτός ο χαρακτηρισμός, μολονότι άκυρος ως προς το περιεχόμενό του και εμπαθής ως προς τα κίνητρά του, ήταν τελικά ακριβής· όχι αναφορικά με το αν θα μπει ή δεν θα μπει το τελευταίο σουτ, όχι αναφορικά με την μπασκετική, αλλά με μια άλλου είδους τύχη: την τύχη του να αγαπιέσαι τόσο.
Κι όμως απόψε, ακριβώς τις στιγμές της αποθέωσης και των βουρκωμένων ματιών, προσπαθώντας να καταλάβω πώς γίνεται να έχεις ζήσει μια ζώη τέτοια που σου επιτρέπει να αγαπιέσαι τόσο, σκεφτόμουν ότι αυτού του είδους η ολόθερμη αγάπη είναι μια αγάπη που έχει ανταλλακτική βάση, είναι μια αγάπη οφειλόμενη απέναντι σε μια προπονητική ιδιοφυία που σου προσέφερε στο πέρασμα των χρόνων τόσες και τόσες στιγμές συγκίνησης και αθλητικού μεγαλείου.
Με άλλα λόγια, σκεφτόμουν πως είναι μια εύκολη και χωρίς μυστήριο αγάπη, σκεφτόμουν πως στην αγάπη το μυστήριο ξεκινάει όταν η ανταλλακτική της βάση εκλείπει ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι προφανής. Αυτό σημαίνει ότι η δύσκολη αγάπη είναι ανώτερη από την εύκολη; Όχι, απαραίτητα· η αγάπη για τα παιδιά μας π.χ. είναι παραπάνω από εύκολη, είναι φυσική (και η ανταλλακτική της βάση είναι εγγεγραμμένη στη φύση και στο αίμα μας) και η ένταση και το εύρος της δεν γνωρίζουν όρια. Σημαίνει όμως ίσως πως η μη άμεσα εξηγήσιμη αγάπη, είναι η δική μας ιδιοτροπία και ταυτότητα, είναι αυτό που διαφοροποιεί τον κάθε ένα από τους είκοσι χιλιάδες θεατές του ΟΑΚΑ από τον διπλανό του: όλοι θα αγαπήσουμε τα παιδιά μας γιατί είναι παιδιά μας, όλοι θα τραγουδήσουμε με όλη την ευγνώμονα δύναμη της φωνής μας «Ομπράντοβιτς» γιατί είναι αυτός που μας έδωσε όσα μας έδωσε και το έκανε ρίχνοντας την γεμάτη στυλ και αξιοπρέπεια και κύρος σκιά του πάνω μας, αλλά η δύσκολη και μυστηριώδης και μη ανταλλακτική αγάπη είναι προσωπική υπόθεση του καθενός μας.
Και τέλος, δεν θυμάμαι πόσα χρόνια βλέπω στο ΟΑΚΑ αυτόν τον φαλακρό και γέρο πωλητή αναψυκτικών και σάντουιτς, πάντα γέρο τον θυμόμουν, και πάντα σκαρφαλώνει κάγκελα κουβαλώντας τον πάγκο του στο χέρι, και πάντα είναι ιδρωμένος και κατάκοπος, και πάντα σου δίνει την εντύπωση, καθώς ανεβοκατεβαίνει από σειρά σε σειρά κι από διάζωμα σε διάζωμα, ότι μπορεί να το κάνει για ώρες ακόμα, για χρόνια ακόμα, για δεκαετίες ακόμα.
Με άλλα λόγια, δίπλα στον κάθε ολότελα τυχερό άνθρωπο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, που ιδρωμένος και κατάκοπος δίνει επί χρόνια αγώνες μέσα στο γήπεδο, στην εξέδρα ένας άλλος άνθρωπος δίνει επί χρόνια τον δικό του αγώνα, τον λιγότερο ιδιοφυή, τον λιγότερο προβεβλημένο, τον αγώνα για την επιβίωσή του ως μέλος της εργατικής τάξης, αυτόν για τον οποίον ποτέ δεν θα αποθεωθεί και ποτέ δεν θα αγαπηθεί τόσο· από μια εξέδρα είκοσι χιλιάδων ανθρώπων. Ίσως αν έχει άλλου είδους τύχη, να έχει αγαπηθεί τόσο στη ζωή του από ελάχιστους κοντινούς του ανθρώπους· εύκολα ή δύσκολα, εξηγήσιμα ή μυστηριωδώς.

Σάββατο, Μαρτίου 15, 2014

Το πρώτο φιλί

Έγραφα προ καιρού με αφορμή ένα ντοκιμαντέρ για την Μαρίνα Αμπράμοβιτς: το ντοκιμαντέρ εστιάζει στην αναδρομική της έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη, μια έκθεση που προκάλεσε αίσθηση και είχε μεγάλη επιτυχία, προσελκύοντας 750.000 θεατές Από τις 14 Μαρτίου ως τις 31 Μαϊου του 2010, έξι ημέρες τη βδομάδα και επτάμιση συνεχείς ώρες τη μέρα η Αμπράμοβιτς καθόταν σε μια καρέκλα. Πολλοί από τους 750.000 θεατές έκατσαν στην καρέκλα απέναντί της, την κοίταξαν στα μάτια και τους κοίταξε κι αυτή. Δάκρυσαν, συγκινήθηκαν, άλλοι όχι, όλοι τους όμως είχαν μια μάλλον ασυνήθιστη εμπειρία. The artist is present. Ο καλλιτέχνης είναι παρών και μας κοιτά.
Το πρόσωπο μου γίνεται καθρέφτης όσων με κοιτούν, θα πει η Αμπράμοβιτς. Αλλά εκείνο που κάνει ο καλλιτέχνης δεν είναι τόσο το να μας προσφέρει το διαφορετικό δικό του βλέμμα, όσο την διαφορετική ιδέα: το να μας κοιτάξει στα μάτια κατά πρόσωπο ένα άλλο πρόσωπο· που δεν θα μας εξομολογήσει, δεν θα μας ψυχαναλύσει, δεν είναι φίλος μας, συγγενής μας, γνωστός ή ο έρωτάς μας. Σε αυτή τη διαδικασία δεν έχει θέση ο λόγος. Ο λόγος μπορεί και να λειτουργεί συγκαλυπτικά. Δύσκολα όμως, πάρα πολύ δύσκολα, αν καθίσεις απέναντι σε μια καρέκλα με έναν άνθρωπο και μόνο κοιτάζεστε δεν θα δεις στο πρόσωπό του την αλήθεια του. Ο γκαλερίστας της Αμπράμοβιτς λέει ότι είναι ερωτευμένη με όλο τον κόσμο. Ότι αν κοιτάζει τον κάθε έναν που κάθεται απέναντί της με αγάπη, δεν είναι κάτι προσωπικό. Μήπως όμως όλοι μας είμαστε κατά βάθος ερωτευμένοι με όλον τον κόσμο; Μήπως αν μας κάθιζαν σε μια καρέκλα και κοιτούσαμε για ώρα απέναντί μας τα διαφορετικά ξένα πρόσωπα που θα κάθονταν, θα το νιώθαμε κι εμείς; Μήπως θα νιώθαμε δηλαδή πως ένας άνθρωπος που κοιτάζει κατά πρόσωπο και με προσοχή έναν άλλο άνθρωπο δεν μπορεί παρά να συνδεθεί μαζί του, δεν μπορεί παρά να νιώσει κάτι θερμό;
Και να που τις τελευταίες μέρες κάνει θραύση στο ίντερνετ αυτό εδώ το διαφημιστικό βιντεάκι.
