Δευτέρα, Μάρτιος 08, 2010

Τα ορφανά των έιτις & το παράδοξο της Γκάμπι

(Παύλος Ευαγγελόπουλος, Πάνος Μιχαλόπουλος, Στηβ Ντούζος, Σταμάτης Γαρδέλης, Κώστας Ευρυπιώτης, Έφη Πίκουλα και Καίτη Φίνου)
Είτε το κίνητρο ήταν η νοσταλγία του κιτς (και κάθε νοσταλγία συνορεύει άλλωστε με το κιτς) είτε κάτι πολύ πιο κανιβαλικά μοχθηρό, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: η απότομη κατηφόρα του αμερικάνικου ονείρου, η στα όρια της κατάρρευσης παρακμή, ο Τζαντ Νέλσον και ο Μακόλεϊ Κάλκιν οι Τζούλιες Αλεξανδράτου των ΗΠΑ (μείον τις τσόντες, συν την ελπίδα να μικιρουρκοποιηθούν ένα φεγγάρι του 2020 όντας υποψήφιοι, αν βρεθεί η κατάλληλη μικρή ταινία, αν δεν έχουν ως τότε φύγει από υπερβολική δόση, αν πετύχει η αρμονική συναστρία νοσταλγίας, οίκτου και θαυμασμού για την αντοχή).
Κατά τ' άλλα δεν μπορώ να αποφασίσω αν η απροθυμία της Γκαμπουρέι Σιντιμπέ να χάσει κιλά, ώστε να μην εμφανιστεί τόσο παχιά σε όλες τις σχετικές τελετές βραβεύσεως και τα πάρτι που τις ακολουθούσαν, είναι δείγμα υγείας ή όχι. Από την μια είναι δείγμα υγείας το ότι δεν υπέκυψε στον ψυχαναγκασμό της ομοιομορφίας, από την άλλη όσο προβληματική κι αν είναι η επιβεβλημένη ανορεξία, δεν λες λιγότερο προβληματικά τα τόσα κιλά· για σένα τον ίδιο, δηλαδή, για τον τρόπο που εσύ ζεις. Πιθανότατα κάποιος ψυχαναγκασμός σε αναγκάζει και σένα να τρως τόσο. Αλλά τελικά είναι ατομικός ψυχαναγκασμός και όχι κοινωνικά επιβαλλόμενος, οπότε υπό αυτήν την έννοια τεκμαίρεται ότι βρίσκεται πιο κοντά στο να αισθάνεσαι εσύ καλά. Είναι έτσι, δεν είναι έτσι, ποιός ξέρει;
Δεν είναι στο χέρι μας να ξέρουμε, στο χέρι μας είναι να αναρωτιόμαστε.

Σκοτώνουν τις χώρες όταν γεράσουν

Ποδόσφαιρο ξέρουμε από παλιά τι είναι: αυτό που παίζουν έντεκα εναντίον έντεκα και στο τέλος κερδίζουν πάντα οι Γερμανοί. Τώρα επιβεβαιώθηκε για μια ακόμη φορά και τι είναι ο Έλληνας: αυτός που ό,τι κι αν κάνει, ό,τι κι αν του συμβεί, στο τέλος θα του φταίνε πάντα οι Γερμανοί (όχι απαραίτητα οι Γερμανοί - Γερμανοί, αλλά πάντα κάποιοι άλλοι, που μπορεί κάλλιστα να είναι και ντόπιοι, αρκεί να είναι άλλοι από κείνον). Κι έτσι ξαφνικά επικαλούμαστε τους Ναζί, σε μια εποχή που το χιλιοπαραλλαγμένο απόσπασμα από την «Πτώση» στο You Tube έχει δια της διαρκούς επαναλήψεως μετατρέψει παγκοσμίως τον Χίτλερ από αρχετυπικό κακό σε περφόρμερ, σε κάτι σαν καρτούν.
Έλληνα και ποδόσφαιρο λοιπόν τους έχουμε, αλλά γουάτ αμπάουτ πολιτική; Εδώ θα πάρουμε τη βοήθεια του 50 – 50 και συγκεκριμένα του ανθρώπου που πενήντα κι άλλα πενήντα χρόνια τώρα συμμετέχει ενεργά στην πολιτική ζωή του τόπου ειδικευόμενος στο ρόλο του μάντη κακών. Το βράδυ λοιπόν της περασμένης Τρίτης στην ιστορική του εμφάνιση στο δελτίο του Mega, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης (όχι, τι είναι αυτά που λες, όχι απολογούμενος σαν κατεξοχήν εκφραστής ενός πολιτικού συστήματος που οδήγησε τη χώρα εδώ που την οδήγησε, αλλά ως δικαιωμένος τιμητής του λαού που κάποτε κυβέρνησε, καταφανώς μάλιστα συγκινημένος που βλέπει προσδοκίες μιας ζωής να γίνονται πραγματικότητα από τον γιο της Νέμεσής του) μας εξήγησε τι είναι πολιτική: πολιτική είναι αυτό που ό,τι κι αν κάνεις εντός της χώρας σου κι όπως κι αν το κάνεις, στο τέλος σε κρίνουν πάντα οι αγορές.
Η επιτυχής λοιπόν συμμόρφωσή μας στα μέτρα θα έχει ως τελικό κριτή τις αγορές. Αλλά, όλα κι όλα, ελευθερία και δημοκρατία έχουμε και μπορούμε να τις κρίνουμε κι εμείς. Απλά η κριτική που μας κάνουν οι αγορές αποτυπώνεται σε όρους επιτοκίων δανεισμού, άρα είναι μια κριτική που οδηγεί απευθείας στην τσέπη μας, ενώ η δική μας η κριτική είναι φιλολογική, όσο τουλάχιστον οι πολιτικοί που εκλέγουμε αντιλαμβάνονται φιλολογικά το ρόλο τους και τις θεσμικές τους δυνατότητές απέναντι στις αγορές.
Επίσης οι αγορές θωρακίζονται από την κριτική μας διά του απρόσιτα τεχνοκρατικού τρόπου της λειτουργίας τους. Δίπλα στην αληθινή οικονομία, σε επιχειρήσεις που παράγουν κάτι που έχει αντίκρισμα, υπάρχει και αυτή η τόσο μπερδεμένη σφαίρα της χρηματιστηριακής οικονομίας. Όσο πιο πολύπλοκο γίνεται ένα σύστημα τόσο πιο έξω από την αμφισβήτηση τίθεται, τόσο μεγαλύτερο περιθώριο ασυδοσίας έχει. Μέχρι που αποδείχθηκε το φθινόπωρο του 2008 ότι το τέρας που οι αγορές είχαν δημιουργήσει ήταν εκτός ελέγχου, μόνο και μόνο όμως για να αποδειχθεί ταυτόχρονα και ότι οι αγορές είχαν τον ουσιαστικότερο έλεγχο, τον έλεγχο που μετράει, τον έλεγχο εκείνων που κυβερνούν και νομοθετούν.
Aλλά ένα λεπτό· όταν το 1999 όλη η Ελλάδα μπήκε στο χρηματιστήριο για να βγάλει λεφτά σε μια μέρα, η κερδοσκοπία ήταν προφανώς καλό πράγμα. Ένας λαός φάνηκε να μην έχει ηθικό κώλυμα να πλουτίσει χωρίς κόπο, χωρίς αξία, χωρίς έργο, με αέρα κοπανιστό. Και μπορεί πέρσι το σλόγκαν «το νόμιμο είναι και ηθικό» να λοιδωρήθηκε, αλλά τουλάχιστον δυο δεκαετίες τώρα η ηθική είχε περίπου ταυτιστεί με τη μαλακία. Μπορεί επίσης η ηθική να συκοφαντήθηκε ως γεγονός μη πολιτικά αξιόλογο και να δόθηκε η ερμηνεία πως μόνο η αποτελεσματικότητα μετράει, αλλά νά όμως που δεν είναι σκέτα οικονομικό το πρόβλημά μας απέναντι στην Ε.Ε.: είναι το ηθικό μας έλλειμμα, είναι το μαγείρεμα στοιχείων, είναι το δεν σας έχουμε πια εμπιστοσύνη, λαμόγια.
Όσο για την περιβόητη προσκόλληση στο δικομματικό σύστημα είχε ένα βασικό λόγο: την επιθυμία να μην αλλάξει τίποτα, τίποτα που θα μπορούσε να μας ξεβολέψει ή να μας πάει στο άγνωστο, τίποτα που θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε περιπέτειες. Οι περιπέτειες όμως ήρθαν. Ο νοικοκυραίος από τους μετανάστες και τους κουκουλοφόρους το φοβόταν κι από την εκλεγμένη του κυβέρνηση το βρήκε. Εντάξει, μην την αδικούμε. Από την εκλεγμένη του κυβέρνηση υπό την ιδιότητά της ως εντολοδόχου της ΕΕ και τελικά των αγορών.
Και τώρα τι; Το σίγουρο είναι ένα, όλοι άλλωστε μας το λένε: Δεν έχουμε περιθώρια επιλογών. Όλοι θα γίνουμε φτωχότεροι. Εκτός από αυτούς που θα γίνουν πλουσιότεροι. Κι αυτό δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Είναι νόμος της αγοράς, της αγοράς ενώπιον της οποίας τελικά όλοι κρινόμαστε.
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)

Παρασκευή, Μάρτιος 05, 2010

Ψεκάστε - Λιποθυμήστε - Τελειώσατε

(Πριν)
(Μετά)
Το ψέκασμα του Μανώλη Γλέζου δεν θα μπορούσε να είχε καλύτερο τάιμινγκ, καθώς οι δύο παραπάνω εικόνες συμπυκνώνουν όλο το πρόβλημα που οδήγησε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας την Ελλάδα, υποδεικνύοντας όμως ταυτόχρονα και τον μοναδικό τρόπο εξόδου από αυτόν.
Εξηγούμαι για να μην παρεξηγηθώ: σήμερα περισσότερο παρά ποτέ -και αύριο ακόμη περισσότερο- είναι που πρέπει να απαλλαγούμε ως έθνος από αυτήν την κατάρα των συναισθηματικών συμβολισμών και να στραφούμε προς τον τομέα που εγκαταλείπαμε, εγκαταλείπαμε και εγκαταλείπαμε: τη λογική, τα δεδομένα, τους αριθμούς.
Αμετανόητα συγκινησιάρηδες, γραπωθήκαμε στη συναισθηματική προσέγγιση της κοινωνικής πραγματικότητας επιλέγοντας να κλείσουμε τα μάτια στο ουρλιαχτό των αριθμών· οι αριθμοί όμως εκδικούνται και θα συνεχίσουν να εκδικούνται αν δεν απογαλακτιστούμε με τον πλέον ριζικό -και για αυτό πιθανότατα επώδυνο- τρόπο από την ευκολία της αγανάκτησης για τέτοιου είδους σκηνές. Γιατί πρόκειται για μια ευκολία που μας εμποδίζει να δούμε τι ακριβώς ζητούσε σήμερα αυτός ο άνθρωπος έξω από τη Βουλή και τι ακριβώς ζητούσε και πετύχαινε επτά δεκαετίες τώρα. Ο άνθρωπος αυτό ζητούσε σήμερα έξω από τη Βουλή να μη ψηφιστούν τα μέτρα. Και μετά; Θα πλήρωνε από την τσέπη του μισθούς και συντάξεις; Και γιατί φτάσαμε στο σημείο να δανειζόμαστε με όρους επαχθείς; Επειδή εξαιτίας ανθρώπων σαν κι αυτόν υπήρξαν 13οι και 14οι μισθοί, προβλέψεις για υπερωρίες, επιδόματα, προβλέψεις για άδειες μητρότητας και φυσικά απεργίες, απεργίες κι άλλες απεργίες. Όχι δηλαδή ότι τον φοβόμαστε και τόσο. Απλά υπήρχε το αντίπαλον δέος του ανατολικού μπλοκ απέναντι και έπρεπε να δίνουμε συνεχώς, να υποχωρούμε συνεχώς σε πείσμα των αριθμών, προκειμένου να μη γίνει καμιά στραβή. Κι όταν αποδείχθηκε τι ακριβώς ήταν το ανατολικό μπλοκ, όταν τέλειωσε η ιστορία και αποδείχθηκε ότι ένα είναι το οικονομικό σύστημα, τέλειωσε και το πάρτι.
Και το πάρτι που πρέπει κατεξοχήν να τελειώσει είναι αυτό του ανέξοδου συναισθηματισμού. Πριν το πριν της πρώτης φωτογραφίας υπάρχει το πριν των δεκαετιών του γλεζισμού που λύγισαν ανεπανόρθωτα την οικονομία μας. Πριν το πριν της πρώτης φωτογραφίας υπάρχει το πριν που ένας υπέργηρος άνθρωπος αποφασίζει να βγει από το σπίτι του και να επαναλάβει τις ασκήσεις επαναστατικής γυμναστικής που ταλανίζουν την χώρα από τότε που οι Γερμανοί μας κατείχαν πιο λίτεραλι. Όχι ότι έπραξε άσχημα τότε. Καλά έκανε. Αλλά οι Γερμανοί έφυγαν, η νομιμότητα ήρθε και εβδομήντα χρόνια τώρα εξαγοράζει θαυμασμό και δέος, ξεπουλώντας μια στιγμή νεανικής τρέλας εις βάρος τελικά της οικονομίας μας. Ό,τι όμως είναι ωραία τρελό στα νιάτα, καταντά γελοία τρελό στα βαθιά γηρατιά.
Ας ψεκάσουμε από μέσα μας τα ζιζάνια των συμβολικών εικόνων και ας στραφούμε στα νούμερα μπας και καταφέρουμε να δούμε πώς θα βγούμε από το τέλμα.

