Δευτέρα, Φεβρουάριος 08, 2010

Άλλα

Όταν πολύ παλιά, από παιδί ακόμη, κατάλαβε πως ο μόνος τρόπος για να λυθεί το μεγαλύτερο απ' όλα τα μυστήρια ήταν να πεθάνει, έπαψε να τον τρομάζει ο θάνατος και δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι αντιμετώπιζε την στιγμή της έλευσής του με ένα βαθμό αδημονίας, σαν αναγνώστης αστυνομικού μυθιστορήματος που ανυπομονεί να φτάσει στην τελευταία λέξη της τελευταίας σελίδας.
Ευτυχώς η αδημονία αυτή δεν ξεπέρασε ποτέ τον βαθμό μετά τον οποίο η περίπτωσή του θα γινόταν κλινική. Έζησε κανονικότατα και χωρίς να κάνει ποτέ τίποτα που θα έθετε σε αχρείαστο κίνδυνο τη ζωή του. Δεν είχε λόγο να βιάζεται. Έλεγε μέσα του ότι ήταν ένας pleasure delayer: το αργόν και χάριν είχε.
Μια ζωή θεωριών αποδείχθηκε ανεπαρκής τις κρίσιμες ώρες που ψυχορραγούσε στο κρεβάτι του, καθώς δεν ήθελε να παραδοθεί με τίποτα, έχοντας καταληφθεί από ένα αναδρομικό πανικό για το θάνατο, που προσπαθούσε να χωρέσει μέσα σε μια μέρα όσα κανονικά έπρεπε να είχαν κατανεμηθεί μέσα σε μια ζωή.
Μην τα πολυλογούμε όμως, πέθανε.
Τη στιγμή που συνειδητοποίησε πως είχε πεθάνει, ένιωσε ντροπή για το δείλιασμα της τελευταίας στιγμής, αλλά ταυτόχρονα και ανακούφιση που μπορούσε ακόμη να νιώσει, που δηλαδή η λύση του μεγαλύτερου μυστηρίου απ΄όλα δεν ήταν η ανυπαρξία και το τίποτα.
Όχι, ακόμη υπήρχε.
Και ήταν πανέτοιμος για την απάντηση.
Άνοιξε τα μάτια του και είδε να εξαφανίζονται από τον οπτικό του ορίζοντα το δωμάτιό του, το σπίτι του, ο κόσμος όλος.
Δεν βρισκόταν πια σε νεκροκρέβατο, δεν βρισκόταν πια πουθενά, γιατί το πουθενά είναι χώρος, μια έννοια δηλαδή που όπως τώρα μπορούσε να αντιληφθεί είχε δημιουργήσει το πνεύμα του, προκειμένου να δομήσει μια ζωή μέσα στην οποία θα βρισκόταν και κάτι άλλο εκτός από το ίδιο. Τα ίδια πάνω κάτω ίσχυαν και για το χρόνο, τα ίδια πάνω κάτω ίσχυαν και για ό,τι άλλο ζώντας είχε πιστέψει πως ζούσε μαζί του.
Το πνεύμα του ήταν λοιπόν πια μόνο του. Μάλλον όχι πια. Πάντοτε. Απλά χρειαζόταν λίγο χρόνο για να πάψει να σκέφτεται όπως όταν ζούσε. Μάλλον όχι χρόνο, αφού είπαμε κι αυτός δικιά του κατασκευή ήταν. Εν πάση περιπτώσει θα συνήθιζε άμεσα, οπότε δεν είχε και μεγάλη σημασία το τι θα χρειαζόταν.
Χρειαζόταν όμως μια άλλη απάντηση: αυτό που τώρα θα επακολουθούσε (δηλαδή το πνεύμα του μόνο του) ήταν άραγε ο παράδεισος ή η κόλαση;
Όπως έμελλε να διαπιστώσει αυτό εξαρτιόταν από τον τρόπο που είχε ζήσει: Αν είχε ζήσει μια ενδιαφέρουσα ζωή το πνεύμα του θα είχε να ασχολείται, θα μπορούσε να αναπαράγει ερεθίσματα, να τα επεξεργάζεται, να βγάζει συμπεράσματα, να κάνει συσχετίσεις που εν ζωή δεν προλάβαινε. Αν είχε ζήσει μια βαρετή και τεμπέλικη ζωή το πνεύμα του θα ήταν αναγκασμένο να αναπαράγει τα ίδια και τα ίδια δίχως διαφυγή, γεγονός που εντός του χρόνου μιας ζωής μπορεί και να αντέχεται, ενδεχομένως και να παρηγορεί, αλλά εκτός του χρόνου που τώρα βρισκόταν θα ήταν αδύνατο να το αντέξει, αφού αν όσο ζεις όλα τα σχετικοποιεί ο θάνατος, όταν πεθαίνεις όλα τα απολυτοποιεί η ζωή
που έζησες,
δηλαδή η ζωή που σκέφτηκες ως αληθινή,
ο χρόνος που φαντάστηκες πως ζεις,
ο χώρος που φαντάστηκες πως ζεις,
ο τρόπος που φαντάστηκες πως ζεις,
οι άλλοι που φαντάστηκες γύρω σου,
τα όμορφα που φαντάστηκες πως έζησες,
τα άσχημα που φαντάστηκες πως έζησες,
καθώς και τα όρια που φαντάστηκες πως έβαλες στη φαντασία σου,
με πρώτο απ' όλα αυτό το περίεργο εφεύρημα περί ύπαρξης εννοιών όπως ζωή και θάνατος.
Τι παραδοξολογία, ε;
Τώρα το βλέπεις καθαρά.
Χρειαζόσουν να υπάρχει αυτό το δίπολο για να έχεις πάντα τη διέξοδο ενός τέλους.
Ζουν και πεθαίνουν οι πτωχοί τη φαντασία.
Οι υπόλοιποι υπάρχουν.
Και φαντάζονται άλλα.

Παρασκευή, Φεβρουάριος 05, 2010

Πέντε της Τσικνοπέμπτης

Κάτι επιτακτικό.
Στην τουρκική βουλή πλακώνονται για την μαντίλα και με ξαναπιάνει αυτό το ανάμικτο συναίσθημα που επανέρχεται όποτε βλέπω πλακώματα βουλευτών: από την μια καταλαβαίνω ότι το ξύλο των εκπροσώπων του όποιου έθνους δεν μπορεί παρά να αποτελεί σημάδι πολιτισμικής ήττας και πολιτικής υστέρησης, από την άλλη κοντοστέκομαι σχεδόν νοσταλγικά μπροστά στο πάθος του διακυβεύματος, την ένταση της αληθινής διαφοράς, την αίσθηση ότι εμάς και εσάς (όποιοι κι αν είναι οι «εμείς» και οι «εσείς») κάτι μας χωρίζει, κάτι που δεν μπορεί να εξαντληθεί στο job description του βουλευτή, κάτι επιτακτικό, κάτι απόλυτο και όχι σχετικό, κάτι που μας ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι και που αν η μια λέξη φέρει την άλλη μπορεί να μας κάνει να θέλουμε να σας χυμήξουμε. Προφανώς και δεν θαυμάζω τη λύση του να έρχεται κανείς στα χέρια, απλά έχω την αίσθηση ότι έχουν θολώσει πάρα πολύ στο πολιτικό πεδίο των μελαγχολικών μας δημοκρατιών τα όρια μεταξύ του «σέβομαι απόλυτα το δικαίωμα σου στη γνώμη σου, όσο και αν με ανάβουν αυτά που λες» και του «έλα, πες τα δικά σου, θα πω κι εγώ μετά τα δικά μου, κι αυτό είναι όλο, κι όλα ωραία και καλά».
Η παγκόσμια συντροφιά.
Η αρχή του 6ου κύκλου του «Lost» μάς υπενθύμισε τόσο την βασική αρετή του (τη διαρκή επανεφεύρεση του εαυτού του, με τη διαρκή ανατροπή των δικών του όρων του παιχνιδιού), όσο και το βασικό -από τον τρίτο κύκλο κι έπειτα- μειονέκτημά του (κάπου μέσα στο γενικό χάσιμο, χάνεται και το αληθινό ενδιαφέρον για τους ήρωές του, που παραχωρεί τη θέση του μόνο στο ενδιαφέρον για το επόμενο μυστικό, μέχρι το επόμενο, μέχρι το τελικό).
Αλλά ακόμα κι έτσι η προσμονή είναι ωραίο πράγμα, όπως και αυτή η παγκόσμια συντροφιά των τελευταίων ετών.
Αδιανόητη.
Κι όμως, θεωρώ πως αν η μια επιλογή φαντάζει κάπως, η άλλη φαντάζει απλά αδιανόητη. Δουλειές σαν της καθαρίστριας τις κάναμε κάποτε. Μετά σπουδάσαμε τα παιδιά μας. Κι ανήλθαμε κοινωνικώς. Συνολικά ως κοινωνία. Και πάνω στην ώρα ήρθαν οι ξένοι. Και τους αναθέσαμε όλες τις σχετικές δουλειές. Έτσι, τυχόν δίλημμα «μοντελοβιζιτού ή καθαρίστρια», εύκολα θα λυνόταν υπέρ της πρώτης επιλογής. Με τις ανεπιφύλακτες ευλογίες της οικογένειας: είναι αφάνταστα πιο ατιμωτικό το παιδί σου να καθαρίζει σκάλες από το να συνοδεύει κοκάκιες στη Μύκονο. Η φτώχεια είναι ατιμωτική, όχι το να είσαι κοντά στον πλούτο. Το να σφουγγαρίζεις τις βρώμες των άλλων σαν δουλικό είναι ατιμωτικό, όχι το να είσαι μέσα στα φώτα (για όσο κρατήσουν και με όποιους όρους κι αν χρειαστούν για να ανάψουν).
Κοίτα τι πρόλαβε να γίνει μέσα σε 5 1/2 χρόνια.
Σάουντρακ.
Το ποστ το έγραψα ακούγοντας αυτό, ενώ το αμέσως προηγούμενο ακούγοντας αυτό. Για το επόμενο δεν έχω αποφασίσει ακόμα τι θα ακούω. Ίσως τον ύμνο του Αμαρουσίου.

