Κυριακή, Δεκέμβριος 20, 2009

Xρεωκοπία 105 Χ 68

Στον ίδιο ακριβώς χώρο που ένα καλοκαιρινό βράδυ του 2004 με την Τελετή Έναρξης μεταδίδονταν σε όλο τον κόσμο εικόνες σπάνιας ομορφιάς, υπάρχει από τα καλοκαιρινά έως τα χειμωνιάτικα βράδια του 2009 μια διαρκώς επιδεινούμενη εικόνα λίβα που καίει τα σπαρτά, μια εικόνα εγκατάλειψης, παρακμής, ακαταλληλότητας. Ίσως η εικόνα που μπορεί να καθρεφτίσει πιο εύγλωττα απ΄όλες την μεταολυμπιακή Ελλάδα είναι η σημερινή του χορταριού του ΟΑΚΑ.
Όταν εκατομμύρια άνθρωποι στην Ελλάδα ενδιαφέρονται για το ποδόσφαιρο, όταν κινείται γύρω από αυτό τόσο χρήμα, όταν ένα σωρό άνθρωποι ασχολούνται επάγγελματικά με αυτό, σε μια σειρά παράπλευρα επαγγέλματα που υποτίθεται πως τελικά υπηρετούν αυτό που διαδραματίζεται στον αγωνιστικό χώρο, θα υπέθετε κανείς πως το πρώτο που θα έπρεπε να διασφαλίζεται είναι η καλή κατάσταση αυτών των 105 μέτρων μήκος και 68 πλάτος. Κι αν όχι και στο τελευταίο γήπεδο της Γ΄ Εθνικής, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο γήπεδο της χώρας. Τι γίνεται λοιπόν; Δεν είμαστε ικανοί ως κοινωνία να εγγυηθούμε ούτε την αξιοπρεπή ύπαρξη αυτών των λίγων μέτρων χλοοτάπητα;
Μια εξήγηση είναι ότι το χορτάρι αφορά το παιχνίδι και το παιχνίδι δεν αφορά κανένα στην Ελλάδα. Η νίκη είναι που αφορά. Κι αμέσως μετά η παραφιλολογία και η πάρλα. Μα το χορτάρι αφορά και τη σωματική ακεραιότητα των ποδοσφαιριστών κι άρα και οικονομικά συμφέροντα των ΠΑΕ; Εντάξει, αν χτυπήσει κανείς βλέπουμε τι κάνουμε. Μα αφορά και το θέαμα; Μα το θέαμα είναι κάτι τόσο συγκεχυμένο στο μυαλό μας. Η επίκληση του θεάματος είναι ένα ακόμη επικοινωνιακό όπλο, του στυλ: ναι, μπορεί να κερδίζει η τάδε ομάδα, αλλά δεν προσφέρει θέαμα. Σίγουρα το χορτάρι αφορά ελάχιστα τον οπαδό. Δεν ξεφτιλίζεται από αυτό η ομάδα του, άρα δεν ξεφτιλίζεται εκείνος. Εκείνος ξεφτιλίζεται μόνο αν χάνει, μόνο ως οπαδός. Ποτέ ως φίλαθλος, ποτέ ως πολίτης. Τέτοιες ευθιξίες δεν έχει. Το χόρτο είναι ουδέτερο και δεν μας νοιάζει. Τι καφρίλα να γεννήσει, τι φανατισμό, τι πικάρισμα;
Μια δεύτερη εξήγηση μάς τη δίνει ένα πρόσφατο παράδειγμα. Πριν ένα μήνα στο Λεβαδειακός - Παναθηναϊκός διάφοροι τύποι σηκώνονταν διαρκώς μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες και τα κεφάλια τους έκρυβαν το γήπεδο. Το φαινόμενο προξένησε πολλά περισσότερα αγανακτισμένα σχόλια απ' ό,τι το θέμα του χόρτου του ΟΑΚΑ. Ο χώρος μπροστά στις κάμερες είναι πιο σημαντικός απ' το γρασίδι, ο χώρος που αφορά τον τηλεθεατή είναι πιο σημαντικός από τον χώρο που αφορά τον ποδοσφαιριστή. Εκεί θορυβηθήκαμε και το νιώσαμε: οι τύποι αυτοί εμπόδιζαν το παιχνίδι να διεξαχθεί. Κατέλαβαν τον κρίσιμο χώρο, τον χώρο μπροστά στις κάμερες. Αυτός πρέπει πάση θυσία να διαφυλαχθεί. Ο χώρος μέσα στο γήπεδο είναι δευτερεύουσας σημασίας.
Η χώρα φλερτάρει, λέει, με την οικονομική χρεωκοπία, ενώ καιρό τώρα φλερτάρει και με την ηθική. Τι είδους χρεωκοπία είναι λοιπόν αυτή που αντανακλάται στο χορτάρι του ΟΑΚΑ; Συντονισμού; Πρόβλεψης; Έγκαιρης εκτέλεσης; Επαγγελματισμού; Σοβαρότητας; Λες και συγκροτηθήκαμε σε κράτος χθες. Λες και είμαστε στην Άγρια Δύση, στο «Deadwood» ας πούμε, και φτιάχνουμε τώρα την κοινότητά μας. Να ψάξουμε και κανένα γεωπόνο. Δεν μπορούμε να χειριστούμε κάτι τόσο απλό. Γραφειοκρατία. Δημοσιοϋπαλληλίκι. Ευθυνοφοβία. Κοντοφθαλμία. Αδιαφορία. Ό,τι να ναι. Πρέπει όλα να φτάνουν στο αμήν. Και καμιά φορά να επαναληφθεί η προσευχή πολλές φορές. Ε, οι προσευχές εισακούστηκαν. Μέσα στις γιορτές αλλάζει ο χλοοτάπητας. Όλα καλά.
Παιδιά της ίδιας κοινωνίας είμαστε όλοι. Του βλέποντας και κάνοντας. Δηλαδή πέραν της συγκεκριμένης εξήγησης (η διοίκηση και οι υπηρεσίες του ΟΑΚΑ δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους, η ΑΕΚ δεν υπάρχει διοικητικά, ο Παναθηναϊκός ενδιαφέρθηκε όταν ήταν ήδη αργά), υπάρχει και η γενικότερη. Εκείνη που σε κάνει να σκεφτείς ότι σε άλλες κοινωνίες πολύ -πάρα πολύ- δύσκολα θα έβλεπες κάτι αντίστοιχο. Κάποιοι θα είχαν μεριμνήσει εγκαίρως. Γιατί θα ήξεραν ότι αυτός είναι ο ρόλος τους. Να φροντίζουν ώστε τα πράγματα να γίνονται στην ώρα τους. Να μπορούν να μοιράσουν δυο γαϊδάρων άχυρα. Να αισθανθούν την ύπαρξη του προβλήματος ως προσωπική τους ήττα. Να ξέρουν ότι θα λογοδοτήσουν αν κάτι δεν πάει καλά. Ότι θα τους αποδοθούν οι ευθύνες. Ότι θα έχουν αληθινό κόστος. Εμείς βάζουμε την μηχανή στον αυτόματο και θα πιάσουμε το τιμόνι αν χρειαστεί. «Πλοίαρχε, κάτι βλέπω στο ραντάρ». «Οι Πόρτες είναι, ρε, οι Πόρτες. Μην ανησυχείς».
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)

Σάββατο, Δεκέμβριος 19, 2009

Ο οικείος χρόνος

Ακόμη, λέει, και με την καλύτερη εκδοχή της Συνόδου της Κοπεγχάγης, το 2050 η θερμοκρασία θα έχει ανέβει κατά 3 βαθμούς Κελσίου (γεγονός που θα έχει ως συνέπεια απτά καταστροφικά αποτελέσματα, μπλα μπλα μπλα - μπλα μπλα μπλα). Και δεν ξέρω πώς αυτό που θα πω δεν θα ακουστεί σαν το απόλυτο κλισέ, αλλά μέχρι τώρα όποτε άκουγα τέτοιου είδους προβλέψεις μου φαίνονταν ότι αφορούσαν ένα μέλλον έξω από τον δικό μου ορίζοντα. Το 2050 στο μυαλό μου έχει να κάνει με έργα επιστημονικής φαντασίας, το μυαλό μου απωθεί τη σκέψη του 2050, ακριβώς επειδή τότε θα είμαι ή εντελώς νεκρός ή εντελώς γέρος και δεν συμφέρει το ανθρώπινο μυαλό να κάνει τέτοιες σκέψεις. Ακούγοντας λοιπόν σήμερα τι θα γίνει το 2050, πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι αυτός ο τόσο ξένος για μένα χρόνος, θα είναι αν όλα πάνε καλά ένας τόσο οικείος χρόνος για τον γιο μου. Το 2040 και το 2050 θα είναι για αυτόν κάτι σαν τα δικά μου 2000 και 2010: οικεία και οικίες του, αν δεχθούμε πως μέσα στο χρόνο κατοικούμε. Αίφνης η επιστημονική φαντασία παύει να είναι επιστημονική φαντασία και καταλαβαίνεις ότι μπορεί να είμαστε φτιαγμένοι έτσι ώστε να αρνούμαστε να προβάλλουμε τον εαυτό μας στο χρόνο που θα έχουμε παρακμάσει ή καταλήξει, ωστόσο γεννώντας επεκτείνουμε τον χρόνο, γεννώντας γεννάμε ταυτόχρονα και χρόνο, χρόνο εκτός του δικού μας ορίζοντα αλλά εντός του ορίζοντα των παιδιών μας, χρόνο προορισμένο όχι πια να απωθηθεί, αλλά να βιωθεί και κατοικηθεί.
Και είναι όσοι τον κατοικήσουν εκείνοι που τελικά θα αναγκαστούν να κάνουν αυτό που πρέπει και στο βαθμό που τότε θα γίνεται, γιατί ο καθένας το δικό του σπίτι φροντίζει και για το δικό του σπίτι νοιάζεται· έτσι ήμασταν, έτσι είμαστε και έτσι θα είμαστε, για όσο θα είμαστε, για όσο θα υπάρχει χρόνος, για όσο θα συνεχίσει με κάθε γέννηση να του χορηγείται παράταση προς τον σκοπό της εγκατάστασης των νέων ιδιοκτητών του.

Πέμπτη, Δεκέμβριος 17, 2009

Κεφαλαιϊκισμός

Το συζητούσα χθες και με έναν φίλο που μου έλεγε ότι ο Μάικλ Μουρ είναι λαϊκιστής· που είναι δηλαδή· αλλά τον λαϊκισμό έχουμε μάθει να τον αναγνωρίζουμε και να μας ενοχλεί, ενώ ο κεφαλαϊικισμός δεν κάνει τόσο μπαμ, μολονότι ούτε λιγότερο χοντροκομμένος είναι ούτε λιγότερο στις χαρές της ευκολίας και της προπαγάνδας αφήνεται. Γιατί όμως; Είναι θέμα στυλ; Είναι θέμα ποιότητας της προπαγάνδας; Περισσότερο απ' όλα νομίζω πως είναι θέμα status quo. Κάθε παραδοθείσα τάξη πραγμάτων κουβαλά ως δώρο τεράστια αποθέματα αυτονομιμοποίησης, με την ιδεολογική νομιμοποίηση να έρχεται ως συμπλήρωμά της· μιας αυτονομιμοποίησης που εξηγείται από το ότι πρωταρχική τάση του ανθρώπου είναι να προσπαθεί να προσαρμόζεται στον κόσμο και όχι να προσπαθεί να τον αλλάζει.
Ήταν ο Ολντ Μπόι και παρακολουθήσατε τα μικρά φιλοσοφικά αποφθέγματα της Πέμπτης.
Αύριο δύο έργα σεξ.

Τρίτη, Δεκέμβριος 15, 2009

Aδειάζοντας το Σπίτι

Ëb' tvoyu babushky, derivatives, το σπίτι που γέμιζε και το σπίτι που αδειάζει προκειμένου να κατασχεθεί, η βασική ιδεολογική διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους και άλλα πολλά στο ελculture. Και το σχοινί δώρο.

Δευτέρα, Δεκέμβριος 14, 2009

Κανόνες




Aκούω στο ραδιόφωνο ότι πολλοί μέσα στο ΠΑΣΟΚ εύχονται ο Πρωθυπουργός να αναγγείλει σε λίγο στο Ζάππειο συγκεκριμένα οικονομικά μέτρα και να μη χαράξει πάλι γενικές και αόριστες κατευθυντήριες γραμμές. Και μιλάμε τώρα για Κυβέρνηση ψηφισμένη. Και σκέφτομαι για πολλοστή φορά την κατηγορία που προσάπτεται σε μικρότερα κόμματα, ότι δηλαδή «δεν έχουν πρόγραμμα», ότι είναι κόμματα διαμαρτυρίας και όχι κόμματα με κυβερνητικό σχέδιο.
Αν βρισκόμαστε σε κατάσταση χρεωκοπίας (ή εν πάση περιπτώσει σε χάλια κατάσταση), σε αυτή την κατάσταση δεν μας οδήγησε κανένα από τα ανεύθυνα και μικρά κόμματα, αλλά η εναλλαγή των δύο συγκεκριμένων υπεύθυνων και μεγάλων. Πιθανώς το κλίμα αυτή την περίοδο ορίζει να λέμε ότι εκεί μας οδήγησε η τεμπέλικη λαίλαπα Καραμανλή, αλλά πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσουμε αν η παραχάραξη οικονομικών στοιχείων προκειμένου να μπούμε στην ΟΝΕ είναι καλή και άγια, αλλά η παραχάραξη οικονομικών στοιχείων αφότου μπήκαμε κακή και άθλια. Ίσως πάλι η Ιστορία να αποφασίσει πως υπάρχουν οραματιστές παραχαράκτες και απλοί κοπρίτες παραχαράκτες, αλλά και έτσι να αποφασίσει, τα οράματα κατέστη δυνατό να επιτευχθούν επειδή «αυτή είναι η Ελλάδα», με την βοήθεια δηλαδή, τα κόλπα και τους τρόπους αυτής της Ελλάδας.
Τα κόλπα και οι τρόποι αυτής της Ελλάδας, στην οποία η Δικαιοσύνη μπορεί να αργεί να δράσει, αλλά τελικά φαίνεται πως καταλήγει επιτέλους κάπου για την υπόθεση της Siemens. Όπως ειπώθηκε και στην εκπομπή του Σκάι για το Δεκέμβρη, ε, αν δεν έχουμε και εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη, τότε δεν βγάζουμε άκρη. Όπως επίσης γράφτηκε κατά κόρον σε απορριπτικά του Δεκέμβρη άρθρα, αν κάτι πρέπει να αφήσει ο Δεκέμβρης ως συμπέρασμα είναι ότι δεν πάει άλλο με την ανομία, όπου ανομία είναι ό,τι συμβαίνει στους δρόμους. Η άλλη ανομία -η ανομία που διέπει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην πράξη η Δημοκρατία μας- δεν πιάνεται. Η ανομία αυτή είναι δομική και νομιμοφανής, η ανομία αυτή είναι τελικά εκείνη που μας οδηγεί σε οικονομική κατάρρευση. Πρόκειται για μια ανομία στην οποία η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών περιστασιακά ή μη μετέχει, αλλά τα οφέλη της προφανώς και δεν μοιράζονται ισομερώς: αν οι περισσότεροι πολίτες θα την χρησιμοποιήσουν για να μπορέσουν να τη βγάλουν καθαρή, τα στελέχη της επιχειρηματικής και πολιτικής ελίτ την χρησιμοποιούν για να πλουτίζουν, εξουσιάζουν, διαφεντεύουν. Η διαφορά δεν είναι αξιακή: αν ο πολίτης μπορούσε να γίνει και αυτός μέλος της, θα γινόταν ασμένως. Το πολιτιστικό μας πρότυπο αυτό είναι άλλωστε.
Υπάρχουν φυσικά και εξαιρέσεις. Και όταν τύχει να τις γνωρίσεις και να τους σφίξεις το χέρι ή να τις ακούσεις να μιλάνε, νιώθεις καλύτερα.
Ειπώθηκε στην εκπομπή ότι η Δημοκρατία έχει κανόνες και ότι έχει και κανόνες για να αλλάξουν αυτοί οι κανόνες. Ορθότατο. Αλλά εκτός από τους γραπτούς της κανόνες υπάρχουν και οι άγραφοι. Και κατ' εξοχήν άγραφος κανόνας της τελευταίας εικοσαετίας ήταν αυτός της ιδεολογικής καθοδήγησης της κοινής γνώμης μέσα από ελάχιστους τηλεοπτικούς διαύλους, που ανήκαν όλοι σε μεγαλοεπιχειρηματίες. Και η εκπομπή του Σκάι για τον Δεκέμβρη μου φάνηκε ότι τελικά αυτό ήταν: ένα στιγμιαίο ρήγμα ανάμεσα στην τηλεοπτική και την εξωτηλεοπτική πραγματικότητα, ρήγμα που ενδεχομένως έγινε προσπάθεια να καλυφθεί εκ των ενόντων, αλλά τελικά δεν έχει σημασία το αν και το πότε θα αλλάξει η τηλεόραση.
Άλλαξε η τεχνολογία, άλλαξαν τα ίδια τα μέσα, το ίντερνετ δεν αποτελείται από ελάχιστες δημόσιες συχνότητες προς ολιγοπωλιακή εκμετάλλευση, κι έτσι στο μέλλον το ρήγμα ανάμεσα στις δυο μορφές πραγματικότητας θα βαθαίνει.

Παρασκευή, Δεκέμβριος 11, 2009

Λευτεριά ξαναξεκίνα να χτυπάς με το σπαθί*

που κρατά τ΄αναστημένο του Τάσσου μας κορμί.

* To σπαθί είναι μια ευγενική προσφορά του Χατόρι Χάνζο.

Του αλατιού


Κι αν βγω απ' αυτήν την αλυκή κανείς δεν θα με περιμένει, τραγουδούσε πένθιμα ο κόκκος αλατιού, προσποιούμενος πως φοβόταν την μοναξιά, ενώ στην πραγματικότητα φοβόταν την οριστική απώλεια της ατομικότητάς του και την πλήρη ομογενοποίησή του με τους δίπλα του, που με την σειρά τους θα οδηγούσαν νομοτελειακά στην πτώση και κατάποσή του, μόνο και μόνο για να νοστιμίσει πρόσκαιρα τη ζωή κάποιου άλλου, τελικά αγνώστου.

Τρίτη, Δεκέμβριος 08, 2009

Το Χαμόγελο στο Εξώφυλλο

Ο δεκαεννιάχρονος Μαλίκ Ελ Τζεμπενά (ο Ταχάρ Ραχίμ που τον υποδύεται είναι φτυστός ο Άκης Ζήκος) μπαίνει στη φυλακή μην ξέροντας τίποτα και έξι χρόνια αργότερα θα βγει έχοντας μάθει τα πάντα. «Ξέρεις καμιά τέχνη, ξέρεις να κάνεις τίποτα άλλο εκτός από το να επιτίθεσαι σε αστυνομικούς;», τον ρωτά ο αρχιφύλακας της φυλακής. Δεν ξέρει. Σχεδόν δεν έχει εαυτό. 'Άραβας στην καταγωγή αλλά όχι στη συνείδηση, είναι φύλλο στον άνεμο, δίχως αναφορές, δίχως ενδιαφέροντα, δίχως φίλους, δίχως αναμνήσεις από γονείς, δίχως καν να γνωρίζει να γράφει και να διαβάζει. Ένας Άραβας συγκρατούμενός του του δείχνει τα βιβλία του και τον συμβουλεύει να βγει από τη φυλακή καλύτερος απ΄ό,τι μπήκε. Κι αυτή είναι μια συμβουλή που ο Μαλίκ θα την αξιοποιήσει όσο κανείς. Πρώτα όμως πρέπει να τον σκοτώσει. Γιατί εκτός από την ηθική αυτών καθαυτών των πράξεων υπάρχει και η ηθική των συνθηκών και των λόγων για τους οποίους τελείται η κάθε πράξη. Κι όταν η κορσικανική συμμορία της φυλακής σου έχει πει «Σκότωσέ τον για να μην σε σκοτώσουμε» κι όταν προσπαθώντας να το αποφύγεις βλέπεις ότι το εννοούν, πόσο υποκειμενικά κακή είναι τελικά αυτή η αντικειμενικά αποτρόπαια πράξη; Είναι δεν είναι, οι τύψεις μετά τον βασανίζουν. Aκόμα κι αυτό μια μορφή εκπαίδευσης είναι όμως, ακόμα κι έτσι εκπαιδεύεται πληρώνοντας το ηθικό τίμημα της πράξης του. Έτσι στην επόμενη του φορά θα έχει μόνο πρακτικά προβλήματα κι όχι ηθικά.
Ο Μαλίκ είναι μια λευκή σελίδα έτοιμη να γραφεί. Αλλά με έναν αστερίσκο. Δεν ξεκινά να γράφεται σε ένα σχολείο και εντός μιας οικογένειας, αλλά η λευκή του σελίδα πετάχτηκε μέσα στη φυλακή και με παρέα κρατούμενους. Σαν ιδέα δεν ακούγεται και τόσο τετραπέρατη, ισχύει παραταύτα σε όλες σχεδόν τις κοινωνίες: παίρνουμε τους «κακούς» και τους βάζουμε όλους μαζί να συγχρωτίζονται καθημερινά. Ίσως εξωγήινοι πολιτισμοί το χειρίζονται διαφορετικά το θέμα και τους δικούς τους κακούς τους τοποθετούν δίπλα στους καλύτερους του είδους τους, μπας και τους μοιάσουν. Επιστρέφοντας όμως στον δικό μας πολιτισμό, ο Μαλίκ αρπάζει σαν σφουγγάρι ό,τι μπορεί να του προσφέρει η φυλακή. Χρησιμοποιεί πρώτα απ' όλα το κυριολεκτικό της σχολείο. Μαθαίνει γράμματα. Παρακολουθεί όλα τα μαθήματα. Μεταξύ αυτών και το μάθημα των Οικονομικών. Και νά που ο Μαλίκ σωφρονίζεται, με την έννοια ότι το ρεμάλι που το μόνο που ήξερε ήταν να τσακώνεται, δίνει τη θέση του σε έναν απροσδόκητα σώφρονα άντρα. Η φυλακή του πλάθει τον εαυτό, του τον διαμορφώνει μορφώνοντάς τον και απελευθερώνοντας όλες τις κλίσεις του, όπως πρέπει να κάνει ένα καλό εκπαιδευτικό ίδρυμα. Κι η κλίση που έκρυβε μέσα του ο Μαλίκ ήταν αυτή του μεγάλου παίκτη. Αποδεικνύεται μεγάλος τακτικιστής. Χτίζει συμμαχίες. Γίνεται απαραίτητος. Δεν αφήνει την οργή του να καθοδηγεί τις πράξεις του. Ρισκάρει αλλά με την έννοια του υπολογισμένου ρίσκου. Δεν γίνεται να μη ρισκάρεις αν ψάχνεις τις μεγάλες αποδόσεις. Μετατρέπει το μειονέκτημα του να μην ανήκει σε καμιά από τις δυο φυλές της φυλακής (για τους Κορσικανούς είναι Άραβας και για τους Άραβες τσιράκι των Κορσικανών) σε συγκριτικό πλεονέκτημα μπαινοβγαίνοντας στις δυο κοινότητες (και στις δυο αντίστοιχες εκτός φυλακής) μανιπουλάροντας τες. Όλες οι κουλτούρες έχουν τελικά τα κουμπιά τους και το εξουσιαστικό παιχνίδι κοινούς κώδικες. Ο Μαλίκ δηλαδή δείχνει κατεξοχήν πολιτικές και επιχειρηματικές αρετές. Μα είναι εξ ορισμού εντελώς άλλο πράγμα οι μεγαλοπολιτικοί κι οι μεγαλοεπιχειρηματίες και εντελώς άλλο οι μεγαλοκακοποιοί; Στα ελληνικά το «Μαλίκ» είναι αναγραμματισμός του «Μάικλ». Ο Μαλίκ μου θυμίζει τον Μάικλ Κορλεόνε: έχουν την ίδια σιωπηλή δυναμη και επιβάλλονται επειδή ξέρουν να προβλέπουν και να καθοδηγούν τις εξελίξεις. Οπότε η προηγούμενη ερώτηση μπορεί να απαντηθεί με μια άλλη ερώτηση: Ποιός είναι ο αφελής, Κέι;
Αλλάζοντας οι θεσμοί αλλάζουν και οι ταινίες ειδών. Έτσι οι ταινίες φυλακής μπορούν πλέον να βγαίνουν από τη φυλακή εκμεταλλευόμενες τις άδειες των κρατουμένων. Ο Μαλίκ δικαιούται άδειες μισής ημέρας και θα δώσει στο «Carpe Diem» μια άλλη ξεχωριστή έννοια, προλαβαίνοντας σε ελάχιστες δωδεκάωρες άδειες να ολοκληρώσει ένα μικρό επιχειρηματικό αριστούργημα.
Είναι μερικές ταινίες που από τη στιγμή που τις βλέπεις καταλαβαίνεις ότι η σχέση σου μαζί τους θα διαρκέσει σε όλη τη ζωή σου. Ο «Προφήτης» του Ζακ Οντιάρ είναι μια από αυτές, κι όσο για τον ήρωά του, τον Μαλίκ Ελ Τζεμπενά είναι για μένα πιο αληθινός άνθρωπος από όλους όσους δω σήμερα στο μετρό ή στο δρόμο. Τον καταλαβαίνω, τον νιώθω, ξέρω γιατί έκανε ό,τι έκανε. Η ταινία πλησιάζει προς το τέλος της. Η εικόνα της συνδυάζεται με αυτόν τον υπέροχο ήχο: Οh, the shark has pretty teeth, dear
Αnd he shows them pearly white
Just a jacknife has Μacheath, dear
Αnd he keeps it out of sight.
Ο Μαλίκ είναι πια ελεύθερος να αφήσει τον μουλωχτό δρόμο των μαχαιριών ώστε να τον αντικαταστήσει σταδιακά με τη λεωφόρο καρχαριών. Μπορεί κι αυτός μια μέρα μετά από χρόνια να επιχειρήσει σαν τον Μάικλ Κορλεόνε να νομιμοποιήσει τις επιχειρήσεις του. Και τότε θα γίνει εξώφυλλο σε επιχειρηματικά περιοδικά. Θα έχει φτιάξει και τα δόντια του. Θα μας τα δείχνει στο εξώφυλλο χαμογελαστός.
(Kείμενο γραμμένο για το ελculture)

Δευτέρα, Δεκέμβριος 07, 2009

Φέτος θα κάνουμε γιορτές

- O αστυνομικός τρόπος αντιμετώπισης της επετείου φανερώνει αν όχι την μόνη, πάντως την πιο ουσιώδη διαφορά μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ: οι φίλα προσκείμενοι ή εν πάση περιπτώσει οι συμπαθούντες το ΠΑΣΟΚ θα χαρακτήριζαν την διαφορά αυτή «αποτελεσματικότητα», οι εχθρικά προσκείμενοι ή εν πάση περιπτώσει οι αντιπαθούντες θα την χαρακτήριζαν «απενοχοποίηση». Διαλέγεις και παίρνεις. Ό,τι να διαλέξεις και να πάρεις μην κάνεις όμως το λάθος να θεωρήσεις ότι αυτή η same difference περιορίζεται μόνο στα της καταστολής (αν πρόκειται για κυβέρνηση ΝΔ) ή της τήρησης της τάξης (αν πρόκειται για κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ), αφού επεκτείνεται και στα των εργασιακών σχέσεων, των ασφαλιστικών σχέσεων, της φορολογικής πολιτικής κλπ. Υπό μία έννοια το ΠΑΣΟΚ είναι το ιδανικό κόμμα (ή αν θες κίνημα) για να μας κυβερνά, αφού μας κυβερνά με τον δεξιό τρόπο που θέλουμε, ονοματίζοντας τον με τον αριστερό τρόπο που θέλουμε.
- Παρατηρήσεις σχετικές με ένα βίντεο:
1) Καμπουράκης: «Κύριε Νιώτη, δυο λεπτά, τον Χρυσοχοϊδη τον πήρατε ένα τηλέφωνο να ρωτήσετε τι είναι αυτό, ρε παιδιά, είναι δεν είναι;».
2) Στα τελευταία δευτερόλεπτα του βίντεο, χρήσιμο είναι επίσης να ακουστεί η υπέρτατη κατανόηση στη φωνή του Πάνου Σόμπολου, σε αντιδιαστολή με τις συνήθεις οιμωγές του.
3) Αν αυτά που λέει στο βίντεο ο Νιώτης τα έλεγε ο Τσίπρας, τι ακριβώς θα είχε επακολουθήσει και τι είδους πολιτικά συμπεράσματα θα είχαν εξαχθεί; Κι αν εδώ επιδειχθεί κατανόηση επειδή είναι πατέρας, γιατί τον πατέρα τον κατανοούμε, ενώ εκείνον που προσπαθεί να κατανοήσει τα παιδιά με πολιτική ανάλυση των αιτίων που τα κάνουν να αντιδρούν δεν τον κατανοούμε;
- Παρατήρηση σχετική με ένα γεγονός: Γράφει σήμερα ο Στάθης: «Οπως σε κάθε εξέγερση, διάφοροι βαλτοί ή άλλοι που βλέπουν τα πράγματα αλλιώς προσπάθησαν να περάσουν το δικό τους μηδενιστικό μήνυμα (που εδράζεται όχι στο ταξικό μίσος που σημαίνει αγάπη για τον άνθρωπο, αλλά στο ηθικό μίσος που σημαίνει υπέρβαση του καλού και του κακού, ανάλογη της φασιστικής «λογικής»). Το -θεωρώ διόλου μεμονωμένο- παράδειγμα των παιδιών του Νιώτη είναι ένα χρήσιμο παράδειγμα για το ότι ο μαρξισμός δεν μπορεί να εξηγεί επαρκώς τα πάντα, για το ότι η ζωή είναι λιγάκι πιο σύνθετο φαινόμενο, για το ότι σε μια -εντός ή εκτός εισαγωγικών- εξέγερση μπορεί να συνυπάρχουν και αυτοί που εξεγείρονται επειδή βλέπουν ότι δεν έχουν οικονομική στον ήλιο μοίρα, αλλά και εκείνοι που το πιθανότερο είναι ότι την έχουν και την παραέχουν αυτήν την μοίρα, τους ενοχλεί όμως η μέθοδος με την οποία θα την κατακτήσουν, αντιδρώντας σε αυτήν την μέθοδο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
- Και τέλος, σχετικά με ένα άρθρο για το οποίο θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ένα σωρό πράγματα (και κυρίως την πραγματικότητα έναντι των ψεμμάτων), θα ήθελα να σταθώ στο εξής εντυπωσιακό: «Δεν ήταν αυθόρμητη. Αν και η προσέλευση στις διαδηλώσεις πολλών νέων, ιδιαίτερα μαθητών, ήταν αυθόρμητη, ο σκληρός πυρήνας που πρωτοστάτησε στις καταστροφές κάθε άλλο παρά αυθόρμητα έδρασε. Γνωρίζουμε πως ο συντονισμός μέσω Διαδικτύου και κινητών έπαιξε κρίσιμο ρόλο στην κλιμάκωση της βίας». Είχες μήνυμα στο κινητό; Διάβασες κάποιο ποστ; Τότε παύεις να δρας αυθόρμητα. Υπό μία έννοια και αυτή καθαυτή η πληροφορία πως γίνεται διαδήλωση αναιρεί τον αυθόρμητο χαρακτήρα της συμμετοχής σου. Ίσως θα θεωρούνταν αυθόρμητη αν ήσουν περαστικός, έπεφτες πάνω στη διαδήλωση και γινόσουν μέρος της. Ή αν δεν έπεφτες πάνω της αλλά μύριζες αυθόρμητα τα νύχια σου. Κάθε άλλη γνωστοποίηση γεγονότος σε καθιστά μέρος σχεδίου. Συντονισμένου.
Αν δηλαδή μέχρι τα τελευταία χρόνια γνωρίζες ότι συλλογικές δράσεις και κινητοποιήσεις μπορούσαν να υπάρξουν μόνο στη βάση φορέων που τις οργάνωναν
κι αν νόμιζες ότι αυτό που άλλαξε το διαδίκτυο είναι ότι κατέστησε σαφές πως συλλογικότητες μπορεί να υπάρξουν και δίχως κεντρική καθοδήγηση
κι ότι αν εσύ γράψεις κάτι που εμπνεύσει, μπορεί μέσα σε πέντε ώρες να διαδοθεί και μέσα σε πέντε μέρες να έχει βγάλει πολύ κόσμο στο δρόμο,
κακώς νόμιζες ότι αυτό αλλάζει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού προς την κατεύθυνση του πιο αυθόρμητου, αφού τελικά τους αλλάζει προς την ακριβώς αντίθετη.

Κυριακή, Δεκέμβριος 06, 2009

Εκείνο που δεν συνέβη

Έχω πάει σε πάμπολλα ματς στη ζωή μου, αλλά ατμόσφαιρα κερκίδας σαν αυτή του Παναθηναϊκός - Ανόρθωση δεν έχω ξαναβιώσει. Ο αγώνας διεξαγόταν τρια βράδια μετά το μοιραίο της 6ης Δεκεμβρίου 2008 και παρά την «τεράστια σημασία του» ήταν ξεκάθαρο ότι είχαν συμβεί άλλα πράγματα που είχαν λιγάκι μεγαλύτερη σημασία. Το χιλιοακουσμένο «Μπάτσοι - Γουρούνια - Δολοφόνοι» ακουγόταν εκείνη τη νύχτα από τις θύρες των οργανωμένων σαν χορός αρχαίας τραγωδίας· ίσως ο τρόπος που το φώναζαν, ίσως οι παγωμένες σιωπές πριν και μετά. Αν για μένα το γεγονός μαρτυρούσε την καταλυτική δυναμική των γεγονότων, πολλοί θα αντέτειναν ότι στην πραγματικότητα συνέβη το ακριβώς αντίστροφο: ότι δηλαδή δεν ήταν τέτοια η δύναμη του Δεκέμβρη ώστε να πολιτικοποιήσει ακόμη και την κερκίδα των φανατικών, αλλά ότι ήταν οι κερκίδες των φανατικών που γέμισαν τους δρόμους, ότι όλη η περίφημη κοινωνική εξέγερση δεν ήταν τελικά τίποτε περισσότερο από μυθοποιημένος χουλιγκανισμός.
Κι αυτή είναι μια άποψη που μάλλον έχει ευρύτερη αποδοχή απ' ό,τι φανταζόμουν. Έβλεπα πρόσφατα μια συζήτηση στην τηλεόραση με καλεσμένους μόνο νεοδημοκράτες· κι ενώ τρώγονταν και διαφωνούσαν, συμφωνούσαν ομόθυμα σε ένα πράγμα: στο πόσο κακό έκανε στην παράταξη ο περσινός Δεκέμβρης· τότε που οι πόλεις παραδόθηκαν στους κουκουλοφόρους, τότε που τα καταστήματα παραδόθηκαν στους βανδαλισμούς. Υπάρχει λοιπόν από την μια πλευρά του ιδεολογικού φάσματος (που εννοείται δεν αφορά μόνο τη ΝΔ, αλλά διατρέχει όλα σχεδόν τα κόμματα) η αντίληψη του Δεκέμβρη ως μιας γιορτής της ανομίας και της καταστροφής και μόνο.
Όσο όμως προφανές πρέπει να είναι ότι ο Δεκέμβρης ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από λίγα μερόνυχτα βανδαλισμών, δεν ξέρω πόσο φρόνιμο είναι και να εξακολουθώ να πιστεύω όσα πίστευα πέρσι. Συνέβαινε όντως αυτό το σχεδόν συνταρακτικό που αρκετοί από μας θεωρούσαμε πως συνέβαινε; Κι αν ναι, πού πήγε στη συνέχεια; Στις ζωές των προγόνων μας η Ιστορία επενέβαινε ακατάπαυστα: πόλεμοι απελευθερωτικοί, παγκόσμιοι, εμφύλιοι, μετά πολιτική ανωμαλία, μετά χούντα, Πολυτεχνείο, Μεταπολίτευση. Τρεισίμισι δεκαετίες τώρα τα μεγάλα γεγονότα της Ιστορίας φαίνεται να απουσιάζουν και αφού μια ζωή την έχουμε, μήπως ψάξαμε να της προσδώσουμε λίγη δραματικότητα; Μήπως ψάξαμε να βρούμε στο Δεκέμβρη ένα νόημα που δεν είχε; Θέλω να πιστεύω πως όχι.
Ακόμα και αν δεχθούμε πως δεν οδήγησε σε κάποια απτά και συγκεκριμένα αποτελέσματα, ο Δεκέμβρης δεν ήταν μια ραψωδία του μηδενός. Ο Δεκέμβρης δεν είχε το μηδέν ως αίτημα, αντίθετα, αντέδρασε στο περιρρέον μηδέν μιας αξιακά νοσηρής κοινωνίας. Πέντε - δέκα συγκεκριμένα αιτήματα σημαίνουν μια γενική συναίνεση σε ένα μοντέλο κοινωνίας, μοντέλο που προσδοκείς να βελτιωθεί ακόμη περισσότερο με την τυχόν ικανοποίησή τους. Αντίθετα, η μη υποβολή των πέντε - δέκα συγκεκριμένων αιτημάτων δεν υποδηλώνε θολούρα και αφασία, αλλά μια -έστω άρρητη και μη καλά χωνεμένη, πλην όμως υπαρκτή- γενική άρνηση ενός μοντέλου κοινωνίας. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν η άρνηση του μοντέλου δεν είναι ντε και καλά η άρνηση του τυπικού του στησίματος, αλλά του τρόπου με τον οποίο αυτό λειτουργεί στην πράξη: πώς να ζητήσεις κάτι που αφορά ουσία κι όχι θεσμούς;
Νιώθεις έτσι ότι βρίσκεσαι πιο κοντά σε όσους «εξεγέρθηκαν» χωρίς συγκεκριμένο αίτημα, παρά σε εκείνους που τα αιτήματά τους είναι αποκρυσταλλωμένα, διατυπώνονται πάντα θεσμικά και αφορούν πάντα την τυπική διάσταση των πραγμάτων. Κι αν εσύ εξακολουθείς κι έχεις ερωτήσεις, εκείνοι έχουν όλες τις τυπικές απαντήσεις και μαζί τους κάθε φύσεως εξουσία, την οποία ξέρουν πως θέλουν, ενώ εσύ ξέρεις μόνο τι δεν θέλεις, δεν θέλεις αυτό που συμβαίνει και το οποίο είναι περιβεβλημένο με το μανδύα της κανονικότητας, της θεσμικότητας, της κοινωνικής εκπροσώπησης κάποιων άλλων και μην κάνεις κι άλλο λάθος και ρωτήσεις ως πότε θα τρώνε από το αίτημα· τα έτοιμα μπορεί κάποτε να τελειώνουν - το αίτημα ποτέ.
Ένα χρόνο μετά, η νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου έχει αφήσει ως κληρονομιά ένα σωρό ιδεολογικές αμφιβολίες και μια φυσική βεβαιότητα: την πιο ακλόνητη απ' όλες τις βεβαιότητες, τη βεβαιότητα του θανάτου. Πολλά μπορεί να συνέβησαν μέσα σε αυτόν τον χρόνο, αλλά εκείνο που δεν συνέβη ήταν η ζωή ενός 16χρονου αγοριού. Θα ήταν, άραγε, πιο υγιής ψυχικά η νεολαία μιας κοινωνίας που θα είχε αντιδράσει ψύχραιμα στο άκουσμα του τρόπου με τον οποίο η ζωή αυτή αφαιρέθηκε;
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)

Σάββατο, Δεκέμβριος 05, 2009

Πέμπτη, Δεκέμβριος 03, 2009

Διαφήμιση γυναικείου περιοδικού στην τηλεόραση. Ανάμεσα στα βασικά θέματα του τεύχους: «Καθυστερεί ο σύντροφός σας να φτάσει σε οργασμό; Προτάσεις και λύσεις».
Αν φτάσεις γρήγορα είσαι λάθος, αν φτάσεις αργά είσαι λάθος, αν δεν έχει φτάσει η γυναίκα πρώτα είσαι λάθος, για τον άντρα το σεξ έχει μετατραπεί πια σε διαδικασία με ολοένα και περισσότερα ζητούμενα και παραμέτρους, με αποτέλεσμα η μαλακία να παρουσιάζεται εμπρός του ως προοπτική σαγηνευτικά απλή. Σε περασμένες εποχές ο αυνανισμός πήγαινε πακέτο με την ενοχή, αλλά στο σεξ ο άντρας μπορούσε να αφοσιωθεί χωρίς σκοτούρες στη δική του απόλαυση. Τώρα ισχύει το αντίστροφο.
---
Μάνα μιλά με το πεντάχρονο παιδί της στο σούπερ - μάρκετ: «Κωνσταντίνε - Φοίβε, έλα εδώ. Κωνσταντίνε - Φοίβε, μην πειράζεις τα γιαούρτια. Κωνσταντίνε - Φοίβε, νά ο χυμός που σου αρέσει. Κωνσταντίνε - Φοίβε, ησύχασε επίτέλους, με ζάλισες».
Ευτυχώς η Ασπασία - Έλενα είχε μείνει σπίτι. Ευτυχισμένοι καιροί για νηπιαγωγούς: μόνο για να φωνάξουν τα ονόματα των παιδιών έχει βγει η μισή μέρα.

Τρίτη, Δεκέμβριος 01, 2009

Το Πρόσωπο Αγγελιοφόρος

Ο περιπλανώμενος θίασος του Δρ. Παρνάσους προσφέρει μια όσο να 'ναι ιδιότυπη ψυχαγωγική υπηρεσία: αν μπεις μέσα στον επί σκηνής καθρέφτη, ο δόκτωρ επιτρέπει στην φαντασία σου να απελευθερωθεί, έτσι ώστε να βιώσεις πίσω από τον καθρέφτη τον ονειρικό ή εφιαλτικό κόσμο που της αντιστοιχεί. Ένα βράδυ ο θίασος σώζει τον χαρακτήρα του Χιθ Λέτζερ από τον θάνατο. Το επόμενο πρωϊ που αυτός συνέρχεται, βλέποντας την παράταιρη σύνθεση του θιάσου (που αποτελείται από τον μεθύστακα υπεραιωνόβιο δόκτορα, την δεκαεξάχρονη κόρη του, έναν περίεργο νεαρό κι ένα νάνο), ρωτάει «Πού βρισκόμαστε;». Ο νάνος του απαντά με μια ατάκα αλά Πάιθον: «Γεωγραφικά στο βόρειο ημισφαίριο, κοινωνικά στο περιθώριο και αφηγηματικά έχουμε δρόμο ακόμη».
Εκτός όμως από τον αφηγηματικό δρόμο του χαρακτήρα του Λέτζερ ο οποίος είχε μόλις σωθεί, υπήρχε και ο δρόμος του ίδιου του Λέτζερ, ο οποίος κανονικά ήταν ακόμα στις αρχές του (αφού δεν είχε κλείσει ούτε τα 29), αλλά ένα κοκτέιλ από υπνωτικά, αναλγητικά και αγχολυτικά χάπια αρκούσε για να τον τερματίσει. Την κάλυψη του αφηγηματικού δρόμου που έμεινε ημιτελής ανέλαβαν υποδυόμενοι το ρόλο του Λέτζερ οι Τζόνι Ντεπ, Τζουντ Λο και Κόλιν Φάρελ. Έτσι, αν την προηγούμενη εβδομάδα λέγαμε ότι μια στις τόσες οι ταινίες που βλέπουμε συμπίπτουν με ξεχωριστές στιγμές της ζωής μας και σημαδεύονται από αυτές ανεξίτηλα, νά που καμιά φορά και οι ίδιες οι ταινίες συμπίπτουν με την αληθινή ζωή και τον αληθινό θάνατο, με αποτέλεσμα να σημαδεύονται πλέον στα μάτια όλων.
---
Ο Χιθ Λέτζερ ετοιμάζεται να φορέσει τη λευκή του μάσκα και να μπει στον καθρέφτη. Όταν μετά από λίγα λεπτά την αφαιρεί, δεν είναι το πρόσωπό του που βλέπουμε, αλλά αυτό του Τζόνι Ντεπ. Κι είναι μια στιγμή αυθεντικά σοκαριστική, αφού πρόκειται για ένα σπανιότατο στα κινηματογραφικά χρονικά σημείο τομής ζωής και σινεμά, μια σκηνή που μπορεί μεν μέσα στην ίδια την ταινία να παραμένει σχετικά λειτουργική (ο ήρωας μπαίνοντας στον καθρέφτη μεταμορφώνεται), αλλά που το σοκ της προέρχεται επειδή γνωρίζεις το λόγο για τον οποίο άλλο πρόσωπο είδες να φορά τη μάσκα και άλλο να τη βγάζει. Το πρόσωπό του Τζόνι Ντεπ που αποκαλύπτεται κάτω από την μάσκα φαντάζει άσχημο και χυδαίο. Η χυδαιότητα στο πρόσωπο του είναι η χυδαιότητα του τετελεσμένου, η χυδαιότητα του μη αναστρέψιμου, η χυδαιότητα του θανάτου (αν όχι εν γένει του φυσικού γεγονότος του θανάτου, πάντως σίγουρα του αφύσικου γεγονότος του θανάτου ενός ανθρώπου τόσο νέου). Το πρόσωπό του είναι ο αγγελιοφόρος μιας είδησης. Είναι ο εντός ταινίας υπαινικτικός αγγελιοφόρος ενός θανάτου που συνέβη στη ζωή. Κάθε πρόσωπο είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο, και το δικό του φαντάζει τα λίγα εκείνα δευτερόλεπτα μετά την αφαίρεση της μάσκας κυριολεκτικά και μεταφορικά μικρότερο από το πρόσωπο του Λέτζερ, με το διαφορετικό του σχήμα, τη διαφορετική του «γλυπτική», τη διαφορετική του κατατομή, τον διαφορετικό τρόπο που βαθουλώνουν τα μάτια του. Το πρόσωπό του στέλνει το μήνυμα ότι εγώ είμαι το πρόσωπο του Τζόνι Ντεπ. Κι ο Τζόνι Ντεπ συνεχίζει να ζει. Ενώ ο Χιθ Λέτζερ όχι.
---
Ο Δρ. Παρνάσους μιλά στην κόρη του για την παλιά του πεποίθησή ότι το σύμπαν υπάρχει επειδή υπάρχουν ιστορίες, ότι όσο εξακολουθούν να λέγονται ιστορίες ο κόσμος θα παραμένει στη θέση του. Ωστόσο ακόμη και αν έχει δίκιο και οι ιστορίες σώζουν τον κόσμο, η ιστορία της ταινίας δεν κατορθώνει να σώσει τον δικό της κόσμο, όντας υπερβολικά μπερδεμένη και κυρίως με ήρωες που δεν σε συγκινούν και δεν σε κάνουν να νοιαστείς αληθινά για την τύχη τους. Μιλά όμως επίσης στην κόρη του και για την παλιά του πίστη ότι η φαντασία έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει και να φωτίσει τη ζωή μας. Κι έτσι, όσα μείον κι αν έχει η ταινία ως συνολικό αποτέλεσμα, δεν παύει να είναι μια ακόμη συναρπαστική εικαστικά απόδραση του Τέρι Γκίλιαμ από το σιδερένιο κλουβί. Ο Γκίλιαμ είναι ένα αληθινό τζάνκι των φανταστικών κόσμων και σε όλες του τις ταινίες το αληθινό με το φανταστικό αναμιγνύονται, το ένα εισχωρεί μέσα στο άλλο, με την -καλομαθημένη εξαιτίας της προέλευσής του από τα κινούμενα σχέδια- οργιαστική φαντασία του να προσπαθεί να καταπατήσει όσους περισσότερους νόμους μπορεί. Επειδή είναι αποδεδειγμένο ότι στον Γκίλιαμ αρέσουν οι τύποι που αψηφούν τη βαρύτητα, ίσως του άρεσε και το ποίημα του Κάλβου: σαν τον Ίκαρο, και αν έπεσεν ο πτερωθείς Γκίλιαμ, αφ΄υψηλά όμως έπεσε.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Δευτέρα, Νοέμβριος 30, 2009

Fair Play in an Unfair Life

Υπάρχουν δυο τρόποι για να δει κανείς το χέρι του Ανρί. Ο πρώτος είναι ο απαισιόδοξος: ακόμη και σε τέτοιας σημασίας αγώνες μπορεί το αποτέλεσμα να καθοριστεί από τόσο κραυγαλέες παραβάσεις. Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι είναι αβάσιμος προτιμώ τον δεύτερο. Προτιμώ δηλαδή να εκπλαγώ θετικά από την ένταση της κατακραυγής που προκλήθηκε. Προτιμώ να θεωρήσω ενθαρρυντικό ότι σκανδάλισε τόσο πολύ κι ότι δεν θεωρήθηκε «μέρος του παιχνιδιού». Μέσα από την αντίδραση στο χέρι προτιμώ να δω το ποδόσφαιρο ως ένα χώρο που διατηρεί ακόμα στη συνείδηση του κόσμου ένα υψηλό ηθικό στάνταρ. Σαν να θέλουμε απεγνωσμένα αυτός ο χώρος να μείνει καθαρός και να αγανακτούμε κάθε φορά που υπάρχει φανερή αδικία, ιδιαίτερα όταν αυτή έχει ως θύμα τον θεωρητικά πιο αδύναμο. Η ζωή δεν είναι δίκαια, ας είναι τουλάχιστον -όσο γίνεται- το ποδόσφαιρο. Ό,τι κι αν λέει το νόμιμο (η FIFA που βάσει κανονισμών δεν επαναλαμβάνει το παιχνίδι) το ηθικό σκέλος ήταν, είναι και θα παραμείνει μελανότατο. Για πάντα. Μακάρι όλες οι αδικίες στη ζωή να έμοιαζαν στο χέρι του Ανρί: να ήταν αναμφισβήτητες - να μην μπορούσαν να καλυφθούν - να έμεναν στη μνήμη - να τις συνόδευε τόσο έντονη απαξίωση.
Το ποδόσφαιρο έχει δείξει λοιπόν στην πορεία του χρόνου ότι μπορεί να αντέξει την αδικία (αφού ακόμη και όταν την ανέχονται τα θεσμικά όργανα, την ξερνάει η συνείδηση του κόσμου και την απορρίπτει ως αταίριαστη). Είναι όμως εντελώς αμφίβολο πόσο θα μπορέσει να αντέξει την υποψία. Αν τα σκάνδαλα με τα στημένα ματς αρχίσουν να πληθαίνουν, μετά δεν χρειάζονται πολλά. Και πάνω από όλα δεν χρειάζεται κανενός είδους βεβαιότητα ή δικαστικές αποδείξεις. Το δηλητήριο λέγεται υποψία και αν αρχίσει να εξαπλώνεται στο μυαλό των φιλάθλων, τότε η μόλυνση μπορεί να αποδειχθεί μη αναστρέψιμη και θανατηφόρα. Αρκεί να πάψεις να αντιμετωπίζεις τα λάθη των ποδοσφαιριστών σαν λάθη και τις εκπλήξεις σαν εκπλήξεις. Αν χάσεις την ικανότητα να βλέπεις το απρόσμενο αποτέλεσμα σαν κάτι όμορφο και αρχίσει να σου μυρίζει, το ποδόσφαιρο θα πεθάνει. Και είναι λάθος να θεωρούμε ότι τα αθλήματα είναι αθάνατα: κι ο Στίβος κάποτε ζούσε και βασίλευε μέχρι που τον σκότωσε με παρόμοιο τρόπο το ντόπινγκ. Ωστόσο τα μεγέθη είναι διαφορετικά και διαφορετικές θα είναι και οι συνέπειες. Είτε το έχει συνειδητοποιήσει είτε όχι, η ανθρωπότητα στηρίζει μεγάλο μέρος της συνολικής ψυχικής της υγείας στην πίστη της στο ποδόσφαιρο, στο ποδόσφαιρο ως καταφύγιο. Αν αυτή η πίστη κλονιστεί, θα συμπαρασύρει μαζί της πολλά άλλα.
Μέχρι όμως να έρθει η μέρα της καταστροφής ας επιστρέψουμε στο χέρι του Ανρί. Αν έπρεπε να κρίνω με βάση αυτή καθαυτή τη φάση, θα θεωρούσα κατάφωρα άδικο να στιγματίζεται τόσο αρνητικά, για τρεις λόγους: 1) μπορεί πράγματι να σταμάτησε και να έστρωσε την μπάλα ενστικτωδώς, 2) σε κάθε περίπτωση δεν νομίζω ότι ηθικά έκανε κάτι ριζικά διαφορετικό από ό,τι συμβαίνει σε κάθε παιχνίδι, από ποδοσφαιριστές που βουτάνε για να κερδίσουν πέναλτι ή φάουλ, που προσποιούνται τους τραυματίες για να κερδίσουν χρόνο, που σφαδάζουν μόλις ο αντίπαλος τους χαϊδέψει στο πρόσωπο για να κερδίσουν την αποβολή του, απλώς ήταν η σπουδαιότητα του συγκεκριμένου αγώνα που τον έβαλε στο στόχαστρο και 3) το πιθανότερο είναι πως ο Βενγκέρ είχε δίκιο λέγοντας ότι άλλοι ήρωες του ποδοσφαίρου έχουν κλέψει δέκα φορές περισσότερο.
Από την άλλη, με αυτό που του συνέβη αποδίδεται ποιητική δικαιοσύνη: σαν να τιμωρείται για μια καριέρα γεμάτη σνομπισμό και αλαζονεία. Ο Ανρί έδινε την εντύπωση ότι έπαιζε ποδόσφαιρο με λευκά βελούδινα γάντια. Όταν είδε ότι τα πόδια του δεν αρκούν αναγκάστηκε να βάλει τα χέρια του. Ήταν ο τελευταίος που περίμενες να καταδεχθεί να λερωθεί, να λερώσει τα γάντια του και μαζί την υστεροφημία του. Όχι μόνο βρέθηκε στο ίδιο επίπεδο με τους κοινούς θνητούς, αλλά αναγκάστηκε να κλέψει για να τους κερδίσει. Νά γιατί το χέρι του Μαραντόνα ήταν τελικά τίμιο ως σύμφωνο με τον πρότερο και επόμενο βίο του, με την δική του αλήθεια, ενώ το χέρι του Ανρί και η μετέπειτα αντιφατική συμπεριφορά του διέρρηξαν την υπεράνω εικόνα που είχε χτίσει, δείχνοντάς ότι η αλήθειά του ήταν τελικά ψευδής.
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)

Sunday Bloody Sunday

Περισσότερη ώρα έκανε;
1) Το πούλμαν να πάει από την Παιανία στο Φάληρο.
2) Ο μέσος εβδομηνταπεντάρης ψηφοφόρος για να καταφέρει να ψηφίσει αρχηγό της ΝΔ.
3) Ο Βύντρα να πάει στην μπάλα στην κεφαλιά που του πήρε ο Μέλμπεργκ στο πρώτο γκολ.
Ποιό ήταν το σύστημα που όλοι έλεγαν πως έπεσε χθες;
1) Όχι πάντως το σύστημα ΠΑΣΟΚ, γιατί αυτό πολεμούσε τη Ντόρα.
2) Το 4-3-1- αγνώστου συστήματος Γκάμπριελ-1.
3) Το ανοσοποιητικό του Παναγιώτη Ψωμιάδη.
Με ποιούς τρόπους μπορεί να μην κερδίζει ο Παναθηναϊκός στο Καραϊσκάκη;
1) Με δοκάρια, χαμένα πέναλτι και απίστευτα τετ α τετ, όπως πρόπερσι.
2) Ελέω επόπτη, όπως πέρσι.
3) Γιατί, φέτος, πώς να κερδίσεις ομάδα που έχει Όσκαρ και Λεονάρντο και σου βάζει μετά και Πάντο και Ντομί: υποτάσσεσαι στην ανωτερότητά της.
Αφού σήμερα είχαμε όλα τα ντέρμπι μαζεμένα, ποιό θα είναι το επόμενο;
1) Το Ντόρα - Βενιζέλος, οι οποίοι θα διαγωνιστούν σε νέο ριάλιτι του Mega, με τίτλο «Οι συντετριμμένοι νικητές της καρδιάς μας» και παρουσιαστή τον Γιάννη Πρετεντέρη.
2) Το Παναθηναϊκός - Ολυμπιακός του Β' Γύρου, μόνο όμως εφόσον ο Ολυμπιακός έχει εξασφαλίσει διαφορά ασφαλείας. Αν τα πράγματα είναι οριακά, το αποτέλεσμα που θέλει θα το πάρει ο Ολυμπιακός (που θα κατέβει με τους Κόβατς, Κυριάκο Παπαδόπουλο, Γιαννάκη Παπαδόπουλο, Κατσικογιάννη, Φετφατζίδη, Σοϊλέδη, Νικλητσιώτη και φυσικά τους Πάντο, Ντομί, Όσκαρ, Λεονάρντο).
3) Το ντέρμπι του μπάσκετ όπου ο Παναγιώτης Γιαννάκης θα αλώσει το ΟΑΚΑ (Λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα).

Σάββατο, Νοέμβριος 28, 2009

Το μητσοτακέικο (εν προκειμένω στην εκδοχή της Ντόρας) είναι σαν την γρίπη: παλιό όσο ο χρόνος - γνωστό μέγεθος από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου - οικεία φοβιστικό - παίρνεις πάντα τις προφυλάξεις σου.
Ο Σαμαράς είναι σαν τη νέα γρίπη: πιθανότατα απείρως επικινδυνότερος, αλλά ταυτόχρονα με υποσχέσεις μυστηρίου και συναρπαστικότητας, την ώρα που περισσότερο από τον ίδιο φοβάσαι και υποπτεύεσαι ως αποτέλεσμα σκοτεινών συμφερόντων το εμβόλιο που θα σε προστατεύσει από την επίδρασή του.
Το μεγαλύτερο -το αξεπέραστο- πρόβλημα της Ντόρας είναι βέβαια ότι είναι η Ντόρα, κι αυτό συνιστά μόνο φαινομενικά ταυτολογία, αφού πρόκειται για οντολογικό επιχείρημα που κανονικά θα έπρεπε να σταματά κάθε περαιτέρω συζήτηση, αν όμως χρειάζεται μια επιπλέον εις βάρος της μομφή, τότε μπορούμε να πούμε ότι Ντόρα είναι το πολιτικό πρόσωπο που είναι αδύνατο να στριμωχθεί σε τηλεοπτική συζήτηση.
Μπορεί να τον πληρώσουμε πολύ ακριβά τον Σαμαρά; Μπορεί. Άρα δεν θα ήταν συγκριτικά μικρότερο κακό η Ντόρα; Αν παραστεί ανάγκη η Ντόρα μπορεί να επιχειρηματολογήσει ακόμη και για το ότι είναι το μικρότερο κακό, αλλά και ανάγκη να παραστεί, αλλά και να επιχειρηματολογήσει, δύσκολα θα πείσει και τους ίδιους τους ψηφοφόρους της ότι είναι το μεγαλύτερο καλό.

Πέμπτη, Νοέμβριος 26, 2009

Ψιλοπάραυτα

- Κάπου μου χρωστούσαν λεφτά, μήνες τώρα. Έπαιρνα τηλέφωνα, με πήγαιναν από βδομάδα σε βδομάδα και λοιπά και λοιπά. Έλεγα ότι δεν έχει νόημα να πάω από εκεί, δεν έχει νόημα να πάω να βάλω τις φωνές, δεν έχει νόημα να χάνω εκτός από το χρόνο μου και την αξιοπρέπειά μου. Και σήμερα τελικά δεν άντεξα και πήγα. Και έβαλα τις φωνές. Και αισθάνθηκα όμορφα. Και, ω του θαύματος, τα λεφτά βρέθηκαν και πληρώθηκα. Και αναρωτιέμαι πόσο διεστραμμένη ανατροφή πρέπει να έχω για να μην το κάνω αν όχι από την αρχή, πάντως πολύ νωρίτερα από σήμερα. Και συνειδητοποιώ ότι και να με είπε κανείς μαλάκα σήμερα που φώναζα, σίγουρα μου φέρονταν σαν μαλάκα τους μήνες που δεν φώναζα.
- Κάπου διάβαζα για τα λεφτά που βγάζουν οι αρχισυνδικαλιστές. Σκανδαλώδη πράγματι. Και γενικότερα, αν θέλει κανείς να καταλογίσει στρεβλώσεις στον τρόπο άσκησης του συνδικαλισμού στην Ελλάδα, μπορεί να βρει ένα σωρό. Δεν δυσφημίσθηκε δίχως βάση ο συνδικαλισμός τις τελευταίες δεκαετίες. Αλλά τώρα που είναι πια εκτός μόδας είναι που ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι αρχίζουν να συνειδητοποιούν (και αν δεν το συνειδητοποιούν καν, ακόμη χειρότερα για αυτούς) ότι δεν ήταν κάποια πολυτέλεια, ότι αν ο εργοδότης έχει απέναντί του μεμονωμένους εργαζόμενους, είναι τέτοια η δυσαναλογία της δύναμης των δυο πλευρών που οι υποχωρήσεις θα είναι σχεδόν πάντα μονόπαντες.
- Δίπλα στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, που έχει ως βασικό της συστατικό ένα από τα βασικά συστατικά όλης της ζωής, δηλαδή το όνομα των πραγμάτων (και εν προκειμένω το πώς θα βαφτίσουμε τη σχέση εργασίας, τις ώρες εργασίας κλπ), η απορρύθμιση όλης της οικονομίας. Η αγορά, λέει, κινείται με επιταγές οκτάμηνες ή δεκάμηνες ή δεν ξέρω γω τι. Κι αναρωτιέμαι αν αυτό δεν είναι ο ορισμός της φούσκας που κάποια στιγμή θα σκάσει, τότε ποιός είναι;
- Το χρηματιστήριο ίσως; Τρώγοντας σουβλάκια σήμερα άκουγα αυτόν που έλεγε για τον πελάτη που χθες πήγε στη χρηματιστηριακή να παίξει αγοράζοντας 100.000 μετοχές και δεν τον άφησε ο χρηματιστής βάζοντάς του πλαφόν. Να υπερέβαλε; Μπορεί. Αλλά είτε υπερέβαλε είτε όχι, είναι τόσο νόμιμη αυτή η αεροκερδοσκοπία, που σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί να είναι τόσο νόμιμη; Ποιός αποφάσισε ότι επιτρέπεται αυτό το πράγμα; Κι αν αποφάσισε η ως τώρα Ιστορία ότι επιτρέπεται, επιτρέπεται να σκανδαλίζομαι και να το θεωρώ κατάπτυστο;
- Κι αν είναι αυτή ακριβώς η αεροκερδοσκοπία η οποία πέρυσι κλόνισε το σύστημα που στήριζε, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι ο μέσος Έλληνας (και όχι μόνο) που λίγο, πολύ λίγο, πάρα πολύ λίγο, μα πάρα πολύ λίγο την έψαξε πέρσι γιατί να στηριχθούν από το κράτος οι τράπεζες, τώρα την ψάχνει και υποπτεύεται και έχει άποψη για το αν πρέπει να κάνει το εμβόλιο ή αν πρόκειται για συνωμοσία των φαρμακευτικών εταιριών. Για τα ιατρικά έχουμε άποψη, τα οικονομικά τα αφήνουμε να ρυθμίζονται αυτόματα. Έχει ωριμάσει φαίνεται ο καιρός για καθολικό εκλογικό δικαίωμα και στις εκλογές των ιατρικών συλλόγων.
- Από την άλλη για την χρησιμότητα ή την επικινδυνότητα των εμβολίων ακούμε μήνες τώρα στα κανάλια, το αν έπρεπε ή δεν έπρεπε να ενισχυθούν οι τράπεζες λύθηκε ψιλοπάραυτα. Και θα ήταν αστείο να βλέπεις κάθε βράδυ στα δελτία ειδήσεων πλούσιους δημοσιογράφους να μιλούν με δραματικούς τόνους για την πορεία της οικονομίας, αν δεν σε παρηγορούσε τουλάχιστον ότι η ζωή συνεχίζεται και μαζί της και τα βαφτίσια.

Τρίτη, Νοέμβριος 24, 2009

Whatever works

Υπάρχουν δυο λογιών αναμνήσεις σε σχέση με το σινεμά. Την πρώτη ας την ονομάσουμε αυτοτελή: η τάδε ταινία σού μένει στο μυαλό μόνο επειδή σου άρεσε ή δεν σου άρεσε. Υπάρχει όμως και η δεύτερη, η μη αυτοτελής. Πόσο εύκολα μπορείς να ξεχάσεις π.χ. το πρώτο έργο που είδες στον κινηματογράφο με τον άνθρωπό σου; Δεν βλέπουμε ταινίες εκτός τόπου και εκτός χρόνου, τις βλέπουμε ενόσω ζούμε, με αποτέλεσμα μια στις τόσες να συμπίπτουν με ξεχωριστές στιγμές της ζωής και να στιγματίζονται από αυτές ανεξίτηλα. Έτσι, το «Whatever Works» θα είναι για μένα πάντα συνδεδεμένο με την μέρα που γέννησαν ο Ιάκωβος κι η Άννα. Δεν είχα ξαναεπιλέξει ως τώρα αίθουσα με κριτήριο την απόστασή της από μαιευτήριο. Πρωτοείδα την κόρη τους αμέσως μετά την ταινία. Είναι κούκλα.
Το «Whatever Works» («Κι αν σου κάτσει;», σύμφωνα με την σχεδόν χυδαία ελληνική απόδοση του τίτλου, αφού άλλο η υπαρξιακή διάσταση της τύχης που διακηρύσσει ο πρωταγωνιστής κι άλλο η τζογαδόρικη διάσταση που διακηρύσσει η διαφήμιση του τζόκερ) είναι το τεσσαρακοστό έργο του Γούντι Άλεν, ο οποίος επί τέσσερις δεκαετίες γράφει και σκηνοθετεί περίπου μια ταινία το χρόνο. Αριθμοί και ρυθμοί που ζαλίζουν, όγκος έργου που προκαλεί δέος. Κι αν είναι να βγει εκτός προγράμματος, θα βγει για να το επισπεύσει: επειδή τα τελευταία χρόνια προτιμά να δουλεύει καλοκαίρια που τα παιδιά του έχουν διακοπές, όταν άκουσε ότι αυτό το καλοκαίρι μπορεί να είχαν απεργία οι ηθοποιοί, έβγαλε ένα παλιό σενάριο της δεκαετίας του 70 από τα συρτάρια του και τη γύρισε νωρίτερα. Κι έτσι προέκυψε το «Whatever Works». Ίσως ο βασικός λόγος για τον οποίο κατορθώνει να έχει τέτοια παραγωγή, είναι επειδή το κυριότερο τμήμα της δουλειάς το κάνει γράφοντας. Άπαξ και γραφτεί το σενάριο, όλα τα υπόλοιπα έρχονται σαν φυσική του συνέπεια. Άπαξ και γραφτεί μια ταινία του Γούντι Άλεν, διαβάζοντας το σενάριο πιθανότατα μπορείς να φανταστείς και την εικόνα της.
Στο «Whatever Works» σχεδόν όλοι οι ήρωες αλλάζουν και δη δραματικά, αλλά στην πραγματικότητα δεν σχεδιάστηκαν τόσο για να πείσουν για την αλήθειά τους, όσο για να υπηρετήσουν λαμπρές ατάκες, λαμπρές ιδέες και προαποφασισμένες αλλαγές. Αυτό όμως κάθε άλλο παρά σε ενοχλεί ως θεατή. Παρασύρεσαι στον ρυθμό των καταστάσεων που τις ρουφάς διάλογο το διάλογο, λέξη τη λέξη. Η απόλαυση που σου προξενεί η ταινία -όπως και μεγάλο μέρος του έργου του Άλεν- είναι πρωτίστως πνευματική. Σαν να κάνει πάρτι η ευφυϊα και να είναι καλεσμένο και το δικό σου πνεύμα (αν διάβαζε αυτή την πρόταση θα τη σχολίαζε με κάποιο αστείο -σωματικής πιθανότατα διάστασης- που θα μετέτρεπε μια βαρύγδουπη μεταφορά σε μια ακόμη πηγή ευφορίας).
Αν στο χαρτί τα λόγια του ήταν έξυπνα, όταν εκστομίζονται από τους ηθοποιούς αποκτούν μια δεύτερη, ακόμη καλύτερη ζωή. Οι λέξεις παύουν να είναι σενάριο και γίνονται σινεμά. Ο Λάρι Ντέιβιντ, έχοντας χτίσει μια περσόνα περίπου μισανθρώπου στο «Curb your Enthusiasm» ήταν η προφανής επιλογή για τον παρόμοιο πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Εντ Μπέγκλεϊ Τζούνιορ είναι στη σκηνή του μπαρ απολαυστικός. Η Πατρίτσια Κλάρκσον, σε χτυπητή αντίθεση με τα όσα έγραφα την προηγούμενη φορά, είναι μια πενηντάρα που μοιάζει με πενηντάρα, και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η καριέρα της άρχισε να ανθίζει μαζί με τις φλέβες στο λαιμό της. Όσο μεγάλη ηθοποιός όμως κι αν είναι η Κλάρκσον, την παράσταση μάλλον κλέβει η Έβαν Ρέιτσελ Γουντ, που με κάποιο -ανεξήγητο μεν, απαράμιλλα κομψό δε- τρόπο κατορθώνει και υποδύεται τη χαζούλα με πρόσωπο που αστράφτει από εξυπνάδα.
Τι πρεσβεύει ο ήρωας στην αρχή της ταινίας; Πως κι ο Ιησούς καλά τα έλεγε κι ο Μαρξ καλά τα έλεγε κι η ιδέα της Δημοκρατίας πανέμορφη είναι, αλλά όλες αυτές οι σπουδαίες ιδέες βασίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι άνθρωποι είναι κατά βάση σωστοί κι ότι αν τους δώσεις την ευκαιρία να κάνουν το καλό θα το κάνουν, ενώ στην πραγματικότητα είναι κοντόφθαλμα, άπληστα, δειλά και εγωϊστικά σκουλήκια. Γι' αυτό στη ζωή πρέπει να στοχεύουμε μόνο σε ό,τι μας κάνει καλό, σε όποια χαρά μπορούμε να ξεκλέψουμε. Αρκεί να μην πληγώνουμε τους άλλους. Τι πρεσβεύει στο τέλος της; Ο θεωρητικά μισάνθρωπος προσπαθεί να παραστήσει ακόμη τον μισάνθρωπο, ενώ διακηρύσσει τον δοτικότερο ύμνο στη ζωή, ακριβώς επειδή είναι σύντομη, τελειώνει κι ο τάφος μας περιμένει όλους. Φαίνεται παράδοξο αλλά δεν είναι. Από το «ό,τι σου κάνει καλό» του μηδενιστή ερημίτη, στο «ό,τι σου κάνει καλό» του ανθρώπου που συμμετέχει στη ζωή. Επειδή ακριβώς θα πεθάνεις, εκείνο που έχει σημασία είναι όση αγάπη προλάβεις να δώσεις και να πάρεις, όση ευτυχία προλάβεις να ξεκλέψεις ή να δώσεις, κάθε τι που σε οδηγεί στη χάρη, έστω και προσωρινά. Η αλλαγή του δεν έχει προέλθει τόσο από την πλοκή, όσο από την γνώμη του Άλεν πώς πιο κοντά στον άνθρωπο είναι ο θεωρητικά μισάνθρωπος παρά ο δογματικά ιδεολόγος.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Κυριακή, Νοέμβριος 22, 2009

Kι αν είμαι ποπ, μην με φοβάσαι

Ο πρόσφατα μακαρίτης stand up κωμικός Τζωρτζ Κάρλιν είχε φτιάξει μια λίστα με «τους ανθρώπους που πρέπει να πεθάνουν». Πρώτοι - πρώτοι φιγουράριζαν εκείνοι που διαβάζουν βιβλία αυτοβοήθειας. «Γιατί να χρειάζονται τόσοι άνθρωποι βοήθεια;» αναρωτιόταν στις παραστάσεις του. «Η ζωή δεν είναι τόσο πολύπλοκη. Ξυπνάς, πας στη δουλειά, τρως δυο φορές, χέζεις μία, αυτό είναι. Πού είναι το φοβερό μυστήριο; Άσε που αν ψάχνεις να αυτοβοηθηθείς, κακώς ψάχνεις βιβλίο που έχει γράψει άλλος. Αυτό λέγεται βοήθεια, όχι αυτοβοήθεια». Τα λόγια του Τζωρτζ Κάρλιν τα πάει μερικά βήματα πιο πέρα ο Τάιλερ Ντέρντεν στο «Fight Club» (αμερικάνικη ταινία που δανείστηκε τον τίτλο της από ελληνική ραδιοφωνική εκπομπή): «Η αυτοβελτίωση είναι αυνανισμός. Η αυτοκαταστροφή είναι η απάντηση».
Στο πνεύμα του Κάρλιν κι ένας συμπατριώτης μας, την λέει πριν λίγα βράδια στην Μεγάλη Βρετανία στον Αλαίν Ντε Μποττόν. Η Μεγάλη Βρετανία είναι ξενοδοχείο και ο Ντε Μποττόν σαραντάρης φιλόσοφος - συγγραφέας, που παρουσιάζει σε μια αίθουσά της το ολοκαίνουριο βιβλίο του «Οι χαρές και τα δεινά της εργασίας». Η παρουσίαση έχει τελειώσει και είναι η ώρα των ερωτήσεων από το κοινό: «Κύριε Ντε Μποττόν, στα ελληνικά βιβλιοπωλεία δεν θα βρείτε ράφια αφιερωμένα στα βιβλία αυτοβοήθειας. Και ξέρετε γιατί; Επειδή είμαστε χώρα που λούζει ο ήλιος και όλα αυτά χρειάζονται μόνιμα συννεφιασμένους ουρανούς για να ευδοκιμήσουν ψυχικά». Ο Ντε Μποττόν θυμώνει και του απαντά πως ο Σωκράτης θα προσβαλλόταν από αυτό το σχόλιο. Ότι τα εγχειρίδια αυτοβελτίωσης αμερικάνικου τύπου είναι πράγματι σκουπίδια, αλλά αυτό που έκανε ο Σωκράτης κι αυτό που κάνει ο ίδιος μέσα από τα περισσότερα βιβλία του αποτελούν αυτοβελτίωση με την βαθύτερη δυνατή έννοια του όρου. Προσβαλλόταν δεν προσβαλλόταν ο Σωκράτης, άλλα δείχνει και η σύγχρονη πραγματικότητα, αφού πρόσφατα το «Έψιλον» είχε ένα ρεπορτάζ για τις σχολές αυτοβοήθειας, αυτογνωσίας, αυτοβελτίωσης που ξεφυτρώνουν διαρκώς.
Όπως ο Ντε Μποττόν σνομπάρει το χαζοχαρούμενο self-help, κριτικοί και ειδήμονες υψώνουν το φρύδι σνομπάροντας τον ίδιο, καθώς η επιτυχία του είναι μεν αναμφισβήτητη, αλλά το στάτους του κυμαίνεται ανάμεσα σε εκείνους που τον θεωρούν κάλπικο και φιγουρατζή και σε εκείνους που υποκλίνονται στην εκθαμβωτική γραφή και πολυμάθεια του. Διόλου παράξενη αυτή η ριζική διάσταση απόψεων, αφού η μεγάλη επιτυχία στην εποχή της είναι πάντα ύποπτη. Μετά, όταν η εποχή περάσει, και μαζί της το ξάφνιασμα κι ο φθόνος των συγχρόνων, οι επόμενες αποφαίνονται για την αληθινή αξία κάποιου.
Ακόμη πιο ύποπτη όμως είναι η αυταρέσκεια της ακαδημαϊκής μούχλας κι η αποστροφή για την εκλαϊκευση. Ο Ντε Μποττόν γράφει ειρωνικά: «Υποθέτουμε όλοι ότι ένα βιβλίο είναι ιδιαίτερα έξυπνο από τη στιγμή που παύουμε να το καταλαβαίνουμε. Οι βαθιές ιδέες δεν μπορούν να εξηγηθούν στη γλώσσα των παιδιών». Το αντίθετο αποδεικνύει λοιπόν ο ίδιος, γεμίζοντας τις σελίδες του με γλώσσα απολαυστικά σαφή, συνδυασμένη με τις πιο απρόσμενες εικόνες. Γιατί άραγε οι βαθιές ιδέες να μην είναι δημοφιλείς; Προορίζονται από την φύση τους για λίγους εκλεκτούς; Μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο με πολύ κόπο και κάθε απλοποίηση τις εκχυδαϊζει; Και δεν είναι πιο χυδαίο να αδιαφορούμε εντελώς για αυτές; Επίσης, κάθε βιβλίο που παρουσιάζει ιδέες με τρόπο ελκυστικό, δεν μπορεί παρά να λειτουργεί και ως ερέθισμα - μονοπάτι για απευθείας ανάγνωση του άλφα ή του βήτα φιλοσόφου (έστω και για μικρό τμήμα των αναγνωστών).
Τα ονόματα του Σοπενάουερ και του Επίκουρου πέφτουν στο τραπέζι και θυμάμαι μερικούς μήνες πριν τον Ίρβιν Γιάλομ στο Μέγαρο Μουσικής. Συνειδητοποιώ πόσο μοιάζουν. Λιγότερο στο τι είναι στην πραγματικότητα ο καθένας (ο γραπτός κι ο προφορικός λόγος του Ντε Μποττόν σπινθηροβολούν, ενώ του Γιάλομ είναι πολύ πιο βαρείς) και πολύ περισσότερο στον τρόπο πρόσληψής τους στην Ελλάδα, αφού εκπροσωπούν την καθώς πρέπει εκδοχή της αυτοβοήθειας.
Το καλοκαίρι διάβασα το βιβλίο του Ντε Μποττόν «Πώς ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου». Η ζωή μου δεν άλλαξε. Έγινε όμως συναρπαστική όσο το διαβάζα. Και για αυτό πήγα να τον άκουσω να μιλάει. Βέβαια, όταν τελειώνει κάτι που προσδοκούσες καιρό, αναρωτιέσαι: Ωραία, και τι έγινε τελικά; Κανένας καταποντισμός; Όλα μια ιδέα είναι. Απλώς μερικές είναι πολύ πιο συναρπαστικές από τις άλλες.
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)

Σάββατο, Νοέμβριος 21, 2009

Πέμπτη, Νοέμβριος 19, 2009

Σου οφείλονται

Πριν δυο Κυριακές στη Λιβαδειά διάφοροι μαντράχαλοι σηκώνονται διαρκώς μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες. Τα κεφάλια τους κρύβουν το γήπεδο. Το φαινόμενο προξενεί πληθώρα αγανακτισμένων κι απαξιωτικών σχολίων.
Το χορτάρι στο ΟΑΚΑ είναι σαν να το 'χουν φάει ακρίδες. Το φαινόμενο αντιμετωπίζεται με σχετική αδιαφορία.
Ο χώρος μπροστά στις κάμερες είναι πιο σημαντικός απ' το γρασίδι, ο χώρος που αφορά τον τηλεθεατή είναι πιο σημαντικός από τον χώρο που αφορά τον ποδοσφαιριστή.
Μολονότι δημοσιογράφοι και φίλαθλοι δεν στραβώνουν με την κατάσταση των αγωνιστικών χώρων η απαίτηση για θέαμα επανέρχεται διαρκώς στις συζητήσεις τους.
Αναρωτιέμαι αν άλλος λαός στις ποδοσφαιρικές του κουβέντες επαναφέρει τόσο συχνά τη λέξη «θέαμα». Χωρίς να ξέρω, θα μπορούσα να φανταστώ πως όχι, ακριβώς επειδή το πιθανότερο είναι πως πουθενά αλλού το ποδόσφαιρο δεν είναι τόσο απόλυτα επικεντρωμένο στο αποτέλεσμα, ακριβώς επειδή το πιθανότερο είναι πως οπουδήποτε αλλού οι έννοιες θέαμα και αποτέλεσμα δεν αντιμετωπίζονται ως δίπολο, αλλά ως το ένα που φέρνει το άλλο: προσπαθείς να δημιουργήσεις περισσότερες φάσεις από τον αντίπαλό σου, με στόχο όχι κάποια αφηρημένη αισθητική ωραιότητα, αλλά για να τον κερδίσεις.
Παρόλη την θεαματολογία η Εθνική ξενέρωσε τον κόσμο όταν άρχισε να χάνει. Το «τα τρια σέντερ μπακ μας θα αλλάζουν πάσες μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα» στο ματς του περσινού Euro με τη Σουηδία μάς εντυπώθηκε επειδή το χάσαμε τελικά το ματς. Αν θεωρήθηκε επιτυχία που πήγε 40.000 κόσμος στο ματς με την Ουκρανία σε ένα ματς που άλλες εποχές θα έκανε sold out από τη δεύτερη μέρα, δεν είναι επειδή ο κόσμος κουράστηκε από το μη ποδόσφαιρο της Εθνικής, αλλά επειδή έχοντας δει τα σημάδια της αποσύνθεσης το προηγούμενο διάστημα δεν πίστευε πώς θα περάσουμε.
Μα αν είναι έτσι, γιατί μουρμουράμε διαρκώς για θέαμα και σε σχέση με την Εθνική και σε σχέση με το Πρωτάθλημα; Η απάντηση είναι ότι η σχολή της μουρμούρας, της απαξίωσης, του μηδενισμού, του «Έλα μωρέ τώρα, δεν υπάρχει ποδοσφαιριστής τάδε» δεν δημιουργήθηκε από το Γιώργο Γεωργίου. Ο Γεωργίου έγινε αυτός που έγινε ακριβώς επειδή εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο μια προϋπάρχουσα ανάγκη, επειδή ικανοποίησε ένα εγγενές μας χαρακτηριστικό: αν όλοι οι σύγχρονοι ποδοσφαιριστές είναι τσουρούκες και άμπαλοι, τελικά αυτό σημαίνει ότι εσένα (εσένα του ακροατή) σου χρωστάνε. Σου χρωστάνε που δεν σου προσφέρουν αυτό που θα σου όφειλαν.
Γιατί εσένα σου οφείλονται τα πάντα. Είσαι ποδοσφαιρόφιλος και τα κωλόπαιδα σου οφείλουν θέαμα. Είσαι κι οπαδός και τα κωλόπαιδα σου οφείλουν αποτελέσματα (= μόνο νίκες, όχι «γκέλες», οι ισοπαλίες και οι ήττες είναι κάτι ανώμαλο). Είσαι και ακροατής και συνολικά το ποδόσφαιρο που βλέπεις σου οφείλει πολλά περισσότερα από αυτά που σου δίνει. Και παίρνεις να μοιραστείς την αηδία σου με τον Γιώργο. Πα, πα, πα.
Και στη Νότια Αφρική αν πάρεις το αποτέλεσμα θα τα λατρέψεις ξανά με όλη σου την καρδιά αυτά τα παιδιά κι αυτόν τον προπονητή. Αν δεν το πάρεις θα σιχαθεί ξανά η ψυχή σου αυτό το συνονθύλευμα των άμπαλων που καθοδηγείται από αυτό το ραμολιμέντο.

Τρίτη, Νοέμβριος 17, 2009

Η φθορά που μακιγιάρεται

Οι αντικαταστάτες είναι ρομπότ που συνδέονται με τον εγκέφαλό μας και ζουν στη θέση μας, ενώ εμείς είμαστε ξαπλωμένοι και καλωδιωμένοι σπίτι. Για την ακρίβεια ζούμε ρεφενέ: το μυαλό το βάζουμε εμείς, το σώμα αυτά. Και το καλό με αυτά τα σώματα είναι πως και να πάθουν τίποτα δεν παθαίνουμε τίποτα εμείς, δεν πονάμε, δεν κουραζόμαστε κλπ. Το άλλο καλό είναι η εμφάνισή τους. Μπορούμε να τα παραγγείλουμε έτσι ώστε να είναι οι ιδεατές εκδοχές του εαυτού μας: πολύ νεότερα και δίχως τις εξωτερικές μας ατέλειες.
Αλλά γιατί να τα εξηγούμε από εδώ, όταν μπαίνοντας στην επίσημη ιστοσελίδα της ταινίας μπορείς να δημιουργήσεις τον δικό σου αντικαταστάτη (δοκίμασέ το, είναι ενδιαφέρον). Η κατασκευάστρια εταιρία «VSI» («Virtual Self Industry» - Bιομηχανία Εικονικών Εαυτών) διαφημίζει το προϊόν της πειστικά: «Είμαστε από την κατασκευή μας εύθραστοι και ελαττωματικοί. Επιλέξτε πρόσωπο και κορμί σύμφωνα με τις επιθυμίες σας, ώστε να πληρείτε τα κοινωνικά στάνταρ και να προστατεύετε τον εαυτό σας από το περιβάλλον». Η βασική ιδέα της ταινίας είναι λοιπόν πολύ ερεθιστική (παρόλες τις ενστάσεις που εγείρονται για τον δυϊσμό σώματος - εγκεφάλου ή και εξαιτίας τους), καθώς συνδέει την ολοένα και πιο επίκαιρη προβληματική των άβαταρς και των εικονικών εαυτών με την προβληματική των πλαστικών εγχειρήσεων. Ωστόσο πρόκειται για μια ιδέα που δεν κατέληξε σε μια σπουδαία ταινία επιστημονικής φαντασίας. Για δύο λόγους.
Ο πρώτος είναι κι ο περισσότερο προφανής: ο πήχης εξαρχής δεν τοποθετήθηκε τόσο ψηλά, αφού χαμήλωσε για να δοθεί έμφαση στο αστυνομικό μυστήριο και τη δράση. Αλλά ακόμη κι αυτός ο χαμηλότερος πήχης κουνιέται, αφού το σενάριο καταφεύγει σε ευκολίες κι αντιγραφές, οι χαρακτήρες είναι πέρα για πέρα χάρτινοι κι από τον σκηνοθέτη απουσιάζει εμφανώς ένα συνολικό όραμα που να δίνει ξεχωριστή ταυτότητα στο έργο. Η έλλειψη φαντασίας στην ανάπτυξη της παραγωγής, καθρεφτίζεται ανάγλυφα στο ότι ιδρυτής της «VSI» και πρόσωπο κλειδί στην ταινία είναι ο Τζέιμς Κρόμγουελ, ο οποίος είχε τα φόντα για τη δουλειά, αφού διετέλεσε επίσης ιδρυτής της «US Robotics» και πρόσωπο κλειδί στο «Ι, Robot», γεγονός που τον καθιστά ήδη αδιαφιλονίκητο φαβορί για την επόμενη θέση ιδρυτή ρομποτικής εταιρίας που θα προκηρυχθεί σε φιλμ. Επίσης, ο άνθρωπος με το τόσο πρωτότυπο όνομα «Προφήτης», που οδηγεί το γένος των ανθρώπων σε αντίσταση κατά των αντικαταστατών, είναι ο Βιγκ Ρέιμς, σε μια ερμηνεία παρωδία, με μια εμφάνιση παρωδία, αφού είναι φτυστός η Γούπι Γκόλντμπεργκ με μουστάκι και γενειάδα. Την ερμηνεία του και την κουπ του συναγωνίζονται επάξια (χωρίς να τις κερδίζουν πάντως) αυτές του αντικαταστάτη του Μπρους Γουίλις, που περιφέρεται από σκηνή σε σκηνή με ξανθιά φράντζα και κατάχαζο νυσταλέο βλέμμα.
Κι έτσι, ενώ όλοι οι αντικαταστάτες είναι υπερκούλ εκδοχές των κανονικών ανθρώπων, ο Μπρους είχε προφανώς πάθει αισθητικό κλακάζ όταν επέλεγε εμφάνιση, με αποτέλεσμα ο κανονικός εαυτός του (που αποφασίζει να πάρει τα πράγματα στα χέρια του, μόλις ο αντικαταστάτης του καταστρέφεται) να καθαρίζει με την γνωστή εμβληματική φαλάκρα, μια φαλάκρα που δείχνει ότι στον άνδρα (ο οποίος στο θέμα της τριβής των δυο φυλών με το χρόνο παίζει με σημαδεμένη υπέρ του τράπουλα) ακόμη και ένα κατεξοχήν σύμβολο φθοράς μπορεί να μετατραπεί σε προσόν.
Κι εδώ ερχόμαστε στον δεύτερο και λιγότερο προφανή λόγο για τον οποίο η ταινία δεν έπεισε. Πώς να έδειχνε έναν πραγματικά φθαρμένο Μπρους Γουίλις; Πώς να ξεφύγει το Χόλιγουντ από τη λάμψη των σταρ του; Πώς να δείξει αληθινή φθορά όταν κατεξοχήν την αρνείται, την απωθεί, όταν είναι εκτός του κόσμου του; Να λοιπόν γιατί την αντικαταστάτρια της γυναίκας του Μπρους, την υποδύεται η απαστράπτουσα τριαντάχρονη Ροζαμούντ Πάικ. Να γιατί όταν βλέπουμε την κανονική γυναίκα του βλέπουμε την Πάικ μακιγιαρισμένη ως παρατημένη πενηντάχρονη. Ποιά αληθινή πενηντάχρονη σταρ θα δεχόταν να δείχνει φθαρμένη; Ο κόσμος θα μπερδευόταν. Μήπως αυτή είναι η αληθινή της αμακιγιάριστη εικόνα; Στο έργο επιστημονικής φαντασίας που παρακολουθούμε μια πενηντάχρονη επιλέγει να αντικατασταθεί από μια τριαντάχρονη εκδοχή της, αλλά στην μη επιστημονικής φαντασίας πραγματικότητα του Χόλιγουντ το πρόβλημα δεν ήταν να βρεθεί η πενηντάχρονη που θα μοιάζει για τριάντα, αλλά εκείνη που θα μοιάζει για πενήντα.
Η μακιγιαρισμένη φθορά της Πάικ λειτουργεί καθησυχαστικά. Η φθορά εξορίζεται ξανά. Κανείς δεν μαραίνεται στα αλήθεια.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)