Τρίτη, Μαΐου 17, 2016

Tράγοι κι Ολιγάρχες

Στον τελικό της ευρωλίγκας είδαμε το ίδιο ψυχόδραμα σε δυο διαφορετικές εκδοχές. Ο Γιαν Βέσελι εναντίον του εαυτού του και η ΤΣΣΚΑ εναντίον του εαυτού της. Ένας τόσο χαρισματικός παίκτης παθαίνει ολοκληρωτικό μπλακ άουτ μπροστά στη γραμμή των ελευθέρων βολών και χάνει εννέα βολές σερί, βάζοντας μόνο τη δέκατη. Τα ποσοστά του ήταν άθλια στις βολές φέτος, αλλά για να χάσεις εννέα βολές σερί όντας επαγγελματίας παίκτης πρώτου επιπέδου, πρέπει να μην είσαι εσύ και το καλάθι, πρέπει να είσαι εσύ εναντίον του μυαλού σου. Και να καταρρακώνεσαι. Και γενικότερα οι ελεύθερες βολές στο μπάσκετ είναι -χωρίς προφανώς να έχει μικρή αξία και η προπόνηση- κατεξοχήν θέμα ψυχολογίας. Οι δυο διαφορετικοί Πάσπαλιε στις βολές, πριν κάνει το μυαλό του το μαυρό κλικ και μετά, είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.
Ένας άντρας 2 μέτρα και 11 εκατοστά δίνει στην τρίτη περίοδο του αγώνα μια παράσταση κατάρρευσης, που και οπαδός της ΤΣΣΚΑ να είσαι αισθάνεσαι αμήχανα ως άσχημα να τη βλέπεις και θες να πεις σταματήστε να το κάνετε αυτό στον άνθρωπο, σταματήστε να του κάνετε φάουλ ή βγάλτε τον από το παιχνίδι, κανείς δεν πρέπει να εκτίθεται έτσι. Είναι η τρίτη περίοδος που γενικά έχει πάψει να παίζεται μπάσκετ, μετά τα εκπληκτικά πράγματα που έκανε η ΤΣΣΚΑ στο πρώτο ημίχρονο. Οι διαιτητές να σφυράνε εξακολουθητικά Φενέρ, ολιγάρχες, τρόφι γουάιφς και μπράβοι της ρωσικής και τουρκικής ελίτ να πλακώνονται μεταξύ τους, η Φενέρ να προσπαθεί να γυρίσει το ματς, αλλά η διαφορά να μένει περίπου εκεί που ήταν, έχοντας όμως καταφέρει τουλάχιστον να κάνει την ΤΣΣΚΑ να σταματήσει να παίζει.
Και να καταλαβαίνει πως αφού περνάει η ώρα είναι καιρός να αρχίσει να αντιμετωπίζει η ίδια τον δικό της εαυτό. Και εννοείται να καταρρέει όσο πανηγυρικά και ο Βέσελι. Όχι 20, 30 πόντους να ήταν μπροστά, πάλι τη διαφορά θα την έχανε. Δεν γινόταν αλλιώς. Γιατί ο αντίπαλος που είναι στο κεφάλι μας δεν αντιμετωπίζεται με μπάσκετ, ο αντίπαλος που είναι στο κεφάλι μας αντιμετωπίζεται μόνο αν τον αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο. Κι ακούγοντας τον Ιτούδη στη κοινή συνέντευξη Τύπου πριν ξεκινήσει το φάιναλ φορ να λέει πως όσα συνέβησαν τα περασμένα χρόνια δεν τους αφορούν και πως κοιτάνε μόνο μπροστά, ήξερες πως όσα συνέβησαν τα περασμένα χρόνια θα συνέβαιναν και φέτος.
Και συνέβησαν. Κι όμως η ΤΣΣΚΑ το πήρε. Όχι επειδή καθάρισε το μυαλό της. Προς θεού, όχι για αυτό. Το γιατί μόνο με πιθανολογήσεις μπορεί να απαντηθεί: Ίσως επειδή πρόλαβε να χάσει τη διαφορά στην κανονική διάρκεια και έτσι ισοφαρίζοντας εκείνη στο τέλος δεν μπήκε στην παράταση φοβούμενη την ολοκλήρωση της ανατροπής και το ακόμη χειρότερο που θα της συνέβαινε. Ίσως επειδή αφού δεν κατάφερε να απαλλαγεί από τα φαντάσματά της και τα έβγαλε πάλι όλα επί σκηνής, ίσως δηλαδή αφού πρώτα τα εμφάνισε και τα βίωσε, τότε και μόνο τότε μπόρεσε να αρχίσει να ξαναπαίζει. Ίσως επειδή απλά θα παραήταν άδικο και σκληρό να συμβεί το ίδιο και φέτος. Δεν συνέβη τελικά, αφού πρώτα όμως συνέβη πανηγυρικά.
Πάρα πολλά θα μπορούσε να πει κανείς ακόμα για τον τελικό και για τη φετινή ευρωλίγκα, αλλά θα μείνω στην αντίστιξη δύο σκηνών: χθες βράδυ τα όρια μεταξύ παικτών και θεατών παραβιάστηκαν επειδή ο ολιγάρχης που καθόταν στην πολυθρόνα την πριβέ δίπλα στον αγωνιστικό χώρο έσπρωξε έναν παίκτη, πριν λίγο καιρό τα όρια μεταξύ παικτών και θεατών παραβιάστηκαν επειδή ο άνθρωπος που μάλλον θα παίρνει τρεις κι εξήντα κάνοντας την μασκότ της Λαμποράλ ντυμένος τράγος τρελάθηκε στο νικητήριο τρίποντο και μπήκε να πανηγυρίσει την ώρα που η Ρεάλ εκδήλωνε την τελευταία επίθεσή της. Σκηνές αντιστικτικές αλλά μαζί και ίδιες. Όσο φτιαχτική κι αν είναι η σκηνή με τη μασκώτ κι όσο απωθητική κι αν είναι με τον ολιγάρχη, με όσο διαφορετική νοοτροπία κι αν γίνεται η παρέμβασή τους στα δρώμενα και όσο ολότελα διαφορετικές ζωές κι αν ζουν οι δυο τους όταν το παιχνίδι τελειώνει, την ώρα που το παιχνίδι διαρκεί υπάρχει κι αυτό που τους ενώνει, αυτό απέναντι στο οποίο είναι εξίσου ανίσχυροι, εξίσου παραμυθιασμένοι, εξίσου ίσοι, γιατί ανεξάρτητα από το πώς λειτουργούν και το τι εκμετάλλευσης τυγχάνουν τα θεάματα, τα θεάματα δεν ήταν ποτέ μόνο για τις μάζες, τα θεάματα και δη τα αθλητικά μοιράζουν συγκινήσεις και στις ελίτ, με ένα τρόπο οιονεί κομμουνιστικό που οι άρτοι ποτέ δεν θα αξιωθούν.
Κι όσο για σένα, την επόμενη φορά που θα προσπαθήσεις να κατορθώσεις κάτι, μην ξεχνάς την ΤΣΣΚΑ, μην ξεχνάς πως είμαστε όσο καλοί μας επιτρέπει η αυτοκαταστροφικότητά μας, πως είμαστε όσο καλοί μας επιτρέπουν τα σκατά στο μυαλό μας, πως δεν έχει σημασία μόνο πόσο ικανοί είμαστε για κάτι και πόσο έχουμε δουλέψει για αυτό, σημασία έχει επίσης να μην ορθώνει ο εαυτός μας εμπόδια στην πραγματοποίησή του. Όσο φοβόμαστε πως θα καθηλωθούμε, καθηλωνόμαστε επειδή το φοβηθήκαμε. Και η διαφορά θα μειώνεται. Και ο εφιάλτης θα ξανάρχεται. Και οι προφητείες θα αυτοεκπληρώνονται. Φοβόμαστε. Να. Δίκιο είχαμε. Οι φόβοι μας γίνονται πραγματικότητα. Πάλι.

Δευτέρα, Μαΐου 09, 2016

Αυταπάτες

Tην περασμένη Παρασκευή το μεσημέρι είμαι σε μια κηδεία (αν όχι μακρινής, πάντως σίγουρα απομακρυσμένης κι ακόμα πιο σίγουρα υπέργηρης συγγενούς), η νεκρώσιμος ακολουθία τελειώνει, ο παπάς παίρνει τον λόγο και αρχίζει να λέει ότι την προηγούμενη ημέρα είχαν κηδεία ενός βρέφους επτά μηνών, ότι αυτό που ζούμε τώρα δεν είναι η ζωή αλλά ο θάνατος αφού με τη γέννησή μας γεννιέται και ο θάνατος, ότι η αληθινή και η αιώνια ζωή είναι μετά, συνεχίζoντας με κολάσεις και παραδείσους, με στρατιές αγγέλων από την μια και τον διάβολο και τους φοβερούς δαίμονές του από την άλλη, κι όλα εξαρτώνται από μας αρκεί να μετανοήσουμε εγκαίρως όπως ο ληστής στο σταυρό που πρώτος μπήκε στη σωστή πλευρά με το μπάζερ μπίτερ του, με ένα αφήγημα αποστερημένο και στο πιο καλοπροαίρετο αυτί από την όποια πνευματικότητα, με ένα αφήγημα αντίστοιχης αληθοφάνειας και βάθους με το Μπάτμαν εναντίον Σούπερμαν του Ζακ του Σνάιντερ, με ένα αφήγημα πολύ κοντά στο συγκλονιστικό πρόσφατο παραλήρημα του Πέτρου Γαϊτάνου, που αν μη τι άλλο είπε ευθέως ο άνθρωπος πως δεν είναι ο άνθρωπος απέναντι στην αμαρτία, αλλά πως ο άνθρωπος είναι η αμαρτία, πως ο άνθρωπος και η ζωή είναι το λάθος, κάνοντας σε να θες να γραφτείς στον ISIS τώρα, άμεσα, χωρίς χρονοτριβή, μπας και καταφέρεις και επιβληθείς και σβήσεις από το χάρτη τόσο πολύ απάλευτο σκοταδισμό, τόσο πολλή απάλευτη άρνηση, φόβο και μίσος για ό,τι μας συνιστά ως ζωντανούς ανθρώπους. 
Μια Παρασκευή πιο πριν, την Μεγάλη, ήμουν στο χωριό της γυναίκας μου στην Ήπειρο. Όταν είναι να αρχίσουν τα Εγκώμια (γκούγκλαρα να δω πώς τα λένε, όπως ο Δραγασάκης την αλήθεια), γυναίκες έρχονται και πιάνουν πόστο, όχι μεγάλης ηλικίας γυναίκες, γυναίκες που και αυτές αλλού ζουν και έχουν έρθει στο χωριό για Πάσχα. Τραγουδούν ίσως όσο πιο παράφωνα και παράτονα έχω ακούσει ποτέ μου, όχι μόνο το «Ω γλυκύ μου έαρ» αλλά και οποιοήποτε άλλο τραγούδι, ωστόσο αυτή η συμμετοχικότητά τους και το γεγονός πως κάτι στον λάθος τόνο τους θυμίζει δημοτικά τραγούδια του τόπου, καθιστά την όλη εμπειρία με έναν υπόγειο τρόπο συγκινητική και πάντως επιδραστική, υπενθυμίζοντας τι θα μπορούσε στην ιδεατή του μορφή να σημαίνουν οι λέξεις εκκλησία και παράδοση. Όσο ψέλνουν, ο πότης παπάς έχει γείρει πάνω στον Επιτάφιο και τις ακούει χαμογελώντας, με ένα χαμόγελο που μόνο το πρόσωπο των ανθρώπων που δεν θεώρησαν τη ζωή αμαρτία, αλλά αγάπησαν κι αγκάλιασαν τη ζωή και τις αμαρτίες της σαν ολόδικές τους, μπορεί να στολίσει. 
Την περασμένη Παρασκευή το απόγευμα ετοιμάζομαι να πάω με τον γιο μου πρώτη φορά στο γήπεδο. Ένας φίλος μού δείχνει στο φέισμπουκ ότι κάποιος περίεργος έχει ανεβάσει το περιβόητο τουίτ του Πιτσιρίκου για την Μαρφίν, έχοντας κοτσάρει μια φωτογραφία μου από πάνω, ωσάν να είμαι εγώ ο Πιτσιρίκος. Η φώτο μου ως Πιτσιρίκος που χλευάζει τους νεκρούς της Μαρφίν (γιατί αν ήθελε να γράψει κανείς για ένα κατεξοχήν πρόβλημα του δημόσιου λόγου τα τελευταία χρόνια, θα μπορούσε κάλλιστα να ξεκινήσει από το πόσο εντελώς παρερμηνεύτηκε ως χλευαστικό το συγκεκριμένο τουίτ) αναπαράγεται σωρηδόν σε τριψήφιο αριθμό τοίχων, με σχόλια που κινούνται ανάμεσα στο πόσο άθλια είναι η φάτσα μου και σε απειλοκατάρες. Το πανηγύρι είχε ξεκινήσει μια μέρα πριν, όταν αντί της δικής μου φάτσας, ο αντιπρόεδρος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης της χώρας είχε ανεβάσει το τουίτ με φωτογραφία του τραγουδιστή Σπύρου Γραμμένου ως Πιτσιρίκου. Περισσότερο ή λιγότερο συμπτωματικά, μια μέρα μετά, ο ίδιος ο Πιτσιρίκος ανακοινώνει ότι σταματάει να γράφει στο μπλογκ του. Γυρνώντας από το γήπεδο με τον μικρό, βλέπω να μου λένε και να μου ξαναλένε να κυνηγήσω δικαστικά τον τύπο που όχι μόνο ανέβασε τη φωτογραφία μου ως χλευαστή νεκρών που του αξίζουν τα χειρότερα, καθώς «τέτοιου είδους βαριά ύβρις προς τους νεκρούς ποτέ δεν έμεινε ατιμώρητη», αλλά και ενώ του επεσήμανε ένα σωρό κόσμος ότι η φώτο είναι λάθος, εκείνος επέμενε ότι το έχει διασταυρώσει με αστυνομικές πηγές, σβήνοντας τα σχόλια που του έλεγαν ότι είναι λάθος και ενίοτε χρησιμοποιώντας σκαιές εκφράσεις απέναντι σε όσους τολμούσαν να του το επισημάνουν. Πάρα πολύ μετά και αφού του έχω πει ότι η φώτο είναι δική μου, «επανορθώνει» εξηγώντας ότι είμαι συνάδελφος και «ιδεολογικός ομογάλακτος» του Πιτσιρίκου, άρα εκεί οφειλόταν το λάθος κι όλα καλά όλα ωραία και δεν τρέχει τίποτα και αν τον πάω στα δικαστήρια θα είναι κουλ και άνετος και δεν θα έχει επίπτωση καμιά. Επειδή όμως όταν κυκλοφορήσει κάτι στο ίντερνετ κυκλοφόρησε, το επόμενο βράδυ παλιός φίλος από την κανονική ζωή μού στέλνει σκασμένος στα γέλια μήνυμα ότι είδε στο τουίτερ τη φώτο μου ως Πιτσιρίκου. 
Την περασμένη Παρασκευή το απόγευμα δεν ξέρω πόσες κατάρες συγκεντρώνονταν κάτω από τη φωτογραφία μου, ξέρω όμως ότι ζούσα το δικό μου μύθο σε ένα γήπεδο μπάσκετ, φωτογραφίζοντας το γιο μου με το καπέλο και το κασκόλ που είχαμε μόλις αγοράσει. Δέχομαι και προσυπογράφω ότι είναι λάθος να προσπαθούμε να κάνουμε τα παιδιά μας αντίτυπά μας. Αλλά εκτός από λάθος είναι και αδύνατο. Όσο αδύνατο είναι από την άλλη να μην τα επηρεάσουμε καθοριστικά, έτσι ή αλλιώς. Και όχι, αν ήταν αντίτυπό μου, θα ασχολούνταν ήδη με τα ποδοσφαιρομπασκετικά που ως σήμερα τον αφήνουν παντελώς αδιάφορο. Και όχι, αν ήταν αντίτυπό μου, δεν θα ήθελε τόσο πολύ να πάμε κοντά σε αυτούς που τραγουδούν με τα τύμπανα. Θα φοβόταν, δεν θα το λαχταρούσε. Το σύνθημα που τραγουδούσαν έλεγε: «Και βάλτε το καλά μες το μυαλό - έτσι όπως μας θέλετε εσείς - ποτέ μας δεν θα γίνουμε εμείς». Έτσι όπως θέλουμε τα παιδιά μας εμείς, ποτέ τους δεν θα γίνουνε αυτά. Όλα τα άλλα είναι αυταπάτες που θα έλεγε και ο Πρόεδρος Αλέξης. Αλλά το να πηγαίνεις με το γιο σου για πρώτη φορά γήπεδο και να τον φωτογραφίζεις με καπέλο και κασκόλ, είναι μια εμπειρία που όταν τη ζεις λες χαλάλι η δική μου φωτογραφία, ας κυκλοφορήσει, ας κανιβαλιστεί, ας συγκεντρώσει όσο μίσος θέλει. Όσο κι αν συγκεντρώσει, έχω και κοιτάζω μια άλλη, με μια αγάπη που το ξεπερνά. Μια αγάπη για αυτόν που παριστάνει εμένα μόνο στη φώτο, με το καπέλο του και το κασκόλ του, για αυτόν που κατά τ' άλλα είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, ένας άνθρωπος, ένα λάθος δηλαδή και μια αμαρτία κατά Γαϊτάνο, ένας άνθρωπος που η ζωή του εύχομαι να είναι γεμάτη ιστορίες, αμαρτίες και μεγάλα λάθη, εκτός κι αν αυτό είναι μια ακόμα προσπάθεια αντιτυποποίησης, οπότε του εύχομαι απλώς να διαλέξει το δικό του δρόμο, ακόμη κι αν είναι αυτός του Γαϊτάνου, ακόμη κι αν είναι αυτός του Άδωνη.  