Μέσα σε έξι μέρες κοντά 55 εκατομμύρια χτυπήματα. Μια εταιρία ρούχων σκέφτηκε να βάλει 20 άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους να φιληθούν και κινηματογράφησε το πριν, το κατά τη διάρκεια και το μετά του φιλιού τους. Τα δέκα ζευγάρια είναι αμήχανα πριν το φιλί. Όταν τελειώνουν η αμηχανία επιστρέφει. Αλλά όταν φιλιούνται, φιλιούνται. Γιατί προφανώς η φύση των ανθρώπου είναι τέτοια που όχι μόνο αν καθήσεις και κοιτάς έναν ξένο κατά πρόσωπο θα νιώσεις κάτι θερμό κι αληθινό, αλλά κι επίσης αν βρεθείς απέναντι σε κάποιον με τον οποίον δεν διαφέρετε αβυσσαλέα ηλικιακά και σου πουν πως είναι οκ να τον φιλήσεις, τότε θα τον φιλήσεις και θα σου είναι το πιο φυσικό και το πιο όμορφο πράγμα μαζί.
Η φύση μας αυτή είναι. Η θέση μας όμως, η κοινωνική μας κατασκευή, μας λέει πως οι άγνωστοι είναι άγνωστοι, οι ξένοι είναι ξένοι, μας λέει πως το ποιούς θα κοιτάξουμε κατά πρόσωπο και ποιούς θα φιλήσουμε είναι θέμα που εξαρτάται από πενήντα παραμέτρους. Ενώ κανονικά δεν εξαρτάται από τίποτα. 
Φτιαχτήκαμε για να συμπαθούμε αμέσως τον άλλον αν τον κοιτάξουμε κατά πρόσωπο, φτιαχτήκαμε για να θέλουμε αμέσως να τον φιλήσουμε, μέχρι που αυτό το φυσικό φτιάξιμο έρχονται όλοι οι διαφορετικοί πολιτισμοί να το μποϊκοτάρουν, να το περιπλέξουν, να το διαβάλλουν, να το διαστρέψουν, καθώς οι κοινωνίες συγκροτούνται όχι πάνω στην ενότητα των ανθρώπων, αλλά πάνω στην κατάτμησή τους, στο διαχωρισμό τους σε επιμέρους ιδιοκτησιακά κομματάκια, στο διαχωρισμό τους στο οικείοι - ξένοι, στο εμείς κι οι άλλοι.
Η φύση μας είναι το άφημα κατά τη διάρκεια του φιλιού, η θέση μας είναι τα αμήχανα γελάκια πριν και μετά το φιλί.  

Πέμπτη, Μαρτίου 13, 2014

Ο Δεκέμβρης τον Μάρτη

Δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μου αν έχει ήδη αρχίσει να κυκλοφορεί στην πιάτσα η τεκμηριωμένη ανάλυση για τις καταλυτικές διαφορές μεταξύ Ελλάδας - Τουρκίας, Αλέξη Γρηγορόπουλου - Μπερκίν Ελβάν, για το αν ο δράστης αστυνομικός εδώ τιμωρήθηκε κι εκεί όχι, για το αν η ποιότητα της δημοκρατίας είναι διαφορετική εδώ από ό,τι εκεί, πάντως είναι και μια στάλα ειρωνικό πως μετά από όλη αυτή την προσπάθεια να κατοχυρώσουμε τον Δεκέμβρη του Οκτώ ως την εποχή που κάηκε η Αθήνα και μόνο και ως την εποχή που κάηκε χωρίς λόγο και αιτία, ως επιστέγασμα τρεισίμιση δεκαετιών κουλτούρας της μεταπολίτευσης, ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς, ενοχικής αντίδρασης του κράτους και συγκλονιστικής ανοχής στην ανομία, έρχεται το ξέσπασμα στην Τουρκία να υπενθυμίσει πως οι κοινωνίες πριν ανησυχήσουν για τον τζίρο των καταστηματαρχών του κέντρου ή την επίπτωση της εξέγερσης στο τουριστικό ρεύμα έχουν μια εγγενή αλλεργία στη θανάτωση 15χρονών, είτε έχουν πάει να πάρουν ψωμί είτε έχουν αποκλίνουσα κατά Κούγια συμπεριφορά, και θα αντιδρούν, είτε με τσαρλατάνους κατά Ερντογάν είτε με κουκουλοφόρους κατά τους εδώ, και πως πριν καταδικαστεί η βία από οπουδήποτε κι αν προέρχεται, πρέπει τα όργανα του Κράτους να μην σκοτώνουν παιδιά, ειδάλλως κάθε φορά που τα σκοτώνουν θα γίνεται της πουτάνας.

Τρίτη, Μαρτίου 11, 2014

Θαναβολές

«Ίσως ψάχναμε τόσο καιρό σε λάθος μέρη. Ίσως η απάντηση κρυβόταν σε ανοικτή θέα, καμουφλαρισμένη με ασφάλεια πίσω από την προφάνειά της. Ίσως δηλαδή το μυστήριο του θανάτου έχει τη λύση του στην απαρχή του όλου σκηνικού, στο μυστήριο της ζωής. Κι αφού ζωή προκύπτει με έναν εντελώς συγκεκριμένο τρόπο, ίσως δεν είναι τόσο τραβηγμένο να σκεφτούμε πως και τα όρια της ζωής που προκύπτουν με αυτόν τον εντελώς συγκεκριμένο τρόπο, κάθε άλλο παρά δεδομένα είναι, αλλά σχετίζονται αιτιωδώς με τα όρια της σεξουαλικής πράξης. Ίσως δηλαδή οι άνθρωποι δεν κάνουμε τον έρωτα που θα μπορούσαμε να κάνουμε. Ίσως ο έρωτας που κάνουμε είναι λίγος, φοβισμένος, ανεπαρκής, ίσως τρομάζει μπροστά στα ίδια του τα δυνητικά άκρα και κάνει πίσω πολύ πριν καν τα προσεγγίσει. Ίσως δεν γαμάμε αρκετά δυνατά, ίσως δεν χύνουμε αρκετά βαθιά, ίσως ως αποτέλεσμα του μετριασμένου μας γαμησιού να προκύπτει ζωή όχι αρκετά ισχυρή, ζωή αδύναμη, ζωή με ημερομηνία λήξης, ζωή με ορίζοντα θανάτου. Ίσως λοιπόν μόνο η ίδια η πράξη που γεννά ζωή να είναι αυτή που μπορεί να καταργήσει τον θάνατο. Ίσως αυτή να μπορεί να πραγματώσει ό,τι ούτε οι Θεοί δεν τόλμησαν να υποσχεθούν, αφού κι εκείνοι δεν αμφισβητούν την ύπαρξη του θάνατου, αλλά ασχολούνται μόνο με το επέκεινα. Ίσως δεν είμαστε εξ ορισμού θνητοί, ίσως είμαστε θνητοί μόνο ως καρποί ανεπαρκούς έρωτα. Ίσως αν καταφέρουμε κάποτε να γαμηθούμε όσο δοσμένα γίνεται να γεννήσουμε ζωή αιώνια».