Πέμπτη, Φεβρουάριος 04, 2010

Ιστορία

Όταν οι συνθήκες ωρίμασαν, οι ιστορίες αποφάσισαν να συνεταιρισθούν για να αποκτήσουν μια κοινή φωνή προς τα έξω. Οι ιστορίες με γιώτα μικρό βέβαια, γιατί για τις ιστορίες με γιώτα μεγάλο οι συνθήκες ήταν ακόμα ανώριμες και ο χρόνος κατά τον οποίο θα αποκτούσαν ενιαία φωνή έπαιρνε συνεχώς παράταση, αφού ακόμη και όταν τα πορίσματα της Ιστορίας οριστικοποιούνται και δεν επιδέχονται σοβαρή αμφισβήτηση, η ερμηνεία τους, η χρήση τους προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση, η εμμονή στην ανάδειξή τους ή αντίθετα στην υποβάθμισή τους, ήταν και εξακολουθούν να είναι προϊόν ιδεολογικών προσεγγίσεων.
Όταν έκαναν λοιπόν την πρώτη τους γενική συνέλευση, οι ιστορίες με γιώτα μικρό είπαν για αρχή να βάλουν κάτω τα προβλήματά τους. Διαπίστωσαν ότι το μεγαλύτερο απ' όλα ήταν κάποιο που μέχρι τώρα δεν είχε πολυσυζητηθεί ανοιχτά. Το πρωτοέθιξε μια ιστορία σε dvd, όταν αναρωτήθηκε τι άραγε συμβαίνει και για ποιόν άραγε εκτυλίσσεται, τις φορές που μέσα στη νύχτα παίρνει ο ύπνος εκείνον που τη βλέπει. Σούσουρο επικράτησε στην αίθουσα, που διακόπηκε από μια ιστορία σε βιντεοκασέτα που της απάντησε ότι κι αυτή είχε βρεθεί σε παρόμοιες, υπαρξιακά αμήχανες, καταστάσεις στο παρελθόν, μέχρι που πια έπαψε να αφορά νυσταγμένους ή μη. «Τώρα αναπολώ εκείνες τις ημέρες», συνέχισε, «τώρα μένω κλεισμένη σε έναν υλικό φορέα από τον οποίο αμφιβάλλω αν θα ξαναβγώ ποτέ». Μια ιστορία σε βιβλίο πήρε τον λόγο και είπε ότι κι αυτή μένει στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι αδιάβαστη για μήνες. Μια άλλη συμπλήρωσε πως «Και όταν ο αναγνώστης μου είναι στη σελίδα 50 εγώ εξακολουθώ εξίσου να εξελίσσομαι τόσο στην πρώτη όσο και στην τελευταία σελίδα».
Όλες μέσα στην αίθουσα είχαν να αφηγηθούν μια παρόμοια ιστορία. Το ερώτημα προέκυψε βασανιστικό: Τι να κάνουμε; Υπάρχει τρόπος να απεξαρτηθούμε από τον αναγνώστη ή τον θεατή; Από αυτόν που μας έγραψε ή και μας σκηνοθέτησε έχουμε απεξαρτηθεί από την πρώτη στιγμή, αφού ό,τι κι αν εννοούσε ή δεν εννοούσε, ό,τι κι αν ήθελε ή δεν ήθελε να πει, οι προθέσεις του έφυγαν από μέσα μας, και είναι μόνο το περιεχόμενό μας, είμαστε μόνο εμείς που εννοούμε ή δεν εννοούμε, που εν πάση περιπτώσει είμαστε πρόσφορες για την μία ή την άλλη ερμηνεία ή παρερμηνεία.
Αλλά νά που είμαστε λειψές. Μη αυτάρκεις. Τι λόγο ύπαρξης έχουμε όταν ανεξαρτητοποιηθήκαμε από τον δημιουργό μόνο και μόνο για να εξαρτώμαστε από τις διαθέσεις του κάθε ατάλαντου αναγνώστη ή θεατή;
Άρχισαν λοιπόν να διηγούνται τον εαυτό τους η μία στην άλλη: ταινίες διάβαζαν βιβλία, βιβλία έβλεπαν ταινίες, ταινίες έβλεπαν ταινίες, βιβλία διάβαζαν βιβλία.
Κι όταν τέλειωσαν αποφάσισαν να προχωρήσουν ένα βήμα παραπέρα, αφού η ισχύς είναι στην ένωση κι αφού ημίμετρα στην ανεξαρτησία δεν χωρούν.
Ενοποιήθηκαν λοιπόν όλες τους σε ένα σώμα, σε μια και μοναδική ιστορία.
Ήταν αριστούργημα; Ήταν έκτρωμα; Κανείς μας δεν θα μάθει, αφού αυτή η ιστορία δημιουργήθηκε ακριβώς ώστε να μπορεί να ζήσει αυτόνομα, να μπορεί να ζήσει ερήμην αποδεκτών.
Ωστόσο, ενώ νόμιζε πως είχε πετύχει το σκοπό της, ξέχασε πως άφησε πίσω της το ίχνος αυτής εδώ της ιστορίας που αφηγείται την ιστορία της δημιουργίας της, ιστορίας που μόλις σταματήσω να γράφω και ποστάρω θα πάψει να υπάρχει, για να ξαναϋπάρξει μόνο τη στιγμή που εσύ τη διαβάζεις. Τώρα δηλαδή. Όλες τις υπόλοιπες στιγμές θα παραμένει μετέωρη, ξεχασμένη σε διεύθυνση του ίντερνετ, μέχρι να ξαναπέσει κανείς πάνω της κατά λάθος ή κατά τυχαίο γκούγκλισμα, να τη διαβάσει για λίγο, να της ξαναδώσει συντομότατη ζωή και στη συνέχεια να την παρατήσει πάλι νεκροζώντανη, ζόμπι, όπως ήταν δηλαδή όλες οι προηγούμενες ιστορίες του κόσμου, μέχρι που ενώθηκαν, λυτρώθηκαν και βρίσκονται κάπου μακριά από τα ζωογόνα μάτια μας, σε ένα μέρος που δεν υπάρχουν θεατές και αναγνώστες, που υπάρχει μόνο μια ιστορία που εκτυλίσσεται στο διηνεκές.

Τρίτη, Φεβρουάριος 02, 2010

H ντροπή κι η συγγνώμη

Το Δεκέμβριο του 1937, στο πλαίσιο του δεύτερου σινοϊαπωνικού πολέμου, η τότε πρωτεύουσα της Κίνας Ναντζίνγκ έπεσε στα χέρια των Ιαπώνων. Αυτό που επακολούθησε τις επόμενες εβδομάδες ήταν ένα όργιο σφαγών παραδομένων στρατιωτών και αμάχου πληθυσμού. Τα ακριβή νούμερα και οι ακριβείς συνθήκες των όσων έγιναν αμφισβητούνται από τους Ιάπωνες, οι Κινέζοι πάντως μιλάνε για 300.000 νεκρούς, οπότε παίρνει κανείς μια ιδέα για την τάξη μεγέθους. «Η Πόλη της Ζωής και του Θανάτου» ξεκινά με μια σκηνή όπου τα αντίπαλα στρατεύματα βρίσκονται το ένα απέναντι στο άλλο. Δυσκολεύομαι να καταλάβω ποιοι είναι ποιοι: Ιάπωνες και Κινέζοι μού φαίνονται ίδιοι. Και ίσως το ότι είναι εξίσου ξένοι και μακρινοί στα μάτια μας, να εξηγεί και το γιατί ένα γεγονός που λογικά θα έπρεπε να έχει υψηλότατη θέση στη συνείδησή μας στο top των θηριωδιών, δεν είναι (εκτός από θεωρητικά) και αληθινά πασίγνωστο. Ίσως δηλαδή οι λαοί της Άπω Ανατολής να μας είναι τόσο ξένοι και τόσο μακρινοί, ώστε να μην μας αφορούν όσο θα έπρεπε οι «μεταξύ τους» κτηνωδίες.
«Η πόλη της ζωής και του θανάτου» ξαναζωντανεύει λοιπόν μια κτηνωδία. Για τι είδους κτηνωδία πρόκειται όμως; Για την εγγενή κτηνωδία του πολέμου και των εκάστοτε κατακτητών; Για μια κτηνωδία που απορρέει (ή εν πάση περιπτώσει διευκολύνεται) από ένα σύστημα ιδεών; Για συνδυασμό των δύο;Αυτή είναι και η κύρια απορία, αυτή δηλαδή που αφορά το πώς και το γιατί των διαταγών για τη σφαγή. Όχι εκείνη που αφορά το πώς και το γιατί της υπακοής και της εκτέλεσης των διαταγών, αφού, κατά τη γνώμη μου, η υπακοή και η εκτέλεση εξηγούνται πολύ ευκολότερα.Και δεν εννοώ τόσο το ότι δουλειά όλων των στρατιωτών είναι να υπακούν διαταγές, όσο κάτι πολύ γενικότερο: πως στη ζωή κάνουμε ό,τι κάνουν οι άλλοι και πως κάτι που γίνεται από τους πολλούς, αμέσως θεωρείς φυσικό να το κάνεις κι εσύ. Έτσι μια απάντηση στο πως μπόρεσαν οι Γιαπωνέζοι στρατιώτες και έκαναν ό,τι έκαναν, είναι ότι μάλλον και εσύ θα τα έκανες αν βρισκόσουν σε παρόμοια θέση, όπως αντίστροφα και αυτοί που συμμετείχαν στις σφαγές, το πιθανότερο είναι να έμεναν με εξίσου ανοικτό το στόμα αν παρακολουθούσαν στο σινεμά κτηνωδίες άλλων. Δεν ξέρω αν αυτό καλύπτεται πλήρως από τον ορισμό της «κοινοτοπίας του κακού» ή αν πρόκειται για κάτι ευρύτερο, για την πέραν του καλού και του κακού, πέραν του έξυπνου και του χαζού, αγελοποίηση του ανθρώπου: είμαστε φτιαγμένοι για να κάνουμε ό,τι κάνουν και οι άλλοι δίπλα μας.
Δεν θυμάμαι ποιος έχει πει ότι αν οι πόλεμοι διεξάγονταν μεταξύ γυναικών δεν θα έμενε ρουθούνι, αλλά στη σφαίρα της πραγματικότητας οι πόλεμοι σχεδόν αποκλειστικά μεταξύ αντρών διεξάγονται, με τις γυναίκες πάρα πολύ συχνά να αποτελούν πεδίο εκτόνωσης της ανδρικής φύσης και το έδαφος του γυναικείου σώματος να αποτελεί μεταφορική και κυριολεκτική προέκταση του κατακτημένου με τη βία εδάφους. Στην Ναντζίνγκ βιάστηκαν 20.000 με 80.000 γυναίκες. Ένα από τα ακόμη και σήμερα ακανθώδη σημεία των σχέσεων μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας είναι ότι η πρώτη δεν ζήτησε ποτέ μια πειστική συγγνώμη. Η πρώτη συγγνώμη που ακούγεται στην ταινία έχει να κάνει με Ιάπωνα που σε συνεύρεση με πόρνη αποδείχθηκε τόσο ατζαμής που δεν πρόλαβε να την ακουμπήσει. Ντρέπεται που φάνηκε λίγος ως άνδρας. Η ντροπή για την μη εκπλήρωση του ανδρικού χρέους κατάκτησης της γυναίκας, σε αντιδιαστολή με την υπερηφάνεια για την εκπλήρωση του ανδρικού χρέους της νίκης στον πόλεμο. Βέβαια ο συγκεκριμένος Ιάπωνας στην πορεία της ταινίας αισθάνεται αφόρητη ντροπή και για όλα όσα γίνονται, στοιχείο που οδήγησε μάλιστα σε έντονες αντιδράσεις κατά του σκηνοθέτη Λου Τσουάν από Κινέζους, που μάλλον θεώρησαν πως είναι αδόκιμο να διαδραματίζει κύριο ρόλο στο έργο ενοχικός Ιάπωνας.
Ένα από τα μεγάλα προσόντα της ταινίας είναι τα μεγάλα πλήθη που χρησιμοποιεί και που προσδίδουν μια εξαιρετική πειστικότητα στις σκηνές. Πρόκειται για μια χρήση του πλήθους που, όπως φάνηκε περίτρανα και από την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών του Πεκίνου, αντανακλά μια γενικότερη διαφορά νοοτροπίας ανάμεσα στον κινέζικο και τον δυτικό πολιτισμό. Από καθαρά κινηματογραφική σκοπιά πάντως η σωρεία κομπάρσων δίνει μια αίσθηση αυθεντικότητας, που στο αμερικάνικο σινεμά ας πούμε τείνει να εκλείψει, με τα εφέ να προσπαθούν να υποκαταστήσουν και σκηνές που το πλήθος ήταν υποτίθεται η ραχοκοκαλιά τους.
Το παράδοξο με τις ταινίες που επιχειρούν να μιλήσουν για τέτοιας σημασίας ιστορικά γεγονότα είναι το εξής: όσο πιο αποτυχημένη είναι η ταινία, τόσο περισσότερο κερδίζει την προσοχή μας, αφού άθελά της μας υπενθυμίζει ότι πρόκειται για κατασκευή. Αντίθετα, όσο πιο πετυχημένη είναι, τόσο περισσότερο παύουμε να εστιάζουμε στις αρετές της και επικεντρωνόμαστε στο γεγονός που επιδιώκει να καθρεφτίσει.Έτσι ενώ «Η Πόλη της Ζωής και του Θανάτου» είναι με κάθε έννοια της λέξης μια μεγάλη ταινία, η αξία της περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην ασύλληπτη τραγωδία που οι εικόνες της μας μεταφέρουν. Λέγοντας λοιπόν πως κι αν τυχόν κάποτε ξεθωριάσει από τη μνήμη μου η ταινία, είμαι σίγουρος πως αποκλείεται πια να ξεθωριάσει η εγγραφή του ιστορικού γεγονότος, δεν το λέω προς ψόγο αλλά προς έπαινο. Ο ψόγος όλος ας πάει σε όσα τερατώδη συνέβησαν στην Ναντζίνγκ, τα οποία δεν χωρά ο νους, αλλά χωράνε και παραχωράνε στην ανθρώπινη φύση, που διαχρονικά πείθει πως είναι ικανή για το χειρότερο, αρκεί να το επιτρέψουν οι συνθήκες.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Δευτέρα, Φεβρουάριος 01, 2010

Και μία και δύο φορές

Κάνω ένα σύντομο διάλειμμα από την κάλυψη του χωρισμού της Ελένης, για να σου πω για δυο ταινίες που είδα πρόσφατα στο dvd. Μάλλον δεν θα σου πω ακριβώς για τις ταινίες, αλλά για το τι με κέντρισε σε αυτές.