Πέμπτη, Απριλίου 21, 2016

Πώς έγινα κι εγώ μνημονιακός

Σε δύο στάδια:
Το πρώτο το καλοκαίρι, όταν αποδέχτηκα πως όσο συντριβή κι αν συνιστούσε η συνθηκολόγηση που θα οδηγούσε στο τρίτο μνημόνιο, οικονομικά κατά πάσα πιθανότητα η εναλλακτική, εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα, θα ήταν ακόμη χειρότερη.
Το δεύτερο τώρα, που περιμένω το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης για να αρχίσουμε να τα αφήνουμε πίσω μας επιτέλους όλα αυτά και να κοιτάξουμε προς τα μπρος.
Παρηγοριά μου μία: να βρίζω ακόμα τους παλιούς μνημονιακούς και να τα βάζω ακόμα με όσους παρέμειναν το καλοκαίρι στα αντιμνημονιακά κάγκελα. Παρηγοριά μου δηλαδή είναι να λέω πως τουλάχιστον δεν είμαι ούτε σαν τους μεν ούτε σαν τους δε, να λεω πως τουλάχιστον δεν είμαι σαν αυτούς που υπήρξαν συνεπείς τόσο από την μία όσο και από την άλλη πλευρά.

Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2016

Με ενοχλείς

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τη βάση όσων είπα στη σχετική ημερίδα που διοργάνωσε η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
--- 


Ο ενοχλητικός λόγος

Όλοι έχουμε μια βασική αφήγηση, μια βασική εικόνα για τον κόσμο. Χριστιανοί ή Μουσουλμάνοι ή ό,τι άλλο, Δεξιοί ή Αριστεροί ή ό,τι άλλο. Αυτή την εικόνα δεν την έχουμε για πλάκα ούτε την παίρνουμε αψήφιστα. Ακόμη κι αν στην πορεία κάποια στιγμή εξασθενήσει και αντικατασταθεί από μια άλλη, όσο την έχουμε σημαίνει κάτι για μας: είναι η εξήγηση του κόσμου, το λεξικό βασικών εννοιών του, το λυσάρι του, η αποκωδικοποίησή του, οι βασικές του απαντήσεις, οι βασικοί του κανόνες. Υπό αυτήν την έννοια είμαστε όλοι πιστοί· των άθεων και των αγνωστικιστών συμπεριλαμβανομένων. Και οτιδήποτε αφορά αυτούς τους βασικούς κανόνες και κάνει το λάθος να μη συμμορφώνεται μαζί τους, ή ακόμη χειρότερα τους αμφισβητεί /κριτικάρει / σατιρίζει προσπαθώντας να τους αποκαθηλώσει, είναι κάτι που ενοχλεί. Και η φυσική τάση του ανθρώπου είναι να προσπαθεί να απαλλαχθεί από αυτό που τον ενοχλεί. Παραφράζοντας τον Βολταίρο: σπανίως απλώς διαφωνώ με αυτό που λες, σπανίως σκέτα διαφωνώ με αυτό που λες, συνήθως αφού διαφωνώ, ενοχλούμαι κιόλας με αυτό που λες. Είναι παρ' όλα αυτά, παρ' όλη αυτήν την ενόχληση, το δικό μας πιστεύω, το δικό μας δόγμα, το δόγμα του δυτικού πολιτισμού μετά τον διαφωτισμό, το ότι σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη κι αν ενοχλούμαι του θανατά απ' αυτό που λες, θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες; Ή μήπως προσπαθούμε να το παρακάμψουμε παραμένοντας τυπικά πιστοί στις διακηρύξεις της υπεράσπισης και επικεντρώνοντας στα τριγύρω;

Ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα επικέντρωσης στα τριγύρω είναι ο σάλος που δημιουργήθηκε με την παράσταση «Η Ισορροπία του Νας». Αν ήταν περίπου επόμενο να περιμένεις από το πιο οπισθοδρομικό τμήμα του κλήρου, από παραθρησκευτικές οργανώσεις κι από νεοναζί αντιδράσεις σαν αυτές που οδήγησαν πριν 4 χρόνια στο κατέβασμα της παράστασης «Corpus Christi», είναι αρκετά ειρωνικό ότι βρεθήκαμε πρόσφατα ενώπιον του φαινομένου να αντιδρά παρόμοια η ιδεολογική πλευρά που ομνύει στον διαφωτισμό και τα ευρωπαϊκά ιδεώδη και που επιχειρεί να αυτοπροσδιορισθεί ως και η μόνη αληθινή υπερασπιστής της ελευθερίας του λόγου και της τέχνης. Χωρίς να θέλω να ισχυριστώ ότι η ένταση των αντιδράσεων ήταν στις δύο περιπτώσεις η ίδια, δεν παύει να ισχύει ότι υπήρξε μια αντίδραση που δεν αποτελούσε απλά αρνητική κριτική για την παράσταση, αλλά που τελικά αμφισβητούσε το δικαίωμα της ανόδου της. Μένοντας λοιπόν τυπικά πιστός στην υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης και της τέχνης, αλλά προσπαθώντας να την παρακάμψεις με όλα τα τριγύρω: Ναι, φυσικά οι παραστάσεις δικαιούνται να ανεβαίνουν, αλλά στο Εθνικό κιόλας; Με τα λεφτά του φορολογούμενου; Για αυτό πληρώνουμε φόρους, για να βλέπουμε επί σκηνής τα λόγια του Ξηρού; Και τι ακριβώς σκοπό εξυπηρετούσε να μπει ο Ξηρός δίπλα στον Καμύ; Τι είδους τέχνη εντός εισαγωγικών είναι αυτή; Ενίοτε δε, όπως συνέβη και προ διετίας με το βιβλίο του Κουφοντίνα «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη», πετάμε και τον Βολταίρο τελείως στην άκρη και το λέμε φόρα παρτίδα, όπως έγινε με το εμβληματικό φιλελεύθερο βιβλιοπωλείο “Free Thinking Zone”, το οποίο ανάρτησε στη βιτρίνα του ένα σημείωμα που έγραφε: «Αφιερώνουμε αυτό το σημείο προβολής στα βιβλία που θα έγραφαν τα θύματα του Δ. Κουφοντίνα. Δικαίωμα στην ελευθερία χωρίς δικαίωμα στη ζωή δεν μπορεί να υπάρξει». Επιστρέφοντας στα τριγύρω, ο Πέτρος Τατσόπουλος έλεγε τότε. «Αυτό που αναρωτιέμαι είναι γιατί εμείς αγοράζουμε τέτοια βιβλία. Πίσω από αυτό και από πολλά άλλα παρόμοια υπάρχει ένα νοσηρό, ανομολόγητο τρίγωνο: ο συγγραφέας, ο εκδότης και ο αναγνώστης. Και οι τρεις κάνουν μια φαουστική συμφωνία με τον διάβολο. Ο μεν συγγραφέας (το ίδιο ισχύει και για τους συγγραφείς των προκηρύξεων) λέει: Δολοφονώ για να με δημοσιεύσετε. Η πραγματική αξία δεν ενυπάρχει στα γραπτά του, αλλά στην επένδυσή του με τις δολοφονίες. Είναι σαν να λέει: Αν δεν δολοφονούσα, δεν θα με δημοσιεύατε, θα κερδίσω την προσοχή σας με το να σκοτώνω. Ο εκδότης αποδέχεται αυτήν τη σύμβαση: Σε δημοσιεύω επειδή σκότωσες. Η ελευθερία του Τύπου και η ενημέρωση της κοινής γνώμης είναι προφάσεις εν αμαρτίαις: το δέλεαρ ήταν ότι σκότωσες και ότι αυτό θα έχει εμπορικό αντίκρισμα». Για να αντιστρέψω λοπόν ένα λεκτικό σχήμα που κατά κόρον χρησιμοποιήθηκε τα προηγούμενα χρόνια σε σχέση με την καταδίκη της βίας: αναγνωρίζεις το δικαίωμα στην ελευθερία της τέχνης, το δικαίωμα να ανεβάζει ο άλλος θεατρικές παραστάσεις και να εκδίδει βιβλία, χωρίς τέτοιου είδους ιδεολογικούς αστερίσκους και υποσημειώσεις; Μολονότι προσπαθώ να εντοπίσω αντιφάσεις και ψευδοεπιχειρήματα, δεν θέλω τελικά να πω ότι η από εδώ ιδεολογική πλευρά θα είχε οπωσδήποτε διαφορετικές αντιδράσεις επί παράστασης ή βιβλίου που θα σχετιζόταν με αντίστοιχο τρόπο με τον Ρουπακιά, τον Κασιδιάρη ή τον Μιχαλολιάκο. Το πολύ πιθανότερο είναι ότι δυστυχώς θα υπερασπιζόμασταν στα λόγια την ελευθερία της τέχνης, προσπαθώντας να την υπονομεύσουμε μέσω των τριγύρω
.

Τα οπαδικά γυαλιά

Μου αρέσει να χρησιμοποιώ μια αντιστοιχία από το ποδόσφαιρο. Αν μπούμε λίγο στον τρόπο σκέψης ενός οπαδού ποδοσφαιρικής ομάδας, θα δούμε ότι αν έχουμε ένα καταφανέστατο πέναλτι ή ένα κραυγαλέο οφσάιντ, ακόμη και ο πιο φανατικός οπαδός δεν θα βγει να πουλήσει τρέλα και να πει ότι δεν είναι. Την εντελώς συγκεκριμένη αδικία άρα δεν θα την αρνηθεί. Θα σπεύσει όμως αμέσως να συμψηφίσει με άλλες φάσεις από το ίδιο ή και από άλλα παιχνίδια, ή θα σπεύσει να χρησιμοποιήσει άλλα επιχειρήματα, με τελικό σκοπό να δείξει ότι στην μεγάλη εικόνα δεν υπάρχει καμία αδικία. Τουναντίον· είτε η ομάδα του είναι η πιο αδικημένη, είτε το επιχείρημα της αδικίας είναι βολική δικαιολογία που αδικεί το γεγονός ότι η ομάδα του είναι η γενικά καλύτερη. Σε οποιαδήποτε δε μη κραυγαλέα φάση, σε οποιαδήποτε φάση κινείται στη σφαίρα του συζητήσιμου, πάλι δεν θα πουλήσει τρέλα. Ακόμη και αν η ίδια ακριβώς φάση κρίνεται πέναλτι ή όχι αναλόγως του χρώματος της φανέλας του παίκτη που θα πέσει στην περιοχή, δεν θα έχει πει ψέμματα, θα έχει όντως δει έτσι τη φάση μέσα από τα οπαδικά γυαλιά.

Έτσι και στην ενασχόληση με την πολιτική και ειδικότερα στην μέσω των σόσιαλ μίντια ενασχόληση, αν πρόκειται για παράβαση κάποιου από την αντίπαλη ιδεολογική ομάδα θα κραυγάσουμε, ενώ αν είναι κάποιου από την δική μας ή θα το αποσιωπήσουμε ή θα σπεύσουμε ακριβώς να το δούμε συμψηφιστικά. αν μας πετάξουν στα μούτρα ένα συγκεκριμένο κραυγαλέο γεγονός πώς θα το κρίνουμε. Τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά έγκεινται περισσότερο όχι στο πώς θα κρίνουμε ένα δεδομένο φάουλ των «δικών μας», αλλά στο τι επιλέγουμε να σχολιάσουμε, με τι επιλέγουμε να ασχοληθούμε, με τι επιλέγουμε να ενοχληθούμε. Και πολλές φορές είναι πιθανό να μην το πάρουμε καν χαμπάρι ένα δεδομένο φάουλ, ακριβώς γιατί στη διαδικτυακή γειτονιά που συχνάζουμε δεν θα αναδειχθεί.


Διαδικτυακές Γειτονιές


Αλλά για ποια διαδικτυακή γειτονιά μιλάω; Από τη δική μου εμπειρία στα ελληνικά σόσιαλ μίντια, μπορώ να διακρίνω τις εξής φάσεις. Το 2005 που έφτιαξα το μπλογκ και υπήρξε η πρώτη έκρηξη, μπορεί τα πράγματα να ήταν ελαφρά πιο πολιτικοποιημένα από τον μέσο επικοιωνιακό όρο εκτός μπλογκ, η ατμόσφαιρα όμως σε αντιστοιχία με το γενικότερο κλίμα ήταν εντελώς μη φορτισμένη. Διαφωνίες και καυγάδες υπήρχαν αλλά πιο προσωπικές. Και όσες ήταν πολιτικές δεν έδιναν τον τόνο. Μια δεύτερη φάση αρχίζουμε ίσως να έχουμε το καλοκαίρι του 2007, όταν γίνονται κάποιες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίες για τις πυρκαγιές. Δεν υπήρχε κάποια αξιοπαρατήρητη πολιτικά ατζέντα -ποιός είναι άραγε υπέρ των πυρκαγιών;- αλλά το ενδιαφέρον στοιχείο που αναδείχθηκε τότε ήταν η συνειδητοποίηση μιας δυνατότητας αυτοοργάνωσης και πραγματοποήσης κινητοποίησεων από τα κάτω και χωρίς κεντρικό καπέλωμα. Το μέσο άρχιζε να ανακαλύπτει τη δυναμική του. Μια τρίτη φάση έχουμε με τον Δεκέμβρη του 08, όταν περάσαμε για πρώτη φορά σε πολωτικό κλίμα και σε μια ριζικά διαφορετική ανάγνωση από τα καθεστωτικά ΜΜΕ και από τα σόσιαλ μίντια των όσων συνέβαιναν και όσων σήμαινε ο Δεκέμβρης. H τέταρτη όταν από την Άνοιξη του 2010 η μεταπολίτευση έδωσε τη θέση της στην εποχή των μνημονίων, όταν η πόλωση παγιώθηκε και εντάθηκε. Θέλω να αναφέρω το παράδειγμα του συναθροιστή Βuzz. Δημιουργήθηκε, αν δεν κάνω λάθος, στις αρχές του 2007 και αρχικά δεν λειτουργούσε μόνο ως ένας «τόπος» που συγκεντρώνονταν και αναδεικνύονταν ποστ ή άρθρα, αλλά κι επίσης ως ένας τόπος συζητήσεων και γόνιμων διαφωνιών. Όσο περνούσε ο καιρός αυτός ο τόπος άρχιζε να μην μοιάζει τόσο κοινός, τόσο πρόσφορος για τις συζητήσεις και τις διαφωνίες. Εκεί γύρω στο 2011-2012, καταλάβαινες ότι τα πράγματα είχαν πολωθεί τόσο, φτάνοντας σε ένα στάδιο όπου δεν είχε πια νόημα να το προσπαθείς. Δεν ήταν καν η διαφορά ότι εσύ τα βλέπεις μαύρα και ο άλλος άσπρα. Tο ρήγμα είχε φτάσει στο ότι δεν μπορούσες να συμφωνήσεις ούτε για το ότι το άσπρο και το μαύρο είναι χρώματα και όχι ας πούμε είδος πορτοκαλιών, την ίδια ακριβώς περίοδο που -όπως εύστοχα είχε γράψει ένας φίλος- διαιτητή στο δρόμο για τις μεταξύ μας θεωρητικές διαφωνίες είχαμε τα ΜΑΤ.

Και φάνουμε έτσι στο πέμπτο στάδιο που είναι οι ιδεολογικές γειτονιές του φέισμπουκ (με το τουίτερ δεν ασχολήθηκα ποτέ και δεν ξέρω τα των δικών του ιδιαιτεροτήτων). Σ’ αυτές τα λέμε μεταξύ μας, φτιαχνόμαστε μεταξύ μας, πορωνόμαστε μεταξύ μας, κανιβαλίζουμε συχνά - πυκνά τους απέναντι. Φτιάχνονται περιρρέουσες ατμόσφαιρες που σε κάνουν να θες να πλειοδοτήσεις, να πλειοδοτήσεις και να πλειοδοτήσεις. Φτιάχνεται μια περιχαράκωση που ακόμη και τις φορές ίσως εκείνες που θα μπορούσες με βάση τη βασική σου αφήγηση και βασική σου εικόνα για τον κόσμο να αντιδράσεις διαφορετικά σε κάτι, σε παρασέρνει το κλίμα. Μια περιχαράκωση που όταν κάποιος σου κάνει σχόλια ενώ ανήκει στην απέναντι γειτονιά, σε κάνει να αναρωτιέσαι: μα τι θέλει αυτός εδώ; Αφού απέναντι πρέπει να τα λέει με τους δικούς του. Εδώ τα λέμε εμείς με τους δικούς μας.  Το φέισμπουκ μπορεί να μην έχει χάσταγκ σαν το τουίτερ, αλλά τελικά καταλήγει να έχει. Βασικότατη λειτουργία του είναι το να πω κι εγώ οπωσδήποτε κάτι για το θέμα που είναι στην επικαιρότητα αυτό το εξάωρο. Από το rip ως το να κράξω κάτι. Το ζητούμενο στα σόσιαλ μίντια είναι να μιλάμε όλοι ανα εξάωρο για το ίδιο θέμα. Ακόμη κι αν το θέμα είναι μια κάποια Έλλη Παπαγγελή, δεν υπάρχει τίποτα που να μη μας φανεί αρκετά ελκυστικό για σχολιασμό. Αφού δες, όλοι για αυτό μιλάνε. Κι εγώ τότε. Κι εγώ.


Του ψαριού η βρώμα

Επιστρέφοντας στα προαναφερθέντα παραδείγματα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι δημιουργήθηκε θέμα όταν είχαμε να κάνουμε με τον Ξηρό και τον Κουφοντίνα. Η 17Ν και γενικά η αντιτρομοκρατική ρητορική διατηρούν εξέχουσα θέση στον λόγο της από εκεί ιδεολογικής πλευράς. Γιατί όμως αυτή η διαρκής πηγή εντάσεων για τη 17Ν; Για τις δολοφονίες της; Ποιός δεν τις έχει καταδικάσει ξανά και ξανά και ξανά; Μήπως τελικά δεν ηττήθηκαν πολιτικά; Ηττήθηκαν. Τότε τι; Νομίζω πως αυτή η εμμονή εξυπηρετεί δυο στόχους. Αφενός την εμπέδωση του ότι οι εσωτερικοί εχθροί της δημοκρατίας πρέπει να ηττώνται ολοκληρωτικά· όχι μόνο να φυλακίζονται, όχι μόνο να τους επιβάλλονται οι συνέπειες του νόμου· να αντιμετωπίζονται πλήρως ως εσωτερικοί εχθροί· με αποτέλεσμα να είναι εξωφρενικό να θέλει ένας καλλιτέχνης να ασχοληθεί μαζί τους ή να βγάζει μεγάλος εκδοτικός οίκος βιβλίο με την αφήγηση ενός εκ των πρωταγωνιστών της, για την δική του εκδοχή των ιστορικών γεγονότων. Αφετέρου στην πέραν, της πολιτικής ήττας της 17Ν, πλήρη αποϊστορικοποίηση της προέλευσής της, στην τοποθέτησή της σε ένα ανιστορικό πλαίσιο στο οποίο ήταν μια ομάδα δολοφόνων που ξεφύτρωσε περίπου από το πουθενά και συνεπώς οποιαδήποτε προσπάθεια ερμηνείας του πώς γεννήθηκε και γιατί τα πρώτα χρόνια οι ενέργειές της δεν είχαν ακριβώς κατακραυγή είναι εξοβελιστέα και επικίνδυνη. Ένα κοινό νήμα συνδέει την αντιτρομοκρατική υστερία, με την ρητορική για τον Δεκέμβρη και τέλος με το αφήγημα περί λαϊκισμού ή εθνολαϊκισμού που έφερε δήθεν τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, παράλληλα με το άλλο αφήγημα ότι μιζάρισε στο μίσος και με την αρχική προσπάθεια εκτοπισμού του στο απέναντι της Χρυσής Αυγής αντιδημοκρατικό άκρο. Σε μια παραλλαγή της αφήγησης του Φουκουγιάμα για το τέλος της Ιστορίας, η αφήγηση εδώ είναι ότι από την πρώτη μεταπολιτευτική στιγμή τελείωσε πλήρως και η πολιτιειακή ιστορία της χώρας, τελείωσε το πολίτευμα, με την έννοια ότι κατέστη τέλειο και αψεγάδιαστο: τα πάντα σε θεσμικό τουλάχιστον επίπεδο ρυθμίστηκαν άρτια και για οποιοδήποτε τυχόν υπάρχον πρόβλημα υπήρχε η πρέπουσα θεσμική αντιμετώπιση, γιατί αυτό είναι η δημοκρατία και οτιδήποτε άλλο είναι εχθρός της. Σαπίλα μπορεί να υπάρχει μόνο στα βασίλεια της Δανιμαρκίας, ενώ στις δημοκρατίες είναι περίπου αδύνατο, πολύ περισσότερο στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, οι οποίες βρίσκονται στην κορυφή του πολιτειακού ιδεώδους. Τον Δεκέμβρη του οκτώ, με κοινό τους κείμενο ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, ο Απόστολος Δοξιάδης και ο Πέτρος Μάρκαρης επεσήμαναν με αξιοθαύμαστη παρρησία, ότι απειλούνται οι αρχές της κοινής μας ζωής (καθώς εκτός των άλλων είχε «αμφισβητηθεί ανενδοίαστα η ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη»).

Υπάρχει δημοκρατία. Υπάρχουν θεσμοί. Υπάρχουν κανόνες. Όποιος έχει στοιχεία να πάει στον εισαγγελέα. Τέλος. Οτιδήποτε άλλο είναι λαϊκισμός και εχθροπάθεια. Η αριστερά είναι παλαβή.  Το πρόβλημα δεν ήταν το πώς κυβερνήθηκε η χώρα, αλλά το πόσο κακόμαθε και καλοπέρασε ο λαός της, διαφθείροντας ενίοτε και τους κυβερνήτες του, που όταν πήγαν να κάνουν μεταρρυθμίσεις σαν αυτές του Γιαννίτση ο κόσμος ξεσηκώθηκε με αποτέλεσμα αυτά να μας φέρουν ως εδώ. Η μια ιδεολογική πλευρά, επικέντρωσε την σχεδόν πανθομολογούμενη βρώμα του εγχώριου ψαριού στο κεφάλι του και η άλλη στο σώμα του. Μια μάχη ιδεολογικής ηγεμονίας διεξαγόταν και διεξάγεται για το ποιά αφήγηση για τον κόσμο θα επικρατήσει.
 

Ποιά τέχνη; Προσχήματα είναι αυτά


Το επίδικο εδώ όμως είναι το εξής. Καλά για τον σκέτο λόγο, καλά για την πολιτική έκφραση. Δεν θα έπρεπε η τέχνη να είναι εξ ορισμού έξω από αυτές τις ιδεολογικές συγκρούσεις; Θα έπρεπε. Αλλά η ιδεολογία κυριαρχεί. Για να μιλήσω με κλισέ, αν η ιδεολογική αφήγηση και εικόνα προσφέρει απαντήσεις και βεβαιότητες, η τέχνη οφείλει να προσπαθεί να αναρωτιέται και δη βασανιστικά. Ωστόσο παρότι θεωρητικά ο πολιτισμός μας αποδίδει στην τέχνη ένα υψηλό στάτους, ίσως κατά βάθος λέμε ψέμματα στον εαυτό μας, ίσως οποτεδήποτε ένα έργο τέχνης αγγίζει θέματα ιδεολογικά φορτισμένα, η ιδεολογία παίρνει το πάνω χέρι και αντιμετωπίζουμε το καλλιτεχνικό προϊόν ως πρόσχημα, ως καμουφλάζ ή πάντως ως δευτερεύουσας σημασίας μπροστά στο σημαντικό. Ψάχνουμε να βρούμε τι θέλει να πει ο ποιητής. Ίσως δηλαδή όποτε υπάρχει μια τέτοιου είδους εμπλοκή στο βάθος σκεφτόμαστε «έλα, άσε τώρα τις σαχλαμάρες, πες καθαρά τι εννοείς και που το πας, πες καθαρά αν είσαι με εκείνους ή με εμάς, πες καθαρά τι εξυπηρετεί αυτό που κάνεις». Ο πυρήνας της ελευθερίας σου ως καλλιτέχνη έχει αμφισβητηθεί ήδη.


Το σπεύδω να συμμορφωθώ


Από εκεί και πέρα οφείλουμε να διακρίνουμε ανάμεσα στις επιθέσεις απέναντι σε ένα έργο τέχνης και στην ευθύνη εκείνου που ανέβασε το έργο να μην το κατεβάσει, ειδικά όταν βρίσκεται ενώπιον επίθεσης. Και τόσο στην περίπτωση της «Ισορροπίας του Νας», όσο και στην περσινή περίπτωση του εικαστικού έργου «Stills» του Κρις Φερντόνκ, που κατέβηκε επειδή ένας διερχόμενος από την πλατεία Κλαυθμώνος παπάς θίχθηκε κι έκανε μήνυση, τα έργα κατέβηκαν από εκείνους που το είχαν ανεβάσει και οι οποίοι θα έπρεπε θεωρώ να είχαν αποφασίσει να υπερασπιστούν με περισότερη επιμονή και σθένος τα συγκεκριμένα έργα και την ελευθερία της τέχνης, ακριβώς γιατί αυτή διακυβεύθηκε εμπράκτως εκείνες τις στιγμές και γιατί οι πολέμιοί της πέτυχαν τελικά τον σκοπό τους.

Κυριακή, Ιανουαρίου 17, 2016

Το δικό μας ιερό

Όταν το Σαρλί έχει σκίτσα που προσβάλλουν τα ιερά και τα όσια του Ισλάμ (ή έστω μιας εκδοχής του), είναι όλα στο δυτικό μυαλό μας άσπρο - μαύρο.
Όταν το Σαρλί βάζει σε σκίτσο ένα από τα τελευταία εναπομείναντα ιερά και όσια της Δύσης (την εικόνα και το όνομα ενός πνιγμένου παιδιού), τότε στο δυτικό μυαλό μας αρχίζουν και μπαίνουν όλων των ειδών οι αποχρώσεις, ακόμη κι αν το σκίτσο αν κάτι κάνει για το συγκεκριμένο πνιγμένο παιδί (και όλα τα σαν αυτό πνιγμένα παιδιά) είναι τελικά να το υπερασπίζεται.
Ένα πνιγμένο παιδί είναι ο δικός μας Προφήτης: είναι ιερόσυλο να το απεικονίζουμε και να χρησιμοποιούμε την εικόνα του, παρά μόνο αν η χρήση της εικόνας είναι αδιαπραγμάτευτα μονοσήμαντη.
Δείξε μας ένα νεκρό παιδί, δωσ' του κι ένα όνομα, και αυτόματα παραδινόμαστε στην πιο απόλυτη συμπόνια, και αυτόματα βρισκόμαστε στην επικράτεια της απόλυτης τραγωδίας, του απόλυτου κακού.
Όλα αυτά ισχύουν όσο το βλέπουμε. Ιερή και όσια δεν είναι η ζωή των παιδιών προσφύγων. Κάθε άλλο. Για την ακρίβεια το δικό τους δικαίωμα υποχωρεί μπροστά στη φύλαξη των εξωτερικών συνόρων της Ένωσής μας, στο δεν χωράμε όλοι εδώ, σε υπέρτερα ιερά και όσια.
Ιερή και όσια είναι εν τέλει αν όχι η υποκρισία μας, πάντως η ελευθερία μας να τέμνουμε την πραγματικότητα σε χωριστά κουτάκια τα οποία απαγορεύεται να αναμινγύονται: το κουτάκι της ειλικρινούς συγκίνησης για το συγκεκριμένο νεκρό παιδί και το κουτάκι της γενικής πολιτικής θέσης μας για το προσφυγικό - μεταναστευτικό, τμήμα της οποίας είναι η αγανάκτησή μας για τους εφαψίες της Γερμανίας.
Με άλλα λόγια, διατηρώ το δικαίωμα και να σπαράζω για τον Αϊλάν και πολιτικά να επικροτώ όλα όσα μπορούν να γίνουν προκειμένου να μην έρθει ποτέ ο Αϊλάν κοντά μου, συμπεριλαμβανομένου και του αυξημένου κινδύνου να πνιγεί.
Κι ένα από αυτά που μπορεί να γίνει και αρχίζει να γίνεται είναι η ποινικοποίηση όσων σώζουν Αϊλάν. Ήρθε η Φρόντεξ να φυλάξει σύνορα. Τα κεφάλια πρέπει να μπουν μέσα. Ενίοτε και μέσα στο νερό. Μέχρι να μην μπορούν να πάρουν ανάσα. Το μήνυμα πρέπει να περάσει. Ότι το αμπέλι πρέπει να περιφραχθεί. Ότι να έρχεσαι στην Ελλάδα για να σώζεις παιδιά είναι κακούργημα. Σταμάτα να έρχεσαι. Μήπως και σταματήσουν και έρχονται κι αυτά. Αποτροπή λέγεται. Τι δεν καταλαβαίνεις; Μείνε στην πατρίδα σου και γίνε μέρος της συζήτησης για το αμφιλεγόμενο σκίτσο του Σαρλί. Αυτό είναι η μεγάλη κατάκτηση του πολιτισμού μας: η ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων.  Μείνε στην πατρίδα σου και ψήφισε να δοθεί το νόμπελ ειρήνης στους νησιώτες μας. Μην έρθεις κατά δω να βοηθήσεις. Υπάρχουν για αυτό άνθρωποι με στολή. Μείνε στα αυγά σου. Και δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Παρά μόνο τα προσφυγικά και μεταναστατευτικά κύματα. Τα οποία αν δεν αναχαιτιστούν τελείωσε και η ήπειρος σου και ο πολιτισμός της και τα ιερά της και τα όσια.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 18, 2015

Xέρι - Χέρι


Πάρα πολλές φορές στη διάρκεια της ταινίας κάποιος θα αρπάξει τον Σαούλ από τον γιακά και θα τον σπρώξει προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τον θεατή: είναι σαν ο σκηνοθέτης Λάζλο Νέμες να πιάνει από την πρώτη στιγμή κι εμάς από τον γιακά, να μας τσουβαλιάζει μαζί με το υπόλοιπο πλήθος στα εφιαλτικού ρεαλισμού αλλά και τόσο άρτια οργανωμένα μονόπλανά του, να χάνουμε κι εμείς εντελώς τον προσανατολισμό μας, να πηγαίνουμε κι εμείς δίπλα σε μελλοθάνατους κρατούμενους και εργάτες κρατούμενους μια εδώ και μια εκεί, ακολουθώντας τον ήρωα του έργου στην απέλπιδα προσπάθειά του να πιαστεί από ένα κλαράκι νοήματος, σε έναν τόπο – μη τόπο, σε έναν τόπο που άνθρωποι εξολοθρεύουν μαζικά, συστηματικά και συστηματοποιημένα άλλους ανθρώπους, έχοντας πειστεί ότι δεν είναι άνθρωποι. Η κάμερα του Νέμες δεν τολμά να δείξει ουρανό, δεν υπάρχει ουρανός πάνω από το Άουσβιτς (παρά μόνο αν είναι να πνιγείς), δεν υπάρχει ορίζοντας, δεν υπάρχει βλέμμα που να μπορεί να κοιτάξει προς τα πάνω, δεν υπάρχει ψηλά, δεν υπάρχει βλέμμα που να μπορεί να κοιτάξει πέρα, υπάρχει μόνο ένα ασταμάτητο πήγαινε - έλα, η δουλειά που πρέπει να βγει, η ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη αποτελεσματικότητας και παραγωγικότητας, η όσο το δυνατόν πιο γρήγορη και ήσυχη και τακτοποιημένη και αναίμακτη εξολόθρευση εκατομμυρίων ανθρώπων, σε αυτό το εργοστάσιο μεταποίησης σωμάτων ζώντων ανθρώπων σε στάχτη που θα σκορπιστεί. Έρχεσαι, εξολοθρεύεσαι, καίγεσαι, εξαφανίζονται τα ίχνη σου, να περάσουν οι επόμενοι, γρήγορα, δεν υπάρχει χρόνος, πάμε, το φαγητό είναι κίνηση μας έλεγαν στο στρατό, κι η γενοκτονία κίνηση είναι, δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, δεν υπάρχει βλέμμα για σήκωμα, πρέπει να πιάσουμε τους στόχους που μπήκαν από τα κεντρικά, πρέπει τα γρανάζια της παραγωγικής μηχανής να δουλέψουν όσο πιο άρτια γίνεται, όλα έχουν προβλεφθεί, όλα είναι τυποποιημένα, στην γραμμή παραγωγής κάθε κρίκος της αλυσίδας πρέπει να κάνει τη δουλειά του όσο αποξενωμένος κι αν είναι από το τελικό αποτέλεσμα, όσο κι αν εν προκειμένω το τελικό αποτέλεσμα είναι η «τελική λύση». 
Κι αν σε καιρό ειρήνης και σε εργοστάσια που δεν παράγουν γενοκτονία αλλά καταναλωτικά προϊόντα τη γραμμή παραγωγής τη στελεχώνουν μέλη της εργατικής τάξης, εδώ ομολογουμένως η δουλειά παραείναι βρώμικη, αλλά στη ζωή αυτή ακόμη και την παραβρώμικη δουλειά κάποιος πρέπει να την κάνει. Άλλο να ανεβοκατεβάζει ο ναζί διακόπτες που θα εξοντώνουν στους θαλάμους αερίων ή που θα καίνε τα σώματα στα κρεματόρια κι άλλο να κάνει τα υπόλοιπα. Κάποιος πρέπει να βοηθήσει για να πάνε ανυποψίαστοι οι άνθρωποι να εξοντωθούν, κάποιος πρέπει να σύρει μετά τα πτώματά τους προς τα κρεματόρια, κάποιος πρέπει να αδειάσει τα ρούχα τους από τιμαλφή ή να βγάλει τα χρυσά δόντια από τους νεκρούς, κάποιος πρέπει να καθαρίζει τα πατώματα μετά από την εξολόθρευση κάθε παρτίδας, κάποιος πρέπει να πετάξει τις στάχτες τους στο ποτάμι. Γιατί λοιπόν να μην τα κάνουν κρατούμενοι αυτά; Και γιατί να τα κάνουν όμως, θα πει κανείς. Εδώ, μην εξετάζοντας καθόλου τα όποια τυχόν συγκριτικά προνόμια είχαν, μην εξετάζοντας καθόλου το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς επεβίωσαν, δεχόμενοι μόνο πως και αυτοί εξολοθρεύονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς: Τι είδους δουλειά είναι αυτή που έκανε ο Σαούλ, τι είδους δουλειά ήταν αυτή του «Ζόντερκομάντο»; Κάποιος πρέπει να τα κάνει όλα αυτά, γιατί; Για να επιβιώσει; Και γιατί να επιβιώσει άραγε; Επικρατεί το ένστικτο της επιβίωσης κάθε άλλου ενστίκτου και αξίας; Είναι οκ να επιβιώνεις έχοντας κάνει όλα αυτά, όσο αναγκαστικά κι αν τα έκανες; Μήπως από την άλλη εξαναγκάζοντάς τους οι ναζί να τα κάνουν, τους καθιστούσαν τα θύματα των θυμάτων; Μπορεί άραγε κανείς να κρίνει; Μπορεί να διανοηθεί πώς ήταν η κατάσταση; Μπορεί να κατακρίνει; Ακόμη κι αν δεν μπορεί όμως (και ο πειρασμός να το κάνει είναι όντως πολύ μεγάλος) μπορεί να απορήσει: Πώς είναι δυνατόν να συνεργείς; Ελπίζοντας ότι θα εξεγερθείς και θα αποδράσεις; Ελπίζοντας ότι θα μπορέσεις να μαρτυρήσεις αύριο στον υπόλοιπο κόσμο τι έγινε; Υπάρχει μια ανώτερη αλήθεια που σε κάνει να πεις, οκ, τι άλλο να έκανες; Μήπως η απάντηση είναι, ας έκανες οτιδήποτε άλλο από αυτό; Μπορούν να διερευνηθούν ηθικά κίνητρα σε τέτοιες καταστάσεις; Μπορεί να υπάρξει ηθική στο Άουσβιτς; 
Ασφαλώς σπουδαία ταινία η «Λίστα του Σίντλερ», δεν έπαυε πάντως να προξενεί ένα γλυκόπικρο χαμόγελο το γεγονός πως ο Σπίλμπεργκ κατάφερνε ακόμη και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης να μας δείχνει ανθρώπους που τους λένε ότι θα μπουν να κάνουν ντουζ και ενώ περιμένουμε να αρχίσει να πέφτει το αέριο όντως να κάνουν ντουζ. Δεν το κατακρίνω απαραίτητα, είναι μια άλλου τύπου καλλιτεχνική προσέγγιση της ανείπωτης φρίκης. Στο «Γιο του Σαούλ» πάλι, η ταινία έχει μόλις ξεκινήσει, μας έχει αρπάξει από τα μούτρα, και βλέποντας τα πλήθη των Εβραίων που γδύνονται, με διαρκείς προτροπές να μπουν γρήγορα να κάνουν ντουζ για να απολυμανθούν από το ταξίδι, ώστε μετά να επιλεγούν ανάλογα με τις ειδικότητές τους για το τι δουλειά θα κάνουν στο στρατόπεδο, οριακά και για λίγα δευτερόλεπτα πιστεύουμε ότι ντουζ θα κάνουν.
Ο Σαούλ αναγνωρίζει ένα παιδί (ένα παιδί που άντεξε περισσότερο από τους άλλους στον θάλαμο αερίων, ένα παιδί που ανέπνεε ακόμα κι όταν οι πόρτες του θαλάμου άνοιξαν) ως γιο του. Είναι ή δεν είναι ο γιος του; Περισσότερη σημασία έχει πως έτσι ξεχωρίζεις από τα «κομμάτια», από τις απρόσωπες μάζες που εξολοθρεύονται νυχθημερόν, έναν άνθρωπο, του ξαναδίνεις ανθρώπινη υπόσταση, προσπαθείς απεγνωσμένα να πιαστείς από αυτόν τον έναν. Δεν γίνεται αλλιώς. Μόνο ένας μπορεί να υπάρξει, τους πολλούς δεν τους χωράει ο νους. Και πιάνεσαι από αυτόν, όχι όμως για να τον σώσεις, όχι για να σωθείς. Αυτό θα ήταν ελπίδα και κουράγιο και δεν το βάζω κάτω. Να πιαστείς από έναν που το πιθανότερο είναι να μην είναι καν γιος σου και να προσπαθήσεις να βρεις ραββίνο για να τον ψάλλει πριν τον θάψεις. Μα δεν χρειάζεται ραββίνος. Μα δεν έχει σημασία. Να πιαστείς από κάτι στο μυαλό σου. Να βρεις μέσα σε όλη αυτή την κατάλυση οτιδήποτε γνωρίζαμε ως ανθρώπινο πως κάποιος είναι άνθρωπος. Ο Σαούλ καταπιάνεται από το τίποτα. Το νόημα, η ελπίδα, το κουράγιο, οτιδήποτε το καλό έχουν ήδη χαθεί. Μόνο το τίποτα υπάρχει πια. Αν ήταν σίγουρα γιος του, η πράξη του θα ήταν μέχρι και αισχρή. Θα είχε ξεχωρίσει το δικό του αίμα ως το μόνο σημαντικό, η πράξη του αντί για συγκινητική θα ερχόταν ίσως να προσθέσει το αμφίβολο ηθικό της πρόσημο στο αμφίβολο ηθικό πρόσημο του δικού του ρόλου. Αν πάλι ήταν εντελώς σίγουρο ότι δεν είναι γιος του, η πράξη του θα ήταν πράξη ενός ανθρώπου που έχασε τα λογικά του, η κατάσταση θα ήταν πιο μονοδιάστατη: η φρίκη που οδηγεί στην τρέλα. Όχι, βρισκόμαστε στο ανάμεσα: το να αναγνωρίζει ο Σαούλ ένα από τα παιδιά ως δικό του και να προσπαθεί να πιαστεί από εκεί, είναι στο πέραν του καλού και του κακού, στο πέραν της λογικής και της τρέλας, είναι απευθείας στο επίπεδο της ποιητικής μεταφοράς: δεν μπορώ να κάνω τίποτα για τις μάζες των ανθρώπων, δεν τις χωράει ο νους μου, ο νους μου στάματησε, ό,τι γίνεται εδώ δεν με αφορά, με αφορά αυτό το ένα και μόνο νεκρό παιδί: ο γιος μου.  
Τον Σαούλ δεν υποδύεται ένας ηθοποιός, αλλά ένας ποιητής, ο Γκέζα Ρέρινγκ. Μολονότι η ταινία ανήκει στο δημιουργό της Λάζλο Νέμες, μολονότι και κάποιος άλλος να έπαιζε τον Σαούλ πάλι συγκλονιστική θα ήταν, ο Ρέρινγκ έχει μια ένταση στο πρόσωπο του και μια διαπεραστική οξύτητα στο βλέμμα του που σε πείθει ότι αυτός ο άνθρωπος έχει δει κάτι που άλλοι δεν θα μπορούσαν: αν μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα να γράψεις ποίηση, μπορείς ίσως να βάλεις έναν ποιητή να κοιτάξει κατάματα το πέραν της βαρβαρότητας.
Στο «Γιο του Σαουλ» ο Λάζλο Νέμες αντί να προσπαθήσει να αναπαραστήσει τη φρίκη, σου δίνει την αίσθηση ότι έχει όντως πάει με την κάμερά του επί τόπου και πως δεν τολμά να μας δείξει τι γίνεται. Καταλαβαίνεις όμως πάρα πολύ καλά τι γίνεται. Το ακούς σε όλους αυτούς τους φρικτούς ήχους. Το νιώθεις. Σε διαπερνά. Η ταινία του είναι αριστούργημα επειδή παντρεύει το περιεχομένο με την μορφή. Ξέρουμε τι έχει συμβεί στο Άουσβιτς. Θα φρικάραμε και με συμβατική σκηνοθετική αντιμετώπιση. Αλλά θα ήταν μια φρίκη κάπως ανακλαστική. Σαν τη φρίκη που βιώνεις στις ειδήσεις όταν ακούς άσχημα νέα. Με πιο συμβατική σκηνοθεσία, με μεγάλα πλάνα, η ταινία λόγω περιεχομένου θα ήταν και πάλι σημαντική. Συγκλονιστική όμως γίνεται λόγω του συνδυασμού του θέματος με τον τρόπο κινηματογράφισης. Ο αληθινός δημιουργός οφείλει να προτείνει ματιές. Και η ματιά του Νέμες είναι ριζικά επιδραστική.
Έτυχε να δω την ταινία την Παρασκευή το βράδυ. Την ώρα που αυτά συνέβαιναν στην οθόνη, στο Παρίσι οι δολοφόνοι είχαν βάλει μπρος. Tην ώρα που τελείωνε η κτηνωδία στην οθόνη ξεκινούσε η κτηνωδία στην πραγματικότητα. Χέρι - χέρι βαδίζει η ανθρωπότητα με τη φρίκη και την κτηνωδία καθ' όλη τη διάρκεια της Ιστορίας. Χέρι - χέρι βαδίζει και με την τέχνη. «Ο Γιος του Σαούλ» μιλά και για την εμπειρία των στρατοπέδων συγκέντρωσης και για την τρέλα των στρατοπέδων συγκέντρωσης με τρόπο που δεν έχει μιλήσει κανείς άλλος στο σινεμά ως τώρα. Και αποτελεί μια ταινία – βίωμα. 
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture

Σάββατο, Νοεμβρίου 14, 2015

Είμαστε όλοι Σχολιαστές

Oύτε Γάλλοι είμαστε όλοι, ούτε αντιιμπεριαλιστές είμαστε όλοι, 
ούτε έτσι είμαστε όλοι, ούτε αλλιώς είμαστε όλοι.
Διαφέρουμε τόσο μεταξύ μας εμείς οι δυτικοί
κι αυτό είναι η ομορφιά μας
κι αυτό το χαϊλίκι μας
κι αυτό η υπεροχή μας
έναντι των αλλότριων πολιτισμών.
Ένα μόνο κοινό στοιχείο έχουμε,
καθώς προσεγγίζουμε τη χθεσινή βραδιά
-αλλά και σχεδόν κάθε άλλη βραδιά και μέρα-
από αριστερή ή δεξιά σκοπιά:
είμαστε όλοι σχολιαστές.
Αν δεν πλήξει κάποιο γεγονός εντελώς άμεσα
εμάς τους ίδιους ή κάποιον πολύ δικό μας άνθρωπο,
αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο 
όχι ως πραγματικότητα της οποίας είμαστε μέρος,
αλλά ως θέμα απέναντι στο οποίο καλούμαστε να τοποθετηθούμε.
Ο δυτικός άνθρωπος είναι σχολιαστής.
Με το πνεύμα και το ήθος του σχολιαστή 
ζει τη ζωή που του προσφέρεται,
σε έναν κόσμο που του έχει προσφερθεί,
βλέποντας και τα δύο σε διαρκή αλλαγή,
με τις προσφορές να αποσύρονται από τα ράφια,
 σχολιάζοντας ότι αλλιώς τα είχε μάθει,
νόμιζε πως όλα έβαιναν σε γενικές γραμμές καλώς
και πως ο δεξιός ή αριστερός σχολιασμός του
θα μπορούσε πάντα να γίνεται με κίνηση των πιονιών
σε μια αφηρημένη ιδεολογικοπολιτική σκακιέρα
 ματωμένη μόνο με τα πτώματα των άλλων.

Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2015

Μετατρυφερότητα

Δεν ήρθαμε σε αυτή τη ζωή για να μείνουμε μόνοι. Οφείλουμε να ζευγαρώνουμε. Πρώτα και κύρια για το δικό μας το καλό. Για να έχουμε, ας πούμε, κάποιον να μας σώσει αν τρώγοντας στραβοκαταπιούμε και κινδυνέψουμε να πνιγούμε. Για να έχουμε, ας πούμε, κάποιον να τρίβει την ευπαθή μέση μας, εκεί που δεν φτάνουν τα δικά μας χέρια. Αν λοιπόν η κοινωνία το βάζει ως όρο, αν λοιπόν η κοινωνία σου δίνει ένα περιθώριο να μην είσαι μόνος, το κάνει κατεξοχήν για σένα. Υπάρχει μια βαθιά χρηστικότητα στην συμπόρευση με έναν άλλο άνθρωπο στο πλάι σου. Αν τώρα εσύ δεν τα καταφέρεις να βρεις κάποιον να είστε μαζί, δικαίωμά σου μεν, με το ζόρι κανείς δεν θα σε ζευγαρώσει, αλλά από ένα σημείο και ύστερα ελπίζουμε να μην έχεις την απαίτηση να θεωρούμε ότι ανήκεις στο ίδιο είδος με εμάς. Όχι, δεν είμαστε πια το ίδιο. Ήθελες απομόνωση, απομονώσου ζώον. Έκανες τις επιλογές σου, θα υποστείς τις συνέπειες. Εμείς ως κοινωνία έτσι είμαστε δομημένοι. Κι επίσης εμείς ως κοινωνία προσπαθήσαμε να σε βοηθήσουμε. Γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος που ζει μόνος, που δεν προσπάθησαν οι φίλοι του ή οι συγγενείς του να του βρουν ταίρι, που δεν κανόνισαν έτσι ή αλλιώς να βγει με τον ένα ή τον άλλο για να δουν αν ταιριάζουν.
Έτσι, και στον κόσμο του «Αστακού» όταν κάποιος έχει μείνει μόνος, στο ξενοδοχείο που τον πάνε έχει ένα ορισμένο διάστημα για να βρει ταίρι. Ειδάλλως θα μεταμορφωθεί σε ζώο. Ευτυχώς η επιλογή του ζώου στο οποίο θα μεταμορφωθεί ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον. Και αν ισχύει για κάθε ταινία πως όσο λιγότερα ξέρεις για αυτήν τόσο πιο ανοιχτός σε συγκινήσεις και ξαφνιάσματα είσαι, ειδικά για έργα σαν τον «Αστακό» θα ήταν τόσο πολύ καλύτερα να μην ξέρεις το βασικό τους εύρημα, θα ήταν τόσο πολύ καλύτερα να το ανακαλύπτεις στα πρώτα λεπτά της ταινίας και να μην έχεις πάει προετοιμασμένος από πριν. Έτσι, όταν στα πρώτα της λεπτά ο Κόλιν Φάρελ βρίσκεται στην υποδοχή του ξενοδοχείου και δίνει τα απαραίτητα για το τσεκ ιν στοιχεία κι έχει μαζί του ένα πολύ όμορφο σκυλί κι η υπάλληλος τον ρωτάει για το σκυλί κι εκείνος της λέει «Είναι ο αδελφός μου, ίσως τον θυμάστε, είχε έρθει εδώ πριν λίγα χρόνια αλλά δεν τα κατάφερε», προσπαθώ να φανταστώ πως θα ήταν να βλέπεις τη σκηνή μην ξέροντας τίποτα για την ταινία, προσπαθώ να φανταστώ την ευφορία που στερήθηκα γνωρίζοντας το βασικό εύρημα του έργου κι έχοντας ήδη δει σκηνή στο τρέιλερ. Διόλου απίθανο να μνημονεύω τη σκηνή εδώ με υποσυνείδητη εκδικητικότητα για να μη νιώσει κανείς την ευφορία που στερήθηκα. Αλλά τι ωραίο να ξεκινάς μια ταινία βλέποντας γαϊδούρια και σκύλους και να μην ξέρεις τίποτα για αυτή και να νομίζεις ότι αυτό που βλέπεις επιδέχεται μίας και μόνης ανάγνωσης, ότι πρόκειται αυτονόητα για -τι άλλο-, για γαϊδούρια και σκύλους. Εύγε.
Αν όμως αυτή είναι η νόρμα, αν αυτή είναι η νομιμότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζει και η παρανομία. Δε νοείται νόμος χωρίς παρανομία, πρόκειται για δίπολο. Εκτός λοιπόν από το νόμο των πολλών και τον τρόπο των πολλών, υπάρχει και ο τρόπος των λιγότερων. Κι αν ο τρόπος τους είναι εκτός των θεσμικών πρέπει, αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν έχουν τα δικά τους εξίσου άκαμπτα πρέπει, το δικό τους σύστημα, τις δικές τους ποινές. Στον «Αστακό» οι εκ πεποιθήσεως εργένηδες, οι μοναχικοί, ζουν στο δάσος κυνηγημένοι αλλά με τους δικούς τους εξίσου άγριους νόμους. Δυο κατηγορίες, δυο κοινωνικά σύνολα, δύο μορφές κοινωνικών πιέσεων. Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι με τους άλλους.
Ο «Αστακός» δεν είναι μόνο η μακράν πιο ρομαντική ταινία του Λάνθιμου, η σύγκριση με τις υπόλοιπες ταινίες του ως προς το θέμα αυτό θα ήταν ούτως ή άλλως σαν να κλέβεις εκκλησία. Όχι, ο «Αστακός» είναι βαθύτατα ρομαντική ταινία σε σύγκριση και με τις ταινίες των άλλων. Eίχαμε αναφερθεί παλιότερα με αφορμή δυο άλλα φιλμ στο πόσο πρόκληση είναι να μιλήσεις σήμερα για τον έρωτα με τρόπο διαφορετικό, χωρίς να αναπαριστάς κώδικες χιλιοειδωμένους. Οι καθαυτές ρομαντικές σκηνές στον «Αστακό» είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Και κινηματογραφούνται με τυπικό λανθιμικό τρόπο, αντιδραματικά, αποστασιοποιημένα, σχεδόν ειρωνικά. Ένα απόλυτα ερωτευμένο ζευγάρι, ενώ θα έπρεπε να κρατηθεί δεν κρατιέται, κι αρχίζει να φιλιέται με πάθος, μπροστά σε άλλους. Προσποιείται ότι προσποιείται, προσποιείται ότι αναπαριστά το ερωτευμένο ζευγάρι ενώ είναι ερωτευμένο ζευγάρι, προσποιείται ότι αντιγράφει τον εξωτερικό κώδικα μιας συμπεριφοράς που κανονικά αντανακλά εντονότατα εσωτερικά συναισθήματα, ενώ δεν αντιγράφει μόνο τον εξωτερικό κώδικα, φιλιέται στα αλήθεια.
Αυτή η διάσταση προσομοίωσης και αληθινής πράξης κι αυτή η διερώτηση για τα μεταξύ τους όρια είναι συχνή στο έργο του Λάνθιμου. Στην «Κινέττα» ένας άντρας τραβολογάει μια γυναίκα αναπαριστώντας ένα έγκλημα, όντας ταυτόχρονα ο δράστης και ο αφηγητής. Την ώρα που την τραβολογάει δηλαδή διηγείται φωναχτά τι συμβαίνει, ενώ ένας τρίτος άνθρωπος τους κινηματογραφεί. Σαν μια ακόμη κινηματογραφική σκηνή κυνηγητού και βίας, όπου όμως δεν αποτελεί βία, είναι παράδοξη και σχεδόν κωμική, αποδομείται πλήρως η βία από το ότι όλα γίνονται στο σλοου μόσιον και από την ταυτόχρονη αφήγηση του δράστη. Στις «Άλπεις» πάλι, μια μικρή ομάδα ειδικεύεται στο να βοηθά ανθρώπους που έχουν χάσει συγγενείς, συντρόφους ή φίλους να ξεπεράσουν πιο εύκολα την απώλεια, καθώς τα μέλη της υποδύονται τους ανθρώπους που έχουν οριστικά χαθεί. Κανονίζουν ραντεβού στα οποία φορούν τα ρούχα που εκείνοι φορούσαν, επαναλαμβάνουν λόγια που εκείνοι έλεγαν, φέρονται όπως εκείνοι φέρονταν. Αν στις προηγούμενες ταινίες αυτές οι παράταιρες προσομοιώσεις λειτουργούσαν με τρόπο υπονομευτικό της συγκίνησης, στον «Αστακό» όταν ο Φάρελ φιλιέται με την Βάις, το όλο σκηνικό παραμένει εντελώς παράταιρο, ψυχρό και υπονομευτικό, αλλά η συγκίνηση έρχεται να εκμεταλλευθεί αυτή την παραδοξότητα και να ανθίσει μέσα της και εξαιτίας της. Τους επιτρέπεται να μιμηθούν ένα φιλί και θα φιληθούν στα αλήθεια και θα χάσουν τον έλεγχο και οι κιθάρες δίπλα θα παίζουν κάτι άσχετο και η εικόνα μάταια θα προσπαθεί να αποδομήσει όσα γίνονται, αφού δεν γίνεται πια να αποδομηθεί, αυτοί οι δύο άνθρωποι φιλιούνται στα αλήθεια. Οι κοπέλες στο ξεκίνημα του «Attenberg» φιλιούνταν αντιγράφοντας τις κινήσεις που κάνει το ανθρώπινο στόμα όταν φιλά. Εδώ έχουμε ένα φιλί που είναι φιλί, ένα φιλί που χρησιμοποιεί την προσομοίωση ως πρόσχημα.
Αν μπορείς να καταλογίσεις κάτι στον «Αστακό» είναι μόνο ότι δεν είναι «Κυνόδοντας». Ο «Κυνόδοντας» είναι υποδειγματική ταινία, ταινία όπου όλα λειτουργούν, ταινία χωρίς απολύτως καμία τρύπα, χωρίς απολύτως καμία ανορθογραφία, χωρίς απολύτως κανένα ψεγάδι. Ωστόσο ενώ με την επόμενη του «Κυνόδοντα» ταινία, τις «Άλπεις», είχε επιβεβαιωθεί μεν η δυνατότητα για εξαιρετικές αρχικές ιδέες αλλά και διαφανεί ταυτόχρονα ο κίνδυνος οι εξαιρετικές αρχικές ιδές να χάσουν τελείως το δρόμο τους στην πορεία και να χαθούν, ευτυχώς ο «Αστακός» μπορεί να έχει λίγα τρωτά σημεία, αλλά συνολικά μιλώντας καθόλου δεν χάνει το δρόμο του και εξελίσσει την αρχική του ιδέα ως το τέλος της. Κι επειδή μιλάμε και ξαναμιλάμε για τον Λάνθιμο και στο σινεμά μιλάμε και ξαναμιλάμε για τους σκηνοθέτες, ωσάν το τι καλούνται να σκηνοθετήσουν να είναι μη σημαντικό, είναι ευτύχημα ότι γενικά έχουμε αρχίσει να μιλάμε και για την καθοριστική συμβολή του Ευθύμη Φιλίππου στο σενάριο. Όσο πειραματική κι αν ήταν η «Κινέττα» κι όσο αδόκιμη ενδεχομένως είναι η σύγκρισή της με τις τρεις επόμενες ταινίες του Λάνθιμου, είναι καταφανής η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε μια ταινία που μόνο αισθητικά έχει ενδιαφέρον και στις τρεις κατοπινές ταινίες, όπου ο Λάνθιμος από κοινού πλέον με τον Φιλίππου χτίζουν τον δικό τους αναγνωρίσιμο και ξεχωριστό κόσμο, έναν κόσμο όπου μιλάει εντελώς για εμάς τους ίδιους, έναν κόσμο όπου βασικές συνθήκες της ζωής μας φωτίζονται υπό ένα φως αλλόκοτο, έναν κόσμο που μας ξενίζει αρχικά, μόνο και μόνο για να σκεφτούμε πόσο εντελώς μας αφορούν αυτά που λέει.
Για του λόγου το αληθές, όταν πήγα να δω την ταινία, στην ουρά για το εισιτήριο είναι μπροστά μου ένας άνδρας γύρω στα 45 - 50. Με ρωτάει αν έχω έρθει μόνος. Του απαντάω ναι. Με ρωτάει αν γίνεται να πούμε ότι είμαστε μαζί, γιατί το σινεμά τα δύο εισιτήρια μαζί τα δίνει φτηνότερα από τα δύο μεμονωμένα. Ζητάω όντως δύο εισιτήρια, τα παίρνουμε φτηνότερα, η σύντομη σχέση μας τερματίζεται εκεί, κανείς δεν θα μας μεταμόρφωνε σε ζώα που πήγαμε μόνοι μας, αλλά ένα κίνητρο για να μην είμαστε μόνοι μας (ή αντίστροφα μια ποινικοποίηση της μοναχικότητας) υπήρχε ήδη στο ταμείο πριν ξεκινήσει η ταινία.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Κυριακή, Οκτωβρίου 18, 2015

Κουβέρτα ροζ με αρκουδάκι

 Το νέο τρεντ στα νερά μας
είναι τα παιδιά να πνίγονται ανά οικογένειες.
Δυο αδελφάκια εδώ, 
τρία - τέσσερα παραπέρα,
η οικογενειοκρατία του θανάτου.
~~~
Κρατούσε ένας άντρας το παιδάκι στην ακτή
-ζωντανό ή νεκρό δεν κατάλαβα απ' τις ειδήσεις,
το αλλάζω πάντα όταν έχει τέτοια στενάχωρα-
πάνω σε μια κουβέρτα ροζ με αρκουδάκι,
προορισμένη μάλλον όταν το πρωτοσκέπασε
να προσφέρει στο ίδιο
ή ίσως ακόμα πιο πολύ στους γονείς του
ένα αίσθημα ασφάλειας, μια αίσθηση παραμυθιού.
~~~
Μια κουβέρτα ροζ με αρκουδάκι
το σκεπάζει και του λέει πως όλα είναι καλά,
ο κόσμος είναι καμωμένος καλά,
δεν έχει τίποτα να φοβάται,
μπορεί άφοβα να κλείσει τα μάτια,
δεν κρύβονται μπαμπούλες στο σκοτάδι,
παντού τριγύρω έχει φως και ζεστασιά.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 18, 2015

Φωτιά και Τσεκούρι

Στα επανειλημμένα διαγγέλματά του την εβδομάδα πριν το δημοψήφισμα, ο Αλέξης Τσίπρας έλεγε και ξαναέλεγε πως το μόνο που έχουμε να φοβηθούμε είναι ο ίδιος ο φόβος. Εκ του αποτελέσματος όμως δυο μόνο ερμηνείες μπορούν να υπάρξουν: είτε πως ήταν εκείνος που τελικά φοβήθηκε και πως άρα το μόνο που είχαμε να φοβηθούμε ήταν ο δικός του φόβος, είτε πως αν σε αυτό το μότο μπορούσε να συνοψιστεί η βασική προεκλογική ρητορεία και διαπραγματευτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ (ας πάψουμε δηλαδή να φοβόμαστε τις απειλές γκρέξιτ, ποτέ δεν θα το τολμήσουν και άρα πιέζοντάς τους θα πάρουμε σε αντάλλαγμα κάτι πολύ καλύτερο από ό,τι είχαμε τα προηγούμενα χρόνια), είχαμε να κάνουμε με μια τόσο εσφαλμένη ανάγνωση και στρατηγική που θα οδηγούσαν νομοτελειακά στο στραπάτσο.
Υπάρχει δηλαδή αφενός η εξ αριστερών του ΣΥΡΙΖΑ ερμηνεία, πως ο φόβος που είχαμε να φοβηθούμε δεν ήταν ο φόβος πως δεν θα κάνουν οι δανειστές πίσω και δεν θα τολμήσουν να μας βγάλουν από την ευρωζώνη, αλλά ο φόβος των συνεπειών εξόδου από την ευρωζώνη και αφετέρου η εκ δεξιών του ΣΥΡΙΖΑ ερμηνεία, πως αφού στην πραγματικότητα είχαμε να φοβηθούμε πολλά περισσότερα από τον φόβο μας, τότε αργά η γρήγορα θα πληρώναμε το τίμημα της αποκοτιάς και των λεονταρισμών μας. Αν υπάρχει μια τρίτη εναλλακτική ερμηνεία όσων συνέβησαν, που εξηγεί εν μέρει το γεγονός ότι ο μετά τη διάσπαση ΣΥΡΙΖΑ παραμένει κεντρικός ακόμη παίκτης στο παιχνίδι, είναι πως παρόλη τη συντριβή ο ΣΥΡΙΖΑ λειτουργούσε και όσο διαπραγματευόταν και όταν υπέκυψε σύμφωνα με τα θέλω της πλειοψηφίας του λαού. Πως δεν φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ που πρόδωσε τα θέλω, αλλά το γεγονός πως αυτά τα δύο θέλω, το αντιμνημονιακό και το της παραμονής στην ευρωζώνη, αποδείχτηκαν τελικά μη συμβατά και αλληλοαποκλειόμενα.
Παραταύτα υπάρχει προφανώς ένα τεράστιο λογικό άλμα στη βασική αφήγηση του Τσίπρα που είναι: «Πρώτα το πήγα ως εκεί που δεν πήγαινε και μετά κράτησα και τη χώρα όρθια». Γιατί ακόμη και αν υποθέσουμε πως τελικά αυτό ήθελε και ο περισσότερος κόσμος, το να το παλέψουμε ως εκεί που πάει αλλά να μη βγούμε από το ευρώ, δεν μπορείς εσύ ως πολιτικός να παίρνεις κρέντιτ και για τα δύο. Το «κρατήσαμε τη χώρα όρθια», το επιχείρημα της καταστροφής, ήταν το βασικό αφήγημα των πριν από εσένα μνημονιακών. Αν το θέμα ήταν να την κράταγες όρθια, την κρατούσαν και οι προηγούμενοι και με ανοιχτές τις τράπεζες κιόλας. Το «Πήγαμε ως τα άκρα, παλέψαμε ως εκεί που δεν γινόταν, αλλά τελικά είχαμε να φοβηθούμε πολλά περισσότερα από το φόβο, με αποτέλεσμα να ηττηθούμε ανεπανάληπτα και πανηγυρικά», ναι, θα ήταν αρκετά πιο ειλικρινές.
Και κάπως έτσι, έχουμε από την μια την αφήγηση που σε καλεί να την ψηφίσεις χωρίς καμία ελπίδα πια, δεν έχει πια ελπίδα να σου προσφέρει και το ξέρει, σε καλεί να την ψηφίσεις επειδή σιχαίνεσαι ακόμη τους άλλους και δεν θέλεις να αποφασίζουν για κανέναν τομέα της ζωής σου, σε καλεί να την ψηφίσεις για να μην κυβερνήσει πάλι ο Άδωνις και ο Βενιζέλος, την ίδια πάντως ώρα που δεν αποκλείει καθόλου να συγκυβερνήσει με το κόμμα του Βενιζέλου ή των νεοφιλελεύθερων «εμπειρογνωμόνων» του Ποταμιού, κάτι που ενώ αρχικά το απέκλειε, μετά σου αφαίρεσε κι αυτό το τελευταίο αποκουμπάκι και σε άφησε με ύστατο φύλλο συκής ότι δεν θα συγκυβερνήσει με τον Άδωνη. Από την άλλη η Λαϊκή Ενότητα σφύζει από ενθουσιασμό και ακρασάριστες βεβαιότητες, έχει μείνει όρθια, η Ζωή Κωνσταντοπούλου από το προεκλογικό μπαλκόνι στην Ομόνοια εκφωνούσε ένα - ένα τα ονόματα των μπροστάρηδων βουλευτών που άντεξαν, που δεν υπέκυψαν, που διατηρούν τα λάβαρα του αντιμνημονιακού αγώνα σηκωμένα. Βρίσκω εντελώς παράταιρο αυτό τον ενθουσιασμό. Ζηλεύω -ενδεχομένως και να φθονώ- τους ανθρώπους που μπορούν σε αυτή τη χρονική συγκυρία, την τόσο κοντά στο τραύμα της 13ης Ιουλίου, να παραμένουν ενθουσιώδεις και να μη σκύβουν το κεφάλι, αλλά εγώ το έσκυψα. Δεν μπορώ να προσποιούμαι πως δεν χάσαμε. Χάσαμε. Η ελπίδα ήρθε το Γενάρη και έμεινε εδώ ως το πρωινό της 13ης Ιουλίου. Μετά έφυγε, και αυτό που προέκυψε από τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ είναι από την μια ένας πολιτικός φορέας εμφανώς αλλοτριωμένος και με νέο όραμά του τον κυβερνητισμό κι από την άλλη ένας πολιτικός φορέας ανεξήγητα αυτάρεσκος, που προσπαθεί να μας πείσει ότι η ήττα είναι μόνο των άλλων, πως αυτός παρέμεινε αήττητος. Προσωπικά δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν θα ψηφίσω τελικά ή όχι, αλλά αν το κάνω θα το κάνω από απελπισία.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 03, 2015

Εμείς όμως ξέραμε

Έμαθα ότι έδειξαν αυτές τις φωτογραφίες σήμερα στο δικαστήριο. Αυτές που τις εμφανίζουν με κάθε πρόσχημα, σαν εκθέματα σε μουσείο τρόμου. Αυτό νομίζετε ότι είμαστε; Νομίζετε ότι τα ξέραμε αυτά τα πράγματα; Νομίζετε ότι θέλαμε να σκοτώσουμε γυναίκες και παιδιά; Το πιστεύετε αυτό; Για όνομα του θεού, είμαστε εδώ ο ένας απέναντι στον άλλο και πίνουμε. Πώς μπορείς να πιστεύεις ότι ξέραμε; Δεν ξέραμε. Δεν ξέραμε.
 ~~~
Για μας μάλλον δεν θα υπάρξει ποτέ Νυρεμβέργη, εμάς μπορεί και να μην μας δικάσει ποτέ κανείς, με την πιθανή εξαίρεση της Ιστορίας, απέναντι στην οποία ο Ευρωπαίος πολίτης του 2015, σε αντίθεση με τον Γερμανό ομόλογό του της δεκαετίας του 40, δεν θα μπορεί καν να βγάλει το κεφάλι του από την άμμο και να ισχυριστεί πως δεν ήξερε. Όχι, εμείς ξέρουμε και τα βλέπουμε κάθε μέρα. Και μαυρίζει η καρδιά μας για όσο. Και συνεχίζουμε τις ζωές μας, όπως κι οι Γερμανοί στα δίπλα τραπέζια, Νυρεμβέργη του 47, μπύρες και τραγούδια κι η ζωή συνεχίζεται για όσους συνεχίζεται, πάντα έτσι ήταν, πάντα έτσι θα είναι, τα εγκλήματα της ανθρωπότητας κατά της ανθρωπότητας, τα λεφτά που σήκωσε η μαμά της Βαλαβάνη, οι στοίβες στο δωμάτιο τα παλιά παιχνίδια του παιδιού μου, εμείς, εμείς, εμείς, τα δικά μας σπίτια, οι δικές μας τσέπες, τα δικά μας λεφτά, οι δικές μας οικογένειες, οι δικές μας ζωές, οι δικές μας κοινωνίες, τα δικά μας σύνορα.  

Παρασκευή, Αυγούστου 21, 2015

Τα χρώματα

Παίζεις όλα τα προηγούμενα χρόνια με τα χρώματα της δημοκρατίας. Η βούληση του λαού και το ένα και το άλλο κι όλα αυτά. Κάποια στιγμή εκλέγεσαι. Φοράς τα χρώματά της και μας εκπροσωπείς διεθνώς. Η βούληση του λαού και το ένα και το άλλο κι όλα αυτά. Αφού είσαι με τους καλούς, αργά ή γρήγορα θα κερδίσεις στον δίκαιο αγώνα σου τους απέναντι κακούς. Βρίσκεις τοίχο και τοίχο και πάλι τοίχο. Παίζεις το τελευταίο σου χαρτί. Απαντάς στον τοίχο με περισσότερη δημοκρατία, με ειδικότερη δημοκρατία. Δημοψήφισμα, κορυφαία ιστορική στιγμή, τρομερό αποτέλεσμα, συγκίνηση. Μετά πας, και ανεξάρτητα από το πόσο φταις και πόσο όχι, το κοντέρ γράφει ότι παίζοντας με τα χρώματα της δημοκρατίας ως εδώ άντεξες και πως οι γραμμές άμυνάς σου η μία μετά την άλλη καταρρέουν, έτσι ώστε να μην μείνουν μετά προσχήματα να ντυθείς στη θέση των βανδαλισμένων της χρωμάτων. Η περισσότερη και η ειδικότερη δημοκρατία χάνουν περισσότερο, χάνουν ειδικότερα. Πολλά με λίγα. Τα υπογράφεις όλα, τα περνάς όλα στη Βουλή υπερεπείγοντα του υπερεπείγοντος. Και τώρα προκηρύσσεις εκλογές, μόνο που πια, είτε ηγεμονεύσεις είτε όχι, η δημοκρατία έχει ταπεινωθεί, ακυρωθεί, μνημονιοποιηθεί. Περισσότερο από όλες τις άλλες φορές, γιατί εσύ υποτίθεται και υποθέσαμε και έτσι ήταν δηλαδή, ότι σε αντίθεση με τους πριν την εκπροσωπούσες αυθεντικά. Και στην τόσο πρόσφατα ταπεινωμένη, ακυρωμένη, μνημονιοποιημένη δημοκρατία, οι εκλογές δεν είναι πια λύση και ανάταση, αλλά ρεζίλι και ντροπή, χοντράδα και κακόγουστο αστείο.

Πέμπτη, Ιουλίου 16, 2015

Να 'μαστε πάλι εδώ Ανδρέα

Δεν είμαι βουλευτής ώστε να ήμουν υποχρεωμένος να αναμετρηθώ με κάποιο υπαρξιακό δίλημμα. Δεν είμαι καν μέλος κανενός κόμματος. Είμαι όμως ένας άνθρωπος που έβαλα μπροστά μου πεντέμιση χρόνια έναν μεγάλο κακό που τον είπα μνημόνιο και τον μίσησα και τον πολέμησα λεκτικά και που έγινε μέρος της σκέψης μου, της ταυτότητάς μου, της ζωής μου. Είμαι ένας άνθρωπος που κατεξοχήν θεώρησα ότι ο μεγάλος εχθρός είναι η «πραγματικότητα», ότι αυτή είναι μια πολιτική κατασκευή, ότι το ΤΙΝΑ είναι ένα είδωλο που λατρεύουν οι Γεωργιάδηδες, οι Βενιζέλοι, οι Πρετεντέρηδες και οι Μπογδάνοι. 
Το χειρότερο, είμαι ένας άνθρωπος που ακούω χθες την πύρινη ομιλία της Κωνσταντοπούλου και ναι, συγκινούμαι εν μέρει, αλλά την ίδια ακριβώς ώρα αναρωτιέμαι: όλα αυτά συνεπάγονται τελικά τι;
Το χειρότερο, είμαι ένας άνθρωπος που ακούω χθες τον Τσίπρα να προσπαθεί να κάνει το άσπρο μαύρο, έχοντας τελικά ως όπλο στην φαρέτρα του τι; Ότι το προσπάθησε ως το τέρμα και το πήγε ως εκεί που δεν πήγαινε και τώρα δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική; Πώς να θυμώσω με αυτό, αφού αυτό ήθελα κι εγώ, να δω πού θα οδηγούσε η έμπρακτη αμφισβήτηση του μονοδρόμου τους; Κι εκεί οδηγεί τελικά; 
Και ταυτόχρονα πώς να μην θυμώσω με αυτό, αφού αν η αρχική στρατηγική σύλληψη είναι πως ναι μεν δεν θέλουμε εμείς να βγούμε από την ευρωζώνη αλλά ταυτόχρονα δεν το θέλουν κι εκείνοι, κι άρα τελικά μπορεί να μην χορέψουν στα νταούλια μας, αλλά θα κάνουν υποχωρήσεις και θα πάρουμε κάτι αρκετά ως πολύ καλύτερο από αυτό που έπαιρναν οι προηγούμενοι, κάτι που δεν θα μοιάζει με μνημόνιο,
κατά τη δική τους πλέον ομολογία γνώριζαν από τον Μάρτιο από πρώτο χέρι ότι αυτό δεν ισχύει, ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο, ότι ένας ισχυρότατος, αν όχι και ο κύριος, παίκτης, αντί να τρέμει την έξοδό σου, την επιθυμεί και την επιδιώκει.
Αν η αρχική στρατηγική μας ήταν να τραβήξουμε το σχοινί ως την άκρη ώστε να πάρουμε όσα περισσότερα μπορούμε, πώς είναι δυνατόν να παρέμεινε η ίδια, όταν ο κύριος παίκτης της απέναντι πλευράς τρεφόταν από το τράβηγμα του σχοινιού κι έκανε κι ο ίδιος ό,τι μπορούσε ώστε να καταστήσει αδύνατο κάθε ενδιάμεσο ανεκτό συμβιβασμό, φέρνοντας κι ο ίδιος τα πράγματα στο όλα ή τίποτα. Αλλά όλα υπέρ του. 
Και να που η μεγάλη ειρωνεία είναι πως την προηγούμενη Κυριακή έχουν πραγματοποιηθεί σχεδόν όλα θα ήθελε η δική μας πλευρά. Δεν υπάρχει πια μέτωπο εναντίον μας, έχει επέλθει έστω και προσωρινά ρήγμα, έχουν έρθει με το μέρος μας αρκετοί. Αλλά με το μέρος μας πώς; Για να πάρουμε κάτι καλό; Όχι. Για να πάρουμε το εξοντωτικό και να μην εξοντωθούμε άτακτα. Κι όλο αυτό το λέμε πραξικόπημα. Και είναι. Και το νομιμοποιούμε κοινοβουλευτικά πουλώντας το ταυτόχρονα ως αποτροπή του. Και αυτή η αδιανόητη εκδοχή του αριστερού μνημονίου και της για μια ακόμη φορά- κι αυτή τη φορά βαρύτερα παρά ποτέ- υποταγής της δημοκρατίας και της εθνικής ανεξαρτησίας, έρχεται να υπερασπίσει τον εαυτό της λέγοντας, να, αυτές οι τρεις επιλογές υπάρχουν, αν προτιμάτε τις άλλες δύο πείτε το μου. Και πώς να το πούμε; Πώς να μη γίνουμε ΓΑΠ και Σαμαράδες και Βενιζέλοι, πώς να μην πούμε ότι η χώρα δεν κάνει να καταστραφεί; Και πώς να μη γελάνε θριαμβευτικά και δικαιωμένα όλα τα καθάρματα του παλιού κατεστημένου; Πώς να μην λένε ότι η δεξιά είναι για να κυβερνάει και η αριστερά για να λέει ωραία μεγάλα λόγια σαν αυτά τα χθεσινά της Ζωής; Και τώρα ποιός κυβερνάει; Η αριστερά ως δεξιά; Η αριστερά που έδωσε την τεράστια μάχη της προσπαθώντας να πετύχει το ακατόρθωτο, αφήνοντας το ισχυρότατο στίγμα της παγκοσμίως, έχοντας σπείρει τους σπόρους της, και τώρα ταπεινωμένη μεν αλλά ακόμη τίμια, θα τα βάλει με τη ντόπια σαπίλα προσπαθώντας να εξιλεωθεί σε αυτό το μέτωπο; Ας γελάσω; Ας κλάψω; Ας πάψω επιτέλους να ωρύομαι; Ας ζητήσω συγγνώμη από τα ντόπια καθάρματα για πεντέμιση χρόνια οργής; Ας παραδοθώ κι εγώ στην πραγματικότητα; Ας πάω στον Ράμφο να μου εξηγήσει γιατί με ενοχλεί τόσο; Ας παραδεχθώ πως όλο αυτό ήταν κάπως προδιαγεγραμμένο και πως σε έναν κόσμο που λειτουργεί με έναν τρόπο δεν θα ήταν ποτέ δυνατό μια χώρα να κατάφερνε να λειτουργήσει αλλιώς, όσο τουλάχιστον επιθυμούσε να παραμείνει εντός του;
Κι όμως η ίδια η προ εξαετίας πραγματικότητα και μερικές βασικές συντεταγμένες της έχουν ήδη αλλάξει με πολιτικές αποφάσεις. Μόνο που είναι πολιτικές αποφάσεις των ίδιων των διαχειριστών του συστήματος. Μόνο που είναι μετατροπές της πραγματικότητας προκειμένου να κερδίσει το σύστημα ως έχει μερικά ακόμη χρόνια ζωής. Και μετά βλέπει. 
Όλοι αυτοί οι πρόσφυγες στις ακτές, τα νησιά, τις πόλεις μας. Όλος αυτός ο ξεριζωμός. Όλη αυτή η καταστροφή στα δικά τους μέρη. Όλη αυτή η κάτω του οριακού συνθήκη. Όλο αυτό το μέλλον μας. Που δεν το εισάγουμε. Που πια το παράγουμε έχοντας χρεοκοπήσει, έχοντας αποδεχθεί ότι ο μονόδρομός μας είναι ο κάτω του οριακού, αφού όλοι οι άλλοι δρόμοι είναι απαράσκευοι, εν πολλοίς αδιανόητοι, εν πολλοίς να είχαμε να τους λέγαμε και να φτιαχνόμαστε από αριστερά, όσο η εξουσία θα ασκείται πάντα δεξιά.

Δευτέρα, Ιουλίου 06, 2015

Το μνημόνιο έχασε

Εμένα χθες βράδυ μου διαψεύστηκε μια βασική αντίληψη που είχα για αυτό που λέμε «μέσος Έλληνας». Αν αυτό το 61,31% είχε επιτευχθεί με τις τράπεζες ακόμη ανοιχτές και με μια στοιχειώδη κανονικότητα, πολλά θα μπορούσα να τα δω αλλιώς. Τώρα νιώθω μόνο δέος για μια απόφαση η οποία δεν μπορεί να βολευθεί στα συνήθη επίθετα, καθώς αποτελεί κάτι εντελώς ασύνηθες, κάτι εντελώς ανυψωτικό, κάτι εντελώς γενναίο. 
Είχα γράψει πριν δυο χρόνια ένα κείμενο με τίτλο «Το μνημόνιο νίκησε». Ε, χθες, το μνημόνιο έχασε. Οριστικά και αμετάκλητα. Έχασε επειδή εξήντα ένας στους εκατό ψηφοφόρους είπαν όχι πως δεν φοβόμαστε άλλο πια, αλλά πως παρόλο το φόβο μας αξιολογούμε άλλα αγαθά ως σημαντικότερα. Χθες η Ελλάδα δεν είπε πως την χαλάει το δυτικό καταναλωτικό πρότυπο ζωής, είπε όμως πως δεν τελείωσε η Ιστορία σε αυτό, πως δεν είναι αυτό η αρχή και το τέλος των πάντων, πως υπάρχουν και άλλου είδους νοηματοδοτήσεις στη ζωή μιας δυτικής κοινωνίας, πως ακόμη κι αν το γουστάρει, πάντως δεν το γουστάρει τόσο πολύ ώστε να εκπέσει στην εθελοδουλεία, πως ό,τι είχε να δώσει από φόβο το έδωσε. Πως είναι πια ελεύθερη, όπως μόνο εκείνος που αναδέχεται το κόστος της επιλογής του μπορεί να είναι. 
Δεν έληξε μόνο τυπικά το καθεστώς των μνημονίων πριν λίγες μέρες. Έληξε και ουσιαστικά χθες. Ό,τι ξεκίνησε από σήμερα, ό,τι θα ακολουθήσει από αύριο διαπραγματευτικά κι όπου κι αν οδηγήσει, ακόμη και σε βαρύτερο οικονομικό πρόγραμμα με βαρύτερους όρους επιτήρησης, μνημόνια δεν υπάρχουν πια. Τέλειωσαν. Τα ισοπεδώσαμε με 61,31% εν μέσω κλειστών τραπεζών και αδιανόητης προπαγάνδας.
Αυτό που θα ξεκινήσει από αύριο είναι κάτι καινούριο. Κι αν τελικά οδηγηθούμε σε κάποιου είδους συμφωνία, φυσικά και ο καθένας μπορεί να συγκρίνει τα μέτρα και να κάνει τις εκτιμήσεις του και τις αποτιμήσεις του για το τι κερδήθηκε και τι χάθηκε. Αλλά όπως η κριτική ήταν ότι πέντε μήνες τώρα η κυβέρνηση έπαιζε με τις λέξεις διατηρώντας ακέραια την ουσία των πραγμάτων, είναι στο μυαλό μου εντελώς σαφές ότι η ουσία των πραγμάτων έχει από την Κυριακή του δημοψηφίσματος αλλάξει πια.
Και η ουσία των μνημονίων δεν ήταν μόνο το είδος των μέτρων. Ήταν εξίσου και το «Πάρ΄τα θέλοντας και μη, επειδή δεν έχεις καμία άλλη επιλογή». Ε, η άλλη επιλογή πραγματώθηκε χθες το βράδυ. Και ήταν ΟΧΙ. 
Άρα αν φτάσουμε σε υπογραφή συμφωνίας, θέλετε να την πείτε τρίτο μνημόνιο, πείτε την. Αλλά και να την πείτε δεν θα είναι. Τα μνημόνια χθες πέθαναν. Από αύριο δεν έχουμε επιστροφή στα γνωστά συμβολικά πεδία του μνημονιακού ζόφου. Από αύριο τα γιούρογκρουπ και οι σύνοδοι κορυφής ξαναγίνονται πεδία διαβούλευσης, που είτε θα οδηγήσουν κάπου είτε όχι, την Ιστορία που γράφτηκε την 5η Ιουλίου του 2015 δεν μπορούν να την αγγίξουν.
Και προσωπικά πιστεύω πως έχοντας γεμίσει πια από ηρωισμό, μπορούμε τώρα να καταφύγουμε χωρίς ενοχές στον πραγματισμό.
Και ξέρω πως η τελευταία φράση είναι μια φράση που θα μου ταίριαζε περισσότερο να την είχα γράψει ειρωνικά ή έστω αμφίσημα. Αλλά την εννοώ.

Σάββατο, Ιουλίου 04, 2015

Σαν κεντρικός σας τραπεζίτης

Δεν ξέρω γιατί ακόμα και τώρα πρέπει να χρησιμοποιείται εκ μέρους του Τσίπρα μια ρητορική τύπου «Θα έχω συμφωνία μέσα σε 48 ώρες». Δεν μου αρέσει αυτή η ρητορική, δεν βλέπω πού εδράζεται, ή, αν θέλαμε να δεχθούμε ότι εδράζεται κάπου, θα πρόκειται για μια συμφωνία προφανώς καθόλου μα καθόλου εύκολη. Θέλω δηλαδή να πω, πως αν υπήρχε τέτοιο ενδεχόμενο φαστ τρακ συμφωνίας, θα ήταν επειδή θα υποχωρούσαμε εμείς τρελά και όχι επειδή θα υποχωρούσαν οι δανειστές μπροστά στο «Όχι».
Δεν ξέρω γιατί πρέπει να χρησιμοποιούνται φράσεις του στυλ «Για καταθέσεις θα μιλάμε τώρα, εδώ αγωνιζόμαστε για υψηλά ιδανικά», σαν αυτή που περίπου είπε η Κωνσταντοπούλου. Μπορεί να εκστομίζονται ως υπερασπιστικές των φτωχότερων στρωμάτων ή / και των μη αποτιμήσιμων σε χρήμα αξιών, ωστόσο αν κατ' εμέ δείχνουν κάτι είναι παραδόξως ένας αντουανετισμός, καθώς κάτι εντελώς ζόρικο έχει συμβεί στη χώρα και τους πολίτες της την τελευταία εβδομάδα και το να το υποτιμούμε δεν ξέρω ποιόν ωφελεί.  
Ξέρω πως προσωπικά θα ψηφίσω «όχι»,
όχι θεωρώντας συγκριτικά πολυτελείς τις ουρές στα ΑΤΜ μπροστά στις ουρές στα συσσίτια,
όχι ελπίζοντας πως οι συμφωνίες που θα αναγκαστεί να υπογράψει η κυβέρνηση θα έχουν χαρακτηριστικά θριάμβου,
όχι πιστεύοντας πως με όρους οικονομικούς θα είναι οπωσδήποτε καλύτερες από εκείνες που θα υπέγραφε πριν, αν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά, ενδεχομένως πια θα είναι και χειρότερες,
όχι, τέλος, χωρίς φόβο για το πόσο θα τραβήξουν ως τα απόλυτα άκρα οι δανειστές το σχοινί. 
Αλλά επειδή ακριβώς το τραβάνε και το ξανατραβάνε και το ξανατραβάνε τόσα χρόνια τώρα και μας γάμησαν το είναι με όλους τους δυνατούς τρόπους και άρα όχι μόνο τους οικονομικούς, αν αυτή είναι η τελική τους απόφανση στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον τρόπο τιμωρίας της δημοκρατικής βούλησης ενός λαού, so fucking be it.
Δεν μπορώ στον πόλεμο να είμαι με τον αντίπαλο, όσο πιο συντριπτικά ισχυρός κι αν είναι, κι όσο απόλυτα βλακώδες κι αν είναι να πάω να συγκρουστώ μαζί του και να σβήσω. 
Μα δεν είναι πόλεμος; Μα είναι απλά οικονομικές διαπραγματεύσεις;
Ας το αποδείξουν λοιπόν. Μετά από ένα «Όχι» ας αποδείξουν πως ακούνε κιόλας και πως δεν θέλουν να εξοντώσουν παραδειγματικά κάθε υποψία αντίθετης πολιτικής γραμμής από την μία και μόνη. 
Αντίθετα μετά από ένα «Ναι» το μόνο που μας περιμένει είναι εκ των πραγμάτων μια περίοδος όπου όλοι θα είμαστε ηττημένοι, όπου το πολιτικό σκηνικό θα βουλιάξει εκ των πραγμάτων σε μακρά αστάθεια, όπου θα έχουν νικήσει εκείνοι που έχουν τα ασύμμετρα όπλα και έξω απ' τη χώρα και μέσα σε αυτή, σε μια δημοκρατία που θα συνθηκολογήσει ελλείψει ρευστού, σε μια δημοκρατία που της λένε ότι από Δευτέρα τελειώνουν τα λεφτά, όχι πια μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά, εκτός κι αν ψηφίσουμε αυτό που θέλει ο Σκάι, οπότε ο Ντράγκι θα μας πει ζήστε λίγο ακόμα, πάρ'τε λεφτά, εγκρίνω σαν κεντρικός σας τραπεζίτης αυτό που αποφασίσατε, δικαιούστε να μην κυλήσετε στο χάος.

Τρίτη, Ιουνίου 30, 2015

Εκτός προγράμματος

Για να ξεκαθαρίσουμε κάτι, νομίζω αυτονόητο: όσοι ωρυόμασταν τόσα χρόνια εναντίον του μνημονίου -ή εν πάση περιπτώσει για να μη το γενικεύω και για να μη μιλάω για λογαριασμό άλλων, εγώ- το κάναμε και για λόγους ιδεολογικούς, αλλά το κάναμε και βλέποντας τις δραματικές επιπτώσεις που είχε στην ελληνική κοινωνία.
Υπό αυτό το πρίσμα, το να ζούμε σε καθεστώς κλειστών τραπεζών και οικονομίας σε παράλυση, δεν είναι ένα γεγονός που μπορούμε να το προσπεράσουμε απαξιώνοντάς το και μιλώντας μόνο για το κακό που έκαναν τα μνημόνια, το γαμημένο «κάρεντ πρόγκραμ» και η ακόμη πιο γαμημένη πέμπτη αξιολόγηση, που αν μη τι άλλο -και ανεξάρτητα από το τι έρχεται αύριο- επιτέλους απόψε ψοφάνε. Αν ενδιαφερόμαστε στα αλήθεια για όσους τσακίστηκαν όλα αυτά τα χρόνια, δεν μπορούμε και να σφυράμε αδιάφορα με όσα γίνονται τώρα, που τσάκισμα αποτελούν κι αυτά.
Πολύ φοβάμαι ότι μέσα σε αυτό το καθεστώς το «ναι» πριμοδοτείται και πως θα αποτυπωθεί στην κάλπη ένα αποτέλεσμα το οποίο δεν θα αποτυπώνει την αληθινή βούληση του κόσμου.
Αλλά αυτό κάθε άλλο παρά σημαίνει ότι πρέπει να γίνει οποιαδήποτε σκέψη για να παρθεί πίσω. Θα ήταν τραγελαφικό. 
Από την άλλη, αν μέσα και σε αυτό το περιβάλλον επικρατήσει το «όχι», τότε αυτό θα αποτελέσει κατά τη γνώμη μου όχι κάποιο προϊόν άγνοιας κινδύνου για τα μελλούμενα, αλλά ένα, εδώ που έχουμε φτάσει, συγκλονιστικό μήνυμα γενναιότητας μέσα σε έναν αδυσώπητο οικονομικό και πολιτικό πόλεμο.
Είναι όμως ακόμη Τρίτη βράδυ. Ως την Κυριακή μεσολαβούν αιώνες.