#
Ήταν ένα ακόμα ποστ, σαν τόσα άλλα. Και γράφοντάς το προφανώς δεν κυριολεκτούσε, αλλά ήθελε να προσθέσει στο ρεπερτόριό του μια ακόμη λυρικίζουσα εξυπνάδα, που θα του προσέφερε μερικούς ακόμη αμέσου καύσεως επαίνους, με τους οποίους τάιζε χρόνια το εγώ του, σαν τζανκ φουντ της ματαιοδοξίας. Αλλά το μέσο είναι απρόβλεπτο και το ποστ του έγινε σιγά σιγά βάιραλ κι απέκτησε μια αντοχή στον χρόνο που τον εξέπληττε. Άρχισε να μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες -στα αγγλικά πάντως ήταν ο ίδιος που το είχε μεταφράσει, ψάχνοντας μια πίστα ματαιοδοξίας ευρύτερη- και έτσι άρχισαν να χάνονται στην μετάφραση πολλά· ιδίως το ημιπαιγνιώδες ύφος του, που από μετάφραση σε μετάφραση έδινε ολοένα και περισσότερο τη θέση του στον στόμφο. Και πέρα από αυτό πολλοί χρήστες άρχισαν να προσθέτουν δικές τους φράσεις και να αφαιρούν άλλες που δεν τους πήγαιναν, με τελικό αποτέλεσμα τα πιο πάνω εισαγωγικά να είναι παραπλανητικά. Γιατί δεν γράφτηκε ακριβώς έτσι. Γιατί γράφτηκε βέβαια σε άλλη γλώσσα από τη δική μας. Όποια γλώσσα κι αν είναι βέβαια η δική μας.
#
Κάποιοι πίστεψαν τις λέξεις για αληθινές. Ειδικά στη Δύση, με τους ημιθανείς, ενίοτε και κλινικά νεκρούς, θεούς της, βοηθούσε και η εποχή. Φτιάχτηκαν σέχτες, μερικές απέκτησαν και νομική προσωπικότητα, δημιουργήθηκε στο τέλος μια παγκόσμια επίσημη θρησκεία, με τις δογματικές παραλλαγές της να κατηγορούνται ως αιρέσεις. Ήταν όμως εγχείρημα καταδικασμένο από γεννησημιού του, αφού δεν κατέφευγαν σε αυτό όσοι έψαχναν μυστικιστικές εμπειρίες, αλλά μόνο όσοι θεωρούσαν πως εδώ σεξουαλικά τα πράγματα είναι περισσότερο ενδιαφέροντα. Και τελικά δηλαδή, όχι μόνο ο ίδιος όταν τις έγραφε, αλλά και κανείς άλλος, ακόμα και οι νεοσχηματισμένοι Αρχιερείς, ακόμα και οι πιο φανατικοί πιστοί της νεοσύστατης θρησκείας δεν είχαν πιστέψει τις λέξεις του για εντελώς αληθινές.
Κι όμως.
#
Κι όμως
Ο πρώτος μη θνητός άνθρωπος που γεννήθηκε με αυτόν τον τρόπο -ένα κορίτσι- γεννήθηκε από ανθρώπους που δεν είχαν ακούσει ποτέ τη θεωρία του, πολύ περισσότερο δεν την είχαν ενστερνιστεί ως θρησκευτική πίστη. Ελάχιστα χρόνια αργότερα γεννήθηκε κι ένα αγόρι, ξανά από ανθρώπους που δεν είχαν ακούσει ποτέ τη θεωρία του. Τότε όμως γιατί; Γιατί οι πρώτοι δυο άνθρωποι που κατάφεραν να γεννηθούν με αυτόν τον τρόπο, γεννήθηκαν μετά το ποστ του; Ίσως επειδή δεν υπάρχει καμία αληθινή εκδοχή της πραγματικότητας που να μην έχει καταγραφεί σε κάποιο κείμενο, είτε το κείμενο γραφτεί πριν η πραγματικότητα συμβεί είτε γραφτεί αφού αυτή συνέβη. Ίσως δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα το αληθινό και τίποτα το ψεύτικο, αν δεν έχει πρώτα γραφτεί. Ίσως επειδή ζωή προφανώς κι υπάρχει κι εκτός γραφής, αλλά για να περάσει κάτι από τη ζωή στην ύπαρξη χρειάζεται να μεσολαβήσει ο γραπτός λόγος που θα το σημάνει και θα το νοηματοδοτήσει. Ό,τι δεν γραφτεί, σταδιακά θα ξεχαστεί. Ή -όπως στην περίπτωσή μας- ό,τι δεν γραφτεί δεν θα μπορέσει ποτέ να συμβεί.
