Κυριακή, Ιουλίου 24, 2016

Όλα όσα πέρασα απόψε


Είναι με το όπλο του στην ταράτσα και τον βρίζουν, τον λένε γαμημένο ξένο, τον λένε γαμημένο Τούρκο κι αυτός τους απαντά ότι είναι Γερμανός.
Είναι θύμα του, είναι νεκρός, έμενε στο Μόναχο, πώς είναι σωστότερο να τον πούμε, Έλληνα πολίτη, σκέτο Έλληνα, μουσουλμάνο Έλληνα, μειονοτικό, γαμημένο Τούρκο, γαμημένο Γερμανό;
---
Είναι με το όπλο του στο δρόμο και πυροβολεί και σκοτώνει νέους ανθρώπους. Την ώρα που τους πυροβολεί και τους σκοτώνει αυτοί είναι το φόντο της δικής του ιστορίας. Στο κέντρο της ιστορίας τους είναι ο ίδιος: έχει αποφασίσει να γίνει μαζικός εκτελεστής, σήμερα η ζωή του μάλλον θα τελειώσει, δεν βλέπει τίποτα άλλο, δεν βλέπει τους ανθρώπους που εκτελεί στα αλήθεια, ο μόνος που βασικά βλέπει είναι ο ίδιος και όλα όσα τον έφεραν σε αυτή την τραγική μέρα, σε αυτή την μέρα που η ζωή του θα τελειώσει.
Είναι ο επικεφαλής της αστυνομίας της περιοχής. Ανάμεσα στα όσα λέει στη συνέντευξη Τύπου για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τις προηγούμενες ώρες, του φαίνεται φυσιολογικό να πει και ότι στην μακρόχρονη καριέρα του και πολύ περισσότερο στη θητεία του στη θέση αυτή, μέρα σαν την σημερινή δεν ξανάζησε. Την ώρα που το αναφέρει αποκαλύπτει άθελα του ότι οι νεκροί και οι τραυματίες είναι στο φόντο της δικής του ιστορίας. Στο κέντρο της ιστορίας του είναι ο ίδιος: του έλαχε μια εξαιρετικά δύσκολη περίπτωση που χρειάστηκε να πάρει ένα σωρό αποφάσεις στη στιγμή και να αξιολογήσει αντικρουόμενες πληροφορίες, μέχρι να δοθεί ένα τέλος τα είδε όλα κωλυόμενα, ο μόνος που βασικά βλέπει είναι ο ίδιος και όλα όσα απροσδόκητα χρειάστηκε να περάσει σε αυτή την τραγική μέρα, σε αυτή την μέρα που δεν θα τη ξεχάσει στην υπόλοιπη ζωή του και θα τη διηγείται με δέος και συγκίνηση, ακόμη και με απρόσκλητη νοσταλγία.
---
Είμαστε εμείς ως σχολιαστές των νεκρών του Μονάχου και των νεκρών της Καμπούλ. Όποια, μα όποια, μα όποια θέση κι αν πάρουμε, συγκριτική ή μη συγκριτική, θα είναι μια πολιτική θέση. Δεν υπάρχουν μη πολιτικές θέσεις όσο υπάρχουν εκ των πραγμάτων δυο κατηγοριών κόσμοι, δυο κατηγοριών ζωές, δυο κατηγοριών θάνατοι.
---

Είμαστε εμείς που δεν συνειδητοποιούμε τι δώρο μεγάλο είναι να μην ακροβατήσαμε ποτέ μεταξύ περισσότερων ταυτοτήτων, που δεν ήμασταν ποτέ μετανάστες τάδε γενιάς, ή μειονότητες, ή οτιδήποτε, που η ταυτότητά μας είναι χαραγμένη σε πλάκα: Έλληνας εκατόν πενήντα τοις εκατό, αν όχι Χριστιανός Ορθόδοξος πάντως σε καμία περίπτωση διεκδικούμενος λόγω παράδοσης από κάποια άλλη θρησκεία, ετεροφυλόφιλος.
Γιατί όταν ακόμα και εμείς με τις αεροστεγείς ταυτότητες χάνουμε το πάτημα μας στον κόσμο και ψάχνουμε να βρούμε ποιοί είμαστε, μπορεί κανείς πολύ πιο εύκολα να φανταστεί πώς είναι να είσαι γαμημένος ξένος στα μάτια οποιουδήποτε γαμημένα γηγενή, γαμημένα άπιστος στα μάτια οποιουδήποτε πιστού, γαμημένα πούστης στα μάτια οποιουδήποτε κανονικού.

Σάββατο, Ιουλίου 02, 2016

Έντεκα σκέψεις, ένα χρόνο μετά.

1) Αν μπορεί να πει κανείς κάτι με σιγουριά για το δημοψήφισμα, είναι ότι δεν χρειαζόμαστε την πρώτη επέτειό του για να το επαναφέρουμε στην μνήμη μας, το δημόσιο διάλογο και τις ιδιωτικές συζητήσεις μας. Ένα χρόνο τώρα, το δημοψήφισμα είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διαρκώς παρόν.
---
2) Διαρκώς παρόν βασικά ως διαρκής πληγή, αλλά γιατί; Επειδή ήταν «καταστροφικό»; Επειδή ήταν «διχαστικό»; Επειδή «προδόθηκε» το αποτέλεσμά του; Νομίζω πως ενώ και τα τρία ισχύουν ως ένα βαθμό (και όχι απόλυτα, εξού και τα εισαγωγικά), τίποτα από τα τρία δεν μπορεί να αντισταθμίσει το ότι τελικά ήταν, είναι και θα είναι ένα όχι αρνητικό ορόσημο στη σύγχρονη Ιστορία της χώρας, αλλά αντίθετα μια στιγμή κάθαρσης και λύτρωσης.
--- 
3) Γιατί όμως δεν αποτελεί ικανό αντιστάθμισμα το ότι ήταν «καταστροφικό»; Επειδή τα όποια καταστροφικά αποτελέσματα επέφερε ήταν, στο σημείο που είχαμε φτάσει, αναγκαία, προκειμένου να καταδειχθεί αφενός η πλάνη της μειοψηφίας εκείνης που ακόμη θεωρούσε καλόπιστα ότι απέναντί μας έχουμε «εταίρους» οι οποίοι μας «βοηθούν» και αφετέρου η αυταπάτη ημών των υπολοίπων ότι αν υπήρχε μια κυβέρνηση της χώρας διατεθειμένη να πάει τα πράγματα ως τα άκρα και να διανοηθεί τη ρήξη, στο τέλος η απέναντι πλευρά θα έκανε κάποιες αν όχι συγκλονιστικές πάντως αληθινές υποχωρήσεις. Ναι, έπρεπε να το μάθουμε, έπρεπε να πειστούμε. Και απέναντι στα πέντε κατάμαυρα χρόνια που είχαν προηγηθεί χρειαζόταν μια αντίστοιχης έντασης και δραματικότητας συγκρουσιακή στιγμή, ως αποκορύφωμα μιας πεντάμηνης διαπραγματευτικής σύγκρουσης. Χρειαζόμασταν να δούμε ακόμη και τις τράπεζες να κλείνουν για να το χωνέψουμε οριστικά πως δεν υπήρχε κανένα απολύτως περιθώριο να υποχωρήσουν (εν έτει 2015 αυτό, εν έτει 2010 και 2012 τα πράγματα πιθανόν να ήταν αρκετά διαφορετικά) και πως η μόνη επιλογή που μας απέμενε ήταν ποιο δρόμο συντριβής θα επιλέγαμε, ώστε να πληρώσουμε τις συνέπειες της ύβρεως μας να διεκδικήσουμε δημοκρατικά κάτι λιγότερο ασφυκτικό και ταπεινωτικό για τον τόπο μας και την κοινωνία του.
---
4) Γιατί όμως δεν αποτελεί ικανό αντιστάθμισμα το ότι ήταν «διχαστικό»; Επειδή το δημοψήφισμα δεν δημιούργησε την ακραία πόλωση, στην χειρότερη την επέτεινε, και εκείνο που κυρίως έκανε είναι να την αποκρυσταλλώσει, να την καθρεφτίσει και την αποτυπώσει, φέρνοντάς μας όλους ενώπιον μιας πολύ μεγάλης απόφασης από την οποία δεν μπορούσαμε πλέον να κρυφτούμε. Δεν μας χώρισε το δημοψήφισμα σε δυο μεριές. Και σε τόσο ακραίες περιόδους όπως η μνημονιακή δεν γίνεται να μη παίρνεις θέση και άρα τελικά να μη χωρίζεσαι. Είχαμε ήδη χωριστεί. Και σε μεγάλο βαθμό παραμένουμε. Οι αφροί που βγάζουν από το στόμα πολιτικοί, δημοσιογράφοι και πάσης φύσεως δημοσιολογούντες, παρότι ο Τσίπρας δεν μας έβγαλε από το ευρώ, παρότι τώρα εφαρμόζονται τα μνημόνια - ευλογία πιο βαθιά από ποτέ, είναι μια ακόμη αποδειξη. 
 ---
5) Γιατί όμως δεν αποτελεί ικανό αντιστάσθμισμα ότι το αποτέλεσμά του «προδόθηκε» μέσα σε μια εβδομάδα; Έπειδή ο Τσίπρας έλεγε και ξαναέλεγε και ξαναέλεγε τις μέρες πριν το δημοψήφισμα ότι θα φέρει συμφωνία σε 48 ώρες. Υπό αυτή την έννοια «το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ» μπορεί να μην είναι το ψέμμα το απόλυτο, αλλά αν μη τι άλλο όσο ποσοστό αλήθειας έχει, τόσο έχει και ψέμματος. Κι επίσης, ναι, οι εκλογές του Σεπτέμβρη που ακολούθησαν έστειλαν εκείνους που αυτοαναγορεύτηκαν στους αυθεντικούς και αδούλωτους εκφραστές του ΟΧΙ εκτός Βουλής και τον Τσίπρα ξανά στην εξουσία. Aν μια διαφορά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από την άμεση είναι ότι η βασική λειτουργία των αντιπροσώπων που εκλέγεις είναι ακριβώς να σε προδίδουν, κάνοντας στην καλύτερη περίπτωση όχι ακριβώς αυτά που έλεγαν, πάρα πολύ συχνά δε και εντελώς διαφορετικά, εμείς επειδή είμαστε μερακλής λαός τα κάναμε ανάποδα: περίπου προδόθηκε απευθείας το αποτέλεσμα της άμεσης δημοκρατίας και περίπου στη συνέχεια νομιμοποιήθηκε αυτή η προδοσία δια των εκλογών της αντιπροσωπευτικής. 
 ---
6) Δεν ξέρω πόσο αμείλικτη θα υπάρξει η Ιστορία για αυτή την σχεδόν ολοκληρωτική μεταστροφή μιας κυβέρνησης που έχει την ταμπέλα και κουβαλά και το ιστορικό φορτίο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αλλά νομίζω πως θα αναγνωρίσει πάντως ότι προήλθε μετά από ήττα σε έναν πόλεμο, ότι συνθηκολόγησε ολοσχερώς και παραδόθηκε ολοσχερώς, αφού πρώτα δια του δημοψηφίσματος εξαντλήθηκε σχεδόν κάθε χιλιόμετρο του δύσκολου δρόμου. Αν είχε υπογραφεί μια συμφωνία χωρίς το «καταστροφικό» και «διχαστικό» δημοψήφισμα, δεν θα είχαμε ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ, αλλά κάτι χειρότερο, ένα ΝΑΙ χωρίς να έχουμε τολμήσει να αρθρώσουμε πρώτα το ξεκάθαρο ΟΧΙ.  Το να ερχόταν με κάποιου είδους συμφωνία χωρίς να έχει προηγηθεί κάτι τόσο δραματικό όσο το δημοψήφισμα και το κλείσιμο των τραπεζών, θα καταστούσε τον Τσίπρα πολύ περισσότερο «προδότη» και «απατεώνα» κι αυτό είναι το βασικό παράδοξο του δημοψηφίσματος: ότι ακόμη και η προδοσία του αποτελέσμάτος του θεωρήθηκε μάλλον τελικά λιγότερο προδοσία και λιγότερο απάτη από μια παράδοση σε προηγούμενο στάδιο.
--- 
7) Aλλά αν τα της προηγούμενης παραγράφου περιγράφουν το πόσο χρειαζόταν το δημοψήφισμα ο Τσίπρας, προφανώς το κρίσιμο είναι αν και πόσο το χρειαζόταν ο ελληνικός λαός. Το ΟΧΙ ακόμη και αν δεν σήμαινε πάμε τώρα να φύγουμε, σήμαινε πάτε τώρα να γαμηθείτε κι εσείς και τα μνημόνια σας και η ισοπέδωση που επιβάλατε. Και αυτό δεν παίρνεται πίσω, αυτό δεν μπορεί να ανακληθεί, αυτό καταγράφηκε και έμεινε, έμεινε όχι σε συνθήκες θερμοκηπίου αλλά με κλειστές τράπεζες, με απειλές χάους και ολικού αρμαγεδδώνα, έμεινε στην πιο δύσκολη και εντελώς αβέβαιη συγκυρία και έμεινε με ποσοστό συντριπτικό. Δεν δειλιάσαμε, δεν είπαμε να μην θυμώσουμε άλλο τους ισχυρούς. Τους φτύσαμε στα μούτρα. Εν γνώσει των συνεπειών του νόμου. Τις οποίες τώρα προφανώς υφιστάμεθα.  Η ισοπέδωση που βλέπουμε να βαθαίνει και που τώρα προσπαθούν να μας πείσουν τα ΜΜΕ ότι, όχι, δεν είναι μια μνημονιακή ισοπέδωση, ότι είναι κάτι διαφορετικό. Μπορεί το ερώτημα του δημοψηφίσματος να ήταν θολό, μπορεί τελικά ο εμπνευστής του να μπορούσε να χρησιμοποιήσει την απάντηση προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση, αλλά η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: δεν σας φοβόμαστε πια, είπαμε το ιστορικό ΟΧΙ στις πολιτικές που βίωσε η χώρα. 
 ---
8) Ναι αλλά τελικά μια βδομάδα μετά τι; Και δυο μήνες μετά στις κάλπες τι; Τελικά όλα αυτά οδήγησαν και σε μια Αριστερά συνθηκολογημένη και ολοένα και πιο απαξιωμένη και κυρίως στο βάθεμα και το πλάτεμα του μνημονιακού μοντέλου κοινωνίας: οι συντάξεις και οι μισθοί που ξανακόβονται, το ΕΚΑΣ που κόπηκε, οι κατασχέσεις λογαριασμών, οι ιδιωτικοποιήσεις και οι τραγελαφικές υπαναχωρήσεις, τα εργασιακά που έρχονται κλπ. Και η Αντιπολίτευση να κάνει με ζήλο τον δικηγόρο της κάθε Cosco. Kαι μετά ο Πρωθυπουργός μας να πηγαίνει περιχαρής στην Κίνα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Αλέξης Τσίπρας περνάει πλέον πάρα πολύ καλά, ότι ζει κι αυτός και πάρα πολλοί από όσους επέλεξαν να μείνουν σε κεντρικό ρόλο δίπλα του το όνειρό τους. Και η μετάλλαξή τους είναι ακόμη στην αρχή, θα συνεχίζεται ακόμη για καιρό. Το αν είναι ακόμη κι έτσι προτιμότεροι από τους άλλους, είναι και δεν είναι το θέμα. Γιατί προφανώς και είναι προτιμότεροι, αλλά εξίσου προφανώς το να είναι οι πολιτικοί σου αντίπαλοι ακόμη πιο σιχαμένοι, μπορεί εσένα να σου αρκεί και περισσεύει γιατί ζεις την μυθάρα σου και την πολιτική ζωάρα σου, αλλά τις ζεις ως επικεφαλής προτεκτοράτου κι αντί να ντρέπεσαι βαθιά το απολαμβάνεις κιόλας και αυτό είναι όνειδος.   
---
9) Και φεύγοντας από τα επετειακά και πηγαίνοντας στην μεγαλύτερη εικόνα, τρία πράγματα που νομίζω ότι ισχύουν ταυτόχρονα και που μόνο αν παραδεχθούμε ότι ισχύουν ταυτόχρονα μπορούμε να οδηγηθούμε κάπου:
- ανεξάρτητα από τα ειδικότερα αίτιά της, η χρεοκοπία προηγήθηκε των μνημονίων 
- τα μνημόνια διέλυσαν και συνεχίζουν να διαλύουν τη χώρα
- εκτός του μνημονιακού καθεστώτος, οι αυστηρά οικονομικές συνέπειες θα ήταν στην αρχή τουλάχιστον ακόμη χειρότερες.
 ---
10) Για μένα, και το έχω πει και άλλες φορές, η πολιτική εναλλακτική στην παρούσα συγκυρία, θα ήταν η παρουσίαση ενός σεναρίου όχι γενικόλογου, όχι θολού, όχι του στυλ θα δούμε, αλλά με συγκεκριμένες παραδοχές: ότι αν τα σπάσουμε με τους δανειστές, οικονομικά τα πράγματα θα πάνε τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια ακόμη χειρότερα από τώρα, έως και πάρα πολύ χειρότερα. Θέλω αυτή την υπόσχεση αίματος, δακρύων και ιδρώτα, θέλω να ξέρω ότι έχω αυτή την εναλλακτική και αν τη βρω πολύ πιθανόν να την υποστηρίξω κιόλας, γιατί τα μνημόνια ξέρω να τα καταγγέλλω και να τα αποστρέφομαι και μόνος μου, να βάζω πολιτικούς νταβατζήδες στο κεφάλι μου να το κάνουν και να μην λένε έξω από αυτό τι έχει δεν θέλω πια. 
 ---
11) Αν και όταν είναι να αλλάξει από μόνο του το οικοδόμημα το ευρωπαϊκό, θα αλλάξει και ό,τι απόφαση πάρει για το μέλλον σου θα την πάρει και εσύ θα ακολουθήσεις την πορεία σου, όσο μέσα κι αν έχεις προσπαθήσει να μείνεις ως τότε. Γιατί έτσι έκαναν και θα κάνουν οι δυνατοί. Στους οποίους όμως πριν ένα χρόνο είπες με συντριπτικό ποσοστό ΟΧΙ. Κι αυτό δεν μπορεί να στο πάρει κανείς πίσω. 

Κυριακή, Ιουνίου 12, 2016

Άσφαλτος και ασφάλεια

Eίναι αυτό το, δεν ξέρω τι ακριβώς είναι, αυτό το υψωματάκι, αυτή η μικρή πλαγιά κοντά στο ρέμα, που κάναμε να την ψευτοπερπατήσουμε λίγο με τον γιο μου τα προηγούμενα χρόνια, κάναμε πέντε βήματα και χαιρόμασταν, και έφτανε, και ήταν αρκετά, 
αυτό το υψωματάκι που πήγαμε και προχθές και αυτός συνέχιζε να ανεβαίνει και εγώ φυσικά φοβόμουν, αλλά αυτός συνέχιζε, κι εγώ ακολουθούσα από πίσω του, κι όλο στεκόμουν, κι όλο στεκόταν και με περίμενε κι αυτός
και ήξερα πόσο πολύ λάθος είναι αυτό που κάνουμε, ήξερα, τους ήξερα τους κινδύνους, αυτός όμως όχι, από κινδύνους δεν σκάμπαζε, από κινδύνους δεν ένιωθε, δεν είναι άλλωστε χαρακτηριστικό γνώρισμα των παιδιών η άγνοια κινδύνου (;),
όχι όλων των παιδιών όμως, σε διαβεβαιώ όχι όλων, μερικά παιδιά έμαθαν το μάθημά τους εγκαίρως και φοβήθηκαν επαρκώς για όλη την υπόλοιπη ζωή τους, τόσο επαρκώς ώστε αφελώς θεωρούσαν ότι θα έφτανε ο φόβος τους και για την ζωή των απογόνων τους, ότι θα τους μεταδιδόταν το δίχως άλλο γονιδιακά και αδιαπραγμάτευτα,
αλλά η πραγματικότητα τους διαψεύδει κι έτσι είναι τώρα στην μέση της μικρής, ελάχιστης πλαγιάς που γλιστράει όλο και περισσότερο και γίνεται όλο και περισσότερο απότομη, που σαφώς έχει έρθει η ώρα να σταματήσουν και να την κατέβουν, γιατί ο κίνδυνος είναι εκεί, παρών, χαμογελώντας με δόντια που αστράφτουν,
είναι όμως ήδη τόσο παρών που για να αποφευχθεί, ο πατέρας θα πρέπει να κάνει κάτι εξίσου τρομακτικό με το να πέσει και να χτυπήσει, ο πατέρας δηλαδή θα πρέπει να λερωθεί, κι όλοι ξέρουν ότι δεν ήρθαμε σε αυτή τη ζωή για να λερωθούμε, κι όλοι ξέρουν ότι το βασικό ιδανικό της ζωής είναι να παραμείνουμε στειρωμένα καθαροί, κι όλοι ξέρουν ότι το βασικό ιδανικό της ζωής είναι να αγγίξουμε όσο το δυνατόν λιγότερο και να αγγιχθούμε όσο το δυνατόν λιγότερο, καθώς τα μικρόβια καιροφυλακτούν και παιδικός του θεός, και θεός που σε αντίθεση με τους υπόλοιπους δεν θα απαρνηθεί ποτέ, υπήρξε το σαπούνι,
όμως τώρα,
αν δεν ακουμπήσει θα γλιστρήσει, αν δεν λερωθεί θα πέσει, αν δεν αγγίξει θα χτυπήσει,
έτσι κάνει το αδιανόητο, πιάνοντας με τις παλάμες το χώμα, πρώτα οι παλάμες, μετά τα γόνατα της φόρμας, τώρα είναι σχεδόν στα τέσσερα, αλλά έχοντας ήδη λερωθεί και με το ένα κακό ήδη συντελεσμένο, τον ένα κίνδυνο ήδη πραγματοποιηένο, έχει να αντιμετωπίσει μόνο τον άλλο,
κι ο γιος του συνεχίζει σαν να είναι το πιο απλό πράγμα στον κόσμο, πιάνεται από δέντρα και κλαδιά, γλιστράει αλλά δεν χάνει την ψυχραιμία του, εμψυχώνει τον πατέρα του, λέγοντάς του να συνεχίσει να ανεβαίνει, 
είναι ήδη μια τρέλα όλο αυτό, είναι απόλυτα σαφές, γιατί άντε και ανέβηκαν ως εκεί, μετά πώς θα κατέβουν αν όχι κουτρουβαλώντας, είναι τόσο πολύ ανεύθυνο αυτό που έχει κάνει, καθώς προσπαθεί ήδη να προεξοφλήσει στο μυαλό του το χειρότερο σενάριο, θα είναι άραγε μόνο γρατζουνιές και ματωμένα γόνατα ή και κάτι χειρότερο (;), προσπαθώντας να αποδείξει τι στον εαυτό του έχει αφήσει ένα μικρό παιδί να εκτίθεται σε τέτοιο κίνδυνο (;), τι κερδίζει κανείς ρισκάροντας χωρίς λόγο, τι κερδίζει κανείς αφήνοντας τα ασφαλή εδάφη, πόση ανευθυνότητα πατρική εξαιτίας απωθημένων παιδικών, 
είναι ήδη μια τρέλα, αλλά είναι ήδη και μερικά μέτρα κοντά στην «κορυφή», αλλά ακόμη και τώρα λέει του γιου του φτάνει, όχι άλλο, όχι τόσο ψηλά, μην το διακινδυνεύσουν κι άλλο, κι εδώ που έφτασαν λίγο δεν είναι, εκείνος όμως επιμένει κι αφού επιμένει παίρνει κουράγιο κι ο πατέρας και να που τελικά ανεβαίνουν
και βλέπει με έκπληξη ότι στην κορυφή που δεν μπορούσαν να δουν και δεν ήξεραν τι είχε, δεν υπάρχει κάποιο τροπικό δάσος, αλλά πολιτισμός και άσφαλτος και ασφάλεια, ασφάλεια ξανά, και λύτρωση και σωτηρία και δεν χρειάζεται να κατέβουν αυτή την φυσική τσουλήθρα, όχι, έχουν ήδη σωθεί, είναι ήδη ασφαλείς, όχι επειδή έκαναν τη συνετή επιλογή στου πρανούς τα μισά, η συνετή επιλογή θα ήταν και η επικίνδυνη, είναι ασφαλείς επειδή κάποιος είχε το θάρρος να ανέβει ως το τέλος του δρόμου, είναι ασφαλείς επειδή κάποιος δεν φοβήθηκε και κοίταζε προς τα πάνω αντί προς τα κάτω και αντί να γεμίζει το μυαλό του με κινδύνους, πτώσεις και καταστροφές το γέμιζε με την προσδοκία πως θα τα καταφέρω
και αντί να φοβάμαι, εγώ θα ζω.

Δευτέρα, Ιουνίου 06, 2016

Σαν το σκυλί


Αν ο βασικός σκοπός κάθε αξιολόγησης δεν είναι να κλείνει, αλλά ακριβώς να μην κλείνει, αν δηλαδή αξιολόγηση είναι αυτή ακριβώς η διαδικασία που εγκαθιδρύεται προκειμένου να παραμένει αενάως εκκρεμής κι όταν εν πάση περιπτώσει κάπου, κάπως, κάποτε τελειώνει τυπικά, είναι μόνο και μόνο επειδή έχει ήδη ξεκινήσει η επόμενη, βασικός σκοπός της οποίας δεν είναι να κλείσει, αλλά ακριβώς να μην κλείσει, αν δηλαδή αξιολόγηση είναι αυτή ακριβώς η διαδικασία που εγκαθιδρύεται προκειμένου να παραμένει αενάως εκκρεμής, μέχρις ότου το πέρας ή το μη πέρας του προηγουμένου κύκλου αξιολογήσεων να οδηγήσει αφεύκτως στις επόμενες συμφωνίες, οι οποίες θα περιλαμβάνουν με τη σειρά τους μια σειρά αξιολογήσεων, βασικός σκοπός των οποίων δεν είναι κλείσουν, αλλά ακριβώς να μην κλείσουν, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα έρθει παραταύτα κάπου, κάπως, κάποτε μια στιγμή που ό,τι ήταν να κερδηθεί από αυτό το παιχνίδι θα έχει κερδηθεί, ό,τι ήταν να πουληθεί θα έχει πουληθεί, ό,τι ήταν που τους ενδιέφερε να αλλάξουν θα το έχουν αλλάξει.
Ισοπεδωθήκαμε. 
Κι ένα προτεκτοράτο πρωτοφανούς προτεκτορατοσύνης, να του λένε αν θες να σου δώσουμε τα λεφτά, πούλα πρώτα το Ελληνικό στον Λάτση. Και θα το πουλήσει φυσικά. Τι άλλο να κάνει; Και σε αυτό που θα φτιάξει ο Λάτσης θα πηγαίνουμε σε κάποια χρόνια και θα περνάμε ωραία και θα αναρωτιόμασταν γιατί αντισταθήκαμε τόσο στην ανάπτυξη, την ευημερία, το νου το κοινό.  Όπως κάνουμε και με το Mall δηλαδή.
Οι περισσότεροι από εμάς ούτως ή άλλως επιβίωσαν, οι περισσότεροι από εμάς και πάλι ούτως ή άλλως θα επιβιώσουν.
Πρέπει να διατηρείται αυτή η αναλογία, γιατί αν γίνουν περισσότεροι οι μη επιβιώνοντες, δεν θα έχουν πια να χάσουν και στα αλήθεια τίποτα.
Άσε που αρκετοί από εμάς δεν επιβιώνουν μόνο, εξακολουθούν και περνούν και καλά.
Όπως λέει κι ο Louis CK: «Έχω επιτέλους το σώμα που λαχταρούσα. Δεν είναι τόσο δύσκολο. Το μόνο που χρειάζεται είναι να λαχταράς ένα πατσαβουρέ σώμα». Για αυτό τουλάχιστον στην αναθεώρηση του Συντάγματος που βάζει μπρος η Αριστερά μας, ας αποκτήσουμε επιτέλους κι ένα Σύνταγμα ανάλογο του καθεστώτος που διαλέξαμε να υπηρετήσουμε, ας επανασυμφιλιώσουμε την πραγματικότητα με το Σύνταγμά μας, ας φτιάξουμε ένα Σύνταγμα προτεκτοράτου κι ας αγαπήσουμε μία προς μία τις αναθεωρημένες πατσαβουρέ διατάξεις του, ώστε κανείς ποτέ ξανά να μην πει ότι το Σύνταγμα έχει γίνει πατσαβούρι κι η χώρα ξεσκιστήριο προς διεθνή παραδειγματισμό.

Δευτέρα, Μαΐου 30, 2016

Μεγάλο ειρωνικό συλλαλητήριο

Μη νομίζεις, δεν τα βάζω με το συγκεκριμένο συλλαλητήριο. Είναι μόνο η αφορμή. Γιατί μπορεί οι διοργανωτές του να το ονειρεύονται μεγάλο και ειρηνικό, πιστεύω ακράδαντα όμως πως ωρίμασαν όσο ποτέ οι συνθήκες για ένα μεγάλο ειρωνικό συλλαλητήριο. Να μαζευτούμε από την μια όσοι λέγαμε όσα λέγαμε τόσα χρόνια κι από την άλλη όσοι λέγατε όσα λέγατε τόσα χρόνια και να αρχίσουμε να ειρωνευόμαστε οι μεν τους δε, οι δε τους μεν, και όλοι μαζί τους εαυτούς μας, αντιπαραβάλλοντας αυτά που λέμε τώρα με εκείνα που λέγαμε ως τώρα. Και μετά τα δυο μας μπλόκα να ενωθούν και να πάμε να βρούμε όσους δεν έχουν αλλάξει ρούπι από τότε που γεννήθηκε ο χρόνος, παραμένοντας ακλόνητα σταθεροί στις απόψεις τους νομάτερ γουάτ. Αυτοί κι αν είναι για ειρωνεία, εκκλησία κλέβεις. Και τότε, πάνω που όλα θα πηγαίνουν καλά, να έρθουν να αμαυρώσουν το μεγάλο ειρωνικό μας συλλαλητήριο οι γνωστοί άγνωστοι που θα πετούν μολότωφ κυριολεξίας απαιτώντας ολική απελευθέρωση ανθρώπων και ζώων από τον πολιτισμό. Και κάπου εκεί θα αρχίσουν αναπόφευκτα τα επεισόδια, ενδεχομένως να δέρνουμε ο ένας τον άλλο, ενδεχομένως να αρχίσουμε να δέρνουμε εμάς τους ίδιους, πάντως όλους μαζί θα μας δέρνει η μαλακία. Ανηλεώς κι ακαταπαύστως. Και θα επέμβουν τότε τα ΜΑΤ πετώντας γελογόνα και θα γελάμε όλοι μαζί μέχρι δακρύων, σαν σε πολιτικό σκίτσο του Αρκά, σαν σε πολιτικό σχόλιο του Λαζόπουλου. Και τότε και μόνο τότε όλος ο λαός θα αφήσει τις εμφύλιες έριδε και όλος μαζί θα πάει να σηκώσει τη Βουλή στα χέρια, πετώντας την στον αέρα και ξαναπιάνοντας σαν να ήταν ο Ζιντάν και ο Ιτούδης εν μέσω όλε - όλε και παραληρήματος αποθεωτικού. Και στο τέλος θα την πάρει επ' ώμου να την τοποθετήσει αλλού, ίσως δίπλα στον Παρθενώνα, ίσως δίπλα στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ίσως δίπλα στα ερειπωμένα γραφεία του Mega. Kαι δίπλα στον Άγνωστο Στρατιώτη ο τόπος θα ονομαστεί ground zero, μέχρι στη θέση του να δούμε τι θα στήσουμε, κάτι που θα προκύψει από μειοδοτικό διαγωνισμό, κάτι ξανά κοινοβουλευτικό ή κάτι ντιπ αντικοινοβουλευτικό, γιατί καιροφυλακτούνε κι οι φασίστες από την μια και οι σταλινικοί από την άλλη, η αστική δημοκρατία μας αντέχει μόνο όσο αντέχουν οι δανειστές της να τη στηρίζουν, καθώς αυτό το ανακούκουρκουδο που μας έχει κάνει όλους ανακόλουθους και γραφικούς έχει προκύψει επειδή φύγαμε και οι μεν και οι δε από τη φυσική μας θέση, η Δεξιά είναι για να εξουσιάζει και η Αριστερά για να τα βάζει με την εξουσία, αλλάξαμε τα ρούχα μας και μπλέξαμε τα μπούτια μας κι όλα ξανάγιναν ΠΑΣΟΚ κι όλα ξανάγιναν ΠΑΣΟΚ κι όλα ξανάγιναν ΠΑΣΟΚ.

Τρίτη, Μαΐου 17, 2016

Tράγοι κι Ολιγάρχες

Στον τελικό της ευρωλίγκας είδαμε το ίδιο ψυχόδραμα σε δυο διαφορετικές εκδοχές. Ο Γιαν Βέσελι εναντίον του εαυτού του και η ΤΣΣΚΑ εναντίον του εαυτού της. Ένας τόσο χαρισματικός παίκτης παθαίνει ολοκληρωτικό μπλακ άουτ μπροστά στη γραμμή των ελευθέρων βολών και χάνει εννέα βολές σερί, βάζοντας μόνο τη δέκατη. Τα ποσοστά του ήταν άθλια στις βολές φέτος, αλλά για να χάσεις εννέα βολές σερί όντας επαγγελματίας παίκτης πρώτου επιπέδου, πρέπει να μην είσαι εσύ και το καλάθι, πρέπει να είσαι εσύ εναντίον του μυαλού σου. Και να καταρρακώνεσαι. Και γενικότερα οι ελεύθερες βολές στο μπάσκετ είναι -χωρίς προφανώς να έχει μικρή αξία και η προπόνηση- κατεξοχήν θέμα ψυχολογίας. Οι δυο διαφορετικοί Πάσπαλιε στις βολές, πριν κάνει το μυαλό του το μαυρό κλικ και μετά, είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.
Ένας άντρας 2 μέτρα και 11 εκατοστά δίνει στην τρίτη περίοδο του αγώνα μια παράσταση κατάρρευσης, που και οπαδός της ΤΣΣΚΑ να είσαι αισθάνεσαι αμήχανα ως άσχημα να τη βλέπεις και θες να πεις σταματήστε να το κάνετε αυτό στον άνθρωπο, σταματήστε να του κάνετε φάουλ ή βγάλτε τον από το παιχνίδι, κανείς δεν πρέπει να εκτίθεται έτσι. Είναι η τρίτη περίοδος που γενικά έχει πάψει να παίζεται μπάσκετ, μετά τα εκπληκτικά πράγματα που έκανε η ΤΣΣΚΑ στο πρώτο ημίχρονο. Οι διαιτητές να σφυράνε εξακολουθητικά Φενέρ, ολιγάρχες, τρόφι γουάιφς και μπράβοι της ρωσικής και τουρκικής ελίτ να πλακώνονται μεταξύ τους, η Φενέρ να προσπαθεί να γυρίσει το ματς, αλλά η διαφορά να μένει περίπου εκεί που ήταν, έχοντας όμως καταφέρει τουλάχιστον να κάνει την ΤΣΣΚΑ να σταματήσει να παίζει.
Και να καταλαβαίνει πως αφού περνάει η ώρα είναι καιρός να αρχίσει να αντιμετωπίζει η ίδια τον δικό της εαυτό. Και εννοείται να καταρρέει όσο πανηγυρικά και ο Βέσελι. Όχι 20, 30 πόντους να ήταν μπροστά, πάλι τη διαφορά θα την έχανε. Δεν γινόταν αλλιώς. Γιατί ο αντίπαλος που είναι στο κεφάλι μας δεν αντιμετωπίζεται με μπάσκετ, ο αντίπαλος που είναι στο κεφάλι μας αντιμετωπίζεται μόνο αν τον αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο. Κι ακούγοντας τον Ιτούδη στη κοινή συνέντευξη Τύπου πριν ξεκινήσει το φάιναλ φορ να λέει πως όσα συνέβησαν τα περασμένα χρόνια δεν τους αφορούν και πως κοιτάνε μόνο μπροστά, ήξερες πως όσα συνέβησαν τα περασμένα χρόνια θα συνέβαιναν και φέτος.
Και συνέβησαν. Κι όμως η ΤΣΣΚΑ το πήρε. Όχι επειδή καθάρισε το μυαλό της. Προς θεού, όχι για αυτό. Το γιατί μόνο με πιθανολογήσεις μπορεί να απαντηθεί: Ίσως επειδή πρόλαβε να χάσει τη διαφορά στην κανονική διάρκεια και έτσι ισοφαρίζοντας εκείνη στο τέλος δεν μπήκε στην παράταση φοβούμενη την ολοκλήρωση της ανατροπής και το ακόμη χειρότερο που θα της συνέβαινε. Ίσως επειδή αφού δεν κατάφερε να απαλλαγεί από τα φαντάσματά της και τα έβγαλε πάλι όλα επί σκηνής, ίσως δηλαδή αφού πρώτα τα εμφάνισε και τα βίωσε, τότε και μόνο τότε μπόρεσε να αρχίσει να ξαναπαίζει. Ίσως επειδή απλά θα παραήταν άδικο και σκληρό να συμβεί το ίδιο και φέτος. Δεν συνέβη τελικά, αφού πρώτα όμως συνέβη πανηγυρικά.
Πάρα πολλά θα μπορούσε να πει κανείς ακόμα για τον τελικό και για τη φετινή ευρωλίγκα, αλλά θα μείνω στην αντίστιξη δύο σκηνών: χθες βράδυ τα όρια μεταξύ παικτών και θεατών παραβιάστηκαν επειδή ο ολιγάρχης που καθόταν στην πολυθρόνα την πριβέ δίπλα στον αγωνιστικό χώρο έσπρωξε έναν παίκτη, πριν λίγο καιρό τα όρια μεταξύ παικτών και θεατών παραβιάστηκαν επειδή ο άνθρωπος που μάλλον θα παίρνει τρεις κι εξήντα κάνοντας την μασκότ της Λαμποράλ ντυμένος τράγος τρελάθηκε στο νικητήριο τρίποντο και μπήκε να πανηγυρίσει την ώρα που η Ρεάλ εκδήλωνε την τελευταία επίθεσή της. Σκηνές αντιστικτικές αλλά μαζί και ίδιες. Όσο φτιαχτική κι αν είναι η σκηνή με τη μασκώτ κι όσο απωθητική κι αν είναι με τον ολιγάρχη, με όσο διαφορετική νοοτροπία κι αν γίνεται η παρέμβασή τους στα δρώμενα και όσο ολότελα διαφορετικές ζωές κι αν ζουν οι δυο τους όταν το παιχνίδι τελειώνει, την ώρα που το παιχνίδι διαρκεί υπάρχει κι αυτό που τους ενώνει, αυτό απέναντι στο οποίο είναι εξίσου ανίσχυροι, εξίσου παραμυθιασμένοι, εξίσου ίσοι, γιατί ανεξάρτητα από το πώς λειτουργούν και το τι εκμετάλλευσης τυγχάνουν τα θεάματα, τα θεάματα δεν ήταν ποτέ μόνο για τις μάζες, τα θεάματα και δη τα αθλητικά μοιράζουν συγκινήσεις και στις ελίτ, με ένα τρόπο οιονεί κομμουνιστικό που οι άρτοι ποτέ δεν θα αξιωθούν.
Κι όσο για σένα, την επόμενη φορά που θα προσπαθήσεις να κατορθώσεις κάτι, μην ξεχνάς την ΤΣΣΚΑ, μην ξεχνάς πως είμαστε όσο καλοί μας επιτρέπει η αυτοκαταστροφικότητά μας, πως είμαστε όσο καλοί μας επιτρέπουν τα σκατά στο μυαλό μας, πως δεν έχει σημασία μόνο πόσο ικανοί είμαστε για κάτι και πόσο έχουμε δουλέψει για αυτό, σημασία έχει επίσης να μην ορθώνει ο εαυτός μας εμπόδια στην πραγματοποίησή του. Όσο φοβόμαστε πως θα καθηλωθούμε, καθηλωνόμαστε επειδή το φοβηθήκαμε. Και η διαφορά θα μειώνεται. Και ο εφιάλτης θα ξανάρχεται. Και οι προφητείες θα αυτοεκπληρώνονται. Φοβόμαστε. Να. Δίκιο είχαμε. Οι φόβοι μας γίνονται πραγματικότητα. Πάλι.

Δευτέρα, Μαΐου 09, 2016

Αυταπάτες

Tην περασμένη Παρασκευή το μεσημέρι είμαι σε μια κηδεία (αν όχι μακρινής, πάντως σίγουρα απομακρυσμένης κι ακόμα πιο σίγουρα υπέργηρης συγγενούς), η νεκρώσιμος ακολουθία τελειώνει, ο παπάς παίρνει τον λόγο και αρχίζει να λέει ότι την προηγούμενη ημέρα είχαν κηδεία ενός βρέφους επτά μηνών, ότι αυτό που ζούμε τώρα δεν είναι η ζωή αλλά ο θάνατος αφού με τη γέννησή μας γεννιέται και ο θάνατος, ότι η αληθινή και η αιώνια ζωή είναι μετά, συνεχίζoντας με κολάσεις και παραδείσους, με στρατιές αγγέλων από την μια και τον διάβολο και τους φοβερούς δαίμονές του από την άλλη, κι όλα εξαρτώνται από μας αρκεί να μετανοήσουμε εγκαίρως όπως ο ληστής στο σταυρό που πρώτος μπήκε στη σωστή πλευρά με το μπάζερ μπίτερ του, με ένα αφήγημα αποστερημένο και στο πιο καλοπροαίρετο αυτί από την όποια πνευματικότητα, με ένα αφήγημα αντίστοιχης αληθοφάνειας και βάθους με το Μπάτμαν εναντίον Σούπερμαν του Ζακ του Σνάιντερ, με ένα αφήγημα πολύ κοντά στο συγκλονιστικό πρόσφατο παραλήρημα του Πέτρου Γαϊτάνου, που αν μη τι άλλο είπε ευθέως ο άνθρωπος πως δεν είναι ο άνθρωπος απέναντι στην αμαρτία, αλλά πως ο άνθρωπος είναι η αμαρτία, πως ο άνθρωπος και η ζωή είναι το λάθος, κάνοντας σε να θες να γραφτείς στον ISIS τώρα, άμεσα, χωρίς χρονοτριβή, μπας και καταφέρεις και επιβληθείς και σβήσεις από το χάρτη τόσο πολύ απάλευτο σκοταδισμό, τόσο πολλή απάλευτη άρνηση, φόβο και μίσος για ό,τι μας συνιστά ως ζωντανούς ανθρώπους. 
Μια Παρασκευή πιο πριν, την Μεγάλη, ήμουν στο χωριό της γυναίκας μου στην Ήπειρο. Όταν είναι να αρχίσουν τα Εγκώμια (γκούγκλαρα να δω πώς τα λένε, όπως ο Δραγασάκης την αλήθεια), γυναίκες έρχονται και πιάνουν πόστο, όχι μεγάλης ηλικίας γυναίκες, γυναίκες που και αυτές αλλού ζουν και έχουν έρθει στο χωριό για Πάσχα. Τραγουδούν ίσως όσο πιο παράφωνα και παράτονα έχω ακούσει ποτέ μου, όχι μόνο το «Ω γλυκύ μου έαρ» αλλά και οποιοήποτε άλλο τραγούδι, ωστόσο αυτή η συμμετοχικότητά τους και το γεγονός πως κάτι στον λάθος τόνο τους θυμίζει δημοτικά τραγούδια του τόπου, καθιστά την όλη εμπειρία με έναν υπόγειο τρόπο συγκινητική και πάντως επιδραστική, υπενθυμίζοντας τι θα μπορούσε στην ιδεατή του μορφή να σημαίνουν οι λέξεις εκκλησία και παράδοση. Όσο ψέλνουν, ο πότης παπάς έχει γείρει πάνω στον Επιτάφιο και τις ακούει χαμογελώντας, με ένα χαμόγελο που μόνο το πρόσωπο των ανθρώπων που δεν θεώρησαν τη ζωή αμαρτία, αλλά αγάπησαν κι αγκάλιασαν τη ζωή και τις αμαρτίες της σαν ολόδικές τους, μπορεί να στολίσει. 
Την περασμένη Παρασκευή το απόγευμα ετοιμάζομαι να πάω με τον γιο μου πρώτη φορά στο γήπεδο. Ένας φίλος μού δείχνει στο φέισμπουκ ότι κάποιος περίεργος έχει ανεβάσει το περιβόητο τουίτ του Πιτσιρίκου για την Μαρφίν, έχοντας κοτσάρει μια φωτογραφία μου από πάνω, ωσάν να είμαι εγώ ο Πιτσιρίκος. Η φώτο μου ως Πιτσιρίκος που χλευάζει τους νεκρούς της Μαρφίν (γιατί αν ήθελε να γράψει κανείς για ένα κατεξοχήν πρόβλημα του δημόσιου λόγου τα τελευταία χρόνια, θα μπορούσε κάλλιστα να ξεκινήσει από το πόσο εντελώς παρερμηνεύτηκε ως χλευαστικό το συγκεκριμένο τουίτ) αναπαράγεται σωρηδόν σε τριψήφιο αριθμό τοίχων, με σχόλια που κινούνται ανάμεσα στο πόσο άθλια είναι η φάτσα μου και σε απειλοκατάρες. Το πανηγύρι είχε ξεκινήσει μια μέρα πριν, όταν αντί της δικής μου φάτσας, ο αντιπρόεδρος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης της χώρας είχε ανεβάσει το τουίτ με φωτογραφία του τραγουδιστή Σπύρου Γραμμένου ως Πιτσιρίκου. Περισσότερο ή λιγότερο συμπτωματικά, μια μέρα μετά, ο ίδιος ο Πιτσιρίκος ανακοινώνει ότι σταματάει να γράφει στο μπλογκ του. Γυρνώντας από το γήπεδο με τον μικρό, βλέπω να μου λένε και να μου ξαναλένε να κυνηγήσω δικαστικά τον τύπο που όχι μόνο ανέβασε τη φωτογραφία μου ως χλευαστή νεκρών που του αξίζουν τα χειρότερα, καθώς «τέτοιου είδους βαριά ύβρις προς τους νεκρούς ποτέ δεν έμεινε ατιμώρητη», αλλά και ενώ του επεσήμανε ένα σωρό κόσμος ότι η φώτο είναι λάθος, εκείνος επέμενε ότι το έχει διασταυρώσει με αστυνομικές πηγές, σβήνοντας τα σχόλια που του έλεγαν ότι είναι λάθος και ενίοτε χρησιμοποιώντας σκαιές εκφράσεις απέναντι σε όσους τολμούσαν να του το επισημάνουν. Πάρα πολύ μετά και αφού του έχω πει ότι η φώτο είναι δική μου, «επανορθώνει» εξηγώντας ότι είμαι συνάδελφος και «ιδεολογικός ομογάλακτος» του Πιτσιρίκου, άρα εκεί οφειλόταν το λάθος κι όλα καλά όλα ωραία και δεν τρέχει τίποτα και αν τον πάω στα δικαστήρια θα είναι κουλ και άνετος και δεν θα έχει επίπτωση καμιά. Επειδή όμως όταν κυκλοφορήσει κάτι στο ίντερνετ κυκλοφόρησε, το επόμενο βράδυ παλιός φίλος από την κανονική ζωή μού στέλνει σκασμένος στα γέλια μήνυμα ότι είδε στο τουίτερ τη φώτο μου ως Πιτσιρίκου. 
Την περασμένη Παρασκευή το απόγευμα δεν ξέρω πόσες κατάρες συγκεντρώνονταν κάτω από τη φωτογραφία μου, ξέρω όμως ότι ζούσα το δικό μου μύθο σε ένα γήπεδο μπάσκετ, φωτογραφίζοντας το γιο μου με το καπέλο και το κασκόλ που είχαμε μόλις αγοράσει. Δέχομαι και προσυπογράφω ότι είναι λάθος να προσπαθούμε να κάνουμε τα παιδιά μας αντίτυπά μας. Αλλά εκτός από λάθος είναι και αδύνατο. Όσο αδύνατο είναι από την άλλη να μην τα επηρεάσουμε καθοριστικά, έτσι ή αλλιώς. Και όχι, αν ήταν αντίτυπό μου, θα ασχολούνταν ήδη με τα ποδοσφαιρομπασκετικά που ως σήμερα τον αφήνουν παντελώς αδιάφορο. Και όχι, αν ήταν αντίτυπό μου, δεν θα ήθελε τόσο πολύ να πάμε κοντά σε αυτούς που τραγουδούν με τα τύμπανα. Θα φοβόταν, δεν θα το λαχταρούσε. Το σύνθημα που τραγουδούσαν έλεγε: «Και βάλτε το καλά μες το μυαλό - έτσι όπως μας θέλετε εσείς - ποτέ μας δεν θα γίνουμε εμείς». Έτσι όπως θέλουμε τα παιδιά μας εμείς, ποτέ τους δεν θα γίνουνε αυτά. Όλα τα άλλα είναι αυταπάτες που θα έλεγε και ο Πρόεδρος Αλέξης. Αλλά το να πηγαίνεις με το γιο σου για πρώτη φορά γήπεδο και να τον φωτογραφίζεις με καπέλο και κασκόλ, είναι μια εμπειρία που όταν τη ζεις λες χαλάλι η δική μου φωτογραφία, ας κυκλοφορήσει, ας κανιβαλιστεί, ας συγκεντρώσει όσο μίσος θέλει. Όσο κι αν συγκεντρώσει, έχω και κοιτάζω μια άλλη, με μια αγάπη που το ξεπερνά. Μια αγάπη για αυτόν που παριστάνει εμένα μόνο στη φώτο, με το καπέλο του και το κασκόλ του, για αυτόν που κατά τ' άλλα είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, ένας άνθρωπος, ένα λάθος δηλαδή και μια αμαρτία κατά Γαϊτάνο, ένας άνθρωπος που η ζωή του εύχομαι να είναι γεμάτη ιστορίες, αμαρτίες και μεγάλα λάθη, εκτός κι αν αυτό είναι μια ακόμα προσπάθεια αντιτυποποίησης, οπότε του εύχομαι απλώς να διαλέξει το δικό του δρόμο, ακόμη κι αν είναι αυτός του Γαϊτάνου, ακόμη κι αν είναι αυτός του Άδωνη.  

Πέμπτη, Απριλίου 21, 2016

Πώς έγινα κι εγώ μνημονιακός

Σε δύο στάδια:
Το πρώτο το καλοκαίρι, όταν αποδέχτηκα πως όσο συντριβή κι αν συνιστούσε η συνθηκολόγηση που θα οδηγούσε στο τρίτο μνημόνιο, οικονομικά κατά πάσα πιθανότητα η εναλλακτική, εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα, θα ήταν ακόμη χειρότερη.
Το δεύτερο τώρα, που περιμένω το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης για να αρχίσουμε να τα αφήνουμε πίσω μας επιτέλους όλα αυτά και να κοιτάξουμε προς τα μπρος.
Παρηγοριά μου μία: να βρίζω ακόμα τους παλιούς μνημονιακούς και να τα βάζω ακόμα με όσους παρέμειναν το καλοκαίρι στα αντιμνημονιακά κάγκελα. Παρηγοριά μου δηλαδή είναι να λέω πως τουλάχιστον δεν είμαι ούτε σαν τους μεν ούτε σαν τους δε, να λεω πως τουλάχιστον δεν είμαι σαν αυτούς που υπήρξαν συνεπείς τόσο από την μία όσο και από την άλλη πλευρά.

Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2016

Με ενοχλείς

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τη βάση όσων είπα στη σχετική ημερίδα που διοργάνωσε η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
--- 


Ο ενοχλητικός λόγος

Όλοι έχουμε μια βασική αφήγηση, μια βασική εικόνα για τον κόσμο. Χριστιανοί ή Μουσουλμάνοι ή ό,τι άλλο, Δεξιοί ή Αριστεροί ή ό,τι άλλο. Αυτή την εικόνα δεν την έχουμε για πλάκα ούτε την παίρνουμε αψήφιστα. Ακόμη κι αν στην πορεία κάποια στιγμή εξασθενήσει και αντικατασταθεί από μια άλλη, όσο την έχουμε σημαίνει κάτι για μας: είναι η εξήγηση του κόσμου, το λεξικό βασικών εννοιών του, το λυσάρι του, η αποκωδικοποίησή του, οι βασικές του απαντήσεις, οι βασικοί του κανόνες. Υπό αυτήν την έννοια είμαστε όλοι πιστοί· των άθεων και των αγνωστικιστών συμπεριλαμβανομένων. Και οτιδήποτε αφορά αυτούς τους βασικούς κανόνες και κάνει το λάθος να μη συμμορφώνεται μαζί τους, ή ακόμη χειρότερα τους αμφισβητεί /κριτικάρει / σατιρίζει προσπαθώντας να τους αποκαθηλώσει, είναι κάτι που ενοχλεί. Και η φυσική τάση του ανθρώπου είναι να προσπαθεί να απαλλαχθεί από αυτό που τον ενοχλεί. Παραφράζοντας τον Βολταίρο: σπανίως απλώς διαφωνώ με αυτό που λες, σπανίως σκέτα διαφωνώ με αυτό που λες, συνήθως αφού διαφωνώ, ενοχλούμαι κιόλας με αυτό που λες. Είναι παρ' όλα αυτά, παρ' όλη αυτήν την ενόχληση, το δικό μας πιστεύω, το δικό μας δόγμα, το δόγμα του δυτικού πολιτισμού μετά τον διαφωτισμό, το ότι σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη κι αν ενοχλούμαι του θανατά απ' αυτό που λες, θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες; Ή μήπως προσπαθούμε να το παρακάμψουμε παραμένοντας τυπικά πιστοί στις διακηρύξεις της υπεράσπισης και επικεντρώνοντας στα τριγύρω;

Ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα επικέντρωσης στα τριγύρω είναι ο σάλος που δημιουργήθηκε με την παράσταση «Η Ισορροπία του Νας». Αν ήταν περίπου επόμενο να περιμένεις από το πιο οπισθοδρομικό τμήμα του κλήρου, από παραθρησκευτικές οργανώσεις κι από νεοναζί αντιδράσεις σαν αυτές που οδήγησαν πριν 4 χρόνια στο κατέβασμα της παράστασης «Corpus Christi», είναι αρκετά ειρωνικό ότι βρεθήκαμε πρόσφατα ενώπιον του φαινομένου να αντιδρά παρόμοια η ιδεολογική πλευρά που ομνύει στον διαφωτισμό και τα ευρωπαϊκά ιδεώδη και που επιχειρεί να αυτοπροσδιορισθεί ως και η μόνη αληθινή υπερασπιστής της ελευθερίας του λόγου και της τέχνης. Χωρίς να θέλω να ισχυριστώ ότι η ένταση των αντιδράσεων ήταν στις δύο περιπτώσεις η ίδια, δεν παύει να ισχύει ότι υπήρξε μια αντίδραση που δεν αποτελούσε απλά αρνητική κριτική για την παράσταση, αλλά που τελικά αμφισβητούσε το δικαίωμα της ανόδου της. Μένοντας λοιπόν τυπικά πιστός στην υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης και της τέχνης, αλλά προσπαθώντας να την παρακάμψεις με όλα τα τριγύρω: Ναι, φυσικά οι παραστάσεις δικαιούνται να ανεβαίνουν, αλλά στο Εθνικό κιόλας; Με τα λεφτά του φορολογούμενου; Για αυτό πληρώνουμε φόρους, για να βλέπουμε επί σκηνής τα λόγια του Ξηρού; Και τι ακριβώς σκοπό εξυπηρετούσε να μπει ο Ξηρός δίπλα στον Καμύ; Τι είδους τέχνη εντός εισαγωγικών είναι αυτή; Ενίοτε δε, όπως συνέβη και προ διετίας με το βιβλίο του Κουφοντίνα «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη», πετάμε και τον Βολταίρο τελείως στην άκρη και το λέμε φόρα παρτίδα, όπως έγινε με το εμβληματικό φιλελεύθερο βιβλιοπωλείο “Free Thinking Zone”, το οποίο ανάρτησε στη βιτρίνα του ένα σημείωμα που έγραφε: «Αφιερώνουμε αυτό το σημείο προβολής στα βιβλία που θα έγραφαν τα θύματα του Δ. Κουφοντίνα. Δικαίωμα στην ελευθερία χωρίς δικαίωμα στη ζωή δεν μπορεί να υπάρξει». Επιστρέφοντας στα τριγύρω, ο Πέτρος Τατσόπουλος έλεγε τότε. «Αυτό που αναρωτιέμαι είναι γιατί εμείς αγοράζουμε τέτοια βιβλία. Πίσω από αυτό και από πολλά άλλα παρόμοια υπάρχει ένα νοσηρό, ανομολόγητο τρίγωνο: ο συγγραφέας, ο εκδότης και ο αναγνώστης. Και οι τρεις κάνουν μια φαουστική συμφωνία με τον διάβολο. Ο μεν συγγραφέας (το ίδιο ισχύει και για τους συγγραφείς των προκηρύξεων) λέει: Δολοφονώ για να με δημοσιεύσετε. Η πραγματική αξία δεν ενυπάρχει στα γραπτά του, αλλά στην επένδυσή του με τις δολοφονίες. Είναι σαν να λέει: Αν δεν δολοφονούσα, δεν θα με δημοσιεύατε, θα κερδίσω την προσοχή σας με το να σκοτώνω. Ο εκδότης αποδέχεται αυτήν τη σύμβαση: Σε δημοσιεύω επειδή σκότωσες. Η ελευθερία του Τύπου και η ενημέρωση της κοινής γνώμης είναι προφάσεις εν αμαρτίαις: το δέλεαρ ήταν ότι σκότωσες και ότι αυτό θα έχει εμπορικό αντίκρισμα». Για να αντιστρέψω λοπόν ένα λεκτικό σχήμα που κατά κόρον χρησιμοποιήθηκε τα προηγούμενα χρόνια σε σχέση με την καταδίκη της βίας: αναγνωρίζεις το δικαίωμα στην ελευθερία της τέχνης, το δικαίωμα να ανεβάζει ο άλλος θεατρικές παραστάσεις και να εκδίδει βιβλία, χωρίς τέτοιου είδους ιδεολογικούς αστερίσκους και υποσημειώσεις; Μολονότι προσπαθώ να εντοπίσω αντιφάσεις και ψευδοεπιχειρήματα, δεν θέλω τελικά να πω ότι η από εδώ ιδεολογική πλευρά θα είχε οπωσδήποτε διαφορετικές αντιδράσεις επί παράστασης ή βιβλίου που θα σχετιζόταν με αντίστοιχο τρόπο με τον Ρουπακιά, τον Κασιδιάρη ή τον Μιχαλολιάκο. Το πολύ πιθανότερο είναι ότι δυστυχώς θα υπερασπιζόμασταν στα λόγια την ελευθερία της τέχνης, προσπαθώντας να την υπονομεύσουμε μέσω των τριγύρω
.

Τα οπαδικά γυαλιά

Μου αρέσει να χρησιμοποιώ μια αντιστοιχία από το ποδόσφαιρο. Αν μπούμε λίγο στον τρόπο σκέψης ενός οπαδού ποδοσφαιρικής ομάδας, θα δούμε ότι αν έχουμε ένα καταφανέστατο πέναλτι ή ένα κραυγαλέο οφσάιντ, ακόμη και ο πιο φανατικός οπαδός δεν θα βγει να πουλήσει τρέλα και να πει ότι δεν είναι. Την εντελώς συγκεκριμένη αδικία άρα δεν θα την αρνηθεί. Θα σπεύσει όμως αμέσως να συμψηφίσει με άλλες φάσεις από το ίδιο ή και από άλλα παιχνίδια, ή θα σπεύσει να χρησιμοποιήσει άλλα επιχειρήματα, με τελικό σκοπό να δείξει ότι στην μεγάλη εικόνα δεν υπάρχει καμία αδικία. Τουναντίον· είτε η ομάδα του είναι η πιο αδικημένη, είτε το επιχείρημα της αδικίας είναι βολική δικαιολογία που αδικεί το γεγονός ότι η ομάδα του είναι η γενικά καλύτερη. Σε οποιαδήποτε δε μη κραυγαλέα φάση, σε οποιαδήποτε φάση κινείται στη σφαίρα του συζητήσιμου, πάλι δεν θα πουλήσει τρέλα. Ακόμη και αν η ίδια ακριβώς φάση κρίνεται πέναλτι ή όχι αναλόγως του χρώματος της φανέλας του παίκτη που θα πέσει στην περιοχή, δεν θα έχει πει ψέμματα, θα έχει όντως δει έτσι τη φάση μέσα από τα οπαδικά γυαλιά.

Έτσι και στην ενασχόληση με την πολιτική και ειδικότερα στην μέσω των σόσιαλ μίντια ενασχόληση, αν πρόκειται για παράβαση κάποιου από την αντίπαλη ιδεολογική ομάδα θα κραυγάσουμε, ενώ αν είναι κάποιου από την δική μας ή θα το αποσιωπήσουμε ή θα σπεύσουμε ακριβώς να το δούμε συμψηφιστικά. αν μας πετάξουν στα μούτρα ένα συγκεκριμένο κραυγαλέο γεγονός πώς θα το κρίνουμε. Τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά έγκεινται περισσότερο όχι στο πώς θα κρίνουμε ένα δεδομένο φάουλ των «δικών μας», αλλά στο τι επιλέγουμε να σχολιάσουμε, με τι επιλέγουμε να ασχοληθούμε, με τι επιλέγουμε να ενοχληθούμε. Και πολλές φορές είναι πιθανό να μην το πάρουμε καν χαμπάρι ένα δεδομένο φάουλ, ακριβώς γιατί στη διαδικτυακή γειτονιά που συχνάζουμε δεν θα αναδειχθεί.


Διαδικτυακές Γειτονιές


Αλλά για ποια διαδικτυακή γειτονιά μιλάω; Από τη δική μου εμπειρία στα ελληνικά σόσιαλ μίντια, μπορώ να διακρίνω τις εξής φάσεις. Το 2005 που έφτιαξα το μπλογκ και υπήρξε η πρώτη έκρηξη, μπορεί τα πράγματα να ήταν ελαφρά πιο πολιτικοποιημένα από τον μέσο επικοιωνιακό όρο εκτός μπλογκ, η ατμόσφαιρα όμως σε αντιστοιχία με το γενικότερο κλίμα ήταν εντελώς μη φορτισμένη. Διαφωνίες και καυγάδες υπήρχαν αλλά πιο προσωπικές. Και όσες ήταν πολιτικές δεν έδιναν τον τόνο. Μια δεύτερη φάση αρχίζουμε ίσως να έχουμε το καλοκαίρι του 2007, όταν γίνονται κάποιες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίες για τις πυρκαγιές. Δεν υπήρχε κάποια αξιοπαρατήρητη πολιτικά ατζέντα -ποιός είναι άραγε υπέρ των πυρκαγιών;- αλλά το ενδιαφέρον στοιχείο που αναδείχθηκε τότε ήταν η συνειδητοποίηση μιας δυνατότητας αυτοοργάνωσης και πραγματοποήσης κινητοποίησεων από τα κάτω και χωρίς κεντρικό καπέλωμα. Το μέσο άρχιζε να ανακαλύπτει τη δυναμική του. Μια τρίτη φάση έχουμε με τον Δεκέμβρη του 08, όταν περάσαμε για πρώτη φορά σε πολωτικό κλίμα και σε μια ριζικά διαφορετική ανάγνωση από τα καθεστωτικά ΜΜΕ και από τα σόσιαλ μίντια των όσων συνέβαιναν και όσων σήμαινε ο Δεκέμβρης. H τέταρτη όταν από την Άνοιξη του 2010 η μεταπολίτευση έδωσε τη θέση της στην εποχή των μνημονίων, όταν η πόλωση παγιώθηκε και εντάθηκε. Θέλω να αναφέρω το παράδειγμα του συναθροιστή Βuzz. Δημιουργήθηκε, αν δεν κάνω λάθος, στις αρχές του 2007 και αρχικά δεν λειτουργούσε μόνο ως ένας «τόπος» που συγκεντρώνονταν και αναδεικνύονταν ποστ ή άρθρα, αλλά κι επίσης ως ένας τόπος συζητήσεων και γόνιμων διαφωνιών. Όσο περνούσε ο καιρός αυτός ο τόπος άρχιζε να μην μοιάζει τόσο κοινός, τόσο πρόσφορος για τις συζητήσεις και τις διαφωνίες. Εκεί γύρω στο 2011-2012, καταλάβαινες ότι τα πράγματα είχαν πολωθεί τόσο, φτάνοντας σε ένα στάδιο όπου δεν είχε πια νόημα να το προσπαθείς. Δεν ήταν καν η διαφορά ότι εσύ τα βλέπεις μαύρα και ο άλλος άσπρα. Tο ρήγμα είχε φτάσει στο ότι δεν μπορούσες να συμφωνήσεις ούτε για το ότι το άσπρο και το μαύρο είναι χρώματα και όχι ας πούμε είδος πορτοκαλιών, την ίδια ακριβώς περίοδο που -όπως εύστοχα είχε γράψει ένας φίλος- διαιτητή στο δρόμο για τις μεταξύ μας θεωρητικές διαφωνίες είχαμε τα ΜΑΤ.

Και φάνουμε έτσι στο πέμπτο στάδιο που είναι οι ιδεολογικές γειτονιές του φέισμπουκ (με το τουίτερ δεν ασχολήθηκα ποτέ και δεν ξέρω τα των δικών του ιδιαιτεροτήτων). Σ’ αυτές τα λέμε μεταξύ μας, φτιαχνόμαστε μεταξύ μας, πορωνόμαστε μεταξύ μας, κανιβαλίζουμε συχνά - πυκνά τους απέναντι. Φτιάχνονται περιρρέουσες ατμόσφαιρες που σε κάνουν να θες να πλειοδοτήσεις, να πλειοδοτήσεις και να πλειοδοτήσεις. Φτιάχνεται μια περιχαράκωση που ακόμη και τις φορές ίσως εκείνες που θα μπορούσες με βάση τη βασική σου αφήγηση και βασική σου εικόνα για τον κόσμο να αντιδράσεις διαφορετικά σε κάτι, σε παρασέρνει το κλίμα. Μια περιχαράκωση που όταν κάποιος σου κάνει σχόλια ενώ ανήκει στην απέναντι γειτονιά, σε κάνει να αναρωτιέσαι: μα τι θέλει αυτός εδώ; Αφού απέναντι πρέπει να τα λέει με τους δικούς του. Εδώ τα λέμε εμείς με τους δικούς μας.  Το φέισμπουκ μπορεί να μην έχει χάσταγκ σαν το τουίτερ, αλλά τελικά καταλήγει να έχει. Βασικότατη λειτουργία του είναι το να πω κι εγώ οπωσδήποτε κάτι για το θέμα που είναι στην επικαιρότητα αυτό το εξάωρο. Από το rip ως το να κράξω κάτι. Το ζητούμενο στα σόσιαλ μίντια είναι να μιλάμε όλοι ανα εξάωρο για το ίδιο θέμα. Ακόμη κι αν το θέμα είναι μια κάποια Έλλη Παπαγγελή, δεν υπάρχει τίποτα που να μη μας φανεί αρκετά ελκυστικό για σχολιασμό. Αφού δες, όλοι για αυτό μιλάνε. Κι εγώ τότε. Κι εγώ.


Του ψαριού η βρώμα

Επιστρέφοντας στα προαναφερθέντα παραδείγματα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι δημιουργήθηκε θέμα όταν είχαμε να κάνουμε με τον Ξηρό και τον Κουφοντίνα. Η 17Ν και γενικά η αντιτρομοκρατική ρητορική διατηρούν εξέχουσα θέση στον λόγο της από εκεί ιδεολογικής πλευράς. Γιατί όμως αυτή η διαρκής πηγή εντάσεων για τη 17Ν; Για τις δολοφονίες της; Ποιός δεν τις έχει καταδικάσει ξανά και ξανά και ξανά; Μήπως τελικά δεν ηττήθηκαν πολιτικά; Ηττήθηκαν. Τότε τι; Νομίζω πως αυτή η εμμονή εξυπηρετεί δυο στόχους. Αφενός την εμπέδωση του ότι οι εσωτερικοί εχθροί της δημοκρατίας πρέπει να ηττώνται ολοκληρωτικά· όχι μόνο να φυλακίζονται, όχι μόνο να τους επιβάλλονται οι συνέπειες του νόμου· να αντιμετωπίζονται πλήρως ως εσωτερικοί εχθροί· με αποτέλεσμα να είναι εξωφρενικό να θέλει ένας καλλιτέχνης να ασχοληθεί μαζί τους ή να βγάζει μεγάλος εκδοτικός οίκος βιβλίο με την αφήγηση ενός εκ των πρωταγωνιστών της, για την δική του εκδοχή των ιστορικών γεγονότων. Αφετέρου στην πέραν, της πολιτικής ήττας της 17Ν, πλήρη αποϊστορικοποίηση της προέλευσής της, στην τοποθέτησή της σε ένα ανιστορικό πλαίσιο στο οποίο ήταν μια ομάδα δολοφόνων που ξεφύτρωσε περίπου από το πουθενά και συνεπώς οποιαδήποτε προσπάθεια ερμηνείας του πώς γεννήθηκε και γιατί τα πρώτα χρόνια οι ενέργειές της δεν είχαν ακριβώς κατακραυγή είναι εξοβελιστέα και επικίνδυνη. Ένα κοινό νήμα συνδέει την αντιτρομοκρατική υστερία, με την ρητορική για τον Δεκέμβρη και τέλος με το αφήγημα περί λαϊκισμού ή εθνολαϊκισμού που έφερε δήθεν τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, παράλληλα με το άλλο αφήγημα ότι μιζάρισε στο μίσος και με την αρχική προσπάθεια εκτοπισμού του στο απέναντι της Χρυσής Αυγής αντιδημοκρατικό άκρο. Σε μια παραλλαγή της αφήγησης του Φουκουγιάμα για το τέλος της Ιστορίας, η αφήγηση εδώ είναι ότι από την πρώτη μεταπολιτευτική στιγμή τελείωσε πλήρως και η πολιτιειακή ιστορία της χώρας, τελείωσε το πολίτευμα, με την έννοια ότι κατέστη τέλειο και αψεγάδιαστο: τα πάντα σε θεσμικό τουλάχιστον επίπεδο ρυθμίστηκαν άρτια και για οποιοδήποτε τυχόν υπάρχον πρόβλημα υπήρχε η πρέπουσα θεσμική αντιμετώπιση, γιατί αυτό είναι η δημοκρατία και οτιδήποτε άλλο είναι εχθρός της. Σαπίλα μπορεί να υπάρχει μόνο στα βασίλεια της Δανιμαρκίας, ενώ στις δημοκρατίες είναι περίπου αδύνατο, πολύ περισσότερο στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, οι οποίες βρίσκονται στην κορυφή του πολιτειακού ιδεώδους. Τον Δεκέμβρη του οκτώ, με κοινό τους κείμενο ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, ο Απόστολος Δοξιάδης και ο Πέτρος Μάρκαρης επεσήμαναν με αξιοθαύμαστη παρρησία, ότι απειλούνται οι αρχές της κοινής μας ζωής (καθώς εκτός των άλλων είχε «αμφισβητηθεί ανενδοίαστα η ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη»).

Υπάρχει δημοκρατία. Υπάρχουν θεσμοί. Υπάρχουν κανόνες. Όποιος έχει στοιχεία να πάει στον εισαγγελέα. Τέλος. Οτιδήποτε άλλο είναι λαϊκισμός και εχθροπάθεια. Η αριστερά είναι παλαβή.  Το πρόβλημα δεν ήταν το πώς κυβερνήθηκε η χώρα, αλλά το πόσο κακόμαθε και καλοπέρασε ο λαός της, διαφθείροντας ενίοτε και τους κυβερνήτες του, που όταν πήγαν να κάνουν μεταρρυθμίσεις σαν αυτές του Γιαννίτση ο κόσμος ξεσηκώθηκε με αποτέλεσμα αυτά να μας φέρουν ως εδώ. Η μια ιδεολογική πλευρά, επικέντρωσε την σχεδόν πανθομολογούμενη βρώμα του εγχώριου ψαριού στο κεφάλι του και η άλλη στο σώμα του. Μια μάχη ιδεολογικής ηγεμονίας διεξαγόταν και διεξάγεται για το ποιά αφήγηση για τον κόσμο θα επικρατήσει.
 

Ποιά τέχνη; Προσχήματα είναι αυτά


Το επίδικο εδώ όμως είναι το εξής. Καλά για τον σκέτο λόγο, καλά για την πολιτική έκφραση. Δεν θα έπρεπε η τέχνη να είναι εξ ορισμού έξω από αυτές τις ιδεολογικές συγκρούσεις; Θα έπρεπε. Αλλά η ιδεολογία κυριαρχεί. Για να μιλήσω με κλισέ, αν η ιδεολογική αφήγηση και εικόνα προσφέρει απαντήσεις και βεβαιότητες, η τέχνη οφείλει να προσπαθεί να αναρωτιέται και δη βασανιστικά. Ωστόσο παρότι θεωρητικά ο πολιτισμός μας αποδίδει στην τέχνη ένα υψηλό στάτους, ίσως κατά βάθος λέμε ψέμματα στον εαυτό μας, ίσως οποτεδήποτε ένα έργο τέχνης αγγίζει θέματα ιδεολογικά φορτισμένα, η ιδεολογία παίρνει το πάνω χέρι και αντιμετωπίζουμε το καλλιτεχνικό προϊόν ως πρόσχημα, ως καμουφλάζ ή πάντως ως δευτερεύουσας σημασίας μπροστά στο σημαντικό. Ψάχνουμε να βρούμε τι θέλει να πει ο ποιητής. Ίσως δηλαδή όποτε υπάρχει μια τέτοιου είδους εμπλοκή στο βάθος σκεφτόμαστε «έλα, άσε τώρα τις σαχλαμάρες, πες καθαρά τι εννοείς και που το πας, πες καθαρά αν είσαι με εκείνους ή με εμάς, πες καθαρά τι εξυπηρετεί αυτό που κάνεις». Ο πυρήνας της ελευθερίας σου ως καλλιτέχνη έχει αμφισβητηθεί ήδη.


Το σπεύδω να συμμορφωθώ


Από εκεί και πέρα οφείλουμε να διακρίνουμε ανάμεσα στις επιθέσεις απέναντι σε ένα έργο τέχνης και στην ευθύνη εκείνου που ανέβασε το έργο να μην το κατεβάσει, ειδικά όταν βρίσκεται ενώπιον επίθεσης. Και τόσο στην περίπτωση της «Ισορροπίας του Νας», όσο και στην περσινή περίπτωση του εικαστικού έργου «Stills» του Κρις Φερντόνκ, που κατέβηκε επειδή ένας διερχόμενος από την πλατεία Κλαυθμώνος παπάς θίχθηκε κι έκανε μήνυση, τα έργα κατέβηκαν από εκείνους που το είχαν ανεβάσει και οι οποίοι θα έπρεπε θεωρώ να είχαν αποφασίσει να υπερασπιστούν με περισότερη επιμονή και σθένος τα συγκεκριμένα έργα και την ελευθερία της τέχνης, ακριβώς γιατί αυτή διακυβεύθηκε εμπράκτως εκείνες τις στιγμές και γιατί οι πολέμιοί της πέτυχαν τελικά τον σκοπό τους.

Κυριακή, Ιανουαρίου 17, 2016

Το δικό μας ιερό

Όταν το Σαρλί έχει σκίτσα που προσβάλλουν τα ιερά και τα όσια του Ισλάμ (ή έστω μιας εκδοχής του), είναι όλα στο δυτικό μυαλό μας άσπρο - μαύρο.
Όταν το Σαρλί βάζει σε σκίτσο ένα από τα τελευταία εναπομείναντα ιερά και όσια της Δύσης (την εικόνα και το όνομα ενός πνιγμένου παιδιού), τότε στο δυτικό μυαλό μας αρχίζουν και μπαίνουν όλων των ειδών οι αποχρώσεις, ακόμη κι αν το σκίτσο αν κάτι κάνει για το συγκεκριμένο πνιγμένο παιδί (και όλα τα σαν αυτό πνιγμένα παιδιά) είναι τελικά να το υπερασπίζεται.
Ένα πνιγμένο παιδί είναι ο δικός μας Προφήτης: είναι ιερόσυλο να το απεικονίζουμε και να χρησιμοποιούμε την εικόνα του, παρά μόνο αν η χρήση της εικόνας είναι αδιαπραγμάτευτα μονοσήμαντη.
Δείξε μας ένα νεκρό παιδί, δωσ' του κι ένα όνομα, και αυτόματα παραδινόμαστε στην πιο απόλυτη συμπόνια, και αυτόματα βρισκόμαστε στην επικράτεια της απόλυτης τραγωδίας, του απόλυτου κακού.
Όλα αυτά ισχύουν όσο το βλέπουμε. Ιερή και όσια δεν είναι η ζωή των παιδιών προσφύγων. Κάθε άλλο. Για την ακρίβεια το δικό τους δικαίωμα υποχωρεί μπροστά στη φύλαξη των εξωτερικών συνόρων της Ένωσής μας, στο δεν χωράμε όλοι εδώ, σε υπέρτερα ιερά και όσια.
Ιερή και όσια είναι εν τέλει αν όχι η υποκρισία μας, πάντως η ελευθερία μας να τέμνουμε την πραγματικότητα σε χωριστά κουτάκια τα οποία απαγορεύεται να αναμινγύονται: το κουτάκι της ειλικρινούς συγκίνησης για το συγκεκριμένο νεκρό παιδί και το κουτάκι της γενικής πολιτικής θέσης μας για το προσφυγικό - μεταναστευτικό, τμήμα της οποίας είναι η αγανάκτησή μας για τους εφαψίες της Γερμανίας.
Με άλλα λόγια, διατηρώ το δικαίωμα και να σπαράζω για τον Αϊλάν και πολιτικά να επικροτώ όλα όσα μπορούν να γίνουν προκειμένου να μην έρθει ποτέ ο Αϊλάν κοντά μου, συμπεριλαμβανομένου και του αυξημένου κινδύνου να πνιγεί.
Κι ένα από αυτά που μπορεί να γίνει και αρχίζει να γίνεται είναι η ποινικοποίηση όσων σώζουν Αϊλάν. Ήρθε η Φρόντεξ να φυλάξει σύνορα. Τα κεφάλια πρέπει να μπουν μέσα. Ενίοτε και μέσα στο νερό. Μέχρι να μην μπορούν να πάρουν ανάσα. Το μήνυμα πρέπει να περάσει. Ότι το αμπέλι πρέπει να περιφραχθεί. Ότι να έρχεσαι στην Ελλάδα για να σώζεις παιδιά είναι κακούργημα. Σταμάτα να έρχεσαι. Μήπως και σταματήσουν και έρχονται κι αυτά. Αποτροπή λέγεται. Τι δεν καταλαβαίνεις; Μείνε στην πατρίδα σου και γίνε μέρος της συζήτησης για το αμφιλεγόμενο σκίτσο του Σαρλί. Αυτό είναι η μεγάλη κατάκτηση του πολιτισμού μας: η ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων.  Μείνε στην πατρίδα σου και ψήφισε να δοθεί το νόμπελ ειρήνης στους νησιώτες μας. Μην έρθεις κατά δω να βοηθήσεις. Υπάρχουν για αυτό άνθρωποι με στολή. Μείνε στα αυγά σου. Και δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Παρά μόνο τα προσφυγικά και μεταναστατευτικά κύματα. Τα οποία αν δεν αναχαιτιστούν τελείωσε και η ήπειρος σου και ο πολιτισμός της και τα ιερά της και τα όσια.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 18, 2015

Xέρι - Χέρι


Πάρα πολλές φορές στη διάρκεια της ταινίας κάποιος θα αρπάξει τον Σαούλ από τον γιακά και θα τον σπρώξει προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τον θεατή: είναι σαν ο σκηνοθέτης Λάζλο Νέμες να πιάνει από την πρώτη στιγμή κι εμάς από τον γιακά, να μας τσουβαλιάζει μαζί με το υπόλοιπο πλήθος στα εφιαλτικού ρεαλισμού αλλά και τόσο άρτια οργανωμένα μονόπλανά του, να χάνουμε κι εμείς εντελώς τον προσανατολισμό μας, να πηγαίνουμε κι εμείς δίπλα σε μελλοθάνατους κρατούμενους και εργάτες κρατούμενους μια εδώ και μια εκεί, ακολουθώντας τον ήρωα του έργου στην απέλπιδα προσπάθειά του να πιαστεί από ένα κλαράκι νοήματος, σε έναν τόπο – μη τόπο, σε έναν τόπο που άνθρωποι εξολοθρεύουν μαζικά, συστηματικά και συστηματοποιημένα άλλους ανθρώπους, έχοντας πειστεί ότι δεν είναι άνθρωποι. Η κάμερα του Νέμες δεν τολμά να δείξει ουρανό, δεν υπάρχει ουρανός πάνω από το Άουσβιτς (παρά μόνο αν είναι να πνιγείς), δεν υπάρχει ορίζοντας, δεν υπάρχει βλέμμα που να μπορεί να κοιτάξει προς τα πάνω, δεν υπάρχει ψηλά, δεν υπάρχει βλέμμα που να μπορεί να κοιτάξει πέρα, υπάρχει μόνο ένα ασταμάτητο πήγαινε - έλα, η δουλειά που πρέπει να βγει, η ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη αποτελεσματικότητας και παραγωγικότητας, η όσο το δυνατόν πιο γρήγορη και ήσυχη και τακτοποιημένη και αναίμακτη εξολόθρευση εκατομμυρίων ανθρώπων, σε αυτό το εργοστάσιο μεταποίησης σωμάτων ζώντων ανθρώπων σε στάχτη που θα σκορπιστεί. Έρχεσαι, εξολοθρεύεσαι, καίγεσαι, εξαφανίζονται τα ίχνη σου, να περάσουν οι επόμενοι, γρήγορα, δεν υπάρχει χρόνος, πάμε, το φαγητό είναι κίνηση μας έλεγαν στο στρατό, κι η γενοκτονία κίνηση είναι, δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, δεν υπάρχει βλέμμα για σήκωμα, πρέπει να πιάσουμε τους στόχους που μπήκαν από τα κεντρικά, πρέπει τα γρανάζια της παραγωγικής μηχανής να δουλέψουν όσο πιο άρτια γίνεται, όλα έχουν προβλεφθεί, όλα είναι τυποποιημένα, στην γραμμή παραγωγής κάθε κρίκος της αλυσίδας πρέπει να κάνει τη δουλειά του όσο αποξενωμένος κι αν είναι από το τελικό αποτέλεσμα, όσο κι αν εν προκειμένω το τελικό αποτέλεσμα είναι η «τελική λύση». 
Κι αν σε καιρό ειρήνης και σε εργοστάσια που δεν παράγουν γενοκτονία αλλά καταναλωτικά προϊόντα τη γραμμή παραγωγής τη στελεχώνουν μέλη της εργατικής τάξης, εδώ ομολογουμένως η δουλειά παραείναι βρώμικη, αλλά στη ζωή αυτή ακόμη και την παραβρώμικη δουλειά κάποιος πρέπει να την κάνει. Άλλο να ανεβοκατεβάζει ο ναζί διακόπτες που θα εξοντώνουν στους θαλάμους αερίων ή που θα καίνε τα σώματα στα κρεματόρια κι άλλο να κάνει τα υπόλοιπα. Κάποιος πρέπει να βοηθήσει για να πάνε ανυποψίαστοι οι άνθρωποι να εξοντωθούν, κάποιος πρέπει να σύρει μετά τα πτώματά τους προς τα κρεματόρια, κάποιος πρέπει να αδειάσει τα ρούχα τους από τιμαλφή ή να βγάλει τα χρυσά δόντια από τους νεκρούς, κάποιος πρέπει να καθαρίζει τα πατώματα μετά από την εξολόθρευση κάθε παρτίδας, κάποιος πρέπει να πετάξει τις στάχτες τους στο ποτάμι. Γιατί λοιπόν να μην τα κάνουν κρατούμενοι αυτά; Και γιατί να τα κάνουν όμως, θα πει κανείς. Εδώ, μην εξετάζοντας καθόλου τα όποια τυχόν συγκριτικά προνόμια είχαν, μην εξετάζοντας καθόλου το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς επεβίωσαν, δεχόμενοι μόνο πως και αυτοί εξολοθρεύονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς: Τι είδους δουλειά είναι αυτή που έκανε ο Σαούλ, τι είδους δουλειά ήταν αυτή του «Ζόντερκομάντο»; Κάποιος πρέπει να τα κάνει όλα αυτά, γιατί; Για να επιβιώσει; Και γιατί να επιβιώσει άραγε; Επικρατεί το ένστικτο της επιβίωσης κάθε άλλου ενστίκτου και αξίας; Είναι οκ να επιβιώνεις έχοντας κάνει όλα αυτά, όσο αναγκαστικά κι αν τα έκανες; Μήπως από την άλλη εξαναγκάζοντάς τους οι ναζί να τα κάνουν, τους καθιστούσαν τα θύματα των θυμάτων; Μπορεί άραγε κανείς να κρίνει; Μπορεί να διανοηθεί πώς ήταν η κατάσταση; Μπορεί να κατακρίνει; Ακόμη κι αν δεν μπορεί όμως (και ο πειρασμός να το κάνει είναι όντως πολύ μεγάλος) μπορεί να απορήσει: Πώς είναι δυνατόν να συνεργείς; Ελπίζοντας ότι θα εξεγερθείς και θα αποδράσεις; Ελπίζοντας ότι θα μπορέσεις να μαρτυρήσεις αύριο στον υπόλοιπο κόσμο τι έγινε; Υπάρχει μια ανώτερη αλήθεια που σε κάνει να πεις, οκ, τι άλλο να έκανες; Μήπως η απάντηση είναι, ας έκανες οτιδήποτε άλλο από αυτό; Μπορούν να διερευνηθούν ηθικά κίνητρα σε τέτοιες καταστάσεις; Μπορεί να υπάρξει ηθική στο Άουσβιτς; 
Ασφαλώς σπουδαία ταινία η «Λίστα του Σίντλερ», δεν έπαυε πάντως να προξενεί ένα γλυκόπικρο χαμόγελο το γεγονός πως ο Σπίλμπεργκ κατάφερνε ακόμη και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης να μας δείχνει ανθρώπους που τους λένε ότι θα μπουν να κάνουν ντουζ και ενώ περιμένουμε να αρχίσει να πέφτει το αέριο όντως να κάνουν ντουζ. Δεν το κατακρίνω απαραίτητα, είναι μια άλλου τύπου καλλιτεχνική προσέγγιση της ανείπωτης φρίκης. Στο «Γιο του Σαούλ» πάλι, η ταινία έχει μόλις ξεκινήσει, μας έχει αρπάξει από τα μούτρα, και βλέποντας τα πλήθη των Εβραίων που γδύνονται, με διαρκείς προτροπές να μπουν γρήγορα να κάνουν ντουζ για να απολυμανθούν από το ταξίδι, ώστε μετά να επιλεγούν ανάλογα με τις ειδικότητές τους για το τι δουλειά θα κάνουν στο στρατόπεδο, οριακά και για λίγα δευτερόλεπτα πιστεύουμε ότι ντουζ θα κάνουν.
Ο Σαούλ αναγνωρίζει ένα παιδί (ένα παιδί που άντεξε περισσότερο από τους άλλους στον θάλαμο αερίων, ένα παιδί που ανέπνεε ακόμα κι όταν οι πόρτες του θαλάμου άνοιξαν) ως γιο του. Είναι ή δεν είναι ο γιος του; Περισσότερη σημασία έχει πως έτσι ξεχωρίζεις από τα «κομμάτια», από τις απρόσωπες μάζες που εξολοθρεύονται νυχθημερόν, έναν άνθρωπο, του ξαναδίνεις ανθρώπινη υπόσταση, προσπαθείς απεγνωσμένα να πιαστείς από αυτόν τον έναν. Δεν γίνεται αλλιώς. Μόνο ένας μπορεί να υπάρξει, τους πολλούς δεν τους χωράει ο νους. Και πιάνεσαι από αυτόν, όχι όμως για να τον σώσεις, όχι για να σωθείς. Αυτό θα ήταν ελπίδα και κουράγιο και δεν το βάζω κάτω. Να πιαστείς από έναν που το πιθανότερο είναι να μην είναι καν γιος σου και να προσπαθήσεις να βρεις ραββίνο για να τον ψάλλει πριν τον θάψεις. Μα δεν χρειάζεται ραββίνος. Μα δεν έχει σημασία. Να πιαστείς από κάτι στο μυαλό σου. Να βρεις μέσα σε όλη αυτή την κατάλυση οτιδήποτε γνωρίζαμε ως ανθρώπινο πως κάποιος είναι άνθρωπος. Ο Σαούλ καταπιάνεται από το τίποτα. Το νόημα, η ελπίδα, το κουράγιο, οτιδήποτε το καλό έχουν ήδη χαθεί. Μόνο το τίποτα υπάρχει πια. Αν ήταν σίγουρα γιος του, η πράξη του θα ήταν μέχρι και αισχρή. Θα είχε ξεχωρίσει το δικό του αίμα ως το μόνο σημαντικό, η πράξη του αντί για συγκινητική θα ερχόταν ίσως να προσθέσει το αμφίβολο ηθικό της πρόσημο στο αμφίβολο ηθικό πρόσημο του δικού του ρόλου. Αν πάλι ήταν εντελώς σίγουρο ότι δεν είναι γιος του, η πράξη του θα ήταν πράξη ενός ανθρώπου που έχασε τα λογικά του, η κατάσταση θα ήταν πιο μονοδιάστατη: η φρίκη που οδηγεί στην τρέλα. Όχι, βρισκόμαστε στο ανάμεσα: το να αναγνωρίζει ο Σαούλ ένα από τα παιδιά ως δικό του και να προσπαθεί να πιαστεί από εκεί, είναι στο πέραν του καλού και του κακού, στο πέραν της λογικής και της τρέλας, είναι απευθείας στο επίπεδο της ποιητικής μεταφοράς: δεν μπορώ να κάνω τίποτα για τις μάζες των ανθρώπων, δεν τις χωράει ο νους μου, ο νους μου στάματησε, ό,τι γίνεται εδώ δεν με αφορά, με αφορά αυτό το ένα και μόνο νεκρό παιδί: ο γιος μου.  
Τον Σαούλ δεν υποδύεται ένας ηθοποιός, αλλά ένας ποιητής, ο Γκέζα Ρέρινγκ. Μολονότι η ταινία ανήκει στο δημιουργό της Λάζλο Νέμες, μολονότι και κάποιος άλλος να έπαιζε τον Σαούλ πάλι συγκλονιστική θα ήταν, ο Ρέρινγκ έχει μια ένταση στο πρόσωπο του και μια διαπεραστική οξύτητα στο βλέμμα του που σε πείθει ότι αυτός ο άνθρωπος έχει δει κάτι που άλλοι δεν θα μπορούσαν: αν μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα να γράψεις ποίηση, μπορείς ίσως να βάλεις έναν ποιητή να κοιτάξει κατάματα το πέραν της βαρβαρότητας.
Στο «Γιο του Σαουλ» ο Λάζλο Νέμες αντί να προσπαθήσει να αναπαραστήσει τη φρίκη, σου δίνει την αίσθηση ότι έχει όντως πάει με την κάμερά του επί τόπου και πως δεν τολμά να μας δείξει τι γίνεται. Καταλαβαίνεις όμως πάρα πολύ καλά τι γίνεται. Το ακούς σε όλους αυτούς τους φρικτούς ήχους. Το νιώθεις. Σε διαπερνά. Η ταινία του είναι αριστούργημα επειδή παντρεύει το περιεχομένο με την μορφή. Ξέρουμε τι έχει συμβεί στο Άουσβιτς. Θα φρικάραμε και με συμβατική σκηνοθετική αντιμετώπιση. Αλλά θα ήταν μια φρίκη κάπως ανακλαστική. Σαν τη φρίκη που βιώνεις στις ειδήσεις όταν ακούς άσχημα νέα. Με πιο συμβατική σκηνοθεσία, με μεγάλα πλάνα, η ταινία λόγω περιεχομένου θα ήταν και πάλι σημαντική. Συγκλονιστική όμως γίνεται λόγω του συνδυασμού του θέματος με τον τρόπο κινηματογράφισης. Ο αληθινός δημιουργός οφείλει να προτείνει ματιές. Και η ματιά του Νέμες είναι ριζικά επιδραστική.
Έτυχε να δω την ταινία την Παρασκευή το βράδυ. Την ώρα που αυτά συνέβαιναν στην οθόνη, στο Παρίσι οι δολοφόνοι είχαν βάλει μπρος. Tην ώρα που τελείωνε η κτηνωδία στην οθόνη ξεκινούσε η κτηνωδία στην πραγματικότητα. Χέρι - χέρι βαδίζει η ανθρωπότητα με τη φρίκη και την κτηνωδία καθ' όλη τη διάρκεια της Ιστορίας. Χέρι - χέρι βαδίζει και με την τέχνη. «Ο Γιος του Σαούλ» μιλά και για την εμπειρία των στρατοπέδων συγκέντρωσης και για την τρέλα των στρατοπέδων συγκέντρωσης με τρόπο που δεν έχει μιλήσει κανείς άλλος στο σινεμά ως τώρα. Και αποτελεί μια ταινία – βίωμα. 
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture

Σάββατο, Νοεμβρίου 14, 2015

Είμαστε όλοι Σχολιαστές

Oύτε Γάλλοι είμαστε όλοι, ούτε αντιιμπεριαλιστές είμαστε όλοι, 
ούτε έτσι είμαστε όλοι, ούτε αλλιώς είμαστε όλοι.
Διαφέρουμε τόσο μεταξύ μας εμείς οι δυτικοί
κι αυτό είναι η ομορφιά μας
κι αυτό το χαϊλίκι μας
κι αυτό η υπεροχή μας
έναντι των αλλότριων πολιτισμών.
Ένα μόνο κοινό στοιχείο έχουμε,
καθώς προσεγγίζουμε τη χθεσινή βραδιά
-αλλά και σχεδόν κάθε άλλη βραδιά και μέρα-
από αριστερή ή δεξιά σκοπιά:
είμαστε όλοι σχολιαστές.
Αν δεν πλήξει κάποιο γεγονός εντελώς άμεσα
εμάς τους ίδιους ή κάποιον πολύ δικό μας άνθρωπο,
αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο 
όχι ως πραγματικότητα της οποίας είμαστε μέρος,
αλλά ως θέμα απέναντι στο οποίο καλούμαστε να τοποθετηθούμε.
Ο δυτικός άνθρωπος είναι σχολιαστής.
Με το πνεύμα και το ήθος του σχολιαστή 
ζει τη ζωή που του προσφέρεται,
σε έναν κόσμο που του έχει προσφερθεί,
βλέποντας και τα δύο σε διαρκή αλλαγή,
με τις προσφορές να αποσύρονται από τα ράφια,
 σχολιάζοντας ότι αλλιώς τα είχε μάθει,
νόμιζε πως όλα έβαιναν σε γενικές γραμμές καλώς
και πως ο δεξιός ή αριστερός σχολιασμός του
θα μπορούσε πάντα να γίνεται με κίνηση των πιονιών
σε μια αφηρημένη ιδεολογικοπολιτική σκακιέρα
 ματωμένη μόνο με τα πτώματα των άλλων.

Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2015

Μετατρυφερότητα

Δεν ήρθαμε σε αυτή τη ζωή για να μείνουμε μόνοι. Οφείλουμε να ζευγαρώνουμε. Πρώτα και κύρια για το δικό μας το καλό. Για να έχουμε, ας πούμε, κάποιον να μας σώσει αν τρώγοντας στραβοκαταπιούμε και κινδυνέψουμε να πνιγούμε. Για να έχουμε, ας πούμε, κάποιον να τρίβει την ευπαθή μέση μας, εκεί που δεν φτάνουν τα δικά μας χέρια. Αν λοιπόν η κοινωνία το βάζει ως όρο, αν λοιπόν η κοινωνία σου δίνει ένα περιθώριο να μην είσαι μόνος, το κάνει κατεξοχήν για σένα. Υπάρχει μια βαθιά χρηστικότητα στην συμπόρευση με έναν άλλο άνθρωπο στο πλάι σου. Αν τώρα εσύ δεν τα καταφέρεις να βρεις κάποιον να είστε μαζί, δικαίωμά σου μεν, με το ζόρι κανείς δεν θα σε ζευγαρώσει, αλλά από ένα σημείο και ύστερα ελπίζουμε να μην έχεις την απαίτηση να θεωρούμε ότι ανήκεις στο ίδιο είδος με εμάς. Όχι, δεν είμαστε πια το ίδιο. Ήθελες απομόνωση, απομονώσου ζώον. Έκανες τις επιλογές σου, θα υποστείς τις συνέπειες. Εμείς ως κοινωνία έτσι είμαστε δομημένοι. Κι επίσης εμείς ως κοινωνία προσπαθήσαμε να σε βοηθήσουμε. Γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος που ζει μόνος, που δεν προσπάθησαν οι φίλοι του ή οι συγγενείς του να του βρουν ταίρι, που δεν κανόνισαν έτσι ή αλλιώς να βγει με τον ένα ή τον άλλο για να δουν αν ταιριάζουν.
Έτσι, και στον κόσμο του «Αστακού» όταν κάποιος έχει μείνει μόνος, στο ξενοδοχείο που τον πάνε έχει ένα ορισμένο διάστημα για να βρει ταίρι. Ειδάλλως θα μεταμορφωθεί σε ζώο. Ευτυχώς η επιλογή του ζώου στο οποίο θα μεταμορφωθεί ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον. Και αν ισχύει για κάθε ταινία πως όσο λιγότερα ξέρεις για αυτήν τόσο πιο ανοιχτός σε συγκινήσεις και ξαφνιάσματα είσαι, ειδικά για έργα σαν τον «Αστακό» θα ήταν τόσο πολύ καλύτερα να μην ξέρεις το βασικό τους εύρημα, θα ήταν τόσο πολύ καλύτερα να το ανακαλύπτεις στα πρώτα λεπτά της ταινίας και να μην έχεις πάει προετοιμασμένος από πριν. Έτσι, όταν στα πρώτα της λεπτά ο Κόλιν Φάρελ βρίσκεται στην υποδοχή του ξενοδοχείου και δίνει τα απαραίτητα για το τσεκ ιν στοιχεία κι έχει μαζί του ένα πολύ όμορφο σκυλί κι η υπάλληλος τον ρωτάει για το σκυλί κι εκείνος της λέει «Είναι ο αδελφός μου, ίσως τον θυμάστε, είχε έρθει εδώ πριν λίγα χρόνια αλλά δεν τα κατάφερε», προσπαθώ να φανταστώ πως θα ήταν να βλέπεις τη σκηνή μην ξέροντας τίποτα για την ταινία, προσπαθώ να φανταστώ την ευφορία που στερήθηκα γνωρίζοντας το βασικό εύρημα του έργου κι έχοντας ήδη δει σκηνή στο τρέιλερ. Διόλου απίθανο να μνημονεύω τη σκηνή εδώ με υποσυνείδητη εκδικητικότητα για να μη νιώσει κανείς την ευφορία που στερήθηκα. Αλλά τι ωραίο να ξεκινάς μια ταινία βλέποντας γαϊδούρια και σκύλους και να μην ξέρεις τίποτα για αυτή και να νομίζεις ότι αυτό που βλέπεις επιδέχεται μίας και μόνης ανάγνωσης, ότι πρόκειται αυτονόητα για -τι άλλο-, για γαϊδούρια και σκύλους. Εύγε.
Αν όμως αυτή είναι η νόρμα, αν αυτή είναι η νομιμότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζει και η παρανομία. Δε νοείται νόμος χωρίς παρανομία, πρόκειται για δίπολο. Εκτός λοιπόν από το νόμο των πολλών και τον τρόπο των πολλών, υπάρχει και ο τρόπος των λιγότερων. Κι αν ο τρόπος τους είναι εκτός των θεσμικών πρέπει, αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν έχουν τα δικά τους εξίσου άκαμπτα πρέπει, το δικό τους σύστημα, τις δικές τους ποινές. Στον «Αστακό» οι εκ πεποιθήσεως εργένηδες, οι μοναχικοί, ζουν στο δάσος κυνηγημένοι αλλά με τους δικούς τους εξίσου άγριους νόμους. Δυο κατηγορίες, δυο κοινωνικά σύνολα, δύο μορφές κοινωνικών πιέσεων. Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι με τους άλλους.
Ο «Αστακός» δεν είναι μόνο η μακράν πιο ρομαντική ταινία του Λάνθιμου, η σύγκριση με τις υπόλοιπες ταινίες του ως προς το θέμα αυτό θα ήταν ούτως ή άλλως σαν να κλέβεις εκκλησία. Όχι, ο «Αστακός» είναι βαθύτατα ρομαντική ταινία σε σύγκριση και με τις ταινίες των άλλων. Eίχαμε αναφερθεί παλιότερα με αφορμή δυο άλλα φιλμ στο πόσο πρόκληση είναι να μιλήσεις σήμερα για τον έρωτα με τρόπο διαφορετικό, χωρίς να αναπαριστάς κώδικες χιλιοειδωμένους. Οι καθαυτές ρομαντικές σκηνές στον «Αστακό» είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Και κινηματογραφούνται με τυπικό λανθιμικό τρόπο, αντιδραματικά, αποστασιοποιημένα, σχεδόν ειρωνικά. Ένα απόλυτα ερωτευμένο ζευγάρι, ενώ θα έπρεπε να κρατηθεί δεν κρατιέται, κι αρχίζει να φιλιέται με πάθος, μπροστά σε άλλους. Προσποιείται ότι προσποιείται, προσποιείται ότι αναπαριστά το ερωτευμένο ζευγάρι ενώ είναι ερωτευμένο ζευγάρι, προσποιείται ότι αντιγράφει τον εξωτερικό κώδικα μιας συμπεριφοράς που κανονικά αντανακλά εντονότατα εσωτερικά συναισθήματα, ενώ δεν αντιγράφει μόνο τον εξωτερικό κώδικα, φιλιέται στα αλήθεια.
Αυτή η διάσταση προσομοίωσης και αληθινής πράξης κι αυτή η διερώτηση για τα μεταξύ τους όρια είναι συχνή στο έργο του Λάνθιμου. Στην «Κινέττα» ένας άντρας τραβολογάει μια γυναίκα αναπαριστώντας ένα έγκλημα, όντας ταυτόχρονα ο δράστης και ο αφηγητής. Την ώρα που την τραβολογάει δηλαδή διηγείται φωναχτά τι συμβαίνει, ενώ ένας τρίτος άνθρωπος τους κινηματογραφεί. Σαν μια ακόμη κινηματογραφική σκηνή κυνηγητού και βίας, όπου όμως δεν αποτελεί βία, είναι παράδοξη και σχεδόν κωμική, αποδομείται πλήρως η βία από το ότι όλα γίνονται στο σλοου μόσιον και από την ταυτόχρονη αφήγηση του δράστη. Στις «Άλπεις» πάλι, μια μικρή ομάδα ειδικεύεται στο να βοηθά ανθρώπους που έχουν χάσει συγγενείς, συντρόφους ή φίλους να ξεπεράσουν πιο εύκολα την απώλεια, καθώς τα μέλη της υποδύονται τους ανθρώπους που έχουν οριστικά χαθεί. Κανονίζουν ραντεβού στα οποία φορούν τα ρούχα που εκείνοι φορούσαν, επαναλαμβάνουν λόγια που εκείνοι έλεγαν, φέρονται όπως εκείνοι φέρονταν. Αν στις προηγούμενες ταινίες αυτές οι παράταιρες προσομοιώσεις λειτουργούσαν με τρόπο υπονομευτικό της συγκίνησης, στον «Αστακό» όταν ο Φάρελ φιλιέται με την Βάις, το όλο σκηνικό παραμένει εντελώς παράταιρο, ψυχρό και υπονομευτικό, αλλά η συγκίνηση έρχεται να εκμεταλλευθεί αυτή την παραδοξότητα και να ανθίσει μέσα της και εξαιτίας της. Τους επιτρέπεται να μιμηθούν ένα φιλί και θα φιληθούν στα αλήθεια και θα χάσουν τον έλεγχο και οι κιθάρες δίπλα θα παίζουν κάτι άσχετο και η εικόνα μάταια θα προσπαθεί να αποδομήσει όσα γίνονται, αφού δεν γίνεται πια να αποδομηθεί, αυτοί οι δύο άνθρωποι φιλιούνται στα αλήθεια. Οι κοπέλες στο ξεκίνημα του «Attenberg» φιλιούνταν αντιγράφοντας τις κινήσεις που κάνει το ανθρώπινο στόμα όταν φιλά. Εδώ έχουμε ένα φιλί που είναι φιλί, ένα φιλί που χρησιμοποιεί την προσομοίωση ως πρόσχημα.
Αν μπορείς να καταλογίσεις κάτι στον «Αστακό» είναι μόνο ότι δεν είναι «Κυνόδοντας». Ο «Κυνόδοντας» είναι υποδειγματική ταινία, ταινία όπου όλα λειτουργούν, ταινία χωρίς απολύτως καμία τρύπα, χωρίς απολύτως καμία ανορθογραφία, χωρίς απολύτως κανένα ψεγάδι. Ωστόσο ενώ με την επόμενη του «Κυνόδοντα» ταινία, τις «Άλπεις», είχε επιβεβαιωθεί μεν η δυνατότητα για εξαιρετικές αρχικές ιδέες αλλά και διαφανεί ταυτόχρονα ο κίνδυνος οι εξαιρετικές αρχικές ιδές να χάσουν τελείως το δρόμο τους στην πορεία και να χαθούν, ευτυχώς ο «Αστακός» μπορεί να έχει λίγα τρωτά σημεία, αλλά συνολικά μιλώντας καθόλου δεν χάνει το δρόμο του και εξελίσσει την αρχική του ιδέα ως το τέλος της. Κι επειδή μιλάμε και ξαναμιλάμε για τον Λάνθιμο και στο σινεμά μιλάμε και ξαναμιλάμε για τους σκηνοθέτες, ωσάν το τι καλούνται να σκηνοθετήσουν να είναι μη σημαντικό, είναι ευτύχημα ότι γενικά έχουμε αρχίσει να μιλάμε και για την καθοριστική συμβολή του Ευθύμη Φιλίππου στο σενάριο. Όσο πειραματική κι αν ήταν η «Κινέττα» κι όσο αδόκιμη ενδεχομένως είναι η σύγκρισή της με τις τρεις επόμενες ταινίες του Λάνθιμου, είναι καταφανής η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε μια ταινία που μόνο αισθητικά έχει ενδιαφέρον και στις τρεις κατοπινές ταινίες, όπου ο Λάνθιμος από κοινού πλέον με τον Φιλίππου χτίζουν τον δικό τους αναγνωρίσιμο και ξεχωριστό κόσμο, έναν κόσμο όπου μιλάει εντελώς για εμάς τους ίδιους, έναν κόσμο όπου βασικές συνθήκες της ζωής μας φωτίζονται υπό ένα φως αλλόκοτο, έναν κόσμο που μας ξενίζει αρχικά, μόνο και μόνο για να σκεφτούμε πόσο εντελώς μας αφορούν αυτά που λέει.
Για του λόγου το αληθές, όταν πήγα να δω την ταινία, στην ουρά για το εισιτήριο είναι μπροστά μου ένας άνδρας γύρω στα 45 - 50. Με ρωτάει αν έχω έρθει μόνος. Του απαντάω ναι. Με ρωτάει αν γίνεται να πούμε ότι είμαστε μαζί, γιατί το σινεμά τα δύο εισιτήρια μαζί τα δίνει φτηνότερα από τα δύο μεμονωμένα. Ζητάω όντως δύο εισιτήρια, τα παίρνουμε φτηνότερα, η σύντομη σχέση μας τερματίζεται εκεί, κανείς δεν θα μας μεταμόρφωνε σε ζώα που πήγαμε μόνοι μας, αλλά ένα κίνητρο για να μην είμαστε μόνοι μας (ή αντίστροφα μια ποινικοποίηση της μοναχικότητας) υπήρχε ήδη στο ταμείο πριν ξεκινήσει η ταινία.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)