
Έχω πάει σε πάμπολλα ματς στη ζωή μου, αλλά ατμόσφαιρα κερκίδας σαν αυτή του Παναθηναϊκός - Ανόρθωση δεν έχω ξαναβιώσει. Ο αγώνας διεξαγόταν τρια βράδια μετά το μοιραίο της 6ης Δεκεμβρίου 2008 και παρά την «τεράστια σημασία του» ήταν ξεκάθαρο ότι είχαν συμβεί άλλα πράγματα που είχαν λιγάκι μεγαλύτερη σημασία. Το χιλιοακουσμένο «Μπάτσοι - Γουρούνια - Δολοφόνοι» ακουγόταν εκείνη τη νύχτα από τις θύρες των οργανωμένων σαν χορός αρχαίας τραγωδίας· ίσως ο τρόπος που το φώναζαν, ίσως οι παγωμένες σιωπές πριν και μετά. Αν για μένα το γεγονός μαρτυρούσε την καταλυτική δυναμική των γεγονότων, πολλοί θα αντέτειναν ότι στην πραγματικότητα συνέβη το ακριβώς αντίστροφο: ότι δηλαδή δεν ήταν τέτοια η δύναμη του Δεκέμβρη ώστε να πολιτικοποιήσει ακόμη και την κερκίδα των φανατικών, αλλά ότι ήταν οι κερκίδες των φανατικών που γέμισαν τους δρόμους, ότι όλη η περίφημη κοινωνική εξέγερση δεν ήταν τελικά τίποτε περισσότερο από μυθοποιημένος χουλιγκανισμός.
Κι αυτή είναι μια άποψη που μάλλον έχει ευρύτερη αποδοχή απ' ό,τι φανταζόμουν. Έβλεπα πρόσφατα μια συζήτηση στην τηλεόραση με καλεσμένους μόνο νεοδημοκράτες· κι ενώ τρώγονταν και διαφωνούσαν, συμφωνούσαν ομόθυμα σε ένα πράγμα: στο πόσο κακό έκανε στην παράταξη ο περσινός Δεκέμβρης· τότε που οι πόλεις παραδόθηκαν στους κουκουλοφόρους, τότε που τα καταστήματα παραδόθηκαν στους βανδαλισμούς. Υπάρχει λοιπόν από την μια πλευρά του ιδεολογικού φάσματος (που εννοείται δεν αφορά μόνο τη ΝΔ, αλλά διατρέχει όλα σχεδόν τα κόμματα) η αντίληψη του Δεκέμβρη ως μιας γιορτής της ανομίας και της καταστροφής και μόνο.
Όσο όμως προφανές πρέπει να είναι ότι ο Δεκέμβρης ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από λίγα μερόνυχτα βανδαλισμών, δεν ξέρω πόσο φρόνιμο είναι και να εξακολουθώ να πιστεύω όσα πίστευα πέρσι. Συνέβαινε όντως αυτό το σχεδόν συνταρακτικό που αρκετοί από μας θεωρούσαμε πως συνέβαινε; Κι αν ναι, πού πήγε στη συνέχεια; Στις ζωές των προγόνων μας η Ιστορία επενέβαινε ακατάπαυστα: πόλεμοι απελευθερωτικοί, παγκόσμιοι, εμφύλιοι, μετά πολιτική ανωμαλία, μετά χούντα, Πολυτεχνείο, Μεταπολίτευση. Τρεισίμισι δεκαετίες τώρα τα μεγάλα γεγονότα της Ιστορίας φαίνεται να απουσιάζουν και αφού μια ζωή την έχουμε, μήπως ψάξαμε να της προσδώσουμε λίγη δραματικότητα; Μήπως ψάξαμε να βρούμε στο Δεκέμβρη ένα νόημα που δεν είχε; Θέλω να πιστεύω πως όχι.
Ακόμα και αν δεχθούμε πως δεν οδήγησε σε κάποια απτά και συγκεκριμένα αποτελέσματα, ο Δεκέμβρης δεν ήταν μια ραψωδία του μηδενός. Ο Δεκέμβρης δεν είχε το μηδέν ως αίτημα, αντίθετα, αντέδρασε στο περιρρέον μηδέν μιας αξιακά νοσηρής κοινωνίας. Πέντε - δέκα συγκεκριμένα αιτήματα σημαίνουν μια γενική συναίνεση σε ένα μοντέλο κοινωνίας, μοντέλο που προσδοκείς να βελτιωθεί ακόμη περισσότερο με την τυχόν ικανοποίησή τους. Αντίθετα, η μη υποβολή των πέντε - δέκα συγκεκριμένων αιτημάτων δεν υποδηλώνε θολούρα και αφασία, αλλά μια -έστω άρρητη και μη καλά χωνεμένη, πλην όμως υπαρκτή- γενική άρνηση ενός μοντέλου κοινωνίας. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν η άρνηση του μοντέλου δεν είναι ντε και καλά η άρνηση του τυπικού του στησίματος, αλλά του τρόπου με τον οποίο αυτό λειτουργεί στην πράξη: πώς να ζητήσεις κάτι που αφορά ουσία κι όχι θεσμούς;
Νιώθεις έτσι ότι βρίσκεσαι πιο κοντά σε όσους «εξεγέρθηκαν» χωρίς συγκεκριμένο αίτημα, παρά σε εκείνους που τα αιτήματά τους είναι αποκρυσταλλωμένα, διατυπώνονται πάντα θεσμικά και αφορούν πάντα την τυπική διάσταση των πραγμάτων. Κι αν εσύ εξακολουθείς κι έχεις ερωτήσεις, εκείνοι έχουν όλες τις τυπικές απαντήσεις και μαζί τους κάθε φύσεως εξουσία, την οποία ξέρουν πως θέλουν, ενώ εσύ ξέρεις μόνο τι δεν θέλεις, δεν θέλεις αυτό που συμβαίνει και το οποίο είναι περιβεβλημένο με το μανδύα της κανονικότητας, της θεσμικότητας, της κοινωνικής εκπροσώπησης κάποιων άλλων και μην κάνεις κι άλλο λάθος και ρωτήσεις ως πότε θα τρώνε από το αίτημα· τα έτοιμα μπορεί κάποτε να τελειώνουν - το αίτημα ποτέ.
Ένα χρόνο μετά, η νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου έχει αφήσει ως κληρονομιά ένα σωρό ιδεολογικές αμφιβολίες και μια φυσική βεβαιότητα: την πιο ακλόνητη απ' όλες τις βεβαιότητες, τη βεβαιότητα του θανάτου. Πολλά μπορεί να συνέβησαν μέσα σε αυτόν τον χρόνο, αλλά εκείνο που δεν συνέβη ήταν η ζωή ενός 16χρονου αγοριού. Θα ήταν, άραγε, πιο υγιής ψυχικά η νεολαία μιας κοινωνίας που θα είχε αντιδράσει ψύχραιμα στο άκουσμα του τρόπου με τον οποίο η ζωή αυτή αφαιρέθηκε;
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)