#
Πώς γεννήθηκε το κορίτσι
Της έκανε έρωτα μέχρι που τελείωσαν οι λέξεις, μέχρι που άδειασαν απ’ το κεφάλι του οι λέξεις, μέχρι που μέσα στο κεφάλι του δεν υπήρχαν σκέψεις, μέχρι που όλα βούλιαξαν στο άρρητο, μέχρι το σημείο εξαφανίσεως του λόγου. Εν αρχή ην ο Λόγος, αλλά όταν τελείωσε μέσα της, τελείωσε μαζί του και ο Λόγος, και το τελείωμά του ην προς το πέρα από τον Θεό και προς τον αιώνιο άνθρωπο. Της έκανε έρωτα σαν απόλυτα ερωτευμένος και ταυτόχρονα σαν να μη σημαίνει τίποτα για αυτόν, σαν να την αγαπούσε ανεπανάληπτα και ταυτόχρονα να τη σιχαινόταν ως τα σώψυχά του, σαν να σήμαινε τα πάντα και ταυτόχρονα να μην σημαίνει τίποτα, σαν εδώ να ήταν όλο το νόημα του κόσμου και σαν ταυτόχρονα εδώ να έκανε κάτι που δεν είχε το παραμικρό νόημα. Δεν είχε ούτε κάποια ιδιαίτερη τεχνική ούτε κάποια ένταση άλλη από την ένταση του να είσαι εντελώς εκεί, σαν οι δυο τους να είναι τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, σαν η αρμονία να προκύπτει τόσο από το ότι είναι αυτός και αυτή και δεν θα μπορούσε να είναι κανείς άλλος στη θέση τους, όσο ταυτόχρονα και από το ότι στη θέση τη δική του και τη θέση τη δική της θα μπορούσαν να ήταν εκατοντάδες εκατομμύρια άλλοι. Της έκανε έρωτα σαν απλά να έτυχε και ταυτόχρονα σαν να μην μπορούσε να γίνει αλλιώς. Προφανώς και δεν μπορούσε να κάνει χωρίς αυτήν. Ακόμη πιο προφανώς και μπορούσε. Προφανώς και ήθελε οτιδήποτε άλλο υπήρχε στον κόσμο. Ακόμη πιο προφανώς και δεν ήθελε οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Ήταν μια επιθυμία για ζωή, κατά την οποία το σεξ ήταν το μέσο και το όχημα, η απάντηση στον αναχωρητισμό και την ματαιότητα. Δεν υπήρχε τίποτα μάταιο όταν την γαμούσε. Γιατί δεν υπήρχε και σκοπός. Ο σκοπός, το τέλος, η αρχή, η αφετηρία, όλα ήταν εκεί, στο πρόσωπό της, στο κορμί της. Κοιτάζονταν. Και κάτι έβλεπαν ο ένας στον άλλο, που ήταν ο άλλος, αλλά ο άλλος όπως τον είχαν φανταστεί, ποθήσει και πλάσει. Αυτό που τους γαμούσε ήταν δικό τους δημιούργημα. Kαι το έκανε με απόλυτη σιγουριά και ταυτόχρονα απόλυτη αμφιβολία. Σε ένα διαρκές μετέωρο που δεν αναιρούσε το 100% μέσα και στις δύο φάσεις. Άλλοτε εναλλάξ άλλοτε με τυχαία σειρά. Ήταν μέσα στον άλλο που σε θέλει και θέλοντάς σε, σε κάνει να τον θέλεις ακόμη περισσότερο και θέλοντάς τον ακόμη περισσότερο, τον κάνεις να σε θέλει ακόμη περισσότερο, σε μια σπείρα δίχως τελειωμό. Δεν τους ένωνε η μοίρα, δεν τους ένωνε η τύχη, δεν τους ένωνε η επιθυμία τους, δεν τους ένωναν οι τρόμοι τους, τους ένωναν όλα αυτά μαζί και ταυτόχρονα τίποτα απ’ όλα αυτά. Κι η φορά που γέννησαν το κορίτσι δεν ήταν καν η φορά που είχαν κάνει το πιο απόλυτο μεταξύ τους σεξ. Ξεπέρασαν το όριο αγνοώντας την ύπαρξή του, αδιαφορώντας για την ύπαρξή του, αδιαφορώντας για το πού έφταναν, αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο πέρα από τον άνθρωπο τον οποίο είχαν αγκαλιάσει σφιχτά, μέχρι το σημείο που ο ιδρώτας του κι ο ιδρώτας της να αποτελούν τμήματα ενός γενικότερου υγρού τοπίου, που θα μπορούσε να ήταν θάλασσα και μέσα της οι δυο τους να κολυμπάνε προσπαθώντας να πνιγούν και να πνιγούν βαθύτερα και βαθύτερα, μέχρι όλα να μυρίζουν τη μυρωδιά του δέρματός της, δηλαδή του δέρματός του, δηλαδή του δέρματός της, σε ένα αλυσσιδωτό «δηλαδή» δίχως ορατό τέλος και αρχή, αλλά ούτε και αόρατο, σε ένα «δηλαδή» πέρα από την τρέλα και τη λογική, πέρα κι από τον ίδιον τον έρωτα, που ήταν μια ακόμα λέξη, που δεν μπορούσε να σημαίνει οτιδήποτε τότε, αφού όλες οι λέξεις είχαν φύγει από το μυαλό τους, αφού εν αρχή ην ο Λόγος, αλλά όταν τελείωσε μέσα της τελείωσε και ο Λόγος, και το τελείωμά του ην προς το πέρα από τον Θεό, προς τον αιώνιο άνθρωπο.
#
Πώς γεννήθηκε το αγόρι.
Γεννήθηκε επειδή δεν μπορεί να υπάρξει κορίτσι χωρίς αγόρι. Ή κορίτσι χωρίς κορίτσι. Ή αγόρι χωρίς αγόρι. Και μολονότι υπάρχει μια ιστορία για το πώς γεννήθηκε, πιθανότατα πιο ενδιαφέρουσα από την ιστορία του κοριτσιού, είναι τελικά δευτερεύουσα. Όπως θα ήταν δευτερεύουσα και αυτή του κοριτσιού, αν τύχαινε να ειπωθεί πρώτα το πώς της γέννησης της αγοριού. Επειδή δεν μπορεί να υπάρξει αγόρι χωρίς κορίτσι. Ή κορίτσι χωρίς κορίτσι. Ή αγόρι χωρίς αγόρι.
#
To κορίτσι και το αγόρι εξωτερικά ήταν σαν όλους τους άλλους ανθρώπους. Αλλά μεταξύ τους μπορούσαν να αναγνωριστούν. Κι όταν γνωρίστηκαν τυχαία, το σοκ έδωσε τη θέση του στη συγκίνηση, αυτή στην ακραία ελπίδα κι αυτή στον τεράστιο φόβο· τα ένιωσαν διαδοχικά μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, αλλά το σίγουρο ήταν πως δεν είχαν ούτε άλλη επιλογή ούτε προφανώς οποιαδήποτε άλλη επιθυμία από το να γνωρίσουν ο ένας τον άλλον. Άρχισαν να βγαίνουν μαζί, μετά από λίγο άρχισαν να ζουν και μαζί. Είχαν τόσα να μοιραστούν. Και τόσα που τους χώριζαν από όλους τους άλλους. Και το προσπάθησαν πολύ. Αλλά δεν είχαν χημεία. Έκαναν ένα και δύο και τρία παιδιά. Από αίσθηση καθήκοντος, από αίσθηση μιας μοίρας που τους ξεπερνά. Αλλά τα παιδιά δεν είχαν την δική τους ιδιαιτερότητα. Το αντιλήφθηκαν από την πρώτη στιγμή που τα κράτησαν στα χέρια τους. Αναπόφευκτα χώρισαν. Κι ενώ όσο ζούσαν μαζί κι έκαναν παιδιά ο χρόνος είχε σταματήσει και για τους δύο, λίγο μετά τον χωρισμό συνειδητοποίησαν και οι δύο με τρόμο πως μεγαλώνουν. Θα γερνούσαν λοιπόν. Ήταν άρα καταδικασμένοι σε αιώνια γηρατειά. Έχοντας ζήσει πολλά χρόνια μέσα σε αυτά ξαναβρήκαν αληθινά ο ένας τον άλλο στην κηδεία του τελευταίου τους παιδιού, που είχε έρθει η σειρά του να πεθάνει  από βαθύτατο γήρας. Άλλες επαφές δεν είχαν όλον αυτόν τον καιρό, ενώ στις προηγούμενες δύο κηδείες είχαν περιοριστεί σε τυπικό χαιρετισμό και αμοιβαία συλλυπητήρια γεμάτα αμοιβαίες ενοχές. Το βράδυ μετά την κηδεία του τρίτου τους παιδιού έκαναν έρωτα με απόλυτη απόγνωση. Η γυναίκα έμεινε έγκυος, αλλά δεν χρειαζόταν να τον ενημερώσει με κάποιο τρόπο. Γιατί ζούσαν ξανά μαζί κι έκαναν έρωτα κάθε μέρα, ενίοτε και πολλές φορές την μέρα, ακόμη και στο τελευταίο στάδιο της εγκυμοσύνης. Ίσως μάλιστα τότε περισσότερο παρά ποτέ. Όταν κράτησαν το μωρό στα χέρια τους, είδαν πως, σε αντίθεση με τα προηγούμενα, ήταν σαν αυτούς. Αλλά όχι ακριβώς σαν αυτούς. Το παιδί τους δεν θα γερνούσε. Φοβισμένοι από τη δική τους εμπειρία περίμεναν να περάσουν πολλά χρόνια που έμεινε νέος, ώσπου να βεβαιωθούν ότι δεν επρόκειτο για αυθυποβολή. Όταν βεβαιώθηκαν κι αυτοί κι αυτό, κατάλαβαν πως το παιδί ένιωθε μόνο. Ως γονείς κατάλαβαν και πως είχαν υποχρέωση να βρουν όμοιο του. Από αίσθηση καθήκοντος, από αίσθηση μιας μοίρας που τους ξεπερνά. Θα μπορούσαν να του κάνουν αδέλφια, αλλά οι κίνδυνοι μιας αιμομιξίας που θα διαρκούσε στο διηνεκές θα συνιστούσαν την απόλυτη ύβρη. Πήραν λοιπόν από κοινού την απόφαση και προσέγγισαν γέρους ανθρώπους. Και τους έκαναν έρωτα με την ίδια απόγνωση που είχαν κάνει έρωτα μεταξύ τους μετά την κηδεία. Υποσχέθηκαν όμως ότι θα γυρίσουν ο ένας στον άλλο και θα γαμιούνται ως την αιωνιότητα. Ήταν ευλογημένοι σε αιώνια γηρατειά.
#
Η συνειδητοποίηση του θανάτου των παιδιών τους έδωσε τη θέση της στη συνειδητοποίηση του επερχόμενου θανάτου των εφήμερων ταιριών τους. Έκαναν έρωτα ακριβώς πάνω στην φθορά και την κατάπτωση των σωμάτων, ακυρώνοντας την με τη λαγνεία. Πεσμένα βυζιά, ξεραμένα δέρματα, αδύναμα πέη. Όλα λειτουργούσαν ως το έσχατο αφροδισιακό. Τα ευγνώμονα ταίρια τους τους ξεπερνούσαν σε απεγνωσμένη λαγνεία. Μην μπορώντας να ερωτευθούν έναν απευθείας γέρο ή γριά, μάντευαν τις εκδοχές της ακμής του. Τις έβλεπαν στις φωτογραφίες και τα βίντεο. Αλλά κυρίως πάνω στο πρόσωπο του εραστή ή της ερωμένης έβλεπαν ζωγραφισμένα τόσο το πρόσωπο που υπήρχε κάποτε όσο και το πρόσωπο που υπάρχει τώρα.
#
Όταν μαθεύτηκε πως το μυστικό για να φτάσεις στον έρωτα που θα γεννήσει την ζωή όχι μόνο χωρίς τέλος αλλά και χωρίς φθορά ήταν η απελπισία για τη φθορά, γέροι και γριές άρχισαν να κάνουν και μεταξύ τους παιδιά, χωρίς τη δική τους μεσολάβηση. Και σύντομα ο κόσμος άρχισε να γεμίζει με αυτήν την κατηγορία ανθρώπων. Ο κόσμος σταμάτησε να κάνουν παιδιά νέος. Κατάλαβε πως δεν είχε νόημα και περίμενε να γεράσει. Σε αυτό το μεσοδιάστημα της ιστορίας υπήρχαν τρεις κατηγορίες ανθρώπων: οι θνητοί, οι αθάνατοι νέοι και το ζευγάρι των αθάνατων γέρων. Οι αθάνατοι νέοι, μην θέλοντας να κάνουν παιδιά αλλά και μην μπορώντας να γεράσουν, μαράζωναν περνώντας την ατέλειωτη ζωή τους σε αναμονή της ουδέποτε ερχόμενης δικής τους φθοράς. Απέκτησαν ένα σωρό ψυχικά προβλήματα και σε αυτό έπαιξε ενδεχομένως ρόλο το γεγονός ότι μεγάλωναν ορφανοί, αφού οι γονείς των περισσοτέρων πέθαιναν από βαθιά γηρατειά όταν ήταν ακόμη παιδιά.
#
Οι προσδοκίες και οι πεποιθήσεις ανατράπηκαν. Οι μη θνητοί όχι μόνο δεν σήμαναν το τέλος των θρησκειών, αλλά την αναζωπύρωσή τους. Ήταν πιστοί με έναν φανατισμό που σε τρόμαζε. Δεν πάλευαν την αιωνιότητα χωρίς την προσδοκία του τέλους της ζωής. Δημιουργήθηκαν νέες θρησκείες, ενώ οι παλιές προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα, επισημαίνοντας χωρία από τις γραφές που προφήτευαν τις εξελίξεις.
#
Σταδιακά οι θνητοί έγιναν είδος προς εξαφάνιση. Όλοι περίμεναν τα γηρατειά για να γαμηθούν όπως πρέπει. Έτσι όταν τελικά έμειναν εν ζωή μόνο οι αθάνατοι νέοι και το γερασμένο ζευγάρι, έπαψαν να γεννιούνται παιδιά. Δεν θα μπορούσαν οι νέοι να κάνουν σεξ με τον τρόπο που γεννήθηκε το αρχικό κορίτσι και το αρχικό αγόρι; Πιθανώς και να μπορούσαν. Αλλά δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν άλλη θνητότητα. Η θνητότητα ανήκε στο παρελθόν της ανθρωπότητας. Οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν αντισύλληψη. Παιδιά που γεννιούνταν χωρίς την ιδιαιτερότητα σκοτώνονταν αμέσως μετά τη γέννηση. Ήταν μια εποχή ντροπής, μια εποχή τόσο σκοτεινή που γρήγορα πέρασε στη λήθη. Επειδή οι γονείς ήθελαν να κρατήσουν τα παιδιά τους και δεν θα αντιστέκονταν στον πειρασμό, τα μωρά σκοτώνονταν από ειδικές επιτροπές. Όλα τελικά είχαν οδηγήσει στο σημείο όπου θα κατοικούσαν την γη για πάντα αυτά τα συγκεκριμένα δισεκατομμύρια αθάνατων νέων. Μέχρι που μια μέρα, αιώνες αργότερα, δύο από αυτούς έκαναν έρωτα με την απόγνωση εκείνου που δεν θα γεράσει και δεν θα πεθάνει ποτέ. Κι από την ένωση αυτή γέννησαν παιδιά που θα έμεναν για πάντα παιδιά.
#
Κάποτε από δυο αθάνατους ανθρώπους γεννήθηκε κι ένα ζώο. Ποιός το γέννησε; Από τι είδους συνεύρεση προήλθε; Την πιο ανίερη ή την πιο ιερή; Την πιο ανίερη αν σκεφτούμε ότι και οι δυο γονείς του ήταν ακόμη παιδιά. Την πιο ιερή αν σκεφτούμε πως τα παιδιά, έχοντας το μικρότερο απόθεμα δυστυχίας από όλους τους ανθρώπους, κατόρθωσαν να γεννήσουν τα πιο ευτυχή των πλασμάτων, κατόρθωσαν να εξολοθρεύσουν την ανθρώπινη δυστυχία στη ρίζα της. Πολλοί είπαν πως ήρθε το Κτήνος, το οποίο τόσες παλιές θρησκείες είχαν προφητέψει. Όχι, είμαστε άνθρωποι, οφείλουμε τουλάχιστον να διαφυλάξουμε αυτήν την κληρονομιά, έλεγαν. Πολλοί θέλησαν να αυτοκτονήσουν, αλλά όντας αθάνατοι δεν μπορούσαν να το κάνουν. Kι έτσι σύντομα όλα τα αθάνατα παιδιά έκαναν έρωτα μεταξύ τους, μέχρι που γεννήθηκε ένα ζευγάρι ζώα από κάθε είδος.
#
Αναπόφευκτα ξαναήρθε τότε ο κατακλυσμός. Σώθηκαν μόνο τα ζώα τα γεννημένα από ανθρώπους και το ζευγάρι των αθάνατων γέρων. Τα αθάνατα παιδιά εξαιρέθηκαν του κατακλυσμού και βρίσκονται τώρα μόνα τους σε έναν χώρο στεγνό και ασφαλή. Είναι σαν παιδότοπος, σαν παράδεισος, πολύ όμορφα είναι. Τους λείπουν όμως οι γονείς τους. Τα παιδιά είναι δυστυχισμένα εκεί. Οι αθάνατοι νέοι δεν μπορούσαν να πεθάνουν κι όμως πέθαναν. Υπάρχει φυσικά η μάλλον βάσιμη ερμηνεία πως μην αντέχοντας άλλο, μην αντέχοντας να έχουν χάσει τα παιδιά τους και μην αντέχοντας γενικότερα το φαινόμενο ζωή, προσποιούνται τους νεκρούς, πως κρατάνε τα μάτια τους πεισματικά κλειστά, σε έναν κόσμο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Στο γέρικο ζευγάρι δεν πέρασε καν από το μυαλό αυτή η επιλογή. Είχαν τόσο έρωτα να κάνουν μπροστά τους.
#
Xρόνια μετά, όσοι δεν άντεξαν να έχουν άλλο τα μάτια τους κλειστά άρχισαν να σηκώνονται. Περιφέρονταν σαν ζόμπι. Η γη ήταν πια σαν ζούγκλα. Τα ζώα περνούσαν δίπλα τους και δεν τους κατασπάραζαν, χωρίς να ξέρουν το γιατί, χωρίς να ξέρουν πως δεν το έκαναν επειδή αυτοί δεν μπορούσαν να πεθάνουν, χωρίς να ξέρουν τίποτα. Και ζούσαν τη ζωή τους απόλυτα ευτυχισμένα, πιο ευτυχισμένα κι από τους γέρους. Που όταν δεν έκαναν έρωτα η ζωή τους φαινόταν διπλά πιο αβάσταχτη. Το σεξ ήταν πια σαν ναρκωτικό για αυτούς. Ας κάνουμε ένα τελευταίο παιδί είπαν.
#
Το παιδί που έκαναν θα έμενε για πάντα παιδί, αφού τώρα έκαναν έρωτα με την απόγνωση της μη θνητότητας. Το ζευγάρι άρχισε να παραμελεί το ερωτικό σκέλος και να αφοσιώνεται στο παιδί του που είχε έτσι ανάγκη για αιώνια φροντίδα. Αυτή τη στιγμή είναι νύχτα και κάνουν έρωτα. Με έναν τρόπο που δεν έχουν ξανακάνει ποτέ. Το παιδί κοιμάται βαθιά. Αν ξυπνήσει, αν τους ακούσει και τους δει, θα ταραχτεί και η αιώνια ανεμελιά του θα σκιαχτεί με περίεργες σκέψεις. Το παιδί διατρέχει έναν κίνδυνο. Τα ζώα κανέναν. Δεν είναι ο θάνατος το θέμα, δεν είναι η θνητότητα, δεν είναι η φθορά. Είναι η συνείδηση, είναι η νόηση, είναι ο εαυτός.
#
Ένα βράδυ το παιδί ξύπνησε ακούγοντας το κλάμα των υπολοίπων παιδιών από την παραδεισένια εξορία τους. Σηκώθηκε και πέτυχε τους γονείς του πάνω στο σεξ. Αυτή η εικόνα μπλέχτηκε στο μυαλό του απαράλλαχτα με το κλάμα, αλλά ταυτόχρονα εκείνη την ώρα σβήστηκε. Έπρεπε να βρουν τα υπόλοιπα παιδιά. Αλλά το να ακούς κάποιον, δεν σημαίνει και ότι μπορείς να τον δεις.
#
Τα παιδιά στον δικό τους χώρο, το ζευγάρι με το παιδί τους να τους ψάχνει, ενώ οι αθάνατοι νέοι περιφέρονταν σαν ζόμπι ανάμεσά τους. Όταν όλοι τους αντιλήφθηκαν πως ο μη θάνατος είναι η μοίρα τους και πως διέξοδος δεν υπάρχει, κατάλαβαν πως μια μόνο λύση τους απομένει. Μπορεί ως άνθρωποι να ήταν αθάνατοι, αλλά ως ήρωες μέσα σε μια αφήγηση το σώμα τους σχηματιζόταν από λέξεις. Κι αν δεν πέθαινε το ανθρώπινο σώμα τους, μπορούσε να εξαφανιστεί αυτό που τους σήμαινε. Ναι, προφανώς και ήταν άνθρωποι, αλλά σε αυτό εδώ το κείμενο ήταν πρώτα απ’ όλα λέξεις. Παύοντας να υπάρχουν ως λέξεις εντός αυτής της αφήγησης, η οποιαδήποτε άλλη υπόστασή τους θα καταντούσε εκτός θέματος. Σε ό,τι αφορά την αντίληψη του αναγνώστη αυτής της ιστορίας, αν δεν υπάρχουν οι λέξεις που τους σημαίνουν, δεν υπάρχουν και οι ίδιοι. Σβήστηκαν λοιπόν. Πρώτα οι αθάνατοι νέοι που περιφέρονταν. Μετά τα παιδιά που γλίτωσαν από τον κατακλυσμό. Μετά το παιδί του ζευγαριού. Το θρήνησαν με ένα τελευταίο γαμήσι. Πιο εκρηκτικό από ποτέ. Η γυναίκα συνέλαβε και οπωσδήποτε θα γεννούσε κάτι εκρηκτικό. Αλλά ήταν η σειρά τους να σβηστούν. Κι έτσι δεν υπάρχουν πια. Δεν υπάρχουν για εμένα που γράφω αυτές τις λέξεις και για σένα που τις διαβάζεις. Δεν υπάρχουν πια σε αυτήν την αφήγηση. Δραπέτευσαν από την αθανασία δια της εξαφάνισης της σήμανσής τους. Αν σε εννιά μήνες γεννηθεί κάτι τόσο πολύ εκρηκτικό που θα βγει από τα όρια αυτής της ιστορίας, τότε ίσως θα ακουστεί. Αν δεν ακουστεί, είναι επειδή αυτή η ιστορία δεν άξιζε τον κόπο.
#
Τουλάχιστον εγώ που την γράφω οφείλω να έχω τα αυτιά μου ανοικτά. Να προσδοκώ μακρινές εκρήξεις. Να ονειρεύομαι κοσμογονίες που θα ξεπερνούνε φράγματα. Να διαψευστώ και να χάσω. Ένα παιχνίδι που όρισα τους κανόνες του με τρόπο τέτοιο ώστε να χάσω.
#
Έμειναν μόνο τα ζώα. Χωρίς συνείδηση, χωρίς λέξεις, τι να σβήσουν; Κι έμειναν κι οι νέοι εκείνοι που είχαν επιμείνει να κρατάνε τα μάτια τους κλειστά. Δεν ήξεραν πια αν ονειρεύονταν ή αν είχαν πεθάνει. Το πρόβλημα ήταν πως θα έμεναν έτσι ως την αιωνιότητα. Ο εγκέφαλός τους φλίπαρε και άπαντες τρελάθηκαν. Μερικοί τρελάθηκαν μέσα στον ύπνο τους. Νόμιζαν πως περιφέρονταν ανάμεσα σε ζώα, αλλά ίσως το έβλεπαν στον ύπνο τους. Άλλοι έβλεπαν στον ύπνο τους πως σε λίγο θα κοιμηθούν. Ξύπνησαν κι άρχισαν να αγκαλιάζουν τα ζώα. Άλλοι χόρευαν με λιοντάρια, άλλοι συζητούσαν μονομερώς με φίδια, άλλοι ζωγράφιζαν σκυλιά. Όταν τα ζώα έπεφταν να κοιμηθούν οι τρελοί αποτρελαίνονταν, φτάνοντας σε εκείνο το σημείο τρέλας που σταδιακά κάθε αναφορά στον εαυτό χανόταν. Πάρα πολύν καιρό μετά, στον πλανήτη επικρατούσε ευτυχία που διακοπτόταν μόνο από σποραδικά ξεσπάσματα πόνου αναγόμενα σε φρικτά υπολείμματα υποψιών εαυτού.
#
Όταν εξαφανίστηκαν κι αυτά, νοήμονα όντα από άλλο πλανήτη ήρθαν στη γη. Εντυπωσιάστηκαν από τους ανθρώπους. Μελέτησαν τους εγκεφάλους τους και απόρησαν που δεν είχαν αναπτύξει νόηση και πολιτισμό. Πήραν μαζί τους για μελέτη ένα ζευγάρι από όλα τα ζώα (που ειχαν στο μεταξύ πολλαπλασιαστεί) κι ένα ζευγάρι ανθρώπους. Και μετά από μακρόχρονα πειράματα άρχισε να φεύγει η τρέλα και να επανέρχεται η νόησή τους. Στην αρχή θεώρησαν ότι έβλεπαν όνειρο. Για την ακρίβεια τους πήρε πολύ καιρό για να σκεφτούν πως δεν έβλεπαν. Όταν άρχισαν να νιώθουν δυστυχισμένοι, οι εξωγήινοι προσπάθησαν να τους εξηγήσουν ότι δεν είναι απαραίτητο, πως νόηση και εαυτός κάθε άλλο παρά συνεπάγονται τη δυστυχία. Τους έδειξαν τη θεωρία, τους έδειξαν το βίωμα, αλλά οι άνθρωποι εκεί. Τα όντα από τον άλλο πλανήτη άρχισαν να μελετούν πάλι τον εγκέφαλό τους για να ανακαλύψουν το λόγο.
#
Ένα βράδυ το ζευγάρι των ανθρώπων έκανε έρωτα. Μάλλον ανέμπνευστα. Και πάλι όμως, με έναν τρόπο που δεν είχε κάνει κανείς ποτέ σε αυτόν τον πλανήτη που τώρα βρίσκονταν. Ένας πολιτισμός εκατομμυρίων ετών άρχισε να ξεπέφτει στη δυστυχία. Η παρακμή του ξεκίνησε από εκεί. Όλοι έπεσαν πάνω στον άντρα και τη γυναίκα. Τους χρησιμοποίησαν για τη σεξουαλική τους συνεύρεση. Ο άντρας και η γυναίκα θα είχαν πεθάνει από την εξάντληση αν δεν ήταν αθάνατοι. Γεννήθηκε ένα νέο είδος, μεικτό. Κατέβηκε στη γη. Συνάντησε ζώα, εναπομείναντες αθάνατους - τρελούς, τους θνητούς απογόνους τους που οι αθάνατοι τρελοί είχαν γεννήσει μηχανικά και οι οποίοι έχοντας μείνει χωρίς γλώσσα από τη γέννησή τους έκαναν ακόμα στοιχειώδη βήματα άρθρωσης λόγου. Και φυσικά είδε και άλλα που δεν μπορούν να γραφτούν εδώ, επειδή σβήστηκαν οι λέξεις που τα συγκροτούσαν. Όσο για το άλλο, εκείνο που έμελλε να γεννηθεί, αυτό θα μπορούσε να το είχε δει. Οπότε βρίσκεται και δεν βρίσκεται σε αυτήν την αφήγηση. Προσπαθώ να το δω. Αλλά δεν τα καταφέρνω. Οι άλλοι που σβήστηκαν παραμένουν εντελώς αόρατοι. Αν υποθέσουμε βάσιμα πως ακόμα ζουν, είναι επειδή έτσι είναι η φύση τους, έτσι γεννήθηκαν. Αυτό όμως εκπέμπει κάτι πισω από τις λέξεις, κάτι που ξεπερνά το ίδιο του το συστατικό όριο, ακριβώς γιατί προβλέφθηκε στην αφήγηση η καταστατική του ιδιομορφία.
#
Ίσως αν απαρνηθώ κι εγώ τις λέξεις, αν απαρνηθώ κι εγώ το Λόγο, να μπορέσω να το δω καλύτερα. Ίσως μια λύση είναι ο έρωτας. Να το δω όταν θα αδειάσω από λέξεις. Να το δω τη στιγμή της έκρηξης. Να τελειώσω και μαζί του και η ιστορία. Να με επισκεφτεί σαν όραμα. Να μου πει, είμαι εδώ, υπάρχω, αξίζω τον κόπο. Να μου πει, πάψε να ζηλεύεις τα ζώα, πάψε να ζηλεύεις την ευτυχία τους. Να μου πει, προτίμησε να ξέρεις κι ας πονάς. Να του απαντήσω, όχι, εδώ είναι η μεγάλη παγίδα, τι να την κάνω τη γνώση και την αυτογνωσία και την αλήθεια; Τι να μου πει η αλήθεια μπροστά στην ευτυχία; Γαλήνη; Είμαι άνθρωπος· πώς να ζήσω σε γαλήνη; Να μου πει πως άλλο να αδειάζεις και άλλο να είσαι εξ ορισμού κενός. Να μου πει πως αυτές εδώ οι λέξεις είναι ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, αυτές εδώ οι λέξεις είναι που μας κάνουν να καταλαβαίνουμε τι μας γίνεται, να αμφισβητούμε τα συστατικά μας, να γνωρίζουμε πως γνωρίζουμε μόνο ένα μικρό μέρος, και πως ακόμη κι αν δεν μπορούμε να δούμε ολόκληρη την εικόνα, ακόμη κι αν δεν υπάρχει η πλήρης εικόνα, υπάρχει πάντως η επίγνωση ότι η εικόνα που έχουμε είναι ημιτελής. Πως έχουμε τουλάχιστον αυτήν την επίγνωση. Και λέξεις για να λένε το ίδιο πράγμα διαρκώς με άλλα λόγια. Και έρωτες για να κάνουμε τον ίδιο έρωτα διαρκώς με άλλα σώματα· που μπορεί κάλλιστα να είναι σε ενικό αριθμό: ένας έρωτας και ένα σώμα. Αλλά ακόμα και στον ενικό ο έρωτας είναι πάντα στον πληθυντικό. Και με ένα πρόσωπο δεν είναι ποτέ ο ίδιος έρωτας. Ο έρωτας είναι η αφορμή, και αν στον δίνει το ίδιο πρόσωπο, τότε είναι οι δεκάδες, oι εκατοντάδες, οι χιλιάδες έρωτες μαζί του. Και το να κάνεις έρωτα με τις διάφορες εκδοχές του σώματός του· που δεν υπονοεί τίποτα άλλο, παρά το ίδιο του το σώμα και τους τρόπους που εσύ του δίνεσαι. Αλλιώς χθες, αλλιώς σήμερα, αλλιώς σε έναν χρόνο. Μεσολαβεί η ζωή και η αφήγηση. Και η ιστορία σας.
#
Γράφει κανείς ψάχνοντας το νόημα ή την ομορφιά ή την αλήθεια ή την αποτύπωση ενός πόνου. Γράφοντας γεμίζουμε με έναν εαυτό γεμάτο σκέψεις και λέξεις. Στον αντίποδα ο έρωτας σε αδειάζει από λέξεις, καθιστά τις λέξεις περιττές. Κι όμως. Ακόμη κι αν ο άνθρωπος σαν ζώο γαμούσε πολύ πιο άγρια, σηκωνόταν πάντα στους άντρες, έχυναν πάντα οι γυναίκες, έχει ανάγκη τον εγκέφαλο για να κάνει έρωτα με τρόπο γεμάτο νόημα. Συμβολικά γαμάμε. Κάνουμε έρωτα πρωτίστως με την εικόνα ενός ανθρώπου, με ό,τι συμβολίζει στο μυαλό μας, και δευτερευόντως με τη σωματικότητά του. Όταν κάνουμε σεξ βρισκόμαστε πάντα μέσα σε μια αφήγηση. Σε ένα επεισόδιο μιας ιστορίας. Ακόμη κι αν πρόκειται για ουάν νάιτ σταντ ή για πρόσωπο που ψώνισες σε μπαρ τύφλα ή για επ’ αμοιβή έρωτα. Πάντα όταν υπάρχει άλλο πρόσωπο παρών, γαμάμε μέσα σε μια ιστορία. Και ο αυνανισμός είναι η προσομοίωση της ιστορίας. Σπανίως υπάρχουν ιστορίες στον αυνανισμό. Οι μαλακίες μοιάζουν μεταξύ τους, το σεξ ποτέ.
#
Το παλαντζάρισμα ανάμεσα στην ματαιότητα εξερεύνησης των πραγμάτων και στο ανελέητο στύψιμό τους. Η αέναη ερωτική επιθυμία του πνεύματος κι η αέναη παραίτησή του. Πάνω στη γραφή έρχονται και ακουμπάνε και τα δύο ένστικτα, και του έρωτα και του θανάτου. Γράφεις για να θρηνήσεις και γράφεις για να γιορτάσεις. Γράφεις για να πεις πως όλα είναι χαμένα και γράφεις για να πεις πως ακόμη κι αν είναι όλα χαμένα υπάρχουν στο μεταξύ λέξεις να γραφτούν και από λέξεις να αδειάσεις. 
Μέχρι να αδειάσεις από ζωή.

Κυριακή, Μαρτίου 09, 2014

Μόνο τότε

 
Μόνο όταν αρχίζεις να απαλλάσσεσσαι απ' τα σκατά του μυαλού σου.
Μόνο όταν αρχίζεις να βλέπεις εσένα και τους άλλους
έξω από το πλέγμα ενοχή - κατηγορία - ποινή.
Ή το πλέγμα πληγή - κατηγορία - ποινή.
Μόνο όταν αρχίζεις να σε σέβεσαι και να σε αγαπάς.
Μόνο τότε

έχοντας στείλει τον θυμό στο διάολο,
νιώθεις πως είσαι μέσα σου αρκετά δυνατός
και για εσένα και για τους άλλους
και πως δεν υπάρχει πιο πλήρης ευφορία
από την ευφορία που σε διακατέχει
όταν αγαπάς αυτούς που αγαπάς.