Φωτιά να σβήσει το νερό

Έχω ένα μυστικό: Οι κριτικές αναφέρουν ότι το «Το νησί των καταραμένων» κρύβει ένα μυστικό, το οποίο -ευλόγως- δεν μπορούν να αποκαλύψουν. Ωστόσο, από τη στιγμή που ξέρεις πως παίζει μεγάλο μυστικό, μπαίνεις και στη διαδικασία να προσπαθείς να φανταστείς ποιό είναι. Και μόνη η αποκάλυψη της ύπαρξης μυστικού δηλαδή, λειτουργεί περίπου σαν σπόιλερ, αφού πια παρακολουθούμε υποψιασμένοι την ταινία. Όσο λιγότερα πράγματα ξέρουμε για το κάθε έργο τόσο πιο καλά λειτουργεί: δεκαετία 50, Σκορσέζε, Ντι Κάπριο ομοσπονδιακός αστυνομικός που ερευνά ύποπτη ψυχιατρική κλινική - φυλακή απομονωμένη σε δυσοίωνο νησί. Αρκούν. Για όλα τα υπόλοιπα μπορεί κανείς να διαβάσει εκ των υστέρων. Αλλά αν διαβάσει εκ των υστέρων, τότε γιατί να μη γράφει κι ο άλλος ελεύθερα, σταματώντας να ακροβατεί ανάμεσα στην προσπάθεια να φτιάξει τον αναγνώστη για την ταινία και τον φόβο να του χαλάσει την εμπειρία θέασής της, σταματώντας να κωλύεται να μιλήσει για εκείνο που τελικά θέλει να πει η ταινία; Υπάρχει μια θεμελιώδης δυσαρμονία στη συνθήκη κάθε κινηματογραφικής κριτικής (και αυτό δεν είναι μυστικό).
Στην περίπτωση του «Νησιού των καταραμένων» συμβαίνει το εξής παράδοξο: ενώ χάρη στο μυστικό της ανεβαίνει επίπεδο, μετατρεπόμενη από ταινία είδους (της καλύτερης βέβαια ποιότητας, με μερικές παντοδύναμες εικόνες) σε κάτι πολύτιμο, νιώθεις ότι την ίδια ώρα κάπως φτηναίνει εξαιτίας του μυστικού της. Με άλλα λόγια υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα στην ευεργετική επίδραση της ουσίας του μυστικού και στην μάλλον άδικη (για ό,τι έχει κινηματογραφικά προηγηθεί και για ό,τι πρόκειται να επακολουθήσει) επίδραση του εντυπωσιασμού του μυστικού.
Σχετικά με τρεις σκηνές: - Ο Ντι Κάπριο θέλει να ανακρίνει όλο το προσωπικό της κλινικής. Το αίτημά του γίνεται δεκτό. Το επόμενο πλάνο «κόβει» σε μια οθόνη γεμάτη με μαύρους ανειδίκευτους νοσοκόμους. Σε μια ταινία που κινηματογραφείται απενοχοποιημένα στη διαπασών, η σκηνή δεν φωνάζει. Το κοινωνικό σχόλιο που παρεμπιπτόντως κάνει (στα χνάρια της «Φωλιάς του Κούκου») το κάνει οργανικά, ως κομμάτι της πλοκής.
- Ακόμη πιο διακριτική η σκηνή όπου υψηλόβαθμος αξιωματικός του Νταχάου προσπαθεί να πιάσει το πιστόλι του για να αυτοκτονήσει. Στο χέρι του με το ζόρι αχνοφαίνεται μια βέρα: τα Νταχάου τα διοικούσαν οικογενειάρχες.
- Ο Ντι Κάπριο βρίσκει σε μια σπηλιά την (πανταχού παρούσα τα τελευταία χρόνια) Πατρίσια Κλάρκσον. Κάθονται αντικριστά. Ανάμεσά τους καίει μια φωτιά. Συζητάνε πολλά σημαντικά για την πλοκή. Η σκηνή κρατά αρκετά και σε όλη τη διάρκειά της τα πρόσωπα τους τα φωτίζουν οι φλόγες που τρεμοπαίζουν, αλλά με ένα παράξενο τρόπο, σαν να προσπαθούν να μας εμποδίσουν να δούμε. Δεν είναι μια φωτιά που κολακεύει την εικόνα, είναι μια φωτιά που μάλλον την παρεμποδίζει. Ίσως να είναι μια ακόμα σινεφίλ αναφορά του Σκορσέζε από κάποια απίθανη ταινία, καθόλου δεν αποκλείεται να έχει και μεταφορικό ρόλο, αλλά το σίγουρο είναι ότι έχει κινηματογραφικό ρόλο: είναι πλάνα απροσδόκητα, παιχνιδιάρικα, ενοχλητικά, συναρπαστικά.
Η βέρα, οι μαύροι νοσοκόμοι, η φωτιά: θα μπορούσε να μην φορά βέρα, θα μπορούσε να υπήρχε ποσόστωση στο χρώμα των νοσοκόμων, θα μπορούσαν να μην τρεμοπαίζουν με αυτόν τον τρόπο μπροστά στα πρόσωπά τους οι φλόγες: πρόκειται για πλάνα που δεν αλλοιώνουν δευτερόλεπτο το ρυθμό της αφήγησης, η οποία θα συνεχιζόταν με τον ίδιο ακριβώς ρυθμό αν στην θέση τους υπήρχαν άλλα. Η ιστορία παραμένει πρωταγωνίστρια, αλλά ο σκηνοθέτης έχει επέμβει στο σώμα της.
Ο επικεφαλής των λογικών: «Οι άνθρωποι της βίας είναι η ειδικότητά μου», θα πει ο ψυχίατρος Μαξ Φον Σίντοφ, σε μια ατάκα που θα συμπεριλαμβάνεται πλέον σε κάθε είδους αφιέρωμα που θα γίνεται για το έργο του Σκορσέζε, καθώς τον συνοψίζει. Σε περασμένες δεκαετίες η συζήτηση για την κινηματογραφική βία ήταν στην μόδα, αλλά μάλλον ωριμάσαμε και καταλάβαμε πως δεν είναι και το πιθανότερο πράγμα στον κόσμο να γίνει κανείς γκάγκστερ εξαιτίας του Σκορσέζε. Βίαιος γίνεσαι για ένα σωρό άλλους λόγους, αλλά όχι λόγω του καλού σινεμά.
Αν η μία ειδικότητά του είναι οι άνθρωποι της βίας, η άλλη είναι η κινηματογραφοφιλία. Έτσι γεννιέται η βλάσφημη σκέψη ότι αν προσέθεσε κι αυτός στο βιογραφικό του μερικές σκηνές ολοκαυτώματος (σε φλας μπακ ο Ντι Κάπριο βασανίζεται από φαντάσματα του Νταχάου), το έκανε περισσότερο κυρίως λόγω της κινηματογραφικής ιστορίας του ολοκαυτώματος και λιγότερο λόγω της αληθινής, ορμώμενος περισσότερο από το ολοκαύτωμα σαν σινεμά και λιγότερο από την πραγματικότητά του.
«Ο Θεός αγαπά τη βία, ειδάλλως γιατί να υπάρχει τόση παντού, δώρο του Θεού η δυνατή καταιγίδα, πρόκειται για τη βία Του, μιμούμαστε το παράδειγμά Του και για αυτό πολεμάμε, το δέντρο που η καταιγίδα έριξε στο σαλόνι μου πιο καθαρό από κάθε ιδέα για ηθική τάξη, όταν όλες οι συμβάσεις σπάσουν και μας χωρίζει η επιβίωση, το μόνο ερώτημα που μένει είναι αν η δική μου βία θα υπερτερήσει της δικής σου». Αυτά τώρα δεν τα λέει κάποιος τρελός. Ο λόγος αυτός ανήκει στον Αρχιφύλακα της ψυχιατρικής φυλακής, ο λόγος αυτός ανήκει στον επικεφαλής των λογικών που φυλάνε τους τρελούς για να μην δραπετεύσουν. Άλλωστε σε άλλη σκηνή ένας τρελός λέει ότι έξω είναι ένας τρελός κόσμος και κανείς δεν είναι τόσο τρελός για να θέλει να γυρίσει σε αυτόν. 1954: χθες η βία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η παράνοια των στρατοπέδων συγκέντρωσης, σήμερα η βία της απειλής της ατομικής βόμβας και η παράνοια της αντικομουνιστικής υστερίας του ψυχρού πολέμου, έξω από το ψυχιατρείο βία και παράνοια, μέσα στο ψυχιατρείο βία και παράνοια, φόβοι για ναζιστικής καταγωγής πειράματα με το μυαλό των ασθενών, βεβαιότητες για ηλεκτροσόκ και λοβοτομές, ο γιατρός του Μαξ Φον Σίντοφ και ο ψυχίατρος του Μπεν Κίγκσλεϊ προσεγγίζουν διαφορετικά τους βίαιους ανθρώπους.
Και ο Σκορσέζε πώς τους προσεγγίζει στο σύνολο του έργου του; Προσπαθεί να τους καταλάβει; Να τους τιμωρήσει; Να τους εξιλεώσει; Να τους χαρίσει αυτογνωσία; Όλα μαζί; Σίγουρα προσπαθεί να τους κινηματογραφήσει. Και το κάνει καλύτερα από τον καθένα. Στον διάσπαρτο εμβληματικούς καθρέφτες κινηματογράφο του, υπάρχουν και φορές που η αυτογνωσία δεν αντέχεται. Καλύτερα βασιλιάς για μια νύχτα παρά κορόιδο για μια ζωή, αλλά κάποτε ήμουν τυφλός και τώρα είδα: καλύτερα να πεθάνεις σαν καλός άνθρωπος παρά να ζεις σαν τέρας, καλύτερα καλός άνθρωπος για μια νύχτα παρά τέρας για μια ζωή.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Τετάρτη, Μάρτιος 03, 2010

Το κάστινγκ

Σήμερα το Μega είχε την Παπαρήγα και την στρίμωξαν, την έβαλαν στον τοίχο, την ρώτησαν ωραία όλα αυτά που λέτε, αλλά αν δεν αποφάσιζαν αυτά τα μέτρα, αύριο το κράτος δεν θα είχε να πληρώσει μισθούς και συντάξεις, τι προτείνετε τελικά, τι ζητάτε επιτέλους, δεν καταλαβαίνετε τίποτα πια;
Κι εκείνη την ώρα λες ευτυχώς Παναγία μου, ευτυχώς που μας κυβερνά σήμερα το ΠΑΣΟΚ και χθες η ΝΔ, παρατάξεις δηλαδή που παρόλα τα αναμφισβήτητα κακά τους, έχουν τουλάχιστον ένα αίσθημα ευθύνης, δεν αεροβατούν, έχουν επαφή με την πραγματικότητα και το αναγκαίο το μέτρο θα το πάρουν την κρίσιμη την ώρα, προκειμένου να φύγουμε από το σημείο μηδέν στο οποίο μας οδήγησε η αριστερά με τις πολιτικές της τις τελευταίες δεκαετίες.
Η Παπαρήγα απολογούμενη και κατηγορούμενη, ο Μητσοτάκης κατήγορος, ρόλοι που απονέμονται από τους ίδιους ανθρώπους στο ίδιο δελτίο με μια μέρα διαφορά, το παραμύθι συνεχίζεται με ακόμη πιο αυξημένη ένταση, τώρα υπάρχει μεγαλύτερη από ποτέ ανάγκη να γίνει η διάκριση μεταξύ αφενός των δύο σοβαρών κομμάτων, που έχουν πάντα πρόγραμμα και θέσεις ευθύνης, και αφετέρου των κομμάτων της αριστεράς, που διαρκώς αεροβατούν και πιπώνονται από τις εξελίξεις, εξελίξεις που δικαιώνουν τον δικομματισμό, αλλά ξέχασα, δεν υπάρχει δικομματισμός, ο δικομματισμός είναι εφεύρημα, ένα ακόμη σκιάχτρο που έχει στήσει η αριστερά για να βαυκαλίζεται, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ έχουν τεράστιες ιδεολογικές διαφορές, και τρανότερη απόδειξη αυτού δεν υπάρχει από το ρούμπωμα που έκανε σήμερα ο Γιώργος στην Μαριλίζα στο Υπουργικό Συμβούλιο, καθώς όταν εκείνη του είπε ότι "Τα μέτρα κινούνται στα όρια της ιδεολογίας μας", αυτός της απάντησε πως "Είναι εκτός της ιδεολογίας και της φυσιογνωμίας του ΠΑΣΟΚ", εκτός μαδερφάκερ, γεγονός που μέσα σ΄αυτήν τη μαύρη ώρα αφήνει να αχνοφανεί το φως της ελπίδας για την μελλοντική εκείνη μέρα που το ΠΑΣΟΚ θα κατορθώσει να λάβει τα εντός της ιδεολογίας και φυσιογνωμίας του πανελλήνια σοσιαλιστικά μέτρα, για την μελλοντική εκείνη μέρα που θα του επιτρέψουν οι αγοραίοι εταίροι μας και οι εταίρες οι αγορές να κυβερνήσει όπως θέλει, ξέρει και μπορεί.

Τρίτη, Μάρτιος 02, 2010

Nα ζήσουμε, να μας θυμόμαστε.
αυτή είναι η υπευθυνότητα
κι αυτές είναι οι πολιτικές επιλογές,
τότε το ίδιο επιχείρημα ισχύει κατ΄ αναλογία και για τον 13ο, τον 12ο, τον 11ο, τον 10ο, τον 9ο, τον 8ο, τον 7ο, τον 6ο και τον 5ο.
Όσους μισθούς αντέχει η οικονομία.
Έξι αντέχει - έξι να δοθούν.
Πέντε αντέχει - πέντε να δοθούν.
Τέσσερις - τέσσερις.
Το πάρτι τελείωσε.
Κάλλιο 4 και στο χέρι, παρά 14 και καρτέρει.
Και όπως κατέληξε κι ο Μητσοτάκης σήμερα,
ας μην γελιόμαστε,
τελικά θα μας κρίνουν οι αγορές.

Δευτέρα, Μάρτιος 01, 2010

Τράνζιτ

Η μητέρα του Πάμπλο Γκαρσία βάζει το πρώτο γκολ στην Τούμπα, ο πατέρας του Τζος Τσίλντρες θα βρίσκεται πάντοτε δίπλα του στο γήπεδο όταν εκείνος αντιμετωπίζει τον Παναθηναϊκό. Η επίκληση από τον Γκαρσία και τον Τσίλντρες των νεκρών γονέων τους, μπορεί φαινομενικά να συγγενεύει με τις συνήθεις αθλητικές επικλήσεις προς το Θεό, ωστόσο έχει ουσιωδώς διαφορετική ποιότητα από αυτές. Όλοι εκείνοι που σε κάθε γκολ δείχνουν τον ουρανό (περιμένοντας ίσως να πεταχτεί από εκεί ένα άλλο χέρι, ο δείκτης του οποίου θα αγγίξει το δικό τους μετατρέποντας το γήπεδο σε Καπέλα Σιξτίνα), φλερτάρουν είτε με την γελοιότητα (αν δεν πιστεύεις) είτε με την ύβρη (αν πιστεύεις), αφού διακατέχονται από μία χρησιμοθηρική και πελατειακή αντίληψη του θείου, σύμφωνα με την οποία ο λόγος ύπαρξης του Θεού είναι η προσωπική μας εξυπηρέτηση.
Άλλο πράγμα λοιπόν η σαχλή και κατ’ επίφαση θρησκευτικότητα του σκόρερ που ευχαριστεί το Θεό και άλλο πράγμα να έχεις χάσει τον γονιό σου. Εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι απτό και συγκεκριμένο. Υπό νορμάλ συνθήκες ο Πάμπλο Γκαρσία θα ζούσε όλη την εβδομάδα πριν το ντέρμπι προετοιμαζόμενος για το ματς της τριακονταετίας, για ένα παιχνίδι ζωής ή θανάτου. Όμως ο θάνατος συνέβη στον άνθρωπο που τον έφερε στη ζωή και εκείνος βρέθηκε να κάνει τη διαδρομή Ελλάδα – Ουρουγουάη - Ελλάδα, προπόνηση – κηδεία - προπόνηση, να αιωρείται μεταξύ διαφορετικών ηπείρων και διαφορετικών χρονικών ζωνών, μεταξύ επαγγελματικών υποχρεώσεων και προσωπικών αναμνήσεων. Συνήθως σε τέτοιες στιγμές η ίδια σου η συνείδηση βρίσκεται σε κατάσταση τράνζιτ κι είναι σαν να ζεις σε ένα χώρο παράπλευρο του πραγματικού, όπου γνωρίζεις μεν ότι δεν ονειρεύεσαι, ξέρεις όμως και ότι δεν ζεις με τον τρόπο που ζούσες μέχρι λίγες μέρες πριν, όπου σε ένα βαθμό παρακολουθείς όλα αυτά που σου συμβαίνουν σαν τρίτος παρατηρητής. Ελάχιστες στιγμές στη ζωή μπορούν να σταματήσουν το χρόνο και να σε κάνουν να ξαναεξετάσεις τα συστατικά του, σχετικοποιώντας την αξία γεγονότων που ως χθες φάνταζαν τα πιο σημαντικά. Έτσι ο Γκαρσία δεν κατεβάζει το Θεό από τον κόσμο του για να τον χρίσει σκόρερ, αλλά παραμένει αιωρούμενος στον δικό του κόσμο, μεταφέροντας με τις δηλώσεις του και εμάς εκεί.
Την ίδια αγωνιστική ο Σήφης Δασκαλάκης αποκρούει το πέναλτι του Ολυμπιακού και παραταύτα στην επαναφορά της μπάλας δέχεται το γκολ. Του έχει ξανασυμβεί η ίδια ακριβώς ατυχία σε παλιότερο αγώνα με τον Ολυμπιακό, οπότε γονατίζει και με έντονο παράπονο χειρονομεί στον ουρανό λέγοντας: «Γιατί, Θεέ μου, ξανά;». Θεωρεί αυτό που του συμβαίνει εκείνη την ώρα ό,τι πιο σημαντικό θα μπορούσε να του συμβεί, το θεωρεί αποκορύφωμα της ουσίας. Και καλά κάνει και το θεωρεί έτσι, αφού δεν ζούμε με αναστολές ούτε με κρατούμενα, αφού η κατάσταση τράνζιτ είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.
Όπως κανόνας είναι και ότι τα αθλήματα με μπάλα αποτελούν έναν χώρο παραδομένο στο αστάθμητο, έναν χώρο όπου παραιτείσαι από την ψευδαίσθηση του απολύτου ελέγχου. Αποδέχεσαι ότι ο βαθμός ελέγχου σου σε αυτό που θα συμβεί στο γήπεδο φτάνει μέχρι ένα σημείο. Δεν είναι μόνο ο αντίπαλος που μπαίνει στην μέση, είναι και η επιθυμία της μπάλας. Και ο μεγάλος παίκτης είναι αυτός που αφήνει το μικρότερο δυνατό περιθώριο στη μπάλα για τις δικές της επιθυμίες, αλλά δεν θα βρεθεί ποτέ ο παίκτης που θα στέλνει πάντοτε την μπάλα εκεί που θα θέλει. Αυτό δεν αναιρεί τη δύναμη των νόμων της φυσικής. Το πού θα πάει η μπάλα εξαρτάται από τη δύναμη και τη τροχιά που θα της δώσεις. Δεν ξέρεις όμως τι θα μεσολαβήσει στην πορεία της, όπως και δεν μπορείς να ξέρεις ακριβώς τι δύναμη και ακριβώς τι τροχιά της έδωσες.
Και εκεί που τελειώνει η φυσική, αρχίζει το μετά τη φυσική, το μεταφορικά μεταφυσικό, κάτι σαν εκείνο που παίρνεις φόρα για το φάουλ, την μπάλα δεν την εμποδίζει κανείς να βρεθεί στα δίχτυα, ούτε καν ο τερματοφύλακας, οπότε είτε το ήθελες να πάει στα δίχτυα είτε δεν το ήθελες, σημασία έχει ότι το ήθελε η μπάλα. Και αφού βρίσκεσαι σε κατάσταση τράνζιτ η συγκεκριμένη στιγμή εντάσσεται στο πλαίσιο της και εξηγείται καλύτερα από αυτό. Η μεταφυσική της μπάλας συναντά την προσωπική σου μεταφυσική κι όλα τα άλλα έρχονται φυσικά.
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)

Κυριακή, Φεβρουάριος 28, 2010

Μίσκα Μούσκα


Ο μικρός χορεύει πάνω στο κρεβάτι διονυσιασμένος.
Τι θα του δώσει αντάξια χαρά μεγαλώνοντας; Τι θα τον φωτίσει εξίσου και χωρίς κρατούμενα; Γιατί απόλυτα ευτυχισμένοι μπορούμε να είμαστε μόνο όταν είμαστε απόλυτα μικροί; Από ένα σημείο ανάπτυξης και πέρα ο εγκέφαλος αποκλείει την απόλυτη ευτυχία; Είναι δείγμα ηλιθιότητας η απόλυτη ευτυχία; Το σοφό, το σωστό, το λογικό, είναι να είσαι σταθμισμένος, σχετικός, αμφί; Τι σόι ελαττωματική κατασκευή είναι αυτή που μας δέρνει;
Γι΄αυτό ξεχνάμε τι μας συμβαίνει τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, γιατί αν μπορούσαμε να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας παρόμοια συναισθήματα, θα καταλαβαίναμε τι έχει αμετάκλητα χαθεί, θα καταλαβαίναμε ότι ο παράδεισος δεν βρίσκεται ούτε σε μια άλλη ζωή, ούτε σε αυτή που ζούμε τώρα, αλλά σε αυτή που ζήσαμε όσο ήμασταν μωροί, νήπιοι, όσο δεν είχε τεθεί ακόμα σε πλήρη λειτουργία αυτό το πολυμηχάνημα σχετικοποίησης των πάντων που λέγεται εγκέφαλος.

Παρασκευή, Φεβρουάριος 26, 2010

Υet another football post

Υπάρχουν δυο τρόποι να φεύγει το μυαλό· ο ένας είναι μέσω ενός αθλήματος το οποίο σχεδόν όλος ο πλανήτης έχει επιλέξει ως κοινά αποδεκτό τρόπο φυγής· εκφράζει εξίσου φτωχούς και πλούσιους λαούς, γκόλντεν μπόις και μπόις που δεν έχουνε να φάνε· μερικές φορές εκφράζει ακόμα και γκερλς· η φυγή που προσφέρει δεν λειτουργεί ως νάρκωση, λήθη ή απώθηση, λειτουργεί ως συγκίνηση και έκσταση· όταν τελειώνει ένα ματς τα προβλήματά σου είναι πάλι εδώ, απλώς έχεις ένα λόγο να είσαι και χαρούμενος.
Κι ο άλλος είναι ιδιαίτερος, είναι χαρακτηριστικός της εθνικής μας ιδιοσυστασίας· όταν το σκατό χτυπά στον ανεμιστήρα, κλείνουμε αυτιστικά τα μάτια και τη μύτη, δεν θέλουμε να ξέρουμε τι είναι αυτό που πέφτει πάνω στο πρόσωπό μας, το οποίο έχουμε ήδη χώσει στην άμμο αναζητώντας εναγωνίως μέσα της ένα ό,τι να 'ναι ιδεολόγημα που θα μας επαναφέρει σε θέση φαντασιακής ισχύος από την θέση πραγματικής και φαντασιακής ξεφτίλας στην οποία βρισκόμαστε· έτσι δεν είμαστε πια η οιονεί εθνικά κυρίαρχη Ελλάδα του 2010, έχουμε γυρίσει 70 χρόνια πίσω πολεμώντας ναζισμούς, καθορίζοντας τύχες παγκοσμίων πολέμων και φυλώντας Θερμοπύλες απέναντι στην γεμάτη ράμματα γερμανική γούνα.
Και να πεις ότι δεν υπήρχε (δίπλα στα αναμφίβολα χάλια μας) αληθινός εχθρός· υπήρχε, υπάρχει, λέγεται πλήρης ασυδοσία αγορών, λέγεται παράδοση της πολιτικής στα χρηματιστήρια, λέγεται αυτονομημένη από την πραγματική οικονομία παγκόσμια χρηματοπιστωτική φούσκα, όπως θες λέγεται· να τον πολεμήσουμε βέβαια όχι για να πετύχουμε κάτι ουσιαστικό, αλλά για να αυταπατηθούμε με περισσότερο αξιοπρεπή τρόπο από ό,τι τώρα που μας έπιασε το αντιναζιστικό, σε μια εποχή που ο Χίτλερ μετατρέπεται σε καρτούν είτε από τον Ταραντίνο είτε από το χιλιοπαραλλαγμένο βιντεάκι της «Πτώσης»· να τον πολεμήσουμε επίσης όχι από καμιά ειλικρινή ιδεολογική βάση, αφού όλα τα Ηedge Funds της γης ωχριούν μπροστά στην κερδοσκοπική μανία του Έλληνα το 1999.
Δεν είναι γραφικό το αίτημα για τις γερμανικές αποζημιώσεις· γραφικότατο, υπεργελοίο και βαθιά εξευτελιστικό είναι να το θυμάσαι τώρα, σαν κουτσαβάκι δέλτα διαλογής· και απόλυτα απογοητευτική η πάνδημη (;) υϊοθέτησή του, εκεί που στη θέση της θα έπρεπε να υπάρχει οργή για όσους ημιεπισήμως το επαναφέρουν· αλλά αν ήταν να υπάρξει οργή θα είχε υπάρξει πολύ νωρίτερα.
Ίσως υπάρξει αργότερα, όχι πολύ αργότερα, μόλις τα πράγματα φτάσουν στο αμήν, το οποίο πάντως προσεγγίζουν φουριόζικα· μέχρι να εκδηλωθεί αρμοδίως θα εκδηλώνεται με χαράγματα αυτοκινήτων που παρκάρουν μες την μέση του πάρκινγκ του μετρό ή με σκόρπιους Δεκέμβρηδες που θα απειλούν τις «αρχές της κοινής μας ζωής».
Αλλά είτε την βγάλουμε καθαρή είτε την βγάλουμε βρώμικη, το μυαλό μπορεί να φεύγει και με όμορφο τρόπο, με τρόπο που δημιουργεί ανάταση, όπως τη νύχτα που ο Σωτηράκης έγινε από έφηβος άντρας και από ταλέντο ηγέτης, όπως τη νύχτα που ανατράπηκαν υπολογισμοί, αμφιταλαντεύσεις και δεύτερες σκέψεις όσων δεν εννοούν να καταλάβουν ότι το προνομιακό πεδίο του Παναθηναϊκού ήταν, είναι και θα είναι η Ευρώπη, όσων δεν εννοούν να καταλάβουν ότι αυτές τις νύχτες θυμάται κανείς μεγαλώνοντας και όχι τις Ξάνθες και τους Πανιώνιους, όσων δεν εννοούν να καταλάβουν ότι το ποδόσφαιρο είναι αυτό που είναι παγκοσμίως για όσα έγιναν σήμερα μεταξύ 37' και 45', για όσα έγιναν πριν μια εβδομάδα μεταξύ 81΄και 89΄.

Πέμπτη, Φεβρουάριος 25, 2010

H ρευστότητα της ταυτότητας

Στο «Μαύρο Λιβάδι» παρακολουθούμε ένα κορίτσι που υποδύεται ένα αγόρι που παριστάνει το κορίτσι και ερωτεύεται ένα αγόρι, το οποίο δυσκολεύεται όμως να ανταποκριθεί επειδή δεν του αρέσουν τα αγόρια. Για τους ήδη χαμένους στη μετάφραση, ας μικρύνουμε την γραμματοσειρά όσων μεσολαβούν ανάμεσα σε εκείνο που υποτίθεται πως βλέπεις στην οθόνη και σε εκείνο που τελικά βλέπεις: Στο «Μαύρο Λιβάδι» παρακολουθούμε ένα κορίτσι που υποδύεται ένα αγόρι που παριστάνει το κορίτσι και ερωτεύεται ένα αγόρι, το οποίο δυσκολεύεται όμως να ανταποκριθεί επειδή δεν του αρέσουν τα αγόρια. Και αυτή η δυσκολία να συντονίσεις τα μάτια σου ανάμεσα σε εκείνο που υποτίθεται πως βλέπεις και σε εκείνο που τελικά βλέπεις αποτελεί ένα διαρκές ντεζαβαντάζ της ταινίας. Υποτίθεται πως βλέπεις την ιστορία δύο αγοριών (ενός εφήβου και ενός νέου άντρα) στην Ελλάδα του 1654, που το ένα ένα τον έντυσαν γενίτσαρο και έγινε Τούρκος και το άλλο ακριβώς για να μη το κάνουν γενίτσαρο, το έβαλαν σε γυναικείο μοναστήρι και το μεγάλωσαν σαν μοναχή. Για το ρόλο όμως του αγοριού που έγινε μοναχή, επελέγη μια γλυκιά κοπέλα η οποία δεν θυμίζει σε τίποτα αρσενικό. Η αστοχία που δημιουργεί η επιλογή αυτή μπορεί ίσως να γίνει καλύτερα κατανοητή, αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε πώς θα λειτουργούσε η «Στρέλλα», σε περίπτωση που είχε πρωταγωνίστρια γυναίκα με προσθετικό πέος (όπως συμβαίνει στο «Λιβάδι»).
Ο γενίτσαρος και η μοναχή δραπετεύουν από τη στολή τους, το ρόλο τους και την πλαστή τους ταυτότητα. Δραπετεύουν στη φύση έχοντας μείνει μόνο με τη φυσική τους ταυτότητα (αν βέβαια ο έρωτας της μοναχής δεν είναι απότοκο του ότι μεγάλωσε σαν κορίτσι και αν επίσης ο γενίτσαρος θα μπορέσει να αποδεχθεί μια ακόμη ουσιώδη αλλαγή στην ως χθες ταυτότητά του). Και ο τρόπος που σκηνοθετεί ο Βαρδής Μαρινάκης τη φύση είναι το ακαταμάχητο προσόν του «Μαύρου Λιβαδιού». Η φύση δεν σκηνοθετείται ως τοπίο, αλλά ως κάτι ολοζώντανο που αγκαλιάζει τους ήρωες σε σπηλιές και κουφάλες δέντρων, ενσωματώνοντάς τους κατά κάποιο τρόπο, αφού σαν σώμα κι η ίδια σκηνοθετείται, σαν σώμα που αγκαλιάζουν με τα δικά τους. Έχεις την αίσθηση ότι ο Μαρινάκης έκανε ιχνηλασία, ψάχνοντας να βρει την σωστή γωνία που θα στήσει την κάμερα και του ηθοποιούς, βουτώντας πολύ συχνά και την ίδια την κάμερα στο έδαφος. Η φύση είναι ο πρωταγωνιστής και οι δύο ήρωες μέσα της το ντεκόρ. Και πρόκειται για μια φύση που δεν ανήκει στο 1654, ούτε είναι προϊον ψηφιακά εφέ. Υπάρχει ακόμα στα Ζαγοροχώρια και θες να πας να την εντοπίσεις, όσο κι αν δεν ξέρεις να κοιτάς σαν το σκηνοθέτη, όσο και αν η φωτογραφία της ταινίας της δίνει την τελική πινελιά. Αντίθετα στις σκηνές του μοναστηριού το μοναστήρι είναι τοπίο. Η ζωή που υπάρχει στη φύση δεν υπάρχει στο μοναστήρι, ο τρόπος με τον οποίο ζωντανεύει η φύση δεν έχει αντιστοιχία στο Παλαμήδι, το οποίο σκηνοθετείται σαν νεκρό μνημείο και όχι ως ο τόπος μέσα στον οποίο αυτές οι γυναίκες ζούσαν.
Μετά την «Ακαδημία Πλάτωνος»,τον «Κυνόδοντα» και τη «Στρέλλα» το ελληνικό σινεμά φέρνει και στο «Μαύρο Λιβάδι» τους ήρωές του ενώπιον καταστάσεων οριακής αυτογνωσίας. Η ταυτότητα στο ελληνικό σινεμά μπαίνει επί τάπητος. Η αλήθεια βέβαια είναι πως οι άλλες τρεις ταινίες υποστηρίζονται από σενάρια, μέσα στα οποία τα διλήμματα και οι αλλαγές προκύπτουν πολύ πιο στέρεα και συγκροτημένα. Αντίθετα το «Μαύρο Λιβάδι» πάσχει από το κακό του σενάριο, το οποίο δεν επιτρέπει στην εξαιρετική αρχική ιδέα να γονιμοποιηθεί, ενώ στερεί και από δραματουργικό βάρος τις εκθαμβωτικής ομορφιάς σκηνές του.
Και στις τέσσερις ταινίες οι ήρωες ζουν σε ένα πλαίσιο σιγουριάς που τους παρέχει η ταυτότητά τους:
- ο Έλληνας της «Ακαδημίας» μέσα στην γονιδιακή αντιδιαστολή του με τους μετανάστες και ειδικά τους Αλβανούς που δεν θα γίνουν Έλληνες ποτέ.
- τα παιδιά του «Κυνόδοντα» μέσα στις γραμμές του κόσμου που έχουν ορίσει οι γονείς του, όπου τα πάντα, ακόμη και οι ίδιες οι λέξεις, ορίζονται από τους γονεϊκούς κανόνες. Μέσα στα όρια του σπιτιού είναι ασφαλείς, έξω υπάρχουν θηρία.
- ο κατάδικος της «Στρέλλας» μέσα στην βεβαιότητα του εγκλήματος που έκανε, της κάθαρσης που του παρέχει η φυλακη και της ελπίδας επανασύνδεσής του με το παιδί του με καθαρούς πια όρους.
- στο «Μαύρο Λιβάδι» ο γενίτσαρος και η μοναχή είναι αποδεκτοί μέσα στις στολές τους, μέσα στους θεσμούς τους.
Ο Έλληνας όμως παύει να ξέρει αν είναι «Έλληνας», το παιδί παύει να είναι παιδί, ο καθαρμένος πατέρας παύει να είναι καθαρμένος, ο γενίτσαρος κι η μοναχή παύουν να είναι γενίτσαρος και μοναχή. Ό,τι ήταν ξεκάθαρο και σαφές παύει πια να είναι. Η ασφάλεια δίνει τη θέση της στη ρευστότητα. Η οριοθέτημενη ταυτότητα μετατρέπεται σε ένα ρευστό πεδίο επώδυνων συνειδητοποιήσεων, επαναστάσεων, συμφιλιώσεων και επιλογών. Και οι τέσσερις ταινίες συμφωνούν πως υπάρχει ζωή και έξω από το ως χθες αδιανόητο όριο, υπάρχει ταυτότητα και πέρα από το περιχαρακωμένο όριο της παλιάς. Οι πρωταγωνιστές των τεσσάρων ταινιών μένουν γυμνοί από τις βεβαιότητες που φορούσαν. Τώρα πρέπει να πορευθούν χωρίς αυτές. Σε ένα πορτ μπαγκάζ, σε μια σπηλιά, σε μια χριστουγεννιάτικη γιορτή ή στην αιώνια γειτονιά τους, οι ήρωες έχουν να αντιμετωπίσουν το νέο τους εαυτό, τα νέα τους όρια, τη νέα τους ταυτότητα. Το παλεύουν.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Τετάρτη, Φεβρουάριος 24, 2010

«Ζήτω η Ελλάδα και κάθε τι μοναχικό στον κόσμο αυτό», τραγουδάει ο Διονύσης Σαββόπουλος στην καινούρια διαφήμιση του λαδιού «Άλτις».
«Κι όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει», καταλήγει η διαφήμιση.
Μικρή σημασία έχει το ότι η εταιρία που εμπορεύεται το συγκεκριμένο λάδι είναι θυγατρική πολυεθνικής, της «Unilever». Για την ακρίβεια δεν το ήξερα καν, τώρα το κοίταξα.
Το ίδιο θα ήταν (άντε, σχεδόν το ίδιο) και αν η η εταιρία ήταν ελληνικότατη.
Μετά τη διαφήμιση τον βλέπω στις ειδήσεις να τα βάζει με το κωλοδάχτυλο της Αφροδίτης της Μήλου.
Η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει.

Κυριακή, Φεβρουάριος 21, 2010

1 14

Ο κακός του έργου άλλαζε με εξοντωτικούς ρυθμούς. Πρώτα ήταν η ΝΔ που χάλκευσε στοιχεία. Μετά γίναμε εμείς συνολικά ως κοινωνία που καταναλώνουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα παράγουμε. Μετά οι κερδοσκόποι και οι σορτάκηδες, με ολίγη από ΠΑΣΟΚ που άργησε να πάρει αποφάσεις. Τώρα γίνεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τους Γερμανούς να παίζουν μοχθηρό ρόλο μέσα της. Κι έτσι τώρα μας χαλάει η Ε.Ε, που μέχρι χθες υπεραγαπούσαμε, πλην βέβαια της ΚάπαΚαπάρας που τα έλεγε δεκαετίες τώρα και όλοι τη δουλεύαμε, μέχρι που πέσαμε στο λάκκο με τα κωλοδάχτυλα και ξεσκονίσαμε εκτός απ’ το αντιγερμανικό των παππούδων μας και το αντικαπιταλιστικό μας, σκανδαλιζόμενοι αίφνης από την ασυδοσία των αγορών. Είναι όμως προτιμότερο για όλους να αποφασίζουν οι εκ των προτέρων κακοί ξένοι. Η παρουσία τους ήταν απαραίτητη ώστε να καταφέρουμε να ξαναθυματοποιηθούμε: από την ενοχική εικόνα της μπαχαλοοικονομίας, χίλιες φορές η αδικημένη εικόνα των πειραματόζωων του ευρώ.
Και τώρα Καραμανλής και Παπανδρέου είναι εξίσου ευτυχισμένοι, κάνοντας αυτό που τους ταιριάζει: ο ένας κοπροσκυλιάζει βλέποντας τον άλλο να λούζεται τη διεθνή ξεφτίλα (ίσως τελικά για αυτό δεν ξεμύτιζε από τη χώρα, για να τον θυμούνται όσο το δυνατόν λιγότερο όταν έρθει η ώρα του λογαριασμού), ο άλλος ο ορισμός του μπιζιμποντισμού, μαζί οι δυο τους να κάνουν σε δραστηριότητα ένα κανονικό άνθρωπο. Διαρκώς έτοιμος ο Γιώργος να πάει να συζητήσει σε fora και όργανα, να δίνει πρόσωπο στη χώρα, με το δικό του πρόσωπο σχεδόν ποτέ να μην ξέρει τι θέλει να κάνει, πάντα όμως διατεθειμένο να ακούσει, να μιλήσει, να κινηθεί. Γιατί όταν ο χαρακτήρας του Κλούνεϊ στο «Up in the Air» πήγαινε, ο Γιώργος με άλλη πτήση γύρναγε, όταν ο Κλούνεϊ είχε στόχο να συμπληρώσει δέκα εκατομμύρια μίλια, ο Γιώργος πήγαινε για την κατοστάρα, γιατί με ένα στόμα Κλούνεϊ και Γιώργος λένε ότι η στασιμότητα σε σκοτώνει κι ότι η κίνηση είναι ζωή.
Στο σχέδιο «Καλλικράτης» πάντως προβλέπεται η μετατροπή του Πρωθυπουργού σε Γενικό Περιφερειάρχη Ελλάδος, με κύρια αποστολή του την δημόσια διαβούλευση. Η δημόσια διαβούλευση σταματά μαζί με τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου έξω από την πόρτα του Ecofin. Μέσα σε αυτήν οι υπόλοιποι Υπουργοί Οικονομικών θα αποφασίσουν μόνοι τους τι μέτρα θα πάρουν. Μέχρι να βγει η απόφαση τους ο Παπακωνσταντίνου θα κρατηθεί στο ΛΓ΄ Τμήμα Ασφαλείας Βρυξελλών κατηγορούμενος για το ιδιώνυμο αδίκημα της ελληνικότητας.
Πρώτο μέτρο που θα πάρουν είναι η μετατροπή της ως τώρα αναλογίας «14 μισθοί ανά 1 εργαζόμενο», σε «1 μισθό ανά 14 εργαζομένους». Στην επόμενη φάση τα μέτρα θα συνδεθούν με την αύξηση των ορίων ηλικίας, έτσι ώστε εργαζόμενος που θα δουλεύει ως τα 67 του να λαμβάνει κατά τα χρόνια που εργάζεται 14 μισθούς συνολικά.
Την κατάργηση του 14ου μισθού θα ακολουθήσει η κατάργηση του 14ου έτους ηλικίας. Οι 14χρονοι αποτελούν κραυγαλέα δημοσιονομική πληγή: καταναλώνουν πολλά – δεν παράγουν τίποτα. Η Γενική Περιφέρεια Ελλάδος θα βάλει κόκκινη γραμμή, που στην πορεία θα γίνει ροζ, ώστε να βρεθεί η χρυσή ροζ τομή. Όσοι θέλουν να σώσουν το 14χρονο τους θα πρέπει να καταβάλουν ποσό ίσο με τα δηλωμένα στην εφορία εισοδήματα τους επί 14. Πάρα πολλοί φορολογούμενοι γονείς δεν θα δυσκολευθούν, άλλοι όμως θα αναγκαστούν να πουλήσουν την περιουσία τους. Οι περισσότεροι 14χρονοι θα σωθούν. Μέχρι και τηλεμαραθώνιοι θα οργανωθούν για τους μη έχοντες γονείς. Και ο λαός μας θα συγκλονίσει ξανά με την ανταπόκρισή του. Μέχρι να κουραστεί τόσο οικονομικά όσο και ως τηλεθεατής. Τότε θα μπει η ιδέα να δημιουργηθεί ριάλιτι, όπου το κοινό θα ψηφίζει ποιου 14χρονου το χρέος θα πληρωθεί και ποιού όχι, αλλά οι Βρυξέλλες δεν θα δώσουν άλλη παράταση. Έτσι ένας αριθμός παιδιών θα χαθούν.
Και τελικά θα χαθεί και η χώρα. Και μετά θα πάρουν σειρά η μία μετά την άλλη και οι υπόλοιπες. Μαζί τους και οι πολίτες τους. Η ανθρωπότητα θα χάσει την μάχη από το Κεφάλαιο. Δίχως κράτη, κανόνες και περιορισμούς, τα Κεφάλαια θα κινούνται ελεύθερα, θα δημιουργούν πιο σύνθετα οικονομικά προϊόντα, θα αλληλομάχονται αλληλοδανειζόμενα. Κάποια στιγμή όλο το Κεφάλαιο θα συγκεντρωθεί σε μια μεριά. Δεν θα πανηγυρίσει τον τελικό του θρίαμβο γιατί θα συνειδητοποιήσει πως πλέον έχει μείνει άνευ αντικειμένου. Θα περιμένει καρτερικά την εμφάνιση εξωγήινων πολιτισμών για να ξαναρχίσει να κάνει παιχνίδι.
(Kείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)

Παρασκευή, Φεβρουάριος 19, 2010

Ιmagine

Στον γυρισμό ανοίγω το ραδιόφωνο. Κάνω να το συντονίσω στους αθλητικούς σταθμούς, αλλά με προλαβαίνει το «Imagine». Και σκέφτομαι ότι ώρες - ώρες (ώρες κάθε άλλο παρά συχνές, ώρες ιδιαίτερα σπάνιες) το ποδόσφαιρο κατορθώνει να σου προσφέρει ακριβώς αυτό: την ουτοπία εκπληρωμένη. Δεν έχεις να φανταστείς τίποτα· oύτε παραδείσους, ούτε κολάσεις μπιλόου ας, ούτε need for greed (greed is good) ούτε need fοr hunger (hunger is bad, αλλά πρέπει να πέσει και το έλλειμμα).
Α brotherhood of man· δεν χρειάζεται να το φανταστείς, γιατί το έζησες για λίγο, για πολύ λίγο, στο 3-2, στο «Οε - οε - οε - οέ, Τζιμπρίλ Σισέ». Μα δεν θέλει να πει αυτό ο ποιητής. Μα δεν σε νοιάζει. Μακάρι να έρθει η ουσιαστική αδελφοσύνη των ανθρώπων, αλλά μέχρι τότε πολύτιμη είναι κι η αδελφοσύνη της έκρηξης χαράς. Δεν θα την σνομπάρεις. Θα τη ζήσεις. Θα τη νιώσεις. Κι ας μην κέρδισε κάποιο τρόπαιο η ομάδα σου σήμερα, κι ας μην πήρε κάποια πρόκριση, κι ας μην έκανε την Ευρώπη να παραμιλάει, όπως έλεγαν τα κλισέ όταν ήσουν μικρός. Έκανε όμως εσένα να παραμιλάς και να παρατραγουδάς το οε - οε - οε - οέ, γιατί τη λέξη Σισέ την ξέρει πια κι ο γιος σου, είναι μια από τις πρώτες του, και σε αντίθεση με τη λέξη Τρισέ είναι μια ωραία λέξη, ακριβώς γιατί μ΄όλα του τα άσχημα το ποδόσφαιρο μπορεί να σου προσφέρει ιστορίες σαν την αποψινή, ανατροπές σαν την αποψινή, ανατροπές που θα μείνουν στη μνήμη ανεξάρτητα από προκρίσεις, ανεξάρτητα από το αν την Κυριακή όλοι οι Παναθηναϊκοί θα ξαναπάθουν κατάθλιψη, ανεξάρτητα από την ποδοσφαιρική καθημερινότητα.
Γιατί πάει κάπως έτσι: η ποδοσφαιρική καθημερινότητα είναι αναγκαία προκειμένου να σου δείχνει τι συμβαίνει συνήθως, τι είναι αναμενόμενο και φυσιολογικό να συμβαίνει σε ένα παιχνίδι, ώστε όταν μία στις τόσες (μία στις πολλές τόσες) συμβεί το αναπάντεχο, να μπορείς να το αναγνωρίσεις αμέσως, αγκαλιά με τον διπλανό σου, που δεν είναι ο φίλος σου που απογοητευμένος έχει μόλις φύγει, αλλά κάποιος που δεν ξέρεις, κάποιος όμως που ξέρει σαν εσένα ότι κάτι συνέβη απόψε, κάτι που θα θυμάσαι και θα θυμάται, φουσκώνοντας τις διαστάσεις του και τροποποιώντας τις λεπτομέρειες του όπως αρμόζει σε κάθε λογής μύθους, διατηρώντας όμως στο μυαλό τα βασικά: πως ώρες - ώρες, ώρες σπάνιες, ένας αγώνας μετατρέπεται σε εκπληρωμένη ουτοπία.
You may say I am a football fan
But I am not the only one.

Τετάρτη, Φεβρουάριος 17, 2010

Μay we be excused?

Σαν σε συνάθροιση όπου συνυπάρχουν μεγάλοι και παιδιά. Τα παιδιά αδημονούν να πάνε να παίξουν κάπου μόνα τους. Άλλος κόσμος ο δικός τους, άλλος κόσμος των μεγάλων. Eίναι απόλυτα φυσιολογικό. Και επιτέλους, δουλειά του Έλληνα πολιτικού δεν είναι να κυβερνά. Δουλειά του είναι να ασκεί την μιλητή εκδοχή της πολιτικής, που έχει τόση σχέση με το να κυβερνάς, όση η ραδιοφωνική πάρλα των οπαδών με το να παίζεις ποδόσφαιρο.
Έστω και αργά λοιπόν ο καθένας μπορεί να ασχοληθεί με τον τομέα στον οποίο ειδικεύεται. Οι Βρυξέλλες ας μας κυβερνήσουν και οι δικοί μας ας ασχοληθούν με τη μόνη δεξιότητα που περιέχει το ρεπερτόριό τους: το blame game. Ένα blame game σε μεγάλο βαθμό σικέ, ένα blame game διαχρονικό οξυγόνο του δικομματισμού: βγάλ' το απ' την μέση και ο δικομματισμός δεν θα έχει που να καταφύγει για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του.
Κοιμάσαι Έλληνας πολίτης και ξυπνάς πολίτης Εcofin.
Εκεί να εξεταστούν οι μετανάστες, στα των οργάνων της ευρωζώνης αντί στα της ελληνικής Ιστορίας, γιατί και πιο χρήσιμα θα τους φανούν και θα αποκτήσουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με μας τους γηγενείς.
Αλλά αν μας πήραν το δικαίωμα να αποφασίζουμε, το δικαίωμα να εξετάζουμε τα πράγματα με επιτροπές και δίχως ξένες επιτροπείες, ήταν, είναι και θα παραμείνει ελληνικό.
Όχι, παίζουμε.

Τρίτη, Φεβρουάριος 16, 2010

Κι όμως, θα γύριζε αιώνες πριν

Στην Αλεξάνδρεια του 391 μ.Χ. (καθώς και «μερικών χρόνων αργότερα») μια γυναίκα μελετά την περιστροφή της γης και περιστρέφεται γύρω από τον κόσμο των μελετών της, την ώρα που ο κόσμος δίπλα της αλλάζει ριζικά, καθώς οι Χριστιανοί γίνονται το νέο καθεστώς και ο παλιός κόσμος περνά στο περιθώριο. Το «Αgora» εικονογραφεί μια περίοδο που δεν έχουν κατασταλάξει τα πράγματα, μια περίοδο αλλαγής σκυτάλης και -βίαιης, πώς αλλιώς;- μεταβίβασης δύναμης. Όταν τα πράγματα κατασταλάζουν, όλοι εκχριστιανίζονται, όλοι κανονικοποιούνται. Και λίγες γενιές μετά όλοι είναι Χριστιανοί και ο Χριστιανισμός είναι το πλέον αναμφισβήτητο πράγμα, όπως λίγες γενιές πιο πριν ήταν το πιο αδιανόητο.
Από το επίσημο σάιτ της ταινίας αντιγράφω σημειώσεις του σκηνοθέτη της, Αλεχάντρο Αμενάμπαρ; «Λίγα είναι γνωστά για το έργο της Υπατίας. Η εισαγωγή μιας υποπλοκής για την αστρονομία μάς επέτρεψε να κάνουμε εικασίες για το εύρος των ερευνών της, ακόμα και για τα ύψη στα οποία θα μπορούσε να είχε φτάσει ο αρχαίος πολιτισμός αν δεν είχε μεσολαβήσει ο μεσαίωνας και η πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αν ο κόσμος δεν είχε παραλύσει για 1500 χρόνια». Η Υπατία εμφανίζεται στην ταινία να βασανίζεται από την υπόνοια ότι δεν είναι η γη το κέντρο του κόσμου και μετά από πολλές προσπάθειες να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν γυρνά ο ήλιος γύρω από τη γη, αλλά η γη γύρω από τον ήλιο και μάλιστα με τροχιά ελλειπτική. Ο Αμενάμπαρ θέλει δηλαδή να πει ότι η γη θα μπορούσε να είχε γυρίσει αιώνες πριν τον Γαλιλαίο. Το πόσο νομιμοποιείσαι να προσαρμόζεις τα ιστορικά γεγονότα για χάρη της μυθοπλασίας (πόσο μάλλον όταν το τρέιλερ διαφημίζει πως πρόκειται για «μια αληθινή ιστορία») είναι σίγουρα ένα επίμαχο θέμα. Αλλά αν η ταινία επικεντρωνόταν στη σύγκρουση δύο κόσμων, του φωτισμένου ελληνορωμαϊκού πολιτισμού που αποχωρούσε και του χριστιανικού που ο ερχομός του θα έφερνε αιώνες παράλυσης, συμφωνείς - διαφωνείς, θα ήταν πάντως μια ταινία με καθαρή στόχευση. Το περίεργο είναι ότι σε συνέντευξή του ο Αμενάμπαρ λέει πως εμπνεύστηκε την ταινία κοιτώντας τα άστρα και αναπτύσσοντας έντονο ενδιαφέρον για την αστρονομία. Το να θες να γυρίσεις λοιπόν μια ταινία για αστρονομικά κατορθώματα και αντί να μιλάς για υπαρκτά, να αποδίδεις σε ιστορικό πρόσωπο κατορθώματα που δεν του ανήκουν, επεκτείνει τις αμφιβολίες από το επίπεδο των θεμιτών μέσων και στο επίπεδο του επιδιωκόμενου σκοπού. Προδίδει δηλαδή ήδη σε επίπεδο προθέσεων μια σύγχυση, που αντανακλάται τελικά και στο αποτέλεσμα.
Έχεις δηλαδή την εντύπωση ότι σχεδόν σε κάθε πλευρά της ταινίας (την πολιτική, την ερωτική, την αποτύπωση των σκηνών βίας, την αντίδραση της Υπατίας στο τελικό δίλημμα) κάτι λείπει, ένα τρόχισμα, μια αιχμή, έχεις την εντύπωση ότι της λείπει μια συνεκτική ματιά που θα επέτρεπε σε όλα τα επιμέρους στοιχεία της να φτιάξουν τελικά ένα έργο με τη δική του ευδιάκριτη ταυτότητα. Ίσως αν η ταινία παραδειγματιζόταν από την μυθοπλαστική επιμονή της ηρωίδας της, θα το είχε προσπαθήσει περισσότερο, ώστε να καταφέρει να βρει το ένα κέντρο γύρω από το οποίο θα περιστρέφεται, καθώς και το ακριβές είδος της τροχιάς της. Παρά ταύτα, μερικά πλάνα στον ουρανό φιλοδοξούν να δώσουν μια αίσθηση σχετικότητας των δρώμενων και να μας υπενθυμίσουν ότι η ταινία δεν διαδραματίζεται μόνο μέσα σε έναν μακρινό χρόνο, αλλά και σε έναν συγκεκριμένο τόπο, που δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος (όπως άλλωστε η Υπατία της ταινίας προσπαθεί να αποδείξει). Επίσης πρέπει να είναι η πρώτη φορά που σε ταινία με χλαμύδες οι Χριστιανοί μετατρέπονται από θύματα σε θύτες, από τους καλούς στους κακούς του έργου, ακολουθώντας έτσι το δρόμο που άνοιξαν οι κάου μπόις στα φιλοϊνδιανικά γουέστερν.
Αλλά ας φύγουμε από την ταινία για να πούμε δυο ερωτόλογα για την πρωταγωνίστριά της. Η ομορφιά της Ρέιτσελ Βάις σου δίνει πάντα την (αυθαίρετη και ίσως εσφαλμένη, αλλά τι σημασία έχει;) αίσθηση ότι δεν είναι μόνο εξωτερική. Πρόκειται για το είδος της ομορφιάς του προσώπου που γίνεται καλύτερα αντιληπτό όταν αντιδιασταλεί με την άδεια ομορφιά κοριτσιών τύπου «Νext Top Model», το πρόσωπο των οποίων φαντάζει σαν κέλυφος ρηχότητας, μικρότητας, κάτι λίγου, ενός μέσα κόσμου ενοχλητικού. Αντίθετα, έχεις την αίσθηση ότι κάτι κατασταλαγμένα γλυκό απορρέει μέσα από την Βάις, συνδιαλέγεται με το πρόσωπο της και αποτυπώνεται πάνω του σαν αύρα που εξευγενίζει και εξαγνίζει την ομορφιά της.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Δευτέρα, Φεβρουάριος 15, 2010

Εργασία και όχι Έργο

Φεβρουάριος του δύο χιλιάδες δέκα: η γη συνεχίζει να γυρνά γύρω από τον ήλιο, αλλά με μισή καρδιά, αφού με την άλλη της μισή γυρνά γύρω από τη Πανδώρα του «Αvatar» και το νησί του «Lost». Υπάρχει η ταινία «Αvatar» και η σειρά «Lost» και υπάρχουν και τα ομότιτλα φαινόμενα. Η ταινία και η σειρά θα ζοριστούν από το πέρασμα του χρόνου, ενώ αντίθετα τα φαινόμενα είναι ακριβώς λόγω του παρόντος χρόνου που μετατράπηκαν σε φαινόμενα, τις μετατρέπει δηλαδή σε φαινόμενα αυτό που συμβαίνει τώρα. Το «Αvatar» είναι φαινόμενο γιατί ήδη οδηγεί σινεμά και τηλεόραση προς την κατεύθυνση της τρισδιάστατης τεχνολογίας. Και είναι φαινόμενο για την εμπειρία που προξενεί η θέαση της ταινίας σήμερα που το μάτι δεν έχει συνηθίσει, σήμερα που η τεχνολογία είναι φρέσκια. Αύριο θα τη συνηθίσουμε και η ταινία θα εκτιμάται πλέον με βάση το περιεχόμενο της. Έτσι, μέσα στο χρόνο μπορεί να μειωθεί η εκτίμηση σε αυτήν καθ’ αυτήν την ταινία, αλλά ο απόηχος και οι επιπτώσεις του φαινομένου θα μείνουν. Αντίστοιχα, αύριο το «Lost» δεν μπορεί να είναι αυτό που είναι σήμερα. Γιατί το «Lost» έγινε φαινόμενο ως κοινή προσμονή, έγινε φαινόμενο δημιουργώντας μια παγκόσμια συντροφιά που πέρασε τα τελευταία χρόνια μαζί του, που πορώνεται, συζητά, ανταλλάσσει θεωρίες και το βλέπει σε χρόνο σχεδόν ταυτόχρονο.
Το «Αvatar» κατασκευάστηκε με την -όχι κρυφή- ελπίδα να μετατραπεί σε φαινόμενο, το «Lost» όμως αν είχε παρόμοια ελπίδα, πρέπει να την είχε μόνο στο πίσω μέρος του μυαλού του. Το όραμα του Κάμερον όχι μόνο ήταν ξεκάθαρο, αλλά και τόσο συνειδητοποιημένο, που περίμενε χρόνια την τεχνολογία να φτάσει στο επιθυμητό επίπεδο, ώστε να μπορεί να το πραγματοποιήσει. Το «Αvatar» ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να πει, το «Lost» ήξερε στο εντελώς περίπου: φτιάχνεται ο «πιλότος», υπάρχει ένα γενικό πλάνο στο μυαλό και από εκεί και πέρα όλα εξαρτώνται από την αποδοχή του κοινού. Βλέποντας και κάνοντας αν θα τραβήξει και πόσο θα τραβήξει. Από την μία δηλαδή έχουμε ένα συνολικό όραμα, από την άλλη μια λαμπρή αρχική ιδέα που εξελίχθηκε και μεγάλωσε μαζί μας. Γιατί το «Αvatar» είναι ένα έργο. Ένα έργο που θα φτιαχτεί και θα ετοιμαστεί πριν παραδοθεί στον θεατή. Ενώ το «Lost» δεν είναι έργο, αλλά εργασία σε εξέλιξη.
Βασική αρετή του «Lost» αποδείχθηκε η διαρκής επανεφεύρεση του εαυτού του, με τη διαρκή ανατροπή των όρων του δικού του παιχνιδιού. Βασικό του μειονέκτημα -από τον τρίτο κύκλο κι έπειτα- ότι κάπου μέσα στο γενικό χάσιμο, χάνεται και το αληθινό ενδιαφέρον για τους ήρωές του, που παραχωρεί τη θέση του μόνο στο ενδιαφέρον για το επόμενο μυστικό, μέχρι το επόμενο, μέχρι το τελικό.
Είναι όμως λάθος να εστιάζουμε τόσο πολύ στο μεγάλο μυστικό στο τέλος, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε πως όλα αυτά που έχουν συμβεί είχαν και ένα συνεκτικό νόημα. Τα έργα υπάρχουν πριν από σένα και εσύ τα βλέπεις, οι εργασίες υπάρχουν παράλληλα με σένα, πραγματοποιούνται για χάρη σου και αναλόγως του ενδιαφέροντός σου. Τα έργα έχουν ένα νόημα έξω από σένα, το νόημα των εργασιών εξαρτάται καθοριστικά από εσένα.
Έτσι κανείς δεν μπορεί να απατηθεί από το τέλος του «Lost», αφού αν ήταν να νιώσει απατημένος θα έπρεπε να το έχει ήδη νιώσει. Ενώ μπορεί κάλλιστα να νιώσεις απατημένος από ένα έργο. Γιατί αν ένα έργο δεν στέκει, δεν στέκει: ήταν εκ των προτέρων ελαττωματικό. Στις εργασίες είναι αυτό το «εκ των προτέρων» που δεν υφίσταται. Η εργασία αποδεικνύει την αντοχή της στην ποσότητά της, στα 121 της επεισόδια, στο ότι είτε έτσι είτε αλλιώς κατάφερε να σου διατηρήσει την προσμονή ως το τέλος.
Έτσι, αντί για το τέλος όπου όλα θα βγάλουν νόημα, εκείνο που τώρα προσμένεις είναι κάτι που δεν θα έχει σκεφτεί κανένας, καμία από τις άπειρες θεωρίες που κυκλοφορούν, κάτι που θα ανατρέψει για τελευταία φορά τις προβλέψεις κάνοντας την τελική αίσθηση. Με άλλα λόγια, περισσότερο από στοίχημα εξήγησης και συνοχής, είναι ένα στοίχημα εντυπωσιασμού. Περισσότερο από μυστικό, προσμένεις μια ιδιοφυή διαφυγή, την ακροτελεύτια άρση του «Lost» πάνω από τον εαυτό του, πάνω από όλες τις εκδοχές, την τελική εκθαμβωτική απάτη ενός φαινομένου, το τέλος μιας δαιδαλώδους εξαετούς εργασίας.
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)

Σάββατο, Φεβρουάριος 13, 2010

Σωματοποιώντας την Ενσωμάτωση

Όλοι οι ήρωες του Ιστγουντ, έστω και περιθωριακοί αντιήρωες, λειτουργούν πάντα εκτός θεσμών, αναπτύσσουν πάντα τη δικιά τους στρατηγική και στο τέλος θριαμβεύουν.
Και όλα αυτά πάντα μέσα στο αμερικανικό όνειρο, που το πραγματοποιεί η νεαρή πυγμάχος στο Million Dollar Baby.

Μην βιαστείς να αναρωτηθείς αν είδες άλλη ταινία από τον Περικλή Κοροβέση, μην βιαστείς να εκπλαγείς, μην σπεύσεις να ειρωνευθείς.
Από την εκδοχή να έφυγε για τον άλφα ή τον βήτα αριστερό λόγο στην μέση της ταινίας, να προτιμήσεις την άλλη, την λιγότερο προφανή: υποψιάσου δηλαδή πως ο Κοροβέσης υπαινίσσεται ότι όσοι πραγματοποιούν το αμερικάνικο όνειρο καταλήγουν σε δωμάτιο νοσοκομείου διασωληνωμένοι λόγω ολικής παραλυσίας: το αμερικάνικο όνειρο πρώτα σε παραλύει ολικά και ύστερα σε οδηγεί να εκλιπαρείς για ευθανασία. Ιδού το αμερικάνικο όνειρο, λέει ο Κοροβέσης, και ιδού ο Ίστγουντ, ο φαιός προπαγανδιστής του, αφού σε αυτή την ευλογημένη χώρα, τις ΗΠΑ, όλοι οι ικανοί έχουν τη δυνατότητα να πλουτίσουν και με την ατομική πρωτοβουλία όλα τα στραβά μπορεί να ισιώσουν. Εξού και το χάπι εντ στην ταινία, όπου η Μάγκι με την αμέριστη φροντίδα και αγάπη της οικογενείας της (που ίσως υπερβολικά γλυκανάλατα αποτυπώνει ο πολυεκατομμυριούχος σκηνοθέτης), μετά από πρωτοποριακή εγχείριση γίνεται καλά, επανέρχεται στα ρινγκ, παίρνει σαν θηλυκός Ρόκι τον παγκόσμιο τίτλο (αφού αυτό άλλωστε είναι το έργο, ο Ρόκι στα γυναικεία και όχι ο ανεστραμμένος Ρόκι) και παντρεύεται τον θαυματουργό χειρουργό της, με τον Ίστγουντ κουμπάρο και τον Φρίμαν να αγοράζει καινούριο καζανάκι για το γυμναστήριο, χάρη σε μπόνους που του έδωσε η νεόνυμφη θριαμβεύτρια του αμέρικαν ντριμ.
Στο Gran Torino δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει ποια ήταν η φυλή Hmong (παρά το γεγονός, πως βασικός ήρωας της ταινίας του ήταν ένας νεαρός Hmong).
Ο νεαρός Hmong όχι μονάχα γίνεται Αμερικανός βάσει της αρχής «Αμερικανός γίνεσαι, δεν γεννιέσαι», αλλά επί πλέον από την Gran Torino που κληρονομεί από τον προστάτη του, βετεράνο του πολέμου της Κορέας, παίρνει και τα παράσημά του.
Και όχι μόνο αυτά. Έχουν οι Hmong τις μεταξύ τους ενδοκοινοτικές διαφορές. Αντί να σεβαστεί το πολυπολιτισμικό μοντέλο και αντί να τους αφήσει να τις λύσουν μόνοι τους, παρεμβαίνει, φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν, δεν αφήνει το νεαρό Hmong να δράσει σύμφωνα με τον δικό του κώδικα αξιών, παγιδεύει άλλους Ηmong και τους οδηγεί στο μπουντρούμι. Είναι τόσο ακροδεξιό κάθαρμα που είναι διατεθειμένος να πεθάνει για να τους παγιδεύσει, είναι τόσο σίχαμα που σκέφτεται τι είναι η ζωή μου μπροστά σε δυο κιτρινιάρηδες ακόμα στη φυλακή.
Αλλά και του νεαρού Ηmong μπορεί να του βρήκε δουλειά, να του αγόρασε εργαλεία για τη δουλειά, να θυσιάζει ακόμα συνειδητά και την ίδια του τη ζωή για αυτόν, αλλά όλα αυτά τι νόημα και τι αξία έχουν αν προσπαθείς να τον κάνεις σαν τα μούτρα σου, αν του κληροδοτείς τα μιλιταριστικά σου παράσημα (που πήρες σκοτώνοντας κιτρινιάρηδες) και την ενεργοβόρα Gran Torino (που είχε πάει να σου κλέψει) σου αντί να τα αφήσεις στα παιδιά και στα εγγόνια σου, τι σημασία έχει αν τους ανθρώπους του διπλανού χορταριού, που τους σιχαινόσουν ρατσιστικά, τους αγάπησες, τους έκανες οικογένειά σου και αποφάσισες να πεθάνεις για πάρτη τους, τι σημασία έχουν όλα αυτά αν δεν σεβάστηκες λεκτικά τη διαφορετικότητά τους, αν δεν έμαθες κάθε πτυχή της ιστορίας τους, αν τα έθιμά τους αντί να αρκεστείς να τα βιώνεις δεν προσπάθησες να τα μελετήσεις και να εμβαθύνεις θεωρητικά σε αυτά, τι σημασία έχει το ότι στην πράξη αποδείχθηκες έτοιμος να ενσωματωθείς εσύ σε αυτούς, σωματοποιώντας με τον πιο ακραίο τρόπο τα συναισθήματά σου, προσφέροντας δηλαδή εθελούσια το άρρωστο και γέρικο κορμί σου στις σφαίρες, τι σημασία έχει το πώς φέρθηκες ως άνθρωπος με σάρκα και οστά, αφού η αφηρημένη ιδεολογία σου δεν είναι αριστερή, αφού αφηρημένα είσαι ρατσιστής, αφού δεν μιλάς όπως πρέπει και δεν σκέφτεσαι όπως πρέπει, αφού αντί να διατηρήσεις την απόσταση από τον άλλο άνθρωπο που κάθε ιδεολογία τελικά πρεσβεύει, μια και στις ιδεολογίες ο άνθρωπος είναι πάντα μια αφηρημένη ιδέα, εσύ γάμησες τις ίδιες σου τις ιδεολογίες και έγινες ένα με αυτούς ως άνθρωπος, αποτυγχάνοντας να διατηρήσεις την απόσταση που ορίζει η θεωρητική τους αποδοχή, ο θεωρητικός τους σεβασμός, αφού τελικά κακό είναι ο άλλος να γεννηθεί Έλληνας, Χμονγκ ή Αμερικανός, κακό είναι και να γίνει Έλληνας, Χμονγκ ή Αμερικανός, το μόνο καλό είναι να είναι ιδεολόγος και αριστερός.
Πολυεκατομμυριούχε, προπαγανδιστή, ακροδεξιέ, φασίστα, αν ήσουν μέλος του ΣΥΡΙΖΑ θα ένιωθες τις κρυφές χαρές του να είμαστε χωρισμένοι σε 625 συνιστώσες και ο δίπλα μας να είναι ο νούμερο ένα εχθρός μας, αν ήσουν μέλος του ΣΥΡΙΖΑ αντί να πήγαινες να γίνεις ένα με αυτούς που ως χθες σιχαινόσουν, θα προτιμούσες να σιχαινόσουν αυτούς με τους οποίους ακόμα και σήμερα υπό την ίδια στέγη συνυπάρχεις, γιατί εσύ αυτούς που σιχαινόσουν τους αποκαλούσες swamp rats, μέχρι που ανακάλυψες ότι μπροστά στην πραγματικότητα της ζωής οι ιδεολογίες είναι νεφελώματα και έκανες τα swamp rats οικογένειά σου, ενώ αν ήσουν αριστερός θα μιλούσες πάντα ευπρεπώς, αλλά με μπηχτές, με μαχαιρωματάκια, γιατί αν ήσουν αριστερός θα καταλάβαινες ότι μεγαλύτερη σημασία από το συγκεκριμένο άνθρωπο έχει πάντα η αφηρημένη ιδεολογία και ότι οποιαδήποτε απόκλιση μεταξύ της δικής σου ιδεολογίας και της ιδεολογίας του άλλου, είτε ρατσιστής είναι αυτός είτε της ανανεωτικής πτέρυγας, ένα τελικά και το αυτό είναι, αφού όταν η ιδεολογία αναγορεύεται σε ευαγγέλιο και η παραμικρή απόκλιση καθιστά τον άλλο αμαρτωλό.

Πέμπτη, Φεβρουάριος 11, 2010

Οι μέρες της κοροϊδίας σας είναι μετρημένες

To γεγονός ότι ζούμε σε μέρες που βλέπουμε το περίφημο «Μπορείς να κοροϊδεύεις κάποιους για πάντα, μπορείς να κοροϊδεύεις τους πάντες για ένα διάστημα, αλλά δεν μπορείς να κοροϊδεύεις τους πάντες για πάντα» να επαληθεύεται ως προς την οικονομία της Ελλάδας,
ενισχύει την πεποίθηση ότι θα ζήσουμε και σε μέρες που θα το δούμε να επαληθεύεται και ως προς αυτήν την αεριτζήδικη, τζογαδόρικη και καρκινογόνα χρηματιστηριακή εκδοχή της παγκόσμιας οικονομίας.

Τρίτη, Φεβρουάριος 09, 2010

Οθόνη με Οθόνη

1) H ταχύτης των στερεοτύπων: «Ναι, σκέφτομαι με στερεότυπα. Είναι πιο γρήγορο», θα πει ο Ράιαν Μπίγκαμ, δηλαδή ο Τζορτζ Κλούνεϊ στο «Ραντεβού στον Αέρα». Η ταινία είναι διάσπαρτη από σπινθηροβόλες ατάκες, που ακροβατούν ανάμεσα στον σαρκασμό και τον αυτοσαρκασμό, στον κυνισμό και την ευαισθησία, στην ειρωνεία και την κυριολεξία, αντιπροσωπευτικές άλλωστε του γενικότερου ακροβατικού τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται το σινεμά ο 33χρονος Τζέισον Ράιτμαν, που βάζει τους ήρωες των ταινιών του να περπατούν πάνω σε τεντωμένο σκοινί: ένας λομπίστας των καπνοβιομηχανιών («Τhank you for Smoking»), μια έφηβη μητέρα που θέλει να δώσει το παιδί της για υιοθεσία («Juno»), ένας τύπος που η δουλειά του είναι να απολύει κόσμο από πόλη σε πόλη, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σχεδόν κάθε μέρα σε ένα αεροπλάνο («Ραντεβού στον Αέρα»). O Ράιτμαν κατορθώνει και κρατά τους πρωταγωνιστές του πάνω στο σκοινί, την ώρα που οι ταινίες του ακροβατούν εξίσου επιτυχημένα ανάμεσα στο δραματικό και το ευφρόσυνο. Ζητήματα που ειδικά στις ΗΠΑ εγείρουν τα υψηλότερα πάθη εξετάζονται είτε από εντελώς απροσδόκητες και προβοκατόρικες οπτικές γωνίες, είτε ως το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούν να υπάρξουν και άλλες επιλογές, μακριά από τις μονοσήμαντες βεβαιότητες των φανατικών.
Εκτός από τον Μπίγκαμ, με στερεότυπα σκεφτόμαστε όλοι μας. Και με δύο από αυτά θα παίξει στην ταινία ο Ράιτμαν. Το πρώτο αφορά τις σχέσεις ανδρών - γυναικών και τον ρόλο του κάθε φύλου μέσα σε αυτές. Το δεύτερο αφορά τις προβλέψεις μας για την εξέλιξη και την κατάληξη του έργου, καθώς λίγο - πολύ το είδος στο οποίο ανήκει μια ταινία προεξοφλεί και το τέλος της. Αν τελικά τα ανατρέπει κιόλας τα στερεότυπα, η απάντηση επί της οθόνης. Είτε τα ανατρέπει όμως είτε όχι, έχει παίξει τόσο μαζί τους, ώστε αν κάτσεις να σκεφτείς τις συμπεριφορές των ηρώων και τις φράσεις που λένε για να αιτιολογήσουν τη στάση τους, είναι πολύ πιθανό να ξεβολευτείς, με αποτέλεσμα ή να βραχυκυκλώσεις ή, αντίθετα, να κατορθώσεις να σκεφτείς εκτός της ασφάλειας που σου παρείχε η αυτόματη στερεοτυπική σκέψη.
2) Περικυκλωμένος και όχι απομονωμένος: Η αδελφή του Μπίγκαμ τον βρίσκει στο κινητό. Της κρυβόταν. Του λέει ότι δεν είναι κατάσταση αυτή να ζει απομονωμένος από τους ανθρώπους. Εκείνος κοιτά γύρω του στο αεροδρόμιο και της απαντά ότι είναι περικυκλωμένος από ανθρώπους. Η ατάκα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και μια μεταφορά για το ίντερνετ: είμαστε περικυκλωμένοι από άλλους που ίσως διαβάσουν τι γράφουμε ή ίσως συζητήσουν για λίγο μαζί μας, την ίδια στιγμή που είμαστε μόνοι μπροστά σε μια οθόνη. ΜόνοΙ ανάμεσα στο πλήθος, το αληθινό πλην ξένο πλήθος των αεροδρομίων του Μπίγκαμ, το μισόξενο - μισοικείο πλην εικονικό πλήθος του διαδικτύου. Εξίσου μη τόπος με τα αεροδρόμια, τα αεροπλάνα και τα ξενοδοχεία, είναι και το διαδίκτυο. Πετάς από προορισμό σε προορισμό, όπως σερφάρεις από σάιτ σε σάιτ. Το ανέβασμα στον ουρανό και το ανέβασμα στο ίντερνετ. Κοινός παρανομαστής και στις δυο καταστάσεις είναι ότι απουσιάζει το πρόσωπο με πρόσωπο, αν και μπορεί κανείς να αντιτείνει ότι στο ίντερνετ υπάρχει το πνεύμα με πνεύμα. Ακόμα κι έτσι όμως, όσο πολλαπλασιάζονται οι επαφές μας στο ίντερνετ, είναι αναπόφευκτο να αλλάζουν και οι όροι της επαφής μας με αυτές.
Ο ήρωας του Κλούνεϊ βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο μόνο με όσους απολύει, διατηρώντας ένα άλφα ενδιαφέρον και έχοντας κάποια συναισθήματα, αλλά ταυτόχρονα παραμένοντας και σε μια βήτα ψυχική απόσταση. Και νά που η 22χρονη ηρωίδα της Άννα Κέντρικ έρχεται να κάνει τα πράγματα ακόμη πιο απρόσωπα, προτείνοντας να γίνονται οι απολύσεις μέσω ίντερνετ, με την ψυχική απόσταση να γίνεται και πραγματική και το πρόσωπο με πρόσωπο να γίνεται πλέον με τη μεσολάβηση οθόνων. Γεγονός που κάνει τον Μπίγκαμ να νιώθει πως χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του ή μάλλον να παγιδεύονται τα πόδια του στη γη, καθώς θα αναγκαστεί να εγκλωβιστεί σε έναν τόπο. Σαν τον -συνειδητό ή μη- πρόγονό του στο «Accidental Τourist» ζει κι αυτός σε ένα συναισθηματικό κουκούλι, μόνο που σε αντίθεση με εκείνον ζει για να ταξιδεύει. H ζωή ως διαρκής κίνηση και μετακίνηση, ως διαρκής φυγή χωρίς συναισθηματικά ή άλλα βαρίδια στο σάκο του, με μόνο το κυνήγι της συμπλήρωσης 10.000.000 αεροπορικών μιλίων, που θα τον κάνει κάτοχο των πιο λουξ προνομίων, να του δίνει ένα στόχο κι ένα νόημα.
3) Μέσα στη βάρκα: Όταν ο ήρωας του Κλούνεϊ αντιδρά στα σχέδια που θα τον κρατήσουν εκτός ταξιδιών, το αφεντικό του παίρνει ένα κομμάτι χαρτί και το τσαλακώνει. «Αυτή εδώ είναι η βάρκα», του λέει. «Θες να είσαι μέσα στη βάρκα ή όχι»; Είναι τόσο απλό. Είτε μένεις στη βάρκα είτε όχι. Η ρότα της όμως δεν αλλάζει. Και η βάρκα της εταιρίας του πάει πρίμα, αφού τα πράγματα στην οικονομία ποτέ δεν ήταν τόσο άσχημα, άρα η αγορά έχει ανάγκη από ειδικούς στις απολύσεις: ο θάνατος σου - η ευημερία μου. Οι κανόνες δεν είναι πολύπλοκοι. Για την ακρίβεια ένας είναι: τι συμφέρει οικονομικά τους ισολογισμούς της κάθε εταιρίας. Όποιοι άνθρωποι κριθούν πως περισσεύουν απολύονται. Όποιες τεχνικές θεωρούν πως κοστίζουν αλλάζουν. Κι αν είναι σκληρό να απολύεις θα απολύσεις. Κι αν είναι σκληρό να απολύεις μέσα από μια οθόνη θα το κάνεις. Τα πράγματα λειτουργούν από μόνα τους και μέσα σε αυτό το συνεχές κυνήγι της μεγιστοποίησης των κερδών ή της διατήρησης της ανταγωνιστικότητας οι άνθρωποι δεν είναι παρά νούμερα που συμφέρουν ή δεν συμφέρουν. Ηuman resources ή ανθρώπινοι πόροι. Όσο για τον χαρακτήρα της Κέντρικ, η αρχική έλλειψη ενοχών με την οποία επιλέγει ένα νέο κορίτσι να κάνει αυτή τη δουλειά, προϋποθέτει ένα σύστημα αξιών, το οποίο όμως δεν είναι προϊόν χαμηλής ατομικής ηθικής, αλλά άμεση απόρροια ενός οικονομικού συστήματος που έχει πείσει ότι αυτό που συμβαίνει δεν είναι κακό, αλλά αντίθετα φυσικό, αυτονόητο, ευέλικτο.
4) Νiche: Σε μια άλλη σημαντική ταινία, το «Μάικλ Κλέιτον», το εκεί αφεντικό του Κλούνεϊ του εξηγούσε ότι με τη δουλειά που έκανε είχε βρει το niche του. Και στις δυο ταινίες ο Κλούνεϊ κάνει δουλειές σπανιότατες στη ζωή και ενδεχομένως μοναδικές στον κινηματογράφο. Υπό αυτήν την έννοια, το ότι ο Κλούνεϊ υποδύεται κι εδώ τον Κλούνεϊ, και είναι όπως και στον «Κλέιτον» υποψήφιος για όσκαρ πρώτου ανδρικού, ίσως τελικά υποδηλώνει ότι ο Κλούνεϊ είναι ένας από τους πιο γοητευτικούς ρόλους που μπορεί να υποδυθεί κανείς σήμερα. Απλά ο Μάικλ Κλέιτον και ο Ράιαν Μπίγκαμ ήταν τυχεροί που τους έδωσε το πρόσωπο του, την προσωπικότητά του, το στυλ του, τη ζεστασιά του, αυτό εν πάση περιπτώσει το ανεξήγητο πράγμα που εκπέμπει.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Δευτέρα, Φεβρουάριος 08, 2010

Άλλα

Όταν πολύ παλιά, από παιδί ακόμη, κατάλαβε πως ο μόνος τρόπος για να λυθεί το μεγαλύτερο απ' όλα τα μυστήρια ήταν να πεθάνει, έπαψε να τον τρομάζει ο θάνατος και δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι αντιμετώπιζε την στιγμή της έλευσής του με ένα βαθμό αδημονίας, σαν αναγνώστης αστυνομικού μυθιστορήματος που ανυπομονεί να φτάσει στην τελευταία λέξη της τελευταίας σελίδας.
Ευτυχώς η αδημονία αυτή δεν ξεπέρασε ποτέ τον βαθμό μετά τον οποίο η περίπτωσή του θα γινόταν κλινική. Έζησε κανονικότατα και χωρίς να κάνει ποτέ τίποτα που θα έθετε σε αχρείαστο κίνδυνο τη ζωή του. Δεν είχε λόγο να βιάζεται. Έλεγε μέσα του ότι ήταν ένας pleasure delayer: το αργόν και χάριν είχε.
Μια ζωή θεωριών αποδείχθηκε ανεπαρκής τις κρίσιμες ώρες που ψυχορραγούσε στο κρεβάτι του, καθώς δεν ήθελε να παραδοθεί με τίποτα, έχοντας καταληφθεί από ένα αναδρομικό πανικό για το θάνατο, που προσπαθούσε να χωρέσει μέσα σε μια μέρα όσα κανονικά έπρεπε να είχαν κατανεμηθεί μέσα σε μια ζωή.
Μην τα πολυλογούμε όμως, πέθανε.
Τη στιγμή που συνειδητοποίησε πως είχε πεθάνει, ένιωσε ντροπή για το δείλιασμα της τελευταίας στιγμής, αλλά ταυτόχρονα και ανακούφιση που μπορούσε ακόμη να νιώσει, που δηλαδή η λύση του μεγαλύτερου μυστηρίου απ΄όλα δεν ήταν η ανυπαρξία και το τίποτα.
Όχι, ακόμη υπήρχε.
Και ήταν πανέτοιμος για την απάντηση.
Άνοιξε τα μάτια του και είδε να εξαφανίζονται από τον οπτικό του ορίζοντα το δωμάτιό του, το σπίτι του, ο κόσμος όλος.
Δεν βρισκόταν πια σε νεκροκρέβατο, δεν βρισκόταν πια πουθενά, γιατί το πουθενά είναι χώρος, μια έννοια δηλαδή που όπως τώρα μπορούσε να αντιληφθεί είχε δημιουργήσει το πνεύμα του, προκειμένου να δομήσει μια ζωή μέσα στην οποία θα βρισκόταν και κάτι άλλο εκτός από το ίδιο. Τα ίδια πάνω κάτω ίσχυαν και για το χρόνο, τα ίδια πάνω κάτω ίσχυαν και για ό,τι άλλο ζώντας είχε πιστέψει πως ζούσε μαζί του.
Το πνεύμα του ήταν λοιπόν πια μόνο του. Μάλλον όχι πια. Πάντοτε. Απλά χρειαζόταν λίγο χρόνο για να πάψει να σκέφτεται όπως όταν ζούσε. Μάλλον όχι χρόνο, αφού είπαμε κι αυτός δικιά του κατασκευή ήταν. Εν πάση περιπτώσει θα συνήθιζε άμεσα, οπότε δεν είχε και μεγάλη σημασία το τι θα χρειαζόταν.
Χρειαζόταν όμως μια άλλη απάντηση: αυτό που τώρα θα επακολουθούσε (δηλαδή το πνεύμα του μόνο του) ήταν άραγε ο παράδεισος ή η κόλαση;
Όπως έμελλε να διαπιστώσει αυτό εξαρτιόταν από τον τρόπο που είχε ζήσει: Αν είχε ζήσει μια ενδιαφέρουσα ζωή το πνεύμα του θα είχε να ασχολείται, θα μπορούσε να αναπαράγει ερεθίσματα, να τα επεξεργάζεται, να βγάζει συμπεράσματα, να κάνει συσχετίσεις που εν ζωή δεν προλάβαινε. Αν είχε ζήσει μια βαρετή και τεμπέλικη ζωή το πνεύμα του θα ήταν αναγκασμένο να αναπαράγει τα ίδια και τα ίδια δίχως διαφυγή, γεγονός που εντός του χρόνου μιας ζωής μπορεί και να αντέχεται, ενδεχομένως και να παρηγορεί, αλλά εκτός του χρόνου που τώρα βρισκόταν θα ήταν αδύνατο να το αντέξει, αφού αν όσο ζεις όλα τα σχετικοποιεί ο θάνατος, όταν πεθαίνεις όλα τα απολυτοποιεί η ζωή
που έζησες,
δηλαδή η ζωή που σκέφτηκες ως αληθινή,
ο χρόνος που φαντάστηκες πως ζεις,
ο χώρος που φαντάστηκες πως ζεις,
ο τρόπος που φαντάστηκες πως ζεις,
οι άλλοι που φαντάστηκες γύρω σου,
τα όμορφα που φαντάστηκες πως έζησες,
τα άσχημα που φαντάστηκες πως έζησες,
καθώς και τα όρια που φαντάστηκες πως έβαλες στη φαντασία σου,
με πρώτο απ' όλα αυτό το περίεργο εφεύρημα περί ύπαρξης εννοιών όπως ζωή και θάνατος.
Τι παραδοξολογία, ε;
Τώρα το βλέπεις καθαρά.
Χρειαζόσουν να υπάρχει αυτό το δίπολο για να έχεις πάντα τη διέξοδο ενός τέλους.
Ζουν και πεθαίνουν οι πτωχοί τη φαντασία.
Οι υπόλοιποι υπάρχουν.
Και φαντάζονται άλλα.

Παρασκευή, Φεβρουάριος 05, 2010

Πέντε της Τσικνοπέμπτης

Κάτι επιτακτικό.
Στην τουρκική βουλή πλακώνονται για την μαντίλα και με ξαναπιάνει αυτό το ανάμικτο συναίσθημα που επανέρχεται όποτε βλέπω πλακώματα βουλευτών: από την μια καταλαβαίνω ότι το ξύλο των εκπροσώπων του όποιου έθνους δεν μπορεί παρά να αποτελεί σημάδι πολιτισμικής ήττας και πολιτικής υστέρησης, από την άλλη κοντοστέκομαι σχεδόν νοσταλγικά μπροστά στο πάθος του διακυβεύματος, την ένταση της αληθινής διαφοράς, την αίσθηση ότι εμάς και εσάς (όποιοι κι αν είναι οι «εμείς» και οι «εσείς») κάτι μας χωρίζει, κάτι που δεν μπορεί να εξαντληθεί στο job description του βουλευτή, κάτι επιτακτικό, κάτι απόλυτο και όχι σχετικό, κάτι που μας ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι και που αν η μια λέξη φέρει την άλλη μπορεί να μας κάνει να θέλουμε να σας χυμήξουμε. Προφανώς και δεν θαυμάζω τη λύση του να έρχεται κανείς στα χέρια, απλά έχω την αίσθηση ότι έχουν θολώσει πάρα πολύ στο πολιτικό πεδίο των μελαγχολικών μας δημοκρατιών τα όρια μεταξύ του «σέβομαι απόλυτα το δικαίωμα σου στη γνώμη σου, όσο και αν με ανάβουν αυτά που λες» και του «έλα, πες τα δικά σου, θα πω κι εγώ μετά τα δικά μου, κι αυτό είναι όλο, κι όλα ωραία και καλά».
Η παγκόσμια συντροφιά.
Η αρχή του 6ου κύκλου του «Lost» μάς υπενθύμισε τόσο την βασική αρετή του (τη διαρκή επανεφεύρεση του εαυτού του, με τη διαρκή ανατροπή των δικών του όρων του παιχνιδιού), όσο και το βασικό -από τον τρίτο κύκλο κι έπειτα- μειονέκτημά του (κάπου μέσα στο γενικό χάσιμο, χάνεται και το αληθινό ενδιαφέρον για τους ήρωές του, που παραχωρεί τη θέση του μόνο στο ενδιαφέρον για το επόμενο μυστικό, μέχρι το επόμενο, μέχρι το τελικό).
Αλλά ακόμα κι έτσι η προσμονή είναι ωραίο πράγμα, όπως και αυτή η παγκόσμια συντροφιά των τελευταίων ετών.
Αδιανόητη.
Κι όμως, θεωρώ πως αν η μια επιλογή φαντάζει κάπως, η άλλη φαντάζει απλά αδιανόητη. Δουλειές σαν της καθαρίστριας τις κάναμε κάποτε. Μετά σπουδάσαμε τα παιδιά μας. Κι ανήλθαμε κοινωνικώς. Συνολικά ως κοινωνία. Και πάνω στην ώρα ήρθαν οι ξένοι. Και τους αναθέσαμε όλες τις σχετικές δουλειές. Έτσι, τυχόν δίλημμα «μοντελοβιζιτού ή καθαρίστρια», εύκολα θα λυνόταν υπέρ της πρώτης επιλογής. Με τις ανεπιφύλακτες ευλογίες της οικογένειας: είναι αφάνταστα πιο ατιμωτικό το παιδί σου να καθαρίζει σκάλες από το να συνοδεύει κοκάκιες στη Μύκονο. Η φτώχεια είναι ατιμωτική, όχι το να είσαι κοντά στον πλούτο. Το να σφουγγαρίζεις τις βρώμες των άλλων σαν δουλικό είναι ατιμωτικό, όχι το να είσαι μέσα στα φώτα (για όσο κρατήσουν και με όποιους όρους κι αν χρειαστούν για να ανάψουν).
Κοίτα τι πρόλαβε να γίνει μέσα σε 5 1/2 χρόνια.
Σάουντρακ.
Το ποστ το έγραψα ακούγοντας αυτό, ενώ το αμέσως προηγούμενο ακούγοντας αυτό. Για το επόμενο δεν έχω αποφασίσει ακόμα τι θα ακούω. Ίσως τον ύμνο του Αμαρουσίου.

Πέμπτη, Φεβρουάριος 04, 2010

Ιστορία

Όταν οι συνθήκες ωρίμασαν, οι ιστορίες αποφάσισαν να συνεταιρισθούν για να αποκτήσουν μια κοινή φωνή προς τα έξω. Οι ιστορίες με γιώτα μικρό βέβαια, γιατί για τις ιστορίες με γιώτα μεγάλο οι συνθήκες ήταν ακόμα ανώριμες και ο χρόνος κατά τον οποίο θα αποκτούσαν ενιαία φωνή έπαιρνε συνεχώς παράταση, αφού ακόμη και όταν τα πορίσματα της Ιστορίας οριστικοποιούνται και δεν επιδέχονται σοβαρή αμφισβήτηση, η ερμηνεία τους, η χρήση τους προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση, η εμμονή στην ανάδειξή τους ή αντίθετα στην υποβάθμισή τους, ήταν και εξακολουθούν να είναι προϊόν ιδεολογικών προσεγγίσεων.
Όταν έκαναν λοιπόν την πρώτη τους γενική συνέλευση, οι ιστορίες με γιώτα μικρό είπαν για αρχή να βάλουν κάτω τα προβλήματά τους. Διαπίστωσαν ότι το μεγαλύτερο απ' όλα ήταν κάποιο που μέχρι τώρα δεν είχε πολυσυζητηθεί ανοιχτά. Το πρωτοέθιξε μια ιστορία σε dvd, όταν αναρωτήθηκε τι άραγε συμβαίνει και για ποιόν άραγε εκτυλίσσεται, τις φορές που μέσα στη νύχτα παίρνει ο ύπνος εκείνον που τη βλέπει. Σούσουρο επικράτησε στην αίθουσα, που διακόπηκε από μια ιστορία σε βιντεοκασέτα που της απάντησε ότι κι αυτή είχε βρεθεί σε παρόμοιες, υπαρξιακά αμήχανες, καταστάσεις στο παρελθόν, μέχρι που πια έπαψε να αφορά νυσταγμένους ή μη. «Τώρα αναπολώ εκείνες τις ημέρες», συνέχισε, «τώρα μένω κλεισμένη σε έναν υλικό φορέα από τον οποίο αμφιβάλλω αν θα ξαναβγώ ποτέ». Μια ιστορία σε βιβλίο πήρε τον λόγο και είπε ότι κι αυτή μένει στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι αδιάβαστη για μήνες. Μια άλλη συμπλήρωσε πως «Και όταν ο αναγνώστης μου είναι στη σελίδα 50 εγώ εξακολουθώ εξίσου να εξελίσσομαι τόσο στην πρώτη όσο και στην τελευταία σελίδα».
Όλες μέσα στην αίθουσα είχαν να αφηγηθούν μια παρόμοια ιστορία. Το ερώτημα προέκυψε βασανιστικό: Τι να κάνουμε; Υπάρχει τρόπος να απεξαρτηθούμε από τον αναγνώστη ή τον θεατή; Από αυτόν που μας έγραψε ή και μας σκηνοθέτησε έχουμε απεξαρτηθεί από την πρώτη στιγμή, αφού ό,τι κι αν εννοούσε ή δεν εννοούσε, ό,τι κι αν ήθελε ή δεν ήθελε να πει, οι προθέσεις του έφυγαν από μέσα μας, και είναι μόνο το περιεχόμενό μας, είμαστε μόνο εμείς που εννοούμε ή δεν εννοούμε, που εν πάση περιπτώσει είμαστε πρόσφορες για την μία ή την άλλη ερμηνεία ή παρερμηνεία.
Αλλά νά που είμαστε λειψές. Μη αυτάρκεις. Τι λόγο ύπαρξης έχουμε όταν ανεξαρτητοποιηθήκαμε από τον δημιουργό μόνο και μόνο για να εξαρτώμαστε από τις διαθέσεις του κάθε ατάλαντου αναγνώστη ή θεατή;
Άρχισαν λοιπόν να διηγούνται τον εαυτό τους η μία στην άλλη: ταινίες διάβαζαν βιβλία, βιβλία έβλεπαν ταινίες, ταινίες έβλεπαν ταινίες, βιβλία διάβαζαν βιβλία.
Κι όταν τέλειωσαν αποφάσισαν να προχωρήσουν ένα βήμα παραπέρα, αφού η ισχύς είναι στην ένωση κι αφού ημίμετρα στην ανεξαρτησία δεν χωρούν.
Ενοποιήθηκαν λοιπόν όλες τους σε ένα σώμα, σε μια και μοναδική ιστορία.
Ήταν αριστούργημα; Ήταν έκτρωμα; Κανείς μας δεν θα μάθει, αφού αυτή η ιστορία δημιουργήθηκε ακριβώς ώστε να μπορεί να ζήσει αυτόνομα, να μπορεί να ζήσει ερήμην αποδεκτών.
Ωστόσο, ενώ νόμιζε πως είχε πετύχει το σκοπό της, ξέχασε πως άφησε πίσω της το ίχνος αυτής εδώ της ιστορίας που αφηγείται την ιστορία της δημιουργίας της, ιστορίας που μόλις σταματήσω να γράφω και ποστάρω θα πάψει να υπάρχει, για να ξαναϋπάρξει μόνο τη στιγμή που εσύ τη διαβάζεις. Τώρα δηλαδή. Όλες τις υπόλοιπες στιγμές θα παραμένει μετέωρη, ξεχασμένη σε διεύθυνση του ίντερνετ, μέχρι να ξαναπέσει κανείς πάνω της κατά λάθος ή κατά τυχαίο γκούγκλισμα, να τη διαβάσει για λίγο, να της ξαναδώσει συντομότατη ζωή και στη συνέχεια να την παρατήσει πάλι νεκροζώντανη, ζόμπι, όπως ήταν δηλαδή όλες οι προηγούμενες ιστορίες του κόσμου, μέχρι που ενώθηκαν, λυτρώθηκαν και βρίσκονται κάπου μακριά από τα ζωογόνα μάτια μας, σε ένα μέρος που δεν υπάρχουν θεατές και αναγνώστες, που υπάρχει μόνο μια ιστορία που εκτυλίσσεται στο διηνεκές.