«Η Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη» σού προσφέρει το σπάνιο δώρο του εμβόλιμου ξαφνιάσματος, καθώς είναι μια ιστορία που θα ξεκινήσει, συνεχιστεί και ολοκληρωθεί σύμφωνα με τις νόρμες και τις συμβάσεις, αλλά περιέχει δυο - τρεις σύντομες παρεκβάσεις, όπου η μαστούρα του πρωταγωνιστή μετατρέπεται σε όχημα κινηματογραφικής ελευθερίας, όπου ο Χέρτζογκ δείχνει ότι υπάρχει και τρίτος δρόμος ανάμεσα στην ομογενοποιημένη ταινία είδους και το εντελώς φευγάτο πείραμα, ότι υπάρχει δηλαδή και η δυνατότητα να εντάσσεις οργανικά και αρμονικά μέσα στην γραμμική αφήγηση το αλλόκοτο βλέμμα ενός ιγκουάνα, το αλλόκοτο βλέμμα ενός ναρκομανή, το αλλόκοτο βλέμμα ενός σκηνοθέτη, που αν δεν καταφέρνει να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά από εμάς και αν δεν καταφέρνει να μοιραστεί αυτό το βλέμμα του, τότε δεν είναι δημιουργός εικόνων αλλά διεκπεραιωτής σεναρίων.

Οι «Δυο Έρωτες» υπάρχουν μόνο στο μυαλό εκείνου που τους μετέφρασε έτσι, αφού η ταινία μιλά για έναν έρωτα και κάτι άλλο, διαφορετικό, αφού η ταινία δείχνει τον Λίοναρντ να βρίσκεται ξαφνικά ανάμεσα σε μια γυναίκα που θέλει και σε μια γυναίκα που τον θέλει, αφού η ταινία δείχνει τον Λίοναρντ να μην σκέφτεται λεπτό ποιά προτιμά από τις δύο, αφού η ταινία δείχνει τον Λίοναρντ να ξέρει πολύ καλά τι προτιμά, γεγονός όχι απαραίτητα συμβατό με το τι είναι καλύτερο για αυτόν.
Και η ταινία δείχνει τον Λίοναρντ να επιλέγει.
Και μία και δύο φορές.
Και αν απογειώνεται στο φινάλε της, είναι στη δεύτερη επιλογή του Λίοναρντ, για την οποία μπορεί κανείς να συζητά για μήνες, όπου κι αν καταλήξει όμως, εκείνο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ότι μια ταινία γίνεται αληθινά σημαντική όταν παύει να το κάνει όπως χιλιάδες πριν από αυτήν και χιλιάδες μετά από αυτήν, όταν δείχνει με τον πλέον πειστικό τρόπο ότι σημαντικός κινηματογράφος δεν είναι αυτός που μας παίρνει για δυο ώρες το μυαλό από την πραγματικότητα της ζωής, αλλά αυτός που μας βοηθά να την καταλάβουμε καλύτερα, να τη συναισθανθούμε καλύτερα, αυτός που μας χαρίζει έναν ήρωα διαφορετικό από τους συνήθεις κινηματογραφικούς ήρωες και τόσο κοντινό στους εκτός σινεμά ανθρώπους.

Παρασκευή, Ιανουάριος 29, 2010

Όλο νόημα

Χρειαζόμαστε κάτι να μας συγκινήσει, να μας συνεγείρει, να μας κάνει να νιώσουμε ξανά σημαντικοί. Το οικονομικό κολάπσους μάς κάνει να νιώθουμε δεύτεροι, ουραγοί, ασήμαντοι. Η έξοδος από τις δαγκάνες του δεν μπορεί να διαδραματίσει το ρόλο νέου εθνικού οράματος. Εδώ δεν επιτέλεσε ρόλο εθνικού οράματος η άνοδος στην λίγκα του ευρώ, είναι δυνατόν να επιτελέσει η παραμονή; Όχι, δεν μπορεί να έχει σχέση με χρήμα αυτό που θα μας συγκινήσει. Χρειαζόμαστε κάτι ευγενές. Κι αυτό που μας χρειάζεται μπορεί να συνοψιστεί σε μία και μόνο λέξη: Παπαδόπουλος. Εννοείται Παπαδόπουλος συνεκδοχικά. Ας λέγεται όπως θέλει ο άνθρωπος. Ας έρθει όμως όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Σήμερα το βράδυ κιόλας ας ακουστεί το λυτρωτικό γρουμφ - γρουμφ των ερπυστριών στην άσφαλτο (κι ας μην ξανακουστεί στις παρελάσεις - όποιο μέτρο νοικοκυρέματος πήρε η τωρινή κυβέρνηση, ας το τηρήσει η επόμενη, η εθνική). Από το επόμενο πρωϊ, την τρέχουσα εθνική μας κατάθλιψη θα διαδεχθεί η ψυχική αναζωπύρωση του κάθε ενός και της κάθε μιας από μας. Ένα μικρό, μικρότατο, ποσοστό θα καταχαρεί φωναχτά. Και η μεγάλη, η συντριπτική, πλειοψηφία θα καταχαρεί κρυφά κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Γιατί όλα θα αποκτήσουν ξανά ένα βάρος δραματικό. Γιατί πια, πλην των ελαχίστων που θα θεωρούν ότι επιτέλους έγινε αυτό που χρειαζόταν η χώρα, όλοι οι υπόλοιποι θα νιώσουμε σημαντικοί σαν θύματα, σαν καταπιεσμένοι, σαν άνθρωποι που μας στέρησαν βιαίως την ελευθερία μας. Και πλην των λίγων τολμηρών που θα σκάνε γκαζάκια, όλοι οι υπόλοιποι θα αντιστεκόμαστε με υπαινιγμούς. Επί του Παπαδόπουλου του Α΄, είχε έναν ποδοσφαιριστή β' διαλογής ο Παναθηναϊκός, ονόματι Καραμανλής. Όποτε έμπαινε αλλαγή ή όποτε έκανε καμιά σωστή πάσα, οι ανδρειότεροι χειροκροτούσαν και τον επιδοκίμαζαν όλο νόημα. Έτσι και τώρα στο facebook θα ξεφυτρώνουν διαρκώς γκρουπ πήχτρα στο αλυτρωτικό υπονοούμενο, αφού προφανώς δεν θα μπορούν να είναι ανοιχτά αντιδιδακτορικά, λόγω της επωνυμίας και της επί δημοκρατικού καθεστώτος χορήγησης των στοιχείων μας. Στο you tube όμως τα βιντεάκια θα τα λένε όλα ευθαρσώς και ευθέως. Και θα κυκλοφορούν στις κρυφές μέιλ λιστς και θα τα βλέπουν οι υπάλληλοι στα γραφεία δυο - δυο στα μουλωχτά. Και ο κόσμος θα αντιστέκεται όλο νόημα και έτσι, ηλεκτρονικώς. Οι εφημερίδες θα ξαναπάρουν τα πάνω τους. Ο κόσμος θα ξαναβρεί λόγο να τις διαβάζει, για να εντοπίζει τα όλο νόημα μηνύματα πίσω (αρκετά πίσω) από τις λέξεις αρθρογράφων και κολουμνιστών, που θα προσπαθούν να διαφυλάξουν την ακεραιότητά τους σε ένα περιβάλλον εχθρικό για την ελευθερία του λόγου. Η τέχνη θα ξαναανθήσει. Απο το εξωτερικό ο αυτοεξόριστος Λάκης Λαζόπουλος θα δίνει τον ρητό τόνο. Εδώ στην Ελλάδα η επιθεώρηση θα γνωρίσει νεκρανάσταση αληθινή και τα θέατρα θα γεμίζουν κάθε βράδυ, πέφτοντας από το χειροκρότημα στις όλο νόημα ατάκες και γκριμάτσες του Χάρη Ρώμα και του ιερού τέρατος Θύμιου Καρακατσάνη, την κατάρρευση του οποίου στη σκηνή θα ακολουθήσει συγκέντρωση βουβού πλήθους στον Ευαγγελισμό. Ίχνη αντιχουντικών υπαινιγμών μερικοί θα διαπιστώσουν και στα ιατρικά ανακοινωθέντα, μέχρι και στο εξιτήριο του αναρρώσαντος ασθενούς. Η μουσική θα ξαναγίνει το άρμα εθνικής ανάτασης. Θούριοι επί θουρίων, στίχοι όλο νόημα, τόσο όσο να ξεγελάσουν τη λογοκρισία, αλλά όχι και τον λαό, που από στόμα σε στόμα και με συγκίνηση στα μάτια θα τους σιγοψιθυρίζει ή βροντοφωνάζει, αναλόγως των περιστάσεων και του βαθμού αλκοόλ στο αίμα. Και γενικότερα θα ξεφύγουμε από αυτήν την τέχνη της παρακμής, από τους αιμομικτικούς κουτρολάνθιμους που βάλθηκαν να γαμήσουν και το τελευταίο οχυρό, τον θεσμό της οικογένειας, αφού πατρίδα και θρησκεία είχαν προ πολλού παραδοθεί στους εθνομηδενιστές και τους χριστοφοβικούς. Κι ενώ όλα αυτά τα ευεγερτικά θα συμβαίνουν στο ψυχοπνευματικό πεδίο, τα αποτελέσματα δεν θα έχουν να ζηλέψουν πολλά -όσο και αν πονά να το παραδεχθούμε- ούτε στο υλικό πεδίο. Άλλωστε, εκείνοι που ξέρουν, το έχουν διαγνώσει: ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος. Δεν θα σου πω ποιός το έχει πει. Κάποιος που ήξερε πολύ καλά τόσο το τι έλεγε όσο και εναντίον ποιών το έλεγε. Kι ακριβώς επειδή είναι δυσκολοκυβέρνητος εκείνο που του λείπει για να κυβερνηθεί δεν είναι η δημόσια διαβούλευση αλλά η δημόσια πειθαρχία. Και πειθαρχία δυστυχώς μπορεί να επιβληθεί μόνο με προσωρινά μέτρα αναστολής αυτού του διεφθαρμένου κοινοβουλευτικού συστήματος. Κάθε κατεργάρης θα μπει στον πάγκο του, οι δρόμοι της πόλης δεν θα ξαναγίνουν πεδίο μάχης, τα μαγαζιά θα μπορούν να δουλεύουν απρόσκοπτα (ο Μακμάνους πάντως δεν θα μπορεί να το χαρεί όπως του πρέπει, γιατί θα τον έχουν μπαγλαρώσει λόγω αντίστασης στην πρώτη επέμβαση της νεοσύστατης Εθνικής Επιτροπής Ελέγχου Ιστολογίων), οι εθνικές οδοί δεν θα ξανακλείσουν (εκτός από τυχόν καταρρεύσεις σε διενεργούμενα έργα), τα σύνορα θα κλείσουν από αέρος, ύδατος, γης και λαγουμιών, ενώ θα επανεξεταστεί και το καθεστώς ιθαγένειας όλων ανεξαιρέτως των Ελλήνων πολιτών. Και τίποτα από όλα αυτά δεν θα μπορεί να συγκριθεί με την ευτυχία που θα νιώσουμε όταν μετά από χρόνια φύγουν οι τύραννοι και επιστρέψει στη χώρα η Δημοκρατία κι ο αυτοεξόριστος Λάκης, που το πρώτο Τσαντίρι του θα γίνει σε ένα κατάμεστο ΟΑΚΑ, με σπέσιαλ γκεστ τον Θύμιο Καρακατσάνη και όλα τα έσοδα να πάνε υπέρ του νεοσύστατου Ταμείου Αποκατάστασης Δημοκρατικών Θεσμών και Ελευθεριών.

