Σάββατο, Οκτωβρίου 20, 2018

Η ζωή αλλιώς

Έχεις δικαστήριο σε δύο ώρες. Πρέπει να κλείσεις τις τρύπες στο δικόγραφο. Είναι πολλές, αλλά εντάξει, θα τα καταφέρεις. Τσάτρα πάτρα κάπως, αλλά θα τα καταφέρεις ξανά. Η ώρα περνάει. Πρέπει να φύγεις, δεν θα προλάβεις. Έχεις ξεχάσει το αγωγόσημο, μα είναι δυνατόν; Πόσα επιπλέον λεφτά, δεν τα ζήτησες, πώς θα τα ζητήσεις τώρα; Αλλά εντάξει, θα τα καταφέρεις. Μαζεύεις όλα τα χαρτιά. Βγαίνεις έξω. Ο φάκελλος ανοίγει, όλα πετάγονται στο δρόμο. Τι να πρωτοπρολάβεις να μαζέψεις κι από που; Κοιτάς το ρολόι σου. Δεν θα προλάβεις, δεν θα τα καταφέρεις ξανά. Σκέφτεσαι να τα αφήσεις όπως είναι πεταμένα στο δρόμο και να σηκωθείς να φύγεις. Εντάξει, τα έκανες μούσκεμα, αλλά δεν πέθανε και κανείς. Κι όμως την ίδια ώρα που νιώθεις πιο απατεώνας από ποτέ και πιο νίλα από ποτέ, αρχίζεις και τα μαζεύεις. Προσπαθείς να τα ξαναβάλεις και στη σωστή τους σειρά. Κι ας μην προλαβαίνεις πια. Δεν έχει σημασία, με κάποιον τρόπο θα τα καταφέρεις. Είσαι απατεώνας, αλλά είσαι και δυνατός. Δυνατός απατεώνας. Αλλά πώς θα τα καταφέρεις, πώς θα βρεις την άκρη αυτή τη φορά; Δεν γίνεται με τίποτα, είναι σαφές. Τι θα μπορούσες να σκαρφιστείς, ποιος από μηχανής θεός θα μπορούσε να σε σώσει; Το μυαλό σου προφανώς. Αποφασίζεις ότι τίποτα απ΄αυτά δεν συμβαίνει στα αλήθεια. Αναποδογυρίζεις την πραγματικότητα στην οποία ζούσες και ξυπνάς στην πραγματική. Όλα ήταν ένα παιχνίδι του μυαλού. Όλα ήταν απλά ένα άγχος. Όλα είναι πάλι υπό τον έλεγχό σου. Είσαι ο κυρίαρχος της πραγματικότητας. Είσαι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Είσαι ο κυρίαρχος του μυαλού σου. Μέσα εκεί συμβαίνουν πάντα όλα. Μέσα εκεί σκοτώνεις και σκοτώνεσαι. Μέσα εκεί πεθαίνεις κι ανασταίνεσαι. Μέσα εκεί ανταλλάσσεις πραγματικότητες. Μέσα εκεί η ζωή είναι αλλιώς.

Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2018

Το νερό αλλιώς

Στάζει λίγο.
Αναμφίβολα σπατάλη.
Αλλά ταυτόχρονα και μικρή, ταπεινή ομορφιά,
έτσι όπως ο ήλιος πέφτει πάνω στο νερό,
δίνοντάς του χρώμα
και μια υπόσταση διαφορετική
από την σκέτα χρηστική.
Ουκ επ ύδατι μόνω ζήσεται άνθρωπος,
δεν μπορείς να ζεις χωρίς να σπαταλιέσαι,
δεν μπορείς να ζεις χωρίς να κοιτάς,
δεν μπορείς να ζεις χωρίς να νιώθεις,
δεν μπορείς να ζεις χωρίς να γράφεις.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2018

Πράγματα


Πράγματα που υπάρχουν στα αλήθεια: Η βροχή. Το πλυντήριο πιάτων. Η μουσική.
Πράγματα που δεν υπάρχουν στα αλήθεια: Η Μακεδονία. Ο Οκτώβριος. Το ωράριο.
Πράγματα που ενώ δεν υπάρχουν στα αλήθεια, χωρίς αυτά δεν μπορείς να υπάρξεις στα αλήθεια: Τα λεφτά.
Πράγματα που ενώ υπάρχουν πάνω κάτω στα αλήθεια, με αυτά δεν μπορείς να υπάρξεις στα αλήθεια: Η αλήθεια.
Πράγματα που δεν έχει σημασία αν υπάρχουν στα αλήθεια, σημασία έχει να υπάρχουν: Η ελπίδα.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 13, 2018

Κι ένα σάντουιτς σε σελοφάν

Kάτι μου μυρίζει στο βαγόνι του μετρό. Κοιτάω γύρω μου κι εντοπίζω τον ύποπτο. Ή την ύποπτο. Είναι απροσδιορίστου φύλου. Και απροσδιορίστου ηλικίας. Όχι απροσδιορίστου κοινωνικού στάτους όμως. Ζει ξεκάθαρα στον πάτο του βαρελιού. Ταυτόχρονα ακούγεται από την άκρη του βαγονιού η φωνή ενός άντρα: «Μια μικρή βοήθεια, μια μικρή βοήθεια. Είμαι άστεγος έξι μήνες. Το κρύο και τη βροχή που έχω φάει δεν την φαντάζεστε. Έχω να φάω δυο μέρες». Οι στεγασμένοι επιβάτες κάνουν χώρο να μετακινηθεί στο βαγόνι ο άστεγος. Δεν πρέπει να είναι πάνω από 35. Κι έχει ζήσει σίγουρα πολύ καλύτερες μέρες. Κανείς στεγασμένος δεν του δίνει λεφτά - ούτε εγώ βέβαια. Το απροσδιορίστου φύλου και ηλικίας άτομο ανοίγει το φερμουάρ από το σάκο που έχει στον ώμο. Βγάζει από την μπροστινή θήκη και δίνει στον άντρα κάτι συσκευασμένα κεκάκια κι ένα σάντουιτς σε σελοφάν. Αυτός πιάνει την καρδιά του, λέει χαμηλόφωνα ευχαριστώ, τα παίρνει στο χέρι και συνεχίζει να προχωρά στο βαγόνι, επαναλαμβάνοντας όσα έλεγε. Στεγασμένος επιβάτης δίπλα μου λέει σε στεγασμένη συνεπιβάτισσα: «Κάποιος του έδωσε σάντουιτς. Αν είχε να φάει δυο μέρες, θα το είχε κατασπαράξει. Θα το πετάξει μόλις βγει». Γιατί δεν αρκεί να μην δίνεις εσύ βοήθεια στον τσακισμένο. Πρέπει να στιγματίσεις τη βοήθεια, ακόμη κι αν τη δίνει άλλος. Όχι, δεν έχει στα αλήθεια τσακιστεί ο άντρας. Επαγγελματίας είναι, ρεμάλι είναι, ψεύτης είναι. Γιατί αν δεν ξέρει ο στεγασμένος να διακρίνει ποιος πεινάει στα αλήθεια και ποιος όχι, ποιος θα ξέρει; Ο έτερος καταραμένος του βαγονιού;

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 02, 2018

Sharp Objects

Η προηγούμενη μεταφορά μυθιστορήματος της Γκίλιαν Φλιν μάς έδωσε μια από τις σημαντικότερες (αν και μάλλον παρεξηγημένες - υποτιμημένες) αμερικάνικες ταινίες των τελευταίων ετών, το "Gone Girl", που σκηνοθέτησε αριστοτεχνικά ο Ντέιβιντ Φίντσερ πατώντας στη σεναριακή διασκευή της ίδιας της Φλιν, 
η προηγούμενη σειρά που σκηνοθέτησε ο Ζαν Μαρκ Βαλέ, ο πρώτος κύκλος του "Βig Little Lies" ήταν instant classic και θα μείνει σταθμός (αν δεν εξασθενίσει - εκφυλιστεί στους επόμενους κύκλους, όπως έχει συμβεί -σε μια από τις λίγες αλλά κραχτές παθογένειες της νέας εποχής της τηλεόρασης- και με άλλες σειρές, με αποτέλεσμα να πληγεί και το συνολικό αποτύπωμα που άφησαν),
οπότε το Sharp Objects σε προδιαθέτει από τις υπογραφές των συντελεστών για τα εντελώς καλύτερα, πολύ περισσότερο αν συνυπολογιστεί το λαμπρό καστ των πρωταγωνιστών.
Για την ακρίβεια των τριών πρωταγωνιστριών. Γιατί, όπως συμβαίνει στο Big Little Lies -σε μια λίαν ευπρόσδεκτη απόκλιση από το συνήθως συμβαίνον στον αμερικάνικο κινηματογράφο και την αμερικάνικη τηλεόραση- η σειρά γυναικοκρατείται, με τους άντρες να κρατάνε τους δεύτερους ρόλους και, όπως συμβαίνει στο Gone Girl, η κυρίαρχη φιγούρα είναι γυναικεία.
Και πράγματι, η Πατρίσια Κλάρκσον στον ρόλο της μητέρας έχει επιτέλους τη δυνατότητα να μας προσφέρει τον ρόλο της ως τώρα καριέρας της, καθώς είναι σαν να τον υποδύεται όχι μόνο με τα συνειδητά εκφραστικά της μέσα, αλλά με όλη της την αιθέρια φιγούρα, με όλη την σωματική της κατασκευή, με όλη την σχέση της με το πέρασμα του χρόνου, σαν αγέραστη νεράιδα μιας κάποιας ηλικίας, σαν ανοίκεια οικείο στοιχειό, η Έιμι Άνταμς στον ρόλο της κόρης έχει φορέσει στο βλέμμα της την επιτομή του ριζικού πόνου και του ολικού φακντ απ, ενώ η νεαρή Ελίζα Σκάνλεν στέκεται δίπλα τους άφοβα, με όλο το θράσος των νιάτων της, της ομορφιάς της και του ταλέντου της.
Στη σκιά των τριών γυναικών τέσσερις - πέντε σπουδαίοι αντρικοί β' ρόλοι. Ο Βαλέ ξέρει πάρα πολύ καλά ποιους ηθοποιούς να επιλέγει και πως να τους βγάζει μια υπόκωφη ένταση. Αλλά μιλώντας για τους δεύτερους ρόλους, είναι η ώρα να μιλήσουμε για την κατ' εμέ μεγάλη αστοχία του Sharp Objects. Μια αστοχία που δεν μπορεί προφανώς να αναιρέσει ότι είναι μια σειρά που πρέπει να δει κανείς, μια σειρά με εκθαμβωτικές αρετές, μια σειρά που την ατμόσφαιρά της την κουβαλάς μετά πάνω σου σαν ιδρώτα στο πετσί σου.
Αλλά. 
Αλλά η επίδραση των δεύτερων ρόλων είτε χάνεται μέσα στη διάρκεια των οκτώ επεισοδίων, καθώς άλλο είναι να έχει ένας ήρωας δυο δυνατούς μονολόγους μέσα σε δυο ώρες κι άλλο σε έξι - επτά, είτε υπονομεύεται μέσω της επαναληψιμότητας της συμπεριφοράς τους, η οποία δεν προσθέτει τίποτα στη δυναμική της ιστορίας. Με άλλα λόγια όλα μέσα στο Sharp Objects δείχνουν ότι ήταν υλικό για ταινία. Όχι για σειρά οκτώ επεισοδίων. Στην ταινία μπορείς να φανταστείς τα πάντα να λειτουργούν πολύ περισσότερο καίρια. Κατεξοχήν το αστυνομικό μυστήριο, αλλά όχι μόνο αυτό. 
Και ακριβώς επειδή ο Βαλέ έχει δείξει στη διάρκεια της καριέρας του πόσο τεράστιο ψάξιμο κάνει για τη χρήση του μοντάζ, εξελίσσοντάς το έργο με το έργο κι αναδεικνύοντάς το στο Sharp Objects σε κομβικό μέσο αποτύπωσης των ανοικτών πληγών στο μυαλό της Έιμι Άνταμς, νομίζω ότι στη διάρκεια μιας ταινίας δεν θα έμενε τίποτα σημαντικό απ΄έξω, αντίθετα θα αποφευγόταν η φλυαρία και το πλάτιασμα και οι αφηγηματικές κοιλιές.
Aκόμη κι έτσι το Sharp Objects είναι μια σειρά μεγάλης κλάσης. Αλλά νοσταλγώ την ταινία που θα μπορούσε να είχε γυριστεί στη θέση της. Με τους ίδιους ακριβώς συντελεστές. Και μόνη τη Φλιν να γράφει το σενάριο. Νοσταλγώ την αιχμή της, το χτύπημά της στο κέντρο του στόχου, τη σωστή σχέση της με το χρόνο. 
Δεν είναι όταν μπορείς να πεις κάτι σε δύο ώρες, μην σπαταλάς εφτά. 
Είναι ότι όταν μπορείς να πεις κάτι σε δύο ώρες, οι υπόλοιπες πέντε δεν θα έπρεπε να έχουν λόγο ύπαρξης. 
Από την άλλη σε εφτά ο Βαλέ πρόλαβε να χωρέσει όλες αυτές τις τραγουδάρες. Οπότε χαλάλι.

Παρασκευή, Απριλίου 20, 2018

Εσωτερική

Υπάρχουν τομείς της ζωής που, ό,τι κι αν κάνουμε, οι μέσα μας φωνές θα μας κρίνουν ανεπαρκείς, χωρίς αληθινή δυνατότητα να τις μεταπείσουμε.
Υπάρχουν τομείς της ζωής που, ό,τι κι αν κάνουμε, οι μέσα μας φωνές θα μας αποθεώνουν, χωρίς αληθινή δυνατότητα να τις μεταπείσουμε.
Υπάρχουν τομείς της ζωής που, ό,τι κι αν κάνουμε, οι μέσα μας φωνές θα μας δικαιολογούν, χωρίς αληθινή δυνατότητα να τις μεταπείσουμε.
Υπάρχουν τομείς της ζωής που, ό,τι κι αν κάνουμε, οι μέσα μας φωνές θα μας κατηγορούν, χωρίς αληθινή δυνατότητα να τις μεταπείσουμε.
Προσπαθείς να καταλάβεις από που έρχονται αυτές οι φωνές. Πως είναι τόσο γαμημένα σίγουρες για το τι κάνεις καλά και τι όχι, για το που είσαι σωστός και που λάθος. 
Προσπαθείς να καταλάβεις ποια είναι τα αληθινά περιθώρια αυτοδιάθεσής μας με τέτοια προκαθορισμένη και προαποφασισμένη εσωτερική χορωδία, με τόσους προκαθορισμένους και προαποφασισμένους εσωτερικούς καθρέφτες, οι οποίοι θα δείχνουν ό,τι εκείνοι έχουν νομίσει πως είσαι κι όχι αυτό που στην πορεία των χρόνων γίνεσαι. 
Ίσως ξεχωριστοί είναι οι άνθρωποι που έμαθαν να μεταπείθουν τις φωνές τους ή έστω να τις αγνοούν. 
Ίσως πάλι ξεχωριστοί είναι οι άνθρωποι που έτυχε (;) να έχουν μέσα τους τις σωστές φωνές, τους σωστούς καθρέφτες, οι οποίοι δεν στρέβλωναν αλλά ενίσχυαν την αυτογνωσία τους. 
Ποιος ξέρει.
Κουβέντα να γίνεται.
Εσωτερική.

Δευτέρα, Μαρτίου 12, 2018

Δέκα Χρονών

Το να μεγαλώνεις ένα παιδί σημαίνει να το μεγαλώνεις λάθος. Ή, αν αυτό είναι υπερβολικό, ας πούμε ότι το να μεγαλώνεις ένα παιδί και το να μεγαλώνεις ένα παιδί σωστά είναι έννοιες αμοιβαία αποκλειόμενες. Δεν είναι ο ρόλος μας να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας σωστά. Μακάρι να γινόταν. Αλλά το μόνο που γίνεται είναι να κάνουμε το δικό μας κοκτέιλ λαθών. Το μόνο που γίνεται είναι να προσπαθούμε να αποφεύγουμε τη συνεχή επανάληψη των ίδιων, το μόνο που γίνεται είναι μεγαλώνοντας τα παιδιά μας να μεγαλώνουμε κι εμείς συναισθηματικά, ώστε η σκέψη μας και ο τρόπος προσέγγισής μας να αποκτά μια ανοικτότητα, μια ευελιξία, μια δυνατότητα αυθεντικής μεταβολής. Aν πρέπει ντε και καλά να είμαστε μαλάκες, ας είμαστε οπουδήποτε αλλού. Όχι απέναντι στα παιδιά μας.
Έχω γράψει για το γιο μου στο μπλογκ, στο φέισμπουκ, στην Ελευθεροτυπία, στο Unfollow, στο Elculture, στο Greek Cloud, σε βιβλία, γενικά όπου έχω γράψει, έχω γράψει και για τον γιο μου. Και σχεδόν ό,τι έχω γράψει, εκπέμπει τρυφερότητα, αγάπη, θαυμασμό. Αν με κάποιο τρόπο τα έβρισκα και τα συγκέντρωνα όλα, μπορεί και να έλεγε κανείς τι γαμάτος πατέρας.
Αλλά για μένα το να είμαι πατέρας είναι πάρεργο. Γραφιάς είμαι. Και οκ, όποτε κάτι με συγκινεί με το παιδί, μια χαρά ευκαιρία είναι για γράψιμο. Όχι για να δειχθώ, όχι για να πάρω λάικ, όχι για να πουλήσω κάτι. Τα κίνητρα των ανθρώπων σπανίως είναι τόσο μονοσήμαντα ποταπά. Όχι λοιπόν, όποτε έγραφα κάτι, το έγραφα γιατί με τσιγκλούσε να το γράψω, γιατί με τσιγκλούσε να το αποτυπώσω, με τσιγκλούσε να το μοιραστώ. Από την άλλη αποσιώπησα πράγματα για τον πατρικό μου ρόλο ή πράγματα που μου έχει πει ο ίδιος, τα οποία θα σχημάτιζαν μια διαφορετική εικόνα. Εκεί φαίνεται δεν βρέθηκε κάτι να με τσιγκλίσει εξίσου να το γράψω, να το αποτυπώσω, να το μοιραστώ.
Αν λοιπόν με κάποιο τρόπο έβρισκα και συγκέντρωνα όσα έχω γράψει για τον γιο μου αυτή την πρώτη του δεκαετία, το ερώτημα είναι αν θα έβρισκα τις καλύτερες στιγμές μου μαζί του ή τις περισσότερες στιγμές μου μαζί του. 
Αν όμως κάτι μιλά περισσότερο για τον ρόλο μου ως πατέρα αυτά τα δέκα χρόνια, δεν είναι ό,τι έγραψα για εκείνον αυτά τα δέκα χρόνια, αλλά ό,τι ανάρτησα συνολικά σε μπλογκ και σόσιαλ μίντια αυτά τα δέκα χρόνια. Ο χρόνος που πέρασα αυτή τη δεκαετία ποστάροντας στο ίντερνετ ήταν ταυτόχρονα και χρόνος που δεν πέρασα αυτή τη δεκαετία μαζί του. 
Βλέπεις, αγόρι μου, στην ιστορία των πατεράδων και των γιων, κάθε πατέρας κάνει το δικό του κοκτέιλ λαθών. Ένα από τα συστατικά του δικού μου κοκτέιλ, είναι και ότι είμαι αρκετά ως περισσότερο απών. Προτιμώ να κάνω άλλα πράγματα. Αλλά όποτε γράφω κάτι ωραίο για σένα στο δείχνω, δεν στο δείχνω; 
Σε αγαπώ όμως. Απέραντα. Και, οκ, αυτό το ξέρεις. Όλα τα ξέρεις. Και τα λες με τον δικό σου τρόπο. Σε ακούω. Σε αγαπώ. Θα αλλάξω το ως τώρα κοκτέιλ, με νέα λάθη, διαφορετικά. Δεν θα παραμείνω στα ίδια. Σε αγαπώ. Που θα σ' αγαπούσα όπως και να ήσουν. Αλλά είσαι και γαμάτος. Και σ' αγαπώ και για αυτό διπλά.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 12, 2018

Ο Νονός

Μου έστειλε λίγο νωρίτερα μέιλ ο νονός μου. Σχολίαζε με θερμά λόγια ένα κείμενο της «Πεζής Αλφαβήτας». Στην πορεία των τεσσάρων σχεδόν χρόνων που έχουν περάσει από το πρώτο βιβλίο, μου έχει γράψει και μου έχει πει προφορικά αρκετές ακόμα φορές θερμά λόγια. Τα οποία δεν είναι και ποτέ γενικά, πάντοτε αφορούν συγκεκριμένα κομμάτια από τα δυο βιβλία. Έμαθα κι ότι τώρα στις γιορτές, σε κάποιο οικογενειακό τραπέζι, έβαλε και διάβασαν ένα απόσπασμα. 
Δεν ξέρω πώς να το εκφράσω ώστε να μην ακουστεί δήθεν: όταν βγήκε το πρώτο βιβλίο είχα φιλοδοξίες, όνειρα, το ΄να - τ' άλλο. Πίστευα ότι είναι κάτι. Και ότι όταν κάτι είναι κάτι, αυτό φαίνεται, περνάει, αποτυπώνεται. Τελικά δεν φάνηκε και τόσο, δεν πέρασε και τόσο, δεν αποτυπώθηκε και τόσο. Το δεύτερο το έβγαλα εντελώς πιο προσγειωμένα, το δεύτερο άρχισα να το συμπαθώ κάπως μάλλον καιρό μετά την έκδοσή του. 
Αλλά ενώ πάντα τα μπράβο των κοντινών σου ανθρώπων έχεις την τάση να τα θεωρείς δεδομένα και να τα υποτιμάς ως προκατειλημμένα, ενώ πάντα πασχίζεις να αγγίξεις ανθρώπους που δεν ήξεραν ότι υπάρχεις, σιγά - σιγά κατάλαβα ότι ο ιδανικός σου αναγνώστης μπορεί να είναι ο πιο απρόβλεπτος άνθρωπος, σιγά - σιγά κατάλαβα ότι ναι, ωραίο θα ήταν να είχα πατήσει κάποιες λογοτεχνικές κορυφές, αλλά επίσης ωραίο και πολύτιμο και βαθιά συγκινητικό είναι να καταφέρνεις να γράφεις ιστορίες που άγγιξαν τον νονό σου.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2017

Χρόνος

Υπάρχουν τρεις μεγάλες κατηγορίες αντιμετώπισης του χρόνου:
Η ιδεατή: Το να συνειδητοποιείς ότι η έννοια χρόνος υπάρχει μόνο εφόσον εσύ την ονομάζεις και την υποστασιοποιείς. Το να συνειδητοποιείς ότι αυτό δεν είναι μεταφορικό σχήμα, αλλά κυριολεξία. Το να συνειδητοποιείς ότι άπαξ και ανήκεις σε πολιτισμό που αναγνωρίζει την έννοια του χρόνου, ο χρόνος δεν είναι απλά ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείσαι, ο χρόνος γίνεται ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι την ύπαρξή σου και τον κόσμο γύρω σου. Το να συνειδητοποιείς ότι άπαξ και δίνεις υπόσταση στον «χρόνο», δίνεις υπόσταση στον δια βίου δυνάστη σου. Το να συνειδητοποιείς ότι ελευθερία και πληρότητα και άφεμα δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει στα αλήθεια όσο ο «χρόνος» είναι παρών στο πλάι σου. Όσο αναγνωρίζεις τον «χρόνο» όλα θα είναι τελικά παροδικά, αγχωτικά, καταπιεσμένα, μισομίζερα.
Η των συντριπτικά περισσότερων από εμάς: Όλο συνειδητοποιούμε ότι υπάρχουν τόσα περισσότερα πράγματα που θέλουμε να κάνουμε και που μπορούμε -λέμε στον εαυτό μας- να κάνουμε. Αλλά να. Όλο μας ξεφεύγουν οι ώρες, οι μέρες, οι μήνες, οι πενταετίες. Όλος όμως αυτός ο χρόνος που αποδρά αφήνει πίσω του ένα ισχυρό αντίδωρο. Τον χρόνο που απομένει. Μπορεί να συρρικνώνεται, αλλά είναι ακόμα εκεί. Κι όσο έχουμε ακόμα χρόνο μπροστά μας, θα έχουμε ακόμα τα όνειρά μας. Κι όταν ο χρόνος φτάσει πια να έχει σχεδόν εξοβελιστεί, θα έχουμε ένα νέο αντίδωρο. Δεν θα μας νοιάζει πια. Γιατί θα έχουμε ζήσει μέσα στο όνειρο, την προσδοκία, την βεβαιότητα ότι αν αξιοποιούσαμε τον χρόνο μας αλλιώς, θα είχαμε κάνει κάτι τόσο διαφορετικό με το χρόνο μας και τη ζωή μας, με τη ζωή μας που είναι χρόνος, με το χρόνο που είναι ζωή. 
Η των λίγων, εκείνων που ζουν αλλιώς: Κι εκείνους ο χρόνος τους δυναστεύει, κι εκείνοι δεν μπορούν ποτέ να είναι πλήρεις, αλλά τουλάχιστον εκείνοι έχουν καταλάβει ότι η ζωή εντός του «χρόνου» φεύγει μέσα από τα χέρια μας όταν αυτός αοριστοποιείται, όταν δεν τέμνεται σε συγκεκριμένα κομμάτια εντός των οποίων μπαίνουν συγκεκριμένοι στόχοι, όταν δεν οργανώνεται αλλά χαώνεται, όταν ο χρόνος που περνά δεν αφήνει πίσω του συγκεκριμένα απτά αποτελέσματα.
Οι δεύτεροι θα κάνουν σχέδια για το 2018, θα δώσουν υποσχέσεις στον εαυτό τους, θα δεσμευτούν ότι το 18 θα κάνουν πολλά πράγματα που ως τώρα δεν έκαναν, αλλά θα το κάνουν με το 18 να παραμένει μέσα τους μια αόριστη έννοια. 
Οι τρίτοι ξέρουν ότι δεν υπάρχει κανένα γενικό και αόριστο 2018, υπάρχουν 365 συγκεκριμένες μέρες, που κάθε μία τους που θα περάσει με όνειρα αντί για πράξη που προσπαθεί να τα πραγματώσει, είναι μια μέρα που δεν θα γυρίσει ποτέ πίσω.
Οι πρώτοι δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνουν όλα αυτά, ενδεχομένως δεν ξέρουν καν τι πάει να πει 2018, ενδεχομένως δεν ξέρουν καν να διαβάζουν, ενδεχομένως να προλάβουν να ζήσουν άλλος είκοσι κι άλλος εκατό χρόνια, αλλά σίγουρα και οι δύο θα έζησαν έχοντας άλλα στο κεφάλι τους και την καρδιά τους, έχοντας μέσα τους τόσο ελεύθερο χώρο, χώρο που δεν καταλαμβάνει ο «χρόνος»

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 08, 2017

Στο κενό μεταξύ

Με εκείνη την Καταλονία κι εκείνη την ανεξαρτησία τι έγινε άραγε; Ό,τι περίπου και με το περήφανο ΟΧΙ του 62%. Ο δυτικός ευρωπαίος των αρχών του 21ου αιώνα αιωρείται στο κενό μεταξύ ανάθεσης σε αντιπροσώπους και απόλυτης εξάρτησης από αυτούς από την μια και σε μια γενικότερη οπερετική αντιμετώπιση της ζωής του από την άλλη, εξεγειρόμενος φαντασιακά και μη όντας διατεθειμένος να φτάσει τα πράγματα ως τα άκρα, επιστρέφοντας μετά την εξέγερσή του στο σούπερ μάρκετ του, στα σόσιαλ μίντιά του, στις όποιες ανέσεις του, έχοντας κατά βάθος και πλάτος και ύψος εσωτερικεύσει απόλυτα ότι ζει σε έναν καταναλωτικό κόσμο κατά βάση καλώς καμωμένο, όπου κάθε αληθινή σύγκρουση που φτάνει ως το τέρμα της είναι μια τρέλα, μια παραφορά, μια αυτοκαταστροφική μανία, ένας δίχως νόημα μηδενισμός.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2017

Χαϊκού της πλημμύρας

Μες τη λάσπη του
οι καρδιές των ανθρώπων
φερτά υλικά.

Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2017

Η εκδρομή

Όλο λέει να επισκεφτεί τα συναισθήματά του,
αλλά η εκδρομή παραέχει γίνει μακρινή,
η διαδρομή παραέχει γίνει δύσβατη, 
ο προορισμός παραέχει γίνει αστικός μύθος.
Το αναβάλλει λοιπόν διαρκώς
κι έτσι
η εκδρομή ξεμακραίνει κι άλλο,
η διαδρομή ολισθαίνει κι άλλο,
ο προορισμός μυθολογείται κι άλλο.
  Μπα, 
θα αργήσει πολύ να πάει προς τα μέρη τους.
Το μόνο που φοβάται
είναι μην τον επισκεφτούν ποτέ αυτά,
γιατί αν βρουν τη σωστή παράκαμψη
οι αποστάσεις καταλύονται ακαριαία.
Δεν πρέπει όμως να τον βρουν τελείως αχούρι,
οπότε προνοεί διαρκώς,
έχοντας τακτοποιημένες στο σωστά κουτάκια τους
την κάθε εκλογίκευση, 
την κάθε σχετικοποίηση,
την κάθε διεργασία,
την κάθε θεωρητικοποίηση,
την κάθε γενίκευση,
την κάθε αφαίρεση.
Ό,τι κι αν έρθουν να του προσθέσουν,
να αντιπαρατάξει τουλάχιστον τις αφαιρέσεις,
ώστε να βγει η τελική απόφανση,
πόσες το λάδι,
πόσες το ξύδι,
πόσες το λαθρόβιο.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2017

Μικρό Μαύρο Τραπέζιο

Κάθε τόσο έβλεπε μπροστά του ένα μικρό μαύρο τραπέζιο. Μπορούσε να το δει παντού. Πάνω σε οθόνες, πάνω σε πρόσωπα, πάνω στον καθρέφτη του, πάνω στον αέρα. Και μολονότι το σχήμα του ήταν αμετακίνητα μικρό, αρκούσε για να αλλοιώσει όλη την υπόλοιπη εικόνα, αρκούσε για να καταλάβει ολοσχερώς τη σκέψη του. Όταν το πρωτοείδε και σε όνειρο, άρχισε να ανησυχεί σοβαρά. Αρχικά επισκέφτηκε οφθαλμίατρο, μετά νευρολόγο, στο τέλος ψυχίατρο. Όλοι απέτυχαν να σβήσουν από εμπρός του τα μικρά μαύρα τραπέζια. Αυτά συνέχιζαν να εμφανίζονται όποτε ήθελαν και να τον βραχυκυκλώνουν Δεν ήθελε πια να βλέπει μικρά μαύρα τραπέζια. Και ήταν λογικό. Αλλά αφού δεν εξαρτώταν από εκείνον, το μόνο που του απέμενε να κάνει ήταν να συμβιβαστεί. Και να μάθει ζει μαζί τους. Άρχισε τότε να αμπελοφιλοσοφεί πάνω στη σχετικότητα των μεγεθών. Αν κάτι τόσο μικρό έσβηνε από μπροστά του όλα τα υπόλοιπα, ήταν στα αλήθεια κάτι τόσο μικρό; Μήπως πάλι το θέμα δεν ήταν ότι αυτά εμφανίζονταν, αλλά ότι εκείνος κολλούσε το βλέμμα του επάνω τους; Ωραία, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι δεν ανήκαν εκεί, κανονικά δεν έπρεπε να εμφανίζονται, ως ξένα σώματα διατάρασσαν την ισορροπία του οπτικού του πεδίου. Αλλά σιγά τα σώματα κιόλας, σιγά τα σχήματα, σιγά το πράγμα. Γιατί να καρφώνει το βλέμμα και τη σκέψη του σε αυτήν την μικρή ανορθογραφία, γιατί από όλον τον υπόλοιπο ορατό κόσμο να επιλέγει να επικεντρώνεται στα μικρά μαύρα τραπέζια; Μια μέρα φοβήθηκε πώς θα πέσει μέσα τους και θα τον καταπιούν σαν μαύρες τρύπες. Μια άλλη μέρα εξαφανίστηκαν τόσο αιφνιδιαστικά και ανεξήγητα, όπως είχαν κάποτε έρθει. Δεν ξαναέγραψε ποτέ για αυτά.

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2017

Aπό αλλού

Έκανε μια δουλειά για να ζησει. Όχι του πεταματού, κάθε άλλο. Αν και για να είμαστε ακριβείς, κάθε άλλο παρά του πεταματού τα παλιότερα τα χρόνια. Γιατί και προ κρίσης και πολύ περισσότερο μετά, είχε αρχίσει να γίνεται του ψιλοπεταματού κι αυτή, ειδικά αν ήσουν ένας από τους πολλούς που την έκαναν για να τα βγάλουν πέρα κι όχι ένας από τους λίγους που μπορούσαν ακόμη να βγάλουν καλά λεφτά. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι και στα παλιότερα τα χρόνια να την έκανε, πάλι με μισή καρδιά θα την έκανε. Το θέμα είναι ότι και πολλοί από αυτούς που απλά τα έβγαζαν πέρα, μπορούσαν πάντως να αναγνωρίσουν σημαντικό μέρος της ταυτότητάς τους στη δουλειά τους, μπορούσαν να αναγνωρίζουν σε αυτήν τον φυσικό χώρο του εαυτού τους, μπορούσαν να ξυπνούν κάθε μέρα γνωρίζοντας ότι θα σηκωθούν για να πάνε να κάνουν αυτό που οι ίδιοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι. Εκείνη όμως δεν ήταν.
Εκείνη κινούνταν στη δουλειά της, σαν να είναι από αλλού.
Εκείνη κινούνταν στο σπίτι της, σαν να είναι από αλλού.
Εκείνη κινούνταν στη ζωή της, σαν να είναι από αλλού.
Κι ίσως για αυτό την φοβόντουσαν τόσοι ανεξήγητα τόσο.
Κι ίσως για αυτό την φθονούσαν τόσοι ανεξήγητα τόσο.
Κι ίσως για αυτό την διέβαλλαν τόσοι ανεξήγητα τόσο.
Τι ακριβώς τους είχε κάνει;
Πώς ακριβώς τους είχε πειράξει;
Σε τι ακριβώς τους ξεβόλευε;
Γιατί μας φοβίζει τόσο το αλλού;
Γιατί πρέπει να είμαστε όλοι από εδώ;
Γιατί πρέπει να πατάμε όλοι με τα δύο πόδια στη γη; Εκείνης μπορεί και τα πόδια και τα χέρια και το μυαλό να είχαν αλυσίδες, αλυσίδες φτιαγμένες κρίκο – κρίκο από τα γνώριμα οικογενειακά υλικά με τα οποία φτιάχνονταν από καταβολής οικογενειών οι αλυσίδες, αλλά έπαιρνε τα αλυσοδεμένα της πόδια και περπατούσε στα σύννεφα.
Και δεν ήταν οι αλυσίδες που έδεναν και τα σύννεφα, αλλά τα σύννεφα που αναιρούσαν τις αλυσίδες.
Κι όσο ήταν εκεί ήταν χαρούμενη.
Κι όσο γυρνούσε εδώ ήταν λυπημένη.
Αλλά είτε χαρούμενη είτε λυπημένη, δεν γινόταν ποτέ κακή, δεν γινόταν ποτέ άσχημη.
Στις βόλτες της στα σύννεφα, ψάχνει να βρει εκείνον που θα την γεμίσει με το φως του. Αλλά οι άνθρωποι που ζουν μονίμως εκεί, είναι φτιαγμένοι και οι ίδιοι από σύννεφο και το φως το προορίζουν για τον εαυτό τους και το έργο τους, όχι για συγκεκριμένους ανθρώπους.
Στις βόλτες της στη γη, τα μάτια της κοιτώντας πεισματικά προς τα πάνω παραμένουν κλειστά.
Άνθρωποι φτιαγμένοι από γη την κοιτούν να μην τους κοιτά και προσπαθούν να καταλάβουν τι έκαναν λάθος.
Θα μπορούσαν να της σπάσουν τις αλυσίδες, αυτό το λάθος έκαναν.
Θα μπορούσαν να την κάνουν ευτυχισμένη, αυτό το λάθος έκαναν.
Και δεν την μεγάλωσαν για να είναι ευτυχισμένη.
Την μεγάλωσαν για να είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι.
Για αυτό κι εκείνη ταξιδεύει αλλού.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2017

Φυσικά αίτια

Μπορεί μια σκηνή που μας δείχνει σε πολύ κοντινό πλάνο το πρόσωπο ενός ηθοποιού να προδίδεται σε τόσο μεγάλο βαθμό από την φάλτσα ερμηνεία και το overacting του ηθοποιού και παραταύτα να είναι μια σκηνή που χαράζεται στην μνήμη μας ως κινηματογραφικά τέλεια; Μπορεί όταν όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν το οπτικοακουστικό αποτέλεσμα, από το πώς έχει στηθεί το πλάνο ως τα χρώματα της φωτογραφίας, από το πώς βρέχει ως το πώς ακούγεται η βροχή, από το τα λόγια που λέει ο ήρωας ως την μουσική που ακούγεται στο βάθος, από το τι σηματοδοτεί στην εξέλιξη της ιστορίας η σκηνή ως τη συγκίνηση που προκαλούν οι συγκεκριμένες ατάκες,  από τη χροιά της φωνής του ως το νόημα των όσων λέει, από το χρώμα των ματιών του ως το αίμα στο πρόσωπό του, το πρόσωπό του που φωτίζεται και φωτογραφίζεται ως κέντρο ενός κάδρου στου οποίου δεξιά κι αριστερά υπάρχει γαλάζιο σαν τα μάτια του και κόκκινο σαν το αίμα και βροχή και καπνοί, ναι μπορεί.
Μπορεί αυτή η τόσο εμβληματική σκηνή στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου να διαδραματίζεται μπροστά από μια διαφήμιση, η οποία παραμένει πεισματικά παρούσα στο βάθος; Μπορεί ο ήρωας να μας μιλά για πράγματα που είδε στο διάστημα, τα οποία δεν μπορούμε εμείς να φανταστούμε και εμείς να βλέπουμε στο βάθος την ΤDK; Στις ρέπλικες αντιστοιχεί η τόση ομορφιά και σε μας η γκρίζα διαφήμιση; Δεν είναι γκρίζα όμως. Παίρνει το χρώμα του «Blade Runner», παίρνει κι αυτή το χρώμα του αριστουργήματος του Σκοτ, σε έναν ιδανικό καλλιτεχνικά κόσμο δεν θα είχε καμία θέση εκεί, στον κινηματογραφικό κόσμο του «Blade Runner» όμως oι κραυγαλέες διαφημίσεις μετατρέπονται σε οργανικό τμήμα της συνολικής εικαστικής πανδαισίας.
Aν το σινεμά βαδίζει παρέα με τους σκοτωμούς, αν το σινεμά βρίσκει διαχρονικά πολύ πιο ελκυστική την κινηματογράφηση μιας θανάτωσης από την κινηματογράφηση ενός φυσικού θανάτου, εδώ γινόμαστε μάρτυρες ενός ανεπανάληπτα μαγευτικού θανάτου από φυσικά αίτια, φυσικά και μαζί τεχνητά, στο σημείο εκείνο τομής που όλη σου η φύση είναι τεχνητή, στο σημείο εκείνο τομής που ο άνθρωπος συναντά τη μηχανή κι η μηχανή τον άνθρωπο.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 04, 2017

Eυτυχώς είναι δικός μας

Εκδοχή πρώτη: ο 64χρονος άντρας που σκότωσε στο Λας Βέγκας καμιά εξηνταριά ανθρώπους και τραυμάτισε πάνω από πεντακόσιους άλλους είναι ένας ακόμη μοναχικός λύκος του ISIS.
Εκδοχή δεύτερη: ο 64χρονος άντρας που σκότωσε στο Λας Βέγκας καμιά εξηνταριά ανθρώπους και τραυμάτισε πάνω από πεντακόσιους άλλους είναι ένας ακόμη Aμερικάνος που μπουκάρει τις τελευταίες δεκαετίες σε δημόσιο χώρο και σκοτώνει με τα πυροβόλα όπλα του όσους περισσότερους προλάβει.
Κανένα ως τώρα στοιχείο δεν υποστηρίζει την πρώτη εκδοχή, αλλά αυτή η προσωρινή θολούρα μας βοηθά να αναρωτηθούμε ξανά: Ποιο από τα δύο ενδεχόμενα μας τρομάζει περισσότερο; Ποιο από τα δύο βρίσκουμε απεχθέστερο; Ποιος από τους δύο ανθρωπότυπους είναι πιο μακριά από το αξιακό μας σύστημα; Ποιου ο τρόπος σκέψης είναι πιο απροσπέλαστος;
Βρισκόμαστε ενώπιον του εξής παραδόξου: Αν ίσχυε η πρώτη εκδοχή, αν σκότωσε για μια οποιαδήποτε πολιτική ή θρησκευτική ιδέα, αν σκότωσε στο πλαίσιο επιδίωξης ενός μακρινού σκοπού, αν σκότωσε ως φανατικός, αν σκότωσε έχοντας στο μυαλό του στρατόπεδα με συμμάχους και εχθρούς, μπορούμε πολύ λιγότερο δύσκολα να έρθουμε στη θέση του, μπορούμε να βρούμε αναλογίες με δικά μας πιστεύω, μπορούμε εν πάση περιπτώσει να συλλάβουμε τι έκανε. Αν στο δικό του κεφάλι είμαστε εχθροί του, εξίσου και στο δικό μας είναι εχθρός μας. Όσο πιο κατανοήσιμος κι αν είναι ο ανθρωπότυπος του όμως, είναι ταυτόχρονα και πιο τρομακτικός. Μπορεί να σκέφτεται με τρόπο όχι εντελώς έξω από τον δικό μας, αλλά τον φοβόμαστε περισσότερο, γιατί πηγαίνοντας με τους άλλους, έπαψε να είναι ένας από μας, έπαψε να είναι ψυχή τε και σώματι Δυτικός.
Αν ισχύει όμως η δεύτερη εκδοχή, αν δεν σκότωσε απίστους, αν δεν σκότωσε για κάποια ιδέα, αν σκότωσε χωρίς να έχει ιδέα γιατί, αν σκότωσε γιατί μπορούσε, αν σκότωσε γιατί το έκαναν τόσοι άλλοι πριν από αυτόν, αν σκότωσε με ατζέντα ατομική κι όχι πολιτική, αν σκότωσε γιατί δεν άντεχε άλλο μωρέ, ή γιατί όλοι τριγύρω του γαμιούνται και θα τους δείξει επιτέλους αυτός, ή γιατί κάπως πρέπει να τελειώνουν όλα και κουράστηκε να πονάει τόσο ή να μη νιώθει τίποτα, αν σκότωσε ως σόσιοπαθ ή ως τρελός, όσο κι αν δεν μπορούμε να μπούμε στο μυαλό του, υπάρχει κάτι πολύ λιγότερο σκιαχτικό στη δράση του. Δεν σκοτώνει για να φέρει κανένα άλλο πρότυπο πολιτισμού το οποίο είναι έξω από μας, έπαψε να είναι ένας από μας μόνο στο σκέλος του σαλέματος, όχι μόνο δεν έπαψε να είναι ψυχή τε και σώματι Δυτικός αλλά είναι σάρκα από τη σάρκα της Αμερικής, το έκανε ακολουθώντας το μονοπάτι που χάραξαν οι προηγούμενοι μαζικοί εκτελεστές, μονοπάτι που συνεχίζει να διευρύνεται, μονοπάτι που δεν οδηγεί στη Ράκα, αλλά στο ΗΒΟ, το Νetflix, σε σειράρες, ταινιάρες, μπιντζ γουότσινγκ, μήπως και μπορέσουμε να συλλάβουμε τι υπάρχει στο μυαλό αυτών των ανθρώπων που ζουν ανάμεσά μας.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 18, 2017

Άδικα αλλά όχι μάταια

Δεν μπορούμε να προβλέψουμε σε ποιο βαθμό θα είχε επεκταθεί, νομιμοποιηθεί, κανονικοποιηθεί και διαποτίσει τα πάντα φιλτραρισμένος ή αφιλτράριστος ο νεοναζιστικός ζόφος, αν δεν είχε δολοφονηθεί πριν 4 χρόνια ο Παύλος Φύσσας. Τον Σεπτέμβριο του 2013 καλπάζαμε με δεμένα τα μάτια ολοταχώς προς κάτι εντελώς σκοτεινό. Ο ίδιος ο Φύσσας δεν επέλεξε να θυσιαστεί, δεν επέλεξε να δώσει τη ζωή του και τα νιάτα του, επέλεξε όμως να μην κρυφτεί, επέλεξε να αντισταθεί στο κτήνος που σήκωνε κεφάλι και γινόταν ολοένα και πιο άφοβο. Και όσο άδικος και εξοργιστικός κι αν είναι ο θάνατός του, δεν υπήρξε πάντως μάταιος, παρήγαγε αποτέλεσμα, άλλαξε σε έναν βαθμό την πορεία μιας χώρας στο πιο κρίσιμο χρονικό σημείο, σε ένα σημείο καμπής, σε ένα σημείο χωρίς γυρισμό.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 11, 2017

Ταπείνωση

Περπατούσα σχετικά γρήγορα, οπότε είδα μόνο με την άκρη του ματιού μου το αφισάκι, που κάτω από μια εικόνα κάποιου Αγίου, έλεγε πως μόνο με την ταπείνωση νικιέται ο θάνατος. Έπρεπε να κοντοσταθώ να διαβάσω λεπτομέρειες, να διαβάσω κυρίως αν διαφημίζεται κάποια εκδήλωση ή αν πρόκειται απλά για έναν ύμνο στην ταπείνωση. Σκεφτόμουν πάντως πως αν πάει έτσι θα επιλέξω τον θάνατο. Ναι αυτόν θα επιλέξω, αν το τίμημα είναι να μας ταπεινώσετε και να μας συντρίψετε. Δεν σας πειράξαμε επειδή γεννηθήκαμε, δεν είναι αμαρτία η ζωή μας, δεν οφείλουμε ευγνωμοσύνη και συντριβή σε κανέναν.

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2017

Δεν φτάνει μόνο ν' αγαπάς

Ένα κοινό νήμα δένει όλους σχεδόν όλους τους πρωταγωνιστές και τους δευτεραγωνιστές του «Σημασία έχει να αγαπάς»: η ντροπή. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το αίσθημα ντροπής τους καθορίζει, τους πλημμυρίζει, έχουν μάθει να ζουν μαζί του, το κουβαλούν είτε ως διαρκές βάρος στο παρασκήνιο είτε ως αβάσταχτη οδύνη όταν εμφανίζεται στο προσκήνιο. Όταν στην πρώτη σκηνή της ταινίας η Ρόμι Σνάιντερ παρακαλεί τον Φάμπιο Τέστι να μην την φωτογραφίζει στις πρόβες του πλατό του καλλιτεχνίζοντος σοφτ πορνό, λέγοντάς του ότι είναι καλή ηθοποιός κι ότι αυτή είναι μόνο μια δουλειά που κάνει για να ζήσει, καθώς η Σνάιντερ κοιτάζει τον Τέστι και ο Τέστι την Σνάιντερ, καθώς ο Ζουλάφσκι γεμίζει τα μάτια μας με τα πρόσωπά τους και τα αυτιά μας με το μουσικό θέμα του Ζορζ Ντελρί, οι δυο βασικοί άξονες της ταινίας βρίσκουν το σημείο τομής τους: ο έρωτας πέφτει πάνω στη ντροπή και η ντροπή πάνω στον έρωτα: σημασία έχει να αγαπάς αλλά σημασία έχει και να μη ντρέπεσαι για τον εαυτό σου και τη ζωή σου - ο έρωτας ως δύναμη ζωοποιός και μεταμορφωτική και η αντίρροπη δύναμη ενός εαυτού που έχει εκπέσει από όσα ονειρευόταν και τώρα αυτοοικτίρεται. 
Ο Τέστι την κοιτά μαγεμένος από την πρώτη στιγμή, ίσως να ερωτεύτηκε και τη ντροπή της και όσα αντανακλά, αλλά το δικό της βλέμμα καρφώνεται πάνω του χωρίς να είσαι σίγουρος αν μπορεί ή δεν μπορεί να τον δει στα αλήθεια. Όταν το επόμενο πρωί της χτυπά την πόρτα προτείνοντάς την να τη φωτογραφίσει σε κάτι πιο αξιοπρεπές, εκείνη λέει ότι δεν τον γνωρίζει. Αν πάρουμε σε όλη την ταινία για πυξίδα το βλέμμα της πρέπει να την πιστέψουμε. Τον κοιτά και δεν μοιάζει να τον θυμάται. Άρα δεν μπόρεσε στο πλατό να δει πέρα από τη ντροπή της. Και γιατί να πάρουμε σε όλη την ταινία για πυξίδα το βλέμμα της; Επειδή ενώ ο Τέστι είναι πέραν κάθε αμφιβολίας εντελώς ερωτευμένος, ο τρόπος που θα φερθεί η Σνάιντερ καθ' όλη τη διάρκεια του «Σημασία έχει να αγαπάς», οι πράξεις της και τα λόγια της δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως πράξεις και λόγια μιας ερωτευμένης γυναίκας. Τα βλέμματά της όμως; Τα βλέμματά της, καθώς κοιτάζουν το πρόσωπό του -λόγω της διαφοράς ύψους- από τα χαμηλά προς τα ψηλά, στέκονται στο πρόσωπό του, χαϊδεύουν το πρόσωπό του, φροντίζουν να ακουμπήσουν πάνω του και να βρουν καταφύγιο όταν εκείνος δεν την κοιτά, γιατί μάλλον δεν αντέχει να την κοιτά πολύ, τον καίει ήδη υπερβολικά το πρόσωπό της για να το κοιτά εξακολουθητικά.
Εκείνος την καλεί να πάνε έξω μεσημέρι για καφέ. Εκείνη του αντιπροτείνει να έρθει στο σπίτι της, γιατί ο άντρας της θα λείπει. Εκείνος φυσικά δέχεται. Αλλά μετά όλα βραχυκυκλώνουν. Εκείνος στη ζωή του σεξ έχει, του λείπει ο ρομαντισμός, του λείπει ο έρωτας ή μάλλον τον βρήκε ο έρωτας χωρίς εκείνος να τον ψάχνει, έτσι τώρα αρνείται να πάει μαζί της όπως εκείνη του ζητά, δηλαδή χωρίς ένα ποτό, χωρίς κανένα προκαταρκτικό λόγο, χωρίς κανένα πρόσχημα, χωρίς κανένα χάδι πριν, χωρίς την παραμικρή σκηνοθεσία. Εκείνη αγάπη και στοργή στο γάμο της έχει, το σεξ της λείπει, ο άντρας της στον τομέα αυτό υπολειτουργεί, αν λειτουργεί και καθόλου. Κι επίσης έχει ήδη αρχίσει να τον κοιτά αλλιώς, δεν θέλει να ρισκάρει την συναισθηματική σύνδεση που θα τα ανατινάξει όλα στο διάβα της. Ζητούν εντελώς διαφορετικά πράγματα; Φαινομενικά και μόνο. Τη στιγμή εκείνη και μόνο. Μάλλον κανέναν έρωτα δεν θα εξόριζε το σεξ, μάλλον κάθε άλλο παρά χωρίς συναίσθημα θα το έκαναν, μάλλον το συναίσθημα θα τους καταλάμβανε ολόκληρους. Φοβούνται; Εκείνη σίγουρα ναι. Αλλά τελικά μάλλον κι εκείνος. Και για αυτό λακίζει.
Γιατί εκείνος, όπως λέει, νιώθει παγιδευμένος σε μια κατάσταη που αν προχωρήσει θα κάνει μεγάλο κακό αλλά και αν δεν προχωρήσει θα κάνει ακόμη μεγαλύτερο. Εκείνος ζει μέσα σε μια κατάσταση παροξυσμού. Μερικές ώρες μετά, της χτυπά στις πέντε τα χαράματα το κουδούνι. Ο άντρας της του ζητά να φύγει. Τον απωθεί, πρέπει να τη δει τη Ναντίν. Τη βλέπει ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Εκείνη σηκώνεται και τον απωθεί με τη σειρά της. Με πλάτη στον τοίχο κοιτούν και οι δυο μπροστά ώστε να μην κοιτούν ο ένας τον άλλο. Μέσα από τον καθρέφτη σε μια γωνία, μικρός, ο τρίτος άνθρωπος, ο σύζυγος, που όσο είναι μέσα στην εικόνα τίποτα δεν είναι χωρίς πόνο, τίποτα δεν είναι απλό. Ο Τέστι κοιτά απορημένος μπροστά, προσπαθεί να καταλάβει τι του έχει συμβεί, δεν πήγε να της κάνει έρωτα, δεν πήγε να της πει σ' αγαπώ, δεν πήγε να της πει κάτι συγκεκριμένο, δεν ξέρει γιατί πήγε και της χτύπαγε την πόρτα στις πέντε το πρωί, αν υπάρχει μια κινηματογραφική σκηνή που να εικονοποιεί τον έρωτα φτάνοντας όσο πιο κοντά στην πηγή γίνεται, είναι αυτή η σκηνή, αυτό το κάδρο, αυτή η θεμελιώδης απορία μέσα στο ξαφνιασμένο βλέμμα που προσπαθεί να ερμηνεύσει τι έχει συμβεί, τι διάολο μου έχει συμβεί.
Αλλά ας επιστρέψουμε στη ντροπή των ηρώων: εκτός από τη Σνάιντερ που ντρέπεται για την πορεία που πήρε η ζωή της και που από φιλόδοξη ηθοποιός έχει φτάσει να παίζει μόνο σε σοφτ πορνό, ο Τέστι έχει αηδιάσει και δεν αντέχει άλλο να δουλεύει για έναν γέρο άνθρωπο του υποκόσμου φιλμάροντας και φωτογραφίζοντας όργια, ο Ζακ Ντιτρόν, σύζυγος της Σνάιντερ, ντρέπεται γιατί τώρα πια ένας άλλος άντρας έχει μπει στη ζωή της γυναίκας του, τον έχει σβήσει κι αισθάνεται λίγος, ο αλκοολικός διανοούμενος επίσης ντρέπεται που ο Τέστι του είχε «κλέψει» τη δική του γυναίκα, αλλά η ντροπή και των δύο είναι ριζικότερη, νιώθουν αποτυχημένοι και ο άντρας που τους παίρνει τις γυναίκες απλώς επικυρώνει κ επιβεβαιώνει την αποτυχία τους, ενώ τέλος ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί του θεατρικού έργου ντρέπονται για την κατεδαφιστική κριτική που επιφυλάσσεται στο έργο που ανέβασαν. Ακόμη όμως και ο γέρος κακοποιός, εκείνο που δεν αντέχει δεν είναι η ανυπακοή του Τέστι, δεν είναι ότι θέλει να ξεφύγει από την εξουσία του, εκείνο που δεν αντέχει είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Τέστι θέλει να ξεφύγει, είναι αυτή η αηδία και περιφρόνηση που εκφράζει, αηδία και περιφρόνηση που νιώθει ότι τον αφορούν άμεσα. Αν αδιαφορούσε για το κριτικό του βλέμμα θα του φερόταν αλλιώς, αν τελικά δεν ντρεπόταν και ο ίδιος για αυτά που έκανε, θα προσπερνούσε την ανυπακοή πολύ πιο εύκολα. Μεγάλο μέρος της ντροπής των ηρώων άρα είναι ίσως μια ντροπή που προέρχεται από μια συγκεκριμένη κοινωνική περίοδο. Τέσσερεις δεκαετίες αργότερα η κάθε είδους πορνογραφία είναι κοινωνικά πολύ λιγότερο σκανδαλιστική και κατακριτέα. Κανείς δεν είπε ότι η ντροπή βγαίνει μόνο από μέσα μας, η ντροπή συνομιλεί πάντα με τις επικρατούσες αντιλήψεις.
Ένας μόνο χαρακτήρας δεν ντρέπεται καθόλου στην ταινία, ένας μόνο χαρακτήρας βρίσκεται ψηλά στην κοινωνική αλυσίδα και μακριά από τα τελευταία σκαλιά της ή και τον πάτο της, όπου κινείται και ζει η γκροτέσκ πινακοθήκη των ηρώων του Ζουλάφσκι, με τα βαμμένα πρόσωπα, τα σακάκια ή στολές γιατρών που φοριούνται πάνω από γυμνά σώματα, τα κιτς φανταχτερά κουστούμια, τα παραδόξως τεράστια σπίτια με τις μεγάλες σκάλες και τους άδειους χώρους. Ένας μόνο χαρακτήρας μιλάει από ένα βάθρο. Δεν έχει σημασία ότι το βάθρο από το οποίο μιλάει είναι κυρίως αισθητικό, αφού δεν θα παραλείψει και την ηθική αναφορά του στην καριέρα της Σνάιντερ.  Ο κριτικός θεάτρου της Φιγκαρό είναι αυτός που απονέμει από καθέδρας τη ντροπή. Και σκηνοθέτης και ηθοποιοί πρέπει να την αντέξουν. Η βία των μπράβων του πορνογράφου είναι σωματική, η βία των λέξεων του κριτικού είναι ψυχική. Και η μια και η άλλη αφήνουν τους ανθρώπους κομμάτια, μόνο που στη δεύτερη η αιμορραγία είναι εσωτερική. 
Οι καλύτερες προθέσεις και τα χειρότερα αποτελέσματα, αυτή η αβάσταχτη αντιδιαστολή. Σε άλλους επαγγελματικούς τομείς υπάρχουν μεγέθη πιο αντικεμενικά μετρήσιμα. Στο θέατρο και γενικότερα στις τέχνες και τα γράμματα, και πιο υποκειμενικά είναι τα μεγέθη, αλλά και ανεξάρτητα από αυτό, το πόσο προσπαθείς ή το τι έχεις στο μυαλό σου όταν κάνεις ό,τι κάνεις δεν αντανακλάται απαραίτητα στο αποτέλεσμα.  Και τι γίνεται όταν έχεις δώσει τα πάντα κι όταν εσύ θεωρείς ότι εκπέμπεις κάτι σημαντικό, αλλά σου λένε πωςμ όχι, εξέπεμψες μια σαχλαμάρα; Πώς μπορείς να αντιπαρέλθεις τη διαφορά ανάμεσα στο φως που έχεις εκείνη την ώρα μέσα σου και που θεωρούσες ότι εξέπεμπες, με τη μη λήψη του από τους άλλους; Πώς αντέχεται τελικά να μην σε θεωρούν καλό και να σε θεωρούν μια νούλα;
«Mπορώ να κάνω τα πάντα για σένα, εκτός από το να ζήσω». Ο Ζακ Ντιτρόν είναι ένα βαμπίρ που τρέφεται με σινεμά, παλιές φωτογραφίες από ταινίες και τη Ρόμι Σνάιντερ. Έχει βρει ένα ρόλο στη ζωή του. Είναι αυτός που βρήκε έναν άνθρωπο ακόμη πιο κάτω από εκείνον και τον έσωσε από την καταστροφή. Είναι υτός που την πήρε και την περιέθαλψε. Και έξι χρόνια κάθε μέρα τρώνε πρωινό μαζί. Της παρέχει ασφάλεια κι αγάπη. Δεν μπορεί να της παρέχει ακριβώς ζωή. Η έκπτωσή του από τον ρόλο του Ζορό - Σωτήρα, στον ρόλο εκείνου που της στερεί τη ζωή τον γεμίζει ντροπή. Φυσικά και τον αγαπάει. Πολύ μάλιστα. Αλλά σημασία δεν έχει μόνο ν' αγαπάς. Κι όχι μόνο γιατί το «σ' αγαπώ» είναι μια φράση που δεν σημαίνει τίποτα από μόνη της. Η αγάπη είναι ένα μόνο συστατικό της ζωής. Αναγκαίο, αλλά όχι ικανό. Τα ζευγάρια φθείρονται στο χρόνο. Όχι απαραίτητα επειδή εφθάρη η αγάπη τους. Αλλά επειδή δεν έχει σημασία μόνο να αγαπάς. Γιατί όσο κι αν αγαπάς τον άλλο, αν δεν αγαπάς τον εαυτό σου, μπορείς να δώσεις στον άλλον μόνο όσα η περιορισμένη αγάπη σου στον εαυτό σου σου επιτρέπει. Σημασία έχει επίσης να μη ζεις μέσα στην αθλιότητα και την ανασφάλεια. Σημασία έχει να μη ζεις μέσα στη ντροπή. Σημασία έχει να έχεις χτίσει τη ζωή σου συνολικά μέσα σε ένα περιβάλλον που θα μπορεί να ανθίσει κι η αγάπη. Πιθανόν και να μην περνά καν από το χέρι σου αυτό. Πιθανόν να προέρχεσαι από ένα περιβάλλον που έχει υπονομεύσει καταλυτικά τις προσπάθειές σου να χτίσεις την ευτυχία σου. Αλλά αν τα καταφέρεις, αν καταφέρεις να χτίσεις έναν εαυτό και μια ζωή στέρεα, αυτόνομη και τηρουμένων των αναλογιών υγιή, τότε μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ναι, τίποτα δεν μπορεί να δώσει περισσότερο νόημα, ομορφιά, ένταση και βάθος στη ζωή σου, τίποτα δεν μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από το να αγαπιέσαι και να αγαπάς.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2017

To σημείο της αγάπης

Έχω αγαπήσει σημαίνει είμαι πλήρης. Σημαίνει δεν χρειάζομαι να πάρω κάτι πίσω σε αντάλλαγμα πια. Σημαίνει δεν μπορεί να με πειράξει κανείς και τίποτα πια. Σημαίνει δεν εξαρτώμαι από το εδώ κι εμπρός, αλλά από το ως τώρα. Που με έφερε, με ακρίβεια χιλιοστού της ματιάς, στο σημείο της αγάπης. Από τη διαύγεια του οποίου δεν μπορώ να εκτοπιστώ. Aπό την αλήθεια του οποίου δεν μπορώ να κρυφτώ. Από την ένταση του οποίου δεν μπορώ να αδειάσω. Απ' το φως του οποίου δεν μπορώ να σβήσω. Από τον χωρόχρονο του οποίου δεν μπορώ να απεξαρτηθώ. Κι όλο βρίσκομαι εκεί, εκεί ακριβώς που θέλω. Κι εκεί που θέλω δεν υπάρχει απώλεια αλλά διαρκής παρουσία. Κι εκεί που θέλω δεν υπάρχουν διακυβεύματα αφού έχουν όλα κριθεί: έχω αγαπήσει, τι άλλο θα μπορούσα ποτέ να θέλω, τι άλλο θα μπορούσα ποτέ να ονειρευτώ, τι άλλο θα μπορούσα ποτέ να αξιωθώ, τι άλλο θα μπορούσα ποτέ να ζήσω;