Πέμπτη, Ιανουάριος 28, 2010

Σκέφτομαι άρα υπάρχει

Μυστήριο πράγμα το μυαλό.
Άλλοτε το νιώθεις βαρύ, καταβαρύ, μποβαρύ,
σαν κάποιος να σφυροκοπάει λυσσαλέα σίδερα
(και θα 'θελες να το ΄βγαζες για λίγο το γαμημένο,
να το έβαζες σε μια θήκη να ξεκουραστεί,
να ξαναφορούσες το κεφάλι σου
και να ξεκουραζόσουν κι εσύ,
κοιτάζοντας χωρίς να απορείς,
ακούγοντας χωρίς να κρίνεις,
με μάτια σκέτα μάτια
κι αυτιά σκέτα αυτιά,
αντί για τροφοσυλλέκτες της σκέψης,
που όταν την πιάσει η όρεξη,
εκείνος που τελικά θα φαγωθεί
θα είσαι εσύ).
Άλλοτε πάλι,
όλα τα εντός του κλαπατσίμπανα έχουν σιγήσει
κι όλα τα λαοκοoντικά συμπλέγματα των νευρώνων του λυθεί
(σαν να έχει μπει από μόνο του στη θήκη
και σε απόσταση αμοιβαίας ασφαλείας
ανασυντάσσει τις δυνάμεις του για τους επόμενους γύρους
ξαποσταίνοντας για λίγο,
καθώς ξαποσταίνεις για λίγο,
καθώς κοιτάς άδεια,
καθώς ακούς άδεια).
Κι όλο αυτό το φαγοπότι το απολαμβάνεις κιόλας
(εκτός από εκείνες τις φορές που δεν,
που κάθε άλλο παρά,
εκείνες τις φορές,
που η συμφωνία των σαματάδων δεν οδηγεί σε κάποιον ήχο,
έστω εξεζητημένο,
έστω απονενοημένο,
αλλά πάντως διακριτό,
και το μόνο που σου αφήνει είναι ο στείρος θόρυβος
και το μολυβένιο του βάρος).

Τετάρτη, Ιανουάριος 27, 2010

To παιδί που έγινε βασιλιάς

Πώς γίνεται να μην συγκαταλέγεις αυτόματα στους αγαπημένους σου έναν σκηνοθέτη που έχει υπογράψει δύο από τις πολύ αγαπημένες σου ταινίες («Αdaptation» και «Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς»); Γίνεται επειδή αυτές οι ταινίες φέρουν πρώτα απ΄ όλα (και όχι μόνο στο δικό σου το μυαλό) την υπογραφή του σεναριογράφου τους, κάτι όχι ακριβώς άδικο όταν ο σεναριογράφος είναι ο Τσάρλι Κάουφμαν, αλλά από την άλλη όχι και εντελώς δίκαιο αν ληφθεί υπόψη ο τρόπος που τις σκηνοθέτησε ο Σπάικ Τζόουνζ. Όπως και να ΄χει, μόλις μαθαίνεις ότι είναι έτοιμη η καινούρια ταινία του Τζόουνζ (μετά από μακροχρόνια μάλιστα προετοιμασία) και όταν βλέπεις και το γεμάτο υποσχέσεις τρέιλερ πηγαίνεις στο σινεμά με τις υψηλότερες των προσδοκιών. Αυτό όμως είναι πάντα δίκοπο μαχαίρι, αφού αν με κάτι συγκρούονται και συγκρίνονται οι ταινίες είναι με τις προσδοκίες μας: η αρχική αποτίμηση μιας ταινίας -γιατί η μακροχρόνια επίδραση είναι αρκετά πιο ανεξάρτητη- εξαρτάται από το αν ξεπερνά τον πήχη που έχουμε εκ των προτέρων τοποθετήσει. Αν τον έχουμε τοποθετήσει χαμηλά, μια μέτρια ταινία μπορεί μέχρι και να μας γοητεύσει, αν τον έχουμε τοποθετήσει ψηλά, μια καλή ταινία μπορεί μέχρι και να μας απογοητεύσει. Έτσι, το «Στη Χώρα των Μαγικών Πλασμάτων» ρίχνει τον πήχη του, μην πετυχαίνοντας να διατηρήσει την αίσθηση του τρέιλερ, μην πετυχαίνοντας να αναπτύξει σε ένα πλήρες σενάριο τις 338 όλες κι όλες αρχικές λέξεις του υπερ-επιτυχημένου παιδικού βιβλίου που διασκεύασε.
Εννιάχρονο αγόρι, ονόματι Μαξ, φορά στολή λύκου, πατέρας δεν υπάρχει στο σπίτι, η μαμά καλή - χρυσή αλλά έχει και δουλειά (και προβλήματα δουλειάς), έχει και καινούριο φίλο που αναπληρώνει τον άντρα που της λείπει (αλλά πώς να αναπληρώσει τον μπαμπά που του λείπει;), η έφηβη αδελφή του έχει τους δικούς της φίλους να ασχοληθεί, ο Μαξ δεν έχει αυτήν την περίοδο κολλητούς φίλους, έχει το ιγκλού του που φτιάχνει στην χιονισμένη αυλή του σπιτιού, έχει τις ιστορίες που διηγείται στην μαμά του, την μαμά του που μια μέρα θα δαγκώσει θυμωμένος σαν λύκος, κι εκείνη θα θυμώσει ακόμα περισσότερο κι ο Μαξ έχοντας ανάγκη να ξεφύγει, θα βάλει πλώρη για τη χώρα όχι των μαγικών πλασμάτων (όπως λέει ο ελληνικός τίτλος, προφανώς για να μην αγριευτεί ο γονιός υποψήφιων θεατών), αλλά των άγριων πλασμάτων, για εκεί που είναι τα άγρια πλάσματα, τα άγρια πράγματα γενικότερα. Και ο Μαξ δεν θα φοβηθεί τα άγρια πλάσματα (μια περίεργη κοινότητα λιγοστών, γιγαντιαίων, ζωόμορφων όντων), θα τα κοιτάξει στα μάτια και θα τους πει να μην τον φάνε, αλλά να τον υπακούσουν. Και έτσι θα γίνει βασιλιάς όλων των άγριων πραγμάτων. Στο νησί τους, κυριαρχούν τα βράχια, η άμμος, τα δέντρα, αλλά όχι τόσο το πράσινο, το νέο βασίλειο του Μαξ είναι μάλλον άγριο, απέχοντας παρασάγγας από την οργασμικής βλάστησης φύση της Πανδώρας του «Άβαταρ».
Η φυγή του Μαξ στη χώρα της φαντασίας του δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας τραγωδίας, ούτε κάποιας ιδιαιτερότητάς του. Είναι ένα παιδί σαν όλα τα παιδιά, με τα προβλήματά του, που έχει και την άγρια πλευρά του, που θέλει να είναι διαρκώς ο βασιλιάς του κόσμου του, το επίκεντρο της προσοχής, που του αρέσει να τρέχει και να γίνεται σαματάς, που θέλει να παίζει πόλεμο, αλλά και να μη χτυπά στ’ αλήθεια κανείς. Του δίνεται λοιπόν η ευκαιρία. Ωστόσο γρήγορα διαπιστώνει πως δεν μπορεί να πραγματοποιήσει το αίτημα των υπηκόων του να τους διώχνει τη λύπη και να τους κάνει όλους ευτυχισμένους, όπως και γενικότερα δεν μπορεί να μετατρέψει το βασίλειό του σε ένα μέρος που όλες οι επιθυμίες θα πραγματοποιούνται: Δεν είναι και τόσο εύκολο να ικανοποιηθούν αυτά τα πλάσματα, που προκύπτουν γεμάτα αντιφάσεις, αμφιθυμίες, αντιζηλίες, ματαιώσεις.
Όσο κι αν υπάρχει μια υποβόσκουσα απειλή από τα πλάσματα, κινηματογραφικά η πλευρά «φόβος» δεν λειτουργεί (πιθανώς από επιλογή και όχι από αδυναμία), καθώς ποτέ το ταξίδι του Μαξ δεν μετατρέπεται σε αυθεντικό εφιάλτη, η πλευρά «πλοκή» είναι μηδαμινή, η πλευρά που ο Μαξ κι οι υπήκοοί του ξεσαλώνουν λειτουργεί λίγο (με μερικές πανέμορφες πάντως σκηνές), αφού τελικά τη χαρά του παιχνιδιού ή και της δημιουργίας καταπλακώνει η απάλευτη μελαγχολία των υπηκόων του, με το νησί να μετατρέπεται σε άτυπο χώρο διεξαγωγής ομαδικής συνεδρίας επτά τεραστίων ζωόμορφων πλασμάτων, χωρίς έστω ένα ψυχοθεραπευτή να βάζει τα ποικίλα «θέματά τους» σε μια τάξη. Από τα πλάσματα ξεχωρίζει πάντως η φιγούρα του Κάρολ, ο οποίος δεν έχει μόνο τη φωνή του Τζέιμς Γκαντολφίνι (άρα και του Τόνι Σοπράνο), αλλά μοιάζει να έχει πάρει και στοιχεία της περσόνας του Τόνι Σοπράνο, έτσι όπως περιφέρεται συνεχώς ανοικονόμητος, παλαντζάροντας διαρκώς ανάμεσα στην απειλή και την λατρεία, έτσι όπως δεν ξέρεις ανά πάσα στιγμή αν θα σε αγκαλιάσει ή θα σε φάει ή και τα δύο ταυτόχρονα.
Μπορεί συνεπώς να προσάψει κανείς στην ταινία πολλά. Όπως όμως υπάρχουν άτιμες επιτυχίες, έτσι υπάρχουν κι έντιμες αποτυχίες, ταινίες που μπορείς να εκτιμάς ειλικρινά τις προθέσεις τους και ένα τμήμα του αποτελέσματός τους, ακόμη κι αν έπιανες τον εαυτό σου να κοιτά πού και πού το ρολόι του. Έτσι, ενώ η ταινία ενδεχομένως να απογοητεύσει ακόμη και φανατικούς του Σπάικ Τζόουνζ, (ένεκα της «προσδοκίτιδας»), ίσως αξίζει το ρίσκο για όχι πολύ μικρής ηλικίας παιδιά. Βλέποντας την ταινία σε μια αίθουσα που αποτελούνταν κυρίως από παιδιά, αναρωτιόμουν πώς θα καταγράφονταν οι εικόνες της μέσα τους. Μερικά ασχολούνταν με τα κινητά τους. Κάποια άλλα μπαινόβγαιναν στην αίθουσα. Σε κάποια άλλα όμως, μπορεί η ταινία με τα μεγάλα άγρια και νευρωτικά μαζί πλάσματά της και το μικρό αγόρι που έγινε βασιλιάς τους να έμεινε σαν εμπειρία ξεχωριστή.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Δευτέρα, Ιανουάριος 25, 2010

Σύντομο δελτίο


Mεταναστευτικά.

Αν μπορεί –σε γενικές, εννοείται, γραμμές- να γίνει η εξής διάκριση μεταξύ των μεταναστών, ότι δηλαδή, σε αντίθεση με τους γονείς τους, τα παιδιά που μεγαλώνουν κάποια χρόνια στην Ελλάδα αισθάνονται ήδη, από μόνα τους, «Και» Έλληνες, τότε μπορούμε και να πούμε ότι στους μεν γονείς η νομική πράξη χορήγησης της ιθαγένειας θα αποτελεί γεγονός που θα τους εδραιώνει συνείδηση «Και» Έλληνα (έστω Έλληνα πολίτη), ενώ, αντίθετα, στα παιδιά είναι η παράλειψη της νομικής πράξης χορήγησης – αναγνώρισης της ιθαγένειας, εκείνη η οποία ενδεχομένως θα τους αναιρέσει τη συνείδηση του «Και» Έλληνα.

Συνδικαλιστικά.

Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνω και σχεδόν κάθε φορά που συμβαίνει μια απεργία ή ένα κλείσιμο δρόμων ή οποιαδήποτε σχετική μορφή αντίδρασης, αδυνατώ να αφιερώσω λίγο χρόνο για να εξετάσω πόσο δίκαια είναι τα εκάστοτε αιτήματα. Τώρα ας πούμε μου την σπάνε οι αγρότες, μου την σπάει ο τρόπος με τον οποίο διεκδικούν το δίκιο τους, χωρίς όμως να προσπαθώ να καταλάβω αν τουλάχιστον έχουν δίκιο. Δεν ξέρω αν είμαι η εξαίρεση ή ο κανόνας, πάντως έχω την αίσθηση πως μετατρεπόμαστε σε μια κοινωνία που η κάθε κοινωνική ομάδα αδιαφορεί πλήρως για το τι συμβαίνει στις υπόλοιπες, ενδιαφερόμενη μόνο να σταματήσουν να της χαλάνε τη ζαχαρένια (όταν κάποια άλλη απεργεί, διαδηλώνει, κλείνει δρόμους) ή ενδιαφερόμενη μόνο να πετύχει τους δικούς της στόχους (όταν εκείνη απεργεί, διαδηλώνει, κλείνει δρόμους).

Ανθρωπολογικά.

Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: εκείνοι που το μυαλό τους είναι πρώτα στη δουλειά τους, σε αυτό που παράγουν και μέσω αυτού επιθυμούν και να αμειφθούν, και υπάρχουν εκείνοι που το μυαλό τους πηγαίνει πάντα απευθείας στο χρήμα, πηγαίνει απευθείας στο πώς θα βγάλουν λεφτά, εκμεταλλευόμενοι (είτε με την καλή είτε με την λιγότερο καλή έννοια του όρου) τη δουλειά των πρώτων. Ακούγεται σαν συστατικό γνώρισμα του καπιταλισμού, αλλά δεν είναι, είναι αντίθετα ο καπιταλισμός το σύστημα που ταιριάζει σε αυτή την μάλλον εγγενή διαφοροποίησή μας.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την εξουσία: υπάρχουν εκείνοι που το μυαλό τους είναι πρώτα στην παραγωγή έργου και μέσω αυτού δεν θα τους χάλαγε και η ανάδειξη σε θέσεις, και υπάρχουν και εκείνοι που από την αρχή αποφασίζουν ότι τους ταιριάζει η εξουσία και για το σκοπό αυτό θα χρησιμοποιήσουν εκείνους που θα κάνουν τη λάντζα για λογαριασμό τους. Και λέγοντας λάντζα κάλλιστα θα μπορούσαμε να εννοούμε όλη την παραγωγή των ιδεών, τις ειδικές γνώσεις κλπ. Κάποια στιγμή οι δεύτεροι μπορεί και να αναρωτηθούν τι τελικά καλύτερο έχει ο πολιτικός από εκείνους, και φυσικά η απάντηση είναι ότι από την πρώτη στιγμή ο πολιτικός κατέταξε τον εαυτό του στον ρόλο του ιεραρχικά ανώτερου, όπως –λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά- εκείνοι κατέταξαν τον εαυτό τους στον ρόλο του ιεραρχικά κατώτερου.

Kαι τρία αθλητικά.

Είναι ανεπανάληπτος τίτλος τιμής για τον Παύλο Πουρουπουπού Παπαδημητρίου το ότι έγινε κοκκαλικότερος του Πέτρου Μίχου, αποστομώνοντάς τον, όταν ο τελευταίος τόλμησε να αρθρώσει λόγο που θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως κριτική κατά της διοίκησης (δεν είναι της παρούσης το ότι προπονητής που απολύεται σε μια σαιζόν από Ρουφ και Ασπρόπυργο μάς διαφωτίζει για τα τεχνικά εγκλήματα ενός κάποιου Ζίκο). Εδώ πρέπει να λυθεί μια παρεξήγηση που θέλει την κρατική τηλεόραση -και ειδικότερα την «Αθλητική Κυριακή»- δεμένη σε άρματα ομάδων. Αυτό ισχύει δευτερευόντως. Το κυρίαρχο δέσιμο είναι με τους επιχειρηματίες που έχουν τις ομάδες. Έτσι πρόπερσι η ίδια «Αθλητική Κυριακή» έβαλε το κεφάλι της στην άμμο και δεν είδε, δεν άκουσε, δεν κάλυψε το συλλαλητήριο που έμελλε να αλλάξει την ιδιοκτησιακή μοίρα του Παναθηναϊκού, γιατί τουλάχιστον, σε αντίθεση με τους χρυσοπληρωμένους με φορολογούμενο χρήμα αυλικούς, οι επιχειρηματίες ξέρουν πότε ήρθε η ώρα να δουν και να ακούσουν.
Όταν μια ομάδα βγάζει υγεία, τότε και το κάθε ένα από τα μέλη της μπορεί να αποδώσει το καλύτερο δυνατό. Όταν όμως μια ομάδα καταρρέει και ένας παίκτης κατορθώνει να δείχνει χαρακτήρα, να σηκώνει κεφάλι και να μη συμπαρασύρεται από αυτό που συμβαίνει στους δίπλα και τους πίσω του, στους πλάι και στους εμπρός του, τότε αυτό σημαίνει ότι είναι φτιαγμένος από σπάνια πάστα, τότε αυτό σημαίνει ότι είναι κάποιος σαν τον Όλοφ Μέλμπεργκ.
Τηρουμένων εννοείται όλων των αναλογιών, η χθεσινή απόκρουση του Τζόρβα είναι αντίστοιχη του κοψίματος του Βράνκοβιτς στο πρώτο ευρωπαϊκό: και στις δυο φάσεις η μπάλα καταλήγει νομοτελειακά στο καλάθι και στα δίχτυα, όταν έρχεται εκτός πλάνου ένα από μηχανής χέρι και εμποδίζει τη μπάλα να μπει στο καλάθι, εμποδίζει τη μπάλα να μπει στα δίχτυα. Έχοντας φουλάρει με αθλητικές παραστάσεις, η μνήμη λειτουργεί ιδιαίτερα επιλεκτικά πια στο τι θα χωρέσει μέσα της. Η τάπα του Βράνκοβιτς έχει αποκτήσει για πάντα μια θέση εκεί και εικάζω ότι η απόκρουση του Τζόρβα δεν θα μείνει πρόσκαιρα μόνο δίπλα της.

Κυριακή, Ιανουάριος 24, 2010










Η ειλικρινής απορία.
Κάτι έψαχνα στο Google και πατάω το γ και στο μεταξύ -έχοντας το χάρισμα της αστραπιαίας αφηρημάδας- χαζεύω και τότε βλέπω τί μου εμφανίζει ως πρώτη αναζήτηση. Και λέω δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Και ψάχνω και τα υπόλοιπα γράμματα της αλφαβήτου. Κι έτσι ενώ για την Αϊτή σκόπευα να γράψω διάφορα βαθυστόχαστα, θα γράψω τελικά αστειάκια για το αλφάβητο των αναζητήσεων. Εκείνο πάντως που ήθελα να πω και προτιμώ να το χωρέσω και εδώ, είναι ότι η χαρά που παίρνω από την ως τώρα εξέλιξη του Πρωταθλήματος αποδεικνύεται πολύ μεγαλύτερη από τη λύπη μου για την Αϊτή. Γιατί ήθελα ντε και καλά το πω; Επειδή πιστεύω ότι η πιο αξιόπιστη πηγή παρατήρησης που έχουμε είναι ο εαυτός μας. Επειδή πιστεύω πως προσπαθώντας να καταλάβουμε πώς λειτουργούμε εμείς, ίσως μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα το πώς λειτουργούν και οι άλλοι και κατ’ επέκταση το πώς λειτουργούμε συνολικά ως είδος. Έτσι όταν λέω αυτό για το Πρωτάθλημα και το Αϊτή σαφώς δεν το λέω για να απενοχοποιηθώ, αλλά ούτε απαραίτητα για να με κατακρίνω δημόσια. Το λέω για να μοιραστώ την –πίστεψέ με ειλικρινή- απορία μου: «Μα πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο;». Το λέω επειδή πιστεύω ότι απωθώντας στο πίσω μέρος του μυαλού μας τις πιο δυσάρεστες εκδοχές του εαυτού μας και αποσιωπώντάς τες, το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να τις διαιωνίζουμε. Κι εν πάση περιπτώσει. αν είμαστε προγραμματισμένοι έτσι ώστε να τις διαιωνίζουμε ούτως ή άλλως, πάλι πιστεύω πως είναι προτιμότερο να τις κοιτάμε κατάματα και να τις ομολογούμε. Θα πει κανείς οι εξωτερικοί παράγοντες δεν παίζουν τον ρόλο τους; Αν ας πούμε τα κανάλια, όπως δείχνουν ολημερίς τις καλοκαιρινές πυρκαγιές, είχαν και εκτεταμένες συνδέσεις με την Αϊτή, δεν θα έμπαινε περισσότερο το κακό σπίτι σου ώστε να το αισθανθείς δικό σου; Σύμφωνοι, ισχύει κι αυτό σε ένα βαθμό. Αλλά είπα ότι δεν θα γράψω για αυτό το θέμα κι έφαγα ήδη το μισό κείμενο.
Το υπόλοιπο μισό κείμενο.
Πάμε λοιπόν στην αλφάβητο των αναζητήσεων του Google: Αθηνόραμα, Βικιπαίδεια, Γαμιέται η Γυναίκα μου, ΔΕΗ, Επίδομα Αλληλεγγύης, Ζώδια, Ηλεκτρονική Αθηνών Θερμιδομετρητής, Ικέα, Καιρός, Λεξικό, Μουνάρες, Νομαρχία Αθηνών, Ξενοδοχεία Θεσσαλονίκη, Ονειροκρίτης, Πρόγραμμα Τηλεόρασης, Ραδιοφωνικοί Σταθμοί, Συνταγές Μαγειρικής, Τροκτικό, Υπουργείο Εσωτερικών, Φαψεβοοκ, Χρυσή Ευκαιρία, Ψυχολογικά τεστ, Ωροσκόπιο. Τι τις θες τις δημοσκοπήσεις και τις κοινωνιολογικές μελέτες, όταν στο πιάτο σου δίνονται οι τομείς που καίνε τον σύγχρονο Έλληνα: ζώδια – δίαιτες – συνταγές – ονειροκρίτες – ΜΜΕ – κατανάλωση – δουλειά – επιδόματα - σεξ.
Θέλω να εμβαθύνω σε τρία γράμματα: η αναζήτηση του γράμματος μι αποδεικνύει τόσο την εκλεκτικότητα του Έλληνα, ο οποίος ψάχνει μουνάρες και όχι μπάζα, όσο και την έμφυτη ευγένειά του, αφού δεν είναι ευγενικό να χαρακτηρίζει την άλλη μπάζο, και το ξέρει.
Τρεις κατηγορίες ανθρώπων πιστεύω ότι εξηγούν την αναζήτηση που βγαίνει πρώτη στο γ. 1) Αυτός που βρίζει: μπαίνει και γράφει την πρόταση στο google ασταμάτητα για να ξεδώσει. Τι καλύτερο από το ηλεκτρονικό μπινελίκι, αφού κατορθώνεις να ξεσπάς χωρίς να γίνεσαι ιδιαίτερα αντικοινωνικός. 2) Αυτός που υποπτεύεται: έχει ακούσει ότι στο ίντερνετ όλα μπορεί να τα βρει κανείς και ψάχνει να δει μήπως στο google υπάρχουν στοιχεία για τη γυναίκα του. 3) Αυτός που φτιάχνεται: ψάχνει να βρει τσόντα με άλλη, η οποία όμως στο πλαίσιο του βίντεο θα είναι η γυναίκα του. Και αν τυχόν τον πιάσει η γυναίκα του στα πράσα θα πει: «Εγώ φαντασιακά με σένα το έκανα. Όχι μόνο δεν σε απατάω, αλλά και τσόντες που βλέπω, πάλι τη γυναίκα μου θέλω να βλέπω»: το συναμφότερον.
Τέλος για το γράμμα φι πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το Facebook προέρχεται από αντίστοιχη ελληνική λέξη και συγκεκριμένα από. την αρχαία ελληνική λέξη «Φαψεβόστρακον» που στην πορεία των αιώνων συντμήθηκε σε φαψεβόοκον. Αυτόν που ήθελες να φάψεις (δηλαδή αυτόν που ήθελες να τον «φάς» θάβοντάς τον) τον έγραφες στο φαψεβόοκον και εξοστρακιζόταν. Η διαφορά δηλαδή ήταν ότι στο φαψεβόοκον έγραφαν τους εχθρούς, αφού όποιος δεν γραφόταν εκεί ήταν φίλος χωρίς ανάγκη ηλεκτρονικής επιβεβαιώσης. Απλά πήραν την αρχαιοελληνική ιδέα και τη διέστρεψαν, ούτως ώστε όχι μόνο να δώσουμε όλοι τα στοιχεία μας και να φακελωθούμε, αλλά και άνα πάσα στιγμή να ελεγχόμαστε, μέσω της ελεεινής ερώτησης «τι σκέφτεστε;», που κατάφερε να αλώσει και το τελευταίο προπύργιο ελευθερίας μας: το απροσπέλαστο του νου μας.
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)

Παρασκευή, Ιανουάριος 22, 2010

Λάλαμπάι


Σταδιακά μετατρέπομαι (και σταδιακά μετατρεπόμαστε;) από άνθρωπος σε κέντρο διαχείρισης πληροφοριών.

Data μας πλημμυρίζουν από παντού, πάσης φύσεως πληροφορίες που αποστολή μας είναι να φιλτράρουμε, επεξεργαζόμαστε, προωθούμε, αποσιωπούμε, σχολιάζουμε, μεγεθύνουμε, αναδεικνύουμε, κρατάμε για ίδιαν χρήση, πληροφορίες επαγγελματικές, κοινωνικές, φιλικές, οικογενειακές.

Η ψηφιοποίησή μας δεν σημαίνει την απομόνωσή μας από τον κόσμο. Αντίθετα, σημαίνει την ολοένα μεγαλύτερη επικοινωνία μας με αυτόν, σημαίνει την συνεχή διεύρυνση του κύκλου των επαφών μας, με την ταυτόχρονη μεταβολή των όρων της επικοινωνίας, καθώς και του τρόπου με τον οποίον προσλαμβάνουμε -συνειδητά ή μη- αυτές τις «επαφές».

Κάπως έτσι αντιλαμβάνεσαι ότι και ο άλλος μετατρέπεται σταδιακά από άνθρωπος σε αποδέκτη πληροφορίας. Για να το πω με το πιο κραυγαλέο παράδειγμα, η πρόσφατη εμπειρική ανακάλυψη πως κρατώντας αγκαλιά τον μικρό σε μια συγκεκριμένη θέση, κουνώντας τον με ένα συγκεκριμένο ρυθμό και ψιθυρίζοντάς του το «Ήταν ένας γάιδαρος με μεγάλα αυτιά» τού επιτρέπει να ξανακοιμηθεί και να παραμείνει στην κούνια του, κατά μία εκδοχή συνιστά νανούρισμα πατέρα προς γιο (κι άρα πολαρόιντ της πιο μύχιας οικειότητας ανθρώπου προς άνθρωπο), κατά μία άλλη όμως, λιγότερο καθησυχαστική, συνιστά κατάλληλη διαχείριση πληροφορίας (αυτή η αγκαλιά, αυτό το κούνημα, αυτή η μελωδία), όχι ουσιωδώς διαφορετική από τον τρόπο που θα επικοινωνήσεις με τον τάδε αποδέκτη μέιλ, όχι ουσιωδώς διαφορετική από τον τρόπο που θα αξιολογήσεις τις πληροφορίες που πρέπει να μεταφερθούν στον δείνα δικαστή, όχι ουσιωδώς διαφορετική από τον τρόπο που πρέπει να συνδυάσεις πενήντα διαφορετικές πληροφορίες για να συνθέσεις ένα κείμενο.

Τρίτη, Ιανουάριος 19, 2010

Σέρλοκ Μποντ

Ο «Σέρλοκ Χολμς» ξεκινά με το γκάζι πατημένο και ήδη από τους τίτλους της αρχής ριχνόμαστε στην καρδιά μιας καταδίωξης που έχει προλάβει να κλιμακωθεί πριν ακόμα η ταινία ξεκινήσει. Είναι ώρα για δράση και ο Γκάι Ρίτσι δεν φαίνεται διατεθειμένος να αφήσει στιγμή αναξιοποίητη. Έχει περάσει σκάρτο ένα λεπτό όταν παρακολουθούμε τον Χολμς πρώτα να σκέφτεται τι χτυπήματα πρέπει να επιφέρει στον αντίπαλό του ώστε να τον αφήσει ξερό και στη συνέχεια να μετουσιώνει τη σκέψη του σε πράξη, με αποτέλεσμα να βλέπουμε το ξύλο τόσο σε αργή κίνηση (όταν το σκέφτεται) όσο και σε γρήγορη (όταν το δίνει). Η σκηνή είναι ηθελημένα ενδεικτική των προθέσεων του σκηνοθέτη και μάλλον αθέλητα ενδεικτική του τελικού αποτελέσματος: ο Ρίτσι θέλει να προτείνει έναν Χολμς που παντρεύει νου και σώμα, που κυριαρχεί όχι μόνο πνευματικά αλλά και σωματικά, και εκείνο που του προκύπτει δεν είναι ένας πιο ολοκληρωμένος Χολμς, αλλά ένας Χολμς που μοιάζει να πήρε μεταγραφή από την ομάδα των ηρώων του πνεύματος (από το «Ηall of Fame» τους για την ακρίβεια) στην ομάδα των action heroes, έστω και για να διαδραματίσει το ρόλο της πλέον σκεπτόμενης εκδοχής τους.
Ακόμα και αν αληθεύει ο ισχυρισμός ότι ο Χολμς και ο Γουώτσον που παρακολουθούμε στην ταινία είναι πιο κοντά στους αυθεντικούς χαρακτήρες που είχε γράψει ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, το γεγονός παραμένει ότι ο Σέρλοκ Χολμς είχε εδραιωθεί στην ποπ κουλτούρα με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Και κάτι συγκεκριμένο σήμαινε. Και τώρα βαφτίστηκε κι αυτός ως τα μπούνια στην αδρεναλίνη. Η σκέψη λοιπόν μπορεί να εξορίζεται και από το προνομιακό της πεδίο, με την υφαρπαγή ενός εμβληματικού εκπροσώπου της, η δράση όμως βρίσκει τρόπο να χωρέσει και στα πιο απίθανα μέρη, όπως απέδειξε και το τρέιλερ της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας», στο οποίο ο Σκρουτζ τσακίζει κάτι σταλακτίτες. Έτσι και στον «Σέρλοκ Χολμς»ενώ η δράση κινηματογραφείται ως πρωτεύον συστατικό του έργου, η δράση του νου κρίνεται από τον Ρίτσι ως κινηματογραφικά δευτερεύουσα. Οι επαγωγικοί συλλογισμοί του Χολμς δεν είναι το κέντρο βάρους της ταινίας. Παρουσιάζονται πολύ λιγότερο ως πορείες σκέψης από ένα σημείο σε ένα άλλο και πολύ περισσότερο ως αλήθειες, τις οποίες σχεδόν εξ αποκαλύψεως κατέχει ο Χολμς, κάνοντάς μας που και που την τιμή να μοιραστεί μαζί μας. Όλα τα μυστήρια με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα λυθούν, αλλά το εγκεφαλικό παιχνίδι της επίλυσής τους δεν φαίνεται να συναρπάζει τον Ρίτσι. Η περιπέτεια της σκέψης κρίνεται μη επαρκώς περιπετειώδης και αντικαθίσταται με τη συνήθη κινηματογραφική περιπέτεια.
Η Ρέιτσελ Μακ Άνταμς έχει δείξει ήδη δείγματα χαμαιλεοντικής αντι-τυποποίησης και πείθει πως θα το παλέψει το πράγμα ακόμη και στο πιο κλειστά ανδροκρατούμενο επάγγελμα των αρχών του 21ου αιώνα (το χολιγουντιανό πρωταγωνιστιλίκι), αλλά ερμηνευτικά η ταινία ανήκει βέβαια στον άρτι βραβευθέντα με Χρυσή Σφαίρα, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, έναν ηθοποιό που ενώ την έχει την μανιέρα του και ενώ αναμφίβολα την χρησιμοποιεί, δεν την αφήνει να κάνει όλη τη δουλειά (όπως συμβαίνει πολύ συχνά με ιερά τέρατα τύπου Νίκολσον και Ντε Νίρο), αλλά την τιθασεύει, τη διαφοροποιεί και τελικά με την παρουσία του και τη σπίθα του βλέμματός του συντελεί σημαντικά στο να σε πάρει η ταινία με το μέρος της. Προς την κατεύθυνση αυτή βοηθά και η μουσική του Χανς Τσίμερ που «μορικονίζει» (ειδικά σε αυτό το κομμάτι) ή, ακριβέστερα, παντρεύει Μορικόνε με Ντάνι Έλφμαν.
Η ταινία είναι ολοζώντανη, ναι, φρέσκια, ναι, γυρισμένη με κέφι, ναι, αλλά όταν τελειώσουν οι δυο πολύ ευχάριστες ώρες της συνειδητοποιείς ότι δεν άφησε πίσω της τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από αυτές τις δύο ευχάριστες ώρες. Και αν το τίποτα λιγότερο δεν είναι καθόλου αυτονόητο και αμελητέο, το τίποτα περισσότερο είναι αυτό που κάνει τον Γκάι Ρίτσι να μην είναι Ταραντίνο, να μην είναι αληθινός δημιουργός.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Δευτέρα, Ιανουάριος 18, 2010


Πολύ ωραίο αφιέρωμα στον Σκορσέζε από τη χθεσινή βράβευσή του στις Χρυσές Σφαίρες. Δεν μπόρεσα να βρω σκέτο το βίντεο, οπότε έχει και τις συνήθεις σάλτσες πριν ξεκινήσει.

Κυριακή, Ιανουάριος 17, 2010

Ο Έλληνμαν

Η χώρα χρεωκοπούσε. Σκοτεινοί οίκοι αξιολόγησης, παιχνίδια κερδοσκόπων, κισιγκερισμός. Μόνο από θαύμα θα μπορούσε να σωθεί. Ή από υπερήρωα. Όταν όλα έδειχναν να έχουν χαθεί, όταν όλοι οι Έλληνες είχαν πάθει κατάθλιψη από την καθημερινή ελεεινολογία για τα χάλια μας, τότε εμφανίστηκε ο Έλληνμαν. Αποτέλεσμα σπάνιας μετάλλαξης, ο Έλληνμαν ήταν μισός άνθρωπος και μισός Έλληνας. Η στολή του ήταν η κλασσική εφαρμοστή στολή υπερήρωα, με χρώμα γαλανόλευκο και σήμα στο πέτο την «Χριστιανική Ακρόπολη» (δηλαδή τον Παρθενώνα με ένα μεγάλο σταυρό στην κορυφή του). Η μάσκα του κατέληγε σε μια λατέξ περικεφαλαία. Μολονότι είχε πάμπολλες προσφορές για κανονική διαφήμιση στη στολή, εκείνος προτίμησε να βάλει το φιλανθρωπικό σήμα της «Ελπίδας».
Το σχέδιο του ήταν απλό: αφού δεν μας επιτρέπετε να αντιμετωπίσουμε τη κρίση κόβοντας νέο νόμισμα, κι αφού το νόμισμα το έχουμε κοινό, το ευρώ σας θα γίνει δικό μας. Ένα προς ένα ξέσκισε τα χρηματιστήριά των εταίρων μας. Τα χρήματα που μάζευε έμπαιναν στα δημόσια ταμεία, πλήρωναν χρέη, μισθούς, επιδόματα ανεργίας. «Ο Έλληνμαν νικά το έλλειμμα» γράφαν οι εφημερίδες.
Μετά ο Έλληνμαν τα έβαλε με την ηρωίνη. Εκείνος έπινε κάθε βράδυ μια ουσία που τον μετέτρεπε σε υπερήρωα, την υπερηρωίνη. Ένα βράδυ γύρισε την πόλη, έδωσε σε όλα τα πρεζάκια να πιουν και αυτά άρχισαν να πετάνε μαζί του προς άγνωστη κατεύθυνση. Η κατεύθυνση αποδείχθηκε πως ήταν τα Ίμια. Οι Τούρκοι έφεραν στο καπάκι τους δικούς τους ναρκομανείς και έτσι με ένα σμπάρο τα δυο κράτη απαλλάχθηκαν και από μια γκρίζα ζώνη και από το πρόβλημα των ναρκωτικών. Οι δρόμοι της πόλης καθάρισαν και κυριολεκτικά, αφού ο Έλληνμαν πλήρωνε τους αλλοδαπούς καθαριστές των φαναριών, ώστε να καθαρίζουν πεζοδρόμια και δρόμους αντί να πηγαίνουν από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο.
Ο Έλληνμαν ήταν έτοιμος να συλλάβει και τη νέα γενιά τρομοκρατών, αλλά ο Μιχάλης Χρυσοχοϊδης είπε ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη από βιτζιλάντηδες, η χώρα έχει αστυνομία και πολιτική ηγεσία. Στη λέξη «πολιτική ηγεσία» η φωνή του έφτασε το πικ της στύσης της και λιποθύμησε από συγκίνηση, γεγονός που ισορρόπησε δημοσκοπικά για το ΠΑΣΟΚ τη φθορά που θα υφίστατο από το υπουργικό στοπ στον Έλληνμαν.
Στην κανονική του ζωή ο Έλληνμαν ήταν δημόσιος υπάλληλος. Κατάλαβε ότι το έχει το υπερφυσικό, όταν μια μέρα γκρέμισε ένα τοίχο στη δουλειά, μόνο και μόνο με τη δύναμη της συσσωρευμένης ανίας του βλέμματός του. Ο Έλληνμαν ήταν 41 ετών και ζούσε με την μαμά του, η οποία τον είχε γράψει στο «Μια νύφη για τον γιο μου». Το είπε και στην εκπομπή ότι το παιδί της σώζει την πατρίδα, αλλά κανείς δεν την πήρε στο σοβαρά, ενώ ακούγοντάς την οι άλλες μαμάδες άρχισαν να πλειοδοτούν για τα κατόρθωματα των δικών τους αγοριών.
Το όχημά του ήταν παλιό και ρυπογόνο. Στα πρότυπα των υπερηρώων το είχε μεταποιήσει, ώστε να αποφεύγει την κίνηση. Και δεν υπάρχει αποτελεσματικότερος τρόπος αποφυγής της κίνησης (αλλά και των πράσινων τελών) από την πλήρη ακινησία. Η μεταποίηση συνίστατο στην παράδοση των πινακίδων του. Δεν το χρειαζόταν άλλωστε: τα βράδια πετούσε, τα πρωινά έπαιρνε το μετρό. Του άρεσε να κάθεται μπροστά από τον «Πολίτη τον Απολίτιστο», καθώς του μετέδιδε μια γενικότερη αισιοδοξία για το μέλλον: υπάρχουν δουλειές για όλους.
Εν τω μεταξύ στη χώρα είχαν συρρεύσει επίλεκτοι ξένοι πράκτορες, που ήθελαν να τον παγιδεύσουν. Πρόλαβε να βρει καταφύγιο σε ένα Πανεπιστήμιο. Μπροστά στο Πανεπιστημιακό Άσυλο οι πράκτορες κώλωσαν, τα μάζεψαν και γύρισαν στις πατρίδες τους. Σύσσωμος ο Ελληνικός λαός ξέσπασε σε πανηγυρισμούς, πλην του Αλέξανδρου Τζιολη που παρέμεινε μπλαζέ.
Η εκπομπή όμως είχε αποτέλεσμα, η νύφη βρέθηκε και ακολουθώντας τη συμβουλή της μαμάς ο Έλληνμαν άφησε τις εργένικες τρέλες. Η γυναίκα του περίμενε άλλωστε ένα γιο και ήλπιζε πως ο γιος του θα έπαιρνε τα γονίδιά του. Ο γιος του τα πήρε, αλλά μεγάλωσε και σε μια πατρίδα γεμάτη μη καθαρούς Έλληνες. Ευτυχώς ο Έλληνμαν δεν πρόλαβε να τα δει όλα αυτά, καθώς σκοτώθηκε σε ύποπτο ατύχημα. Ήταν προφανώς η εκδίκηση των ξένων πρακτόρων, αλλά οι καθαροί Έλληνες -όντας πια μειοψηφία στον τόπο τους- δεν τολμούσαν να αντιδράσουν. Στις εκλογές μάλιστα που ακολούθησαν το «Κόμμα των Μεταναστών» σάρωσε. Τώρα πια η πατρίδα δεν σωζόταν ούτε με θαύμα.
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «Sportday»)

Παρασκευή, Ιανουάριος 15, 2010

Εσωτερική υπονόμευση

Μαλάκα, δεν μπορώ να γράψω κάτι απλό πια. Όλα πρέπει να είναι σύνθετα και περικοκλαδίστικα. Δεν εννοώ ότι ντε και καλά είναι και το αποτέλεσμα σύνθετο. Μπορεί κάλλιστα να είναι απλοϊκό. Αλλά πας να ξεκινήσεις να γράφεις κάτι και ήδη η εναρκτήρια σκέψη, πριν καν διατυπωθεί γραπτώς, έχει να αντιμετωπίσει πέντε ενστάσεις (ναι, έτσι είναι κατ΄ αρχήν, από την άλλη όμως ισχύει επίσης και ότι ...) και έξι αμφιβολίες (πόσο κοινότοπη είναι, πόσο επαναλαμβάνει πρόσφατες παρόμοιες, τι ακριβώς έχει να προσφέρει κλπ κλπ).
Κουράζεται κι αυτή και την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια, αφήνοντας στη θέση της σιωπές, σιωπές χωρίς ενστάσεις, σιωπές αναμφίβολες, σιωπές σιωπίσιες.

Τρίτη, Ιανουάριος 12, 2010

Ένας κβαντικός άνθρωπος

Η γάτα του Σρέντιγκερ βρίσκεται μέσα σε ένα κουτί. Στο κουτί είναι εγκατεστημένος ένας μηχανισμός που της δίνει 50% πιθανότητες να είναι ζωντανή και 50 % νεκρή. Μόνο αν ανοίξουμε το κουτί θα μάθουμε τι της συνέβη. Βάσει της κβαντομηχανικής, μέχρι να ανοίξουμε το κουτί και να την παρατηρήσουμε, η γάτα είναι ταυτόχρονα νεκρή και ζωντανή και μόνο όταν την παρατηρήσουμε θα οριστικοποιηθεί η κατάστασή της σε ζωντανή ή νεκρή. Μα γίνεται αυτό; Ο Σρέντιγκερ λέει πως δεν γίνεται, πως η γάτα είτε ζει είτε έχει πεθάνει, ανεξαρτήτως της παρατηρήσεώς μας. Άλλοι διαφωνούν, πάντως δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να βρούμε ενιαίους φυσικούς νόμους που να εξηγούν ικανοποιητικά τέτοια παράδοξα που υπάρχουν ανάμεσα σε όσα ξέρουμε για τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο.
Η τελευταία ταινία των αδελφών Κοέν ξεκινά με μια εισαγωγή φαινομενικά άσχετη με την υπόλοιπη ταινία, μια εισαγωγή που έχει ρόλο δραματουργικά ανάλογο με την εισαγωγή του «Magnolia». Στην Ανατολική Ευρώπη του 19ου αιώνα Εβραίος γυρνά το βράδυ σπίτι. Μάντεψε ποιός μου μίλησε στο δρόμο, λέει στη γυναίκα του. Ποιός; Ο τάδε. Είμαστε καταραμένοι, έχει πεθάνει από τύφο πριν τρία χρόνια, του εξηγεί. Η πόρτα χτυπά. Ο άντρας τον έχει καλέσει για σούπα. Είσαι φάντασμα, είσαι ντιμπούκ, λέει στον ξένο η γυναίκα. Όχι, είχα αρρωστήσει με τύφο, αλλά έγινα καλά, της απαντά. Η γυναίκα τον μαχαιρώνει. Ο ξένος φεύγει από το σπίτι μέσα στη χιονισμένη νύχτα, ενώ μια κόκκινη κηλίδα εμφανίζεται κάτω από τη μαχαιριά. Θα μας συλλάβουν, λέει ο άντρας. Απαλλαγήκαμε από το κακό το πνεύμα, λέει η γυναίκα. Ποιός έχει δίκιο; Δυο διαφορετικοί παρατηρητές - δυο διαφορετικές θέσεις του ξένου: η γυναίκα παρατηρεί ένα νεκρό, ο άντρας ένα ζωντανό. Τι ήταν τελικά ο ξένος, ζωντανός ή νεκρός; Στους τίτλους εμφανίζεται ως ντιμπούκ με ερωτηματικό.
Η κυρίως ιστορία της ταινίας αρχίζει με την κάμερα να βγαίνει μέσα από ένα αυτί, σαν στο «Μπλε Βελούδο», κι ενώ ακούγεται το «Don΄t you want somebody to love» (στίχοι του οποίου θα χρησιμοποιηθούν αργότερα από υπέργηρο ραββίνο, εκεί που η ποπ κουλτούρα συναντά ειρωνικά το απόσταγμα σοφίας και υπερχιλιετούς παράδοσης, σε μια χαρακτηριστικά κοενική σκηνή). Ο Λάρι Γκρόπνικ είναι καθηγητής Φυσικής στη Μινεζότα των τελών της δεκαετίας του 60. Τον βλέπουμε να διδάσκει τη γάτα του Σρέντιγκερ και την «Αρχή της Αβεβαιότητας». Η ως τώρα τακτοποιημένη ζωή του αρχίζει να καταρρέει, αφού -μεταξύ άλλων πολλών- ένας φοιτητής προσπαθεί να τον δωροδοκήσει κι ο πατέρας του φοιτητή να τον εκβιάσει (με διαλόγους από τους καλύτερους στην καριέρα των Κοέν), η γυναίκα του θέλει να τον χωρίσει γιατί αγαπά οικογενειακό γνωστό, η γυναίκα και ο γνωστός θέλουν να τον ξεσπιτώσουν, ο αδελφός του μπλέκεται στην μια μετά την άλλη πανάκριβη και ντροπιαστική δικαστική περιπέτεια, ενώ η επικείμενη μονιμοποίησή του στο Πανεπιστήμιο κινδυνεύει από ανώνυμα συκοφαντικά γράμματα.
Κι ενώ η κατάρρευση του ήρωα εξελίσσεται, κι ενώ με το ίδιο υλικό, τον ίδιο πλούτο παραμέτρων, δευτερευόντων χαρακτήρων και πιθανών πλοκών που έχουν στήσει, η ιστορία τους θα μπορούσε να είχε πάρει δέκα διαφορετικές κατευθύνσεις, έρχεται το τέλος της ταινίας. Δεν το προβλέπεις με τίποτα, δεν είναι προϊόν κλιμάκωσης, είναι εντελώς απότομο, εκεί που περιμένεις να δεις τι θα γίνει με τον βασικό της ήρωα ξαφνικά με το πιο απροσδόκητο πλάνο το πιο απροσδόκητο φινάλε. Ένα φινάλε που έρχεται από το πουθενά, από το βάθος του ορίζοντα, ένα φινάλε που πιστεύω ότι θα εκτιμηθεί περισσότερο με το πέρασμα των χρόνων και θα αποκτήσει εξέχουσα θέση στη φιλμογραφία των Κοέν, ένα φινάλε που παράλληλα όμως θα ξενερώσει όσους δουν την ταινία ανυποψίαστοι επειδή βόλευε η ώρα στο μουλτιπλέξ και θα τους επιβεβαιώσει την υποψία ότι έβλεπαν μια ταινία φευγάτη (ας σημειωθεί ότι το τέλος της αμέσως προηγούμενης ταινίας τους -του «Καυτού Απόρρητου»- είναι ακόμη πιο αντισυμβατικό, αφού την κορύφωση της δαιδαλώδους πλοκής του αντί να τη βλέπουμε να διαδραματίζεται με εικόνες, απλώς την ακούμε να την διηγείται ένας δευτεραγωνιστής σε έναν άλλο αδιάφορα και υπηρεσιακά, λες και ό,τι βλέπαμε σε όλη την ταινία δεν είχε σημασία).
Το τέλος του «Σοβαρού Ανθρώπου» αφήνει ανοιχτό το τι θα γίνει με δύο από τους ήρωες της ταινίας, που η ζωή τους βρίσκεται σε κίνδυνο για διαφορετικούς λόγους. Τι θα τους συμβεί μετά το τέλος της; Θα ζήσουν ή θα πεθάνουν; Όσο δεν τους παρατηρούμε εμείς ως θεατές, όσο σαν τον παρατηρητή της γάτας του Σρέντιγκερ δεν έχουμε τη δυνατότητα να ανοίξουμε το κουτί και να δούμε, θα παραμένουν ταυτόχρονα ζωντανοί και νεκροί. Αν στο «Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους» ο Μπαρδέμ - Τύχη, ο Μπαρδέμ - Χάος έκρινε τη ζωή των υποψηφίων θυμάτων του από το κορώνα - γράμματα, εδώ οι Κοέν κλείνουν την ταινία τους με το κέρμα στον αέρα. Χωρίς τη δική μας παρατήρηση, με το έργο να τελειώνει στο σημείο που τέλειωσε, το κουτί με τη γάτα δεν ανοίγει, η υπέρθεση της δεν αίρεται, οι ήρωες μένουν ταυτόχρονα ζωντανοί και νεκροί: πρόκειται για μια κβαντική κατάσταση στην οποία είναι λίαν αμφίβολο αν έχει ξανατοποθετηθεί συνειδητά κινηματογραφικός ήρωας.
Εκτός από τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο υπάρχει και ο κοενικός κόσμος, ένας κόσμος στον οποίο τα παράδοξα της φυσικής γίνονται υπαινικτική κινηματογραφική πρώτη ύλη, ένας κόσμος όπου βασικές αφηγηματικές συμβάσεις αποδομούνται λόγω διαύγειας και όχι λόγω θολούρας, ως προϊόν σεναριακού πλούτου και όχι ως αποτέλεσμα σεναριακής αμηχανίας, ένας κόσμος που οι δημιουργικές τους ελευθερίες γίνονται ολοένα και πιο τολμηρές, ολοένα και πιο συναρπαστικές, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπονται σε ολοένα και πιο διακριτικές. Ποιός ο λόγος να τις φωνάζουν; Αφήνουν να τις φωνάξουν κάτι ευτυχείς θεατές, ευτυχείς γιατί ακόμα και λάθος να τους διάβασαν, εκεί ακριβώς που τελειώνει η απόλαυση του δημιουργού αρχίζει η απόλαυση του θεατή: στο έργο που προβάλλεται στην οθόνη. Τους ανήκει η δημιουργία, μας ανήκει η ερμηνεία.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Δευτέρα, Ιανουάριος 11, 2010

Ο χτύπος της καρδιάς

H Δημοκρατία μπορεί να μην τρομοκρατείται, σίγουρα όμως υπάρχουν στιγμές που δείχνει να χάνει τελείως την αίσθηση του μέτρου, εκτός βέβαια και αν όντως συνιστά «χτύπημα στην καρδιά της» μια έκρηξη σε κάδο απορριμμάτων (κι ούτε καν ανακύκλωσης για το σημειολογικά ελπιδοφόρο γαμώτο).
Χτυπά δεν χτυπά όμως η καρδιά της Δημοκρατίας στα σκουπίδια (ανάμεσα σε χρησιμοποιημένα κωλόχαρτα, μαζί με τα οποία ανατινάσσεται), με μεγάλη χαρά άκουσα χθες στις ειδήσεις του Αντένα ότι υπάρχει κίνδυνος «να κοπεί η Ελλάδα στα δύο» λόγω επαπειλούμενων αγροτικών μπλόκων, χα χα χα χά, χα χα χα χά.

Κυριακή, Ιανουάριος 10, 2010

Είκοσι Χρόνια Σκατά

Η συμπλήρωση δυο δεκαετιών ιδιωτικής τηλεόρασης βρήκε στο προσκήνιο της συζήτησης τη δημόσια τηλεόραση, καθώς δημοσιοποιήθηκαν οι υπέρογκες αμοιβές μερικών εκλεκτών παρουσιαστών και συμβούλων της. Πράγματι, όταν βλέπεις τον λογαριασμό της ΔΕΗ και μετά μαθαίνεις τα λεφτά που παίρνουν άνθρωποι που με δυσκολία θα τους γνώριζε ο θυρωρός του Κατσιφάρα (όχι αν δεν ήταν, αλλά ακόμα και τώρα που είναι στην ΕΡΤ), δεν μπορείς παρά να μείνεις εκστασιασμένος. Και νά που σε σχέση με αυτό το αντιπρότυπο κρατικής νοσηρότητας η ιδιωτική τηλεόραση προβάλλει ως πρότυπο υγείας: ποτέ δεν θα ξόδευε τόσα λεφτά. Και πολύ καλά θα έκανε γιατί θα τα λυπόταν, αλλά δίπλα σε αυτό το καλό της (να λυπάται τα λεφτά των μετόχων της και να μην είναι παράλογα σπάταλη), πόσα άλλα καλά μπορούμε να της αναγνωρίσουμε;
Αν τα «Εκατό Χρόνια Μοναξιά» του Μάρκες είναι ένα από τα έργα ορόσημα του μαγικού ρεαλισμού, στα Είκοσι Χρόνια Σκατά που μας έχει προσφέρει ως τώρα η ιδιωτική τηλεόραση, μπορεί κανείς να διαγνώσει άφθονο -στα όρια του κυνισμού- ρεαλισμό, αλλά τίποτα το μαγικό, εκτός βέβαια από τη μαγεία που επισημαίνει το περίφημο σύνθημα για το –εντελώς συγγενές της άλλωστε- λάιφ στάιλ: σε παίρνει μηδενικό και σε κάνει νούμερο. Κυρίαρχη φιγούρα εδώ ο τηλεπαρουσιαστής. Υπάρχει επάγγελμα πιο κοντά στον όρο αεριτζής; Τι θα έκανε ο Χρήστος Φερεντίνος αν δεν υπήρχε τηλεόραση; Τι απομένει στην μνήμη από τον Ανδρέα Μικρούτσικο ή τον Γιώργο Πολυχρονίου; Υπάρχει μια εμφανής αναλογία ανάμεσα στην ποσότητα του τηλεοπτικού φωτός που πέφτει πάνω στον τηλεπαρουσιαστή τα χρόνια της επιτυχίας του και στην ποσότητα του αμνησιακού σκότους που τον καλύπτει μετά.
Μα μόνο σκατά έχει να επιδείξει; Προφανώς και όχι. Κάθε γενίκευση είναι εξ ορισμού άδικη, ωστόσο στην ιστορία των γενικεύσεων η συγκεκριμένη πρέπει να είναι μια από τις λιγότερο άδικες, αφού πάρα μα πάρα πολύ λίγους αδικεί, αφού ακόμη και οι άξιοι και ικανοί πάνε συνήθως με τα βαλτωμένα νερά της.
Υπάρχουν δυο αρκετά ενδεικτικές περιπτώσεις για τον τρόπο που άλλαξε τη συνείδησή μας η ιδωτική τηλεόραση. Η πρώτη είναι η περιβόητη τριήμερη συνέντευξη Αυτιά με το βίντεο Ψωμιάδη. Δεν έχω ακόμη κατασταλάξει, στο αν το πιο εντυπωσιακό στοιχείο σε αυτή είναι ότι όποιος συνομιλεί τρεις μέρες σερί με το ίδιο βίντεο απευθύνεται σε αναμφίβολα λοβοτομημένο τάργκετ γκρουπ ή ότι το θέμα μάς απασχόλησε μόνο για χαβαλέ: όλοι γελάσαμε, όλοι το απολαύσαμε κι από την επόμενη ημέρα σοβαροί πολιτικοί και δημοσιογράφοι εξακολούθησαν να παρευρίσκονται στην εκπομπή του.
Η δεύτερη έχει να κάνει με την παρουσίαση από την Όλγα Τρέμη στο δελτίο ειδήσεων του «Mega» μιας προσφοράς του «Πρώτου Θέματος» με τα cd του Γιάννη Πλούταρχου. Λίγο καιρό πριν, εν τω μέσω του σκανδάλου Ζαχόπουλου, η Τρέμη και το «Mega» προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς τους είναι πως αυτοί κάνουν άλλου τύπου δημοσιογραφία από το «Πρώτο Θέμα». Το μόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις είναι ότι το αφεντικό της έγινε και αφεντικό του «Πρώτου Θέματος», εκείνο που δεν μεσολάβησε όμως είναι μια κάποια έκπληξη ή αποστροφή του τηλεθεατή: όπως στην περίπτωση Αυτιά, ούτε αυτή η μεταστροφή θεωρήθηκε εκτός των κανόνων του παιχνιδιού.
Έτσι, εκείνο που θα έπρεπε να εντυπωσιάζει στο δελτίο του «Star» δεν είναι οι διαφορές του από τα κανονικά δελτία ειδήσεων, αλλά οι ομοιότητες, ομοιότητες που συνίστανται στον τρόπο κατασκευής της πραγματικότητας, στην επιλογή του τι είναι είδηση και τι όχι, στον τρόπο παρουσίασης της είδησης.
Ένας ολόκληρος πολιτισμός χτίστηκε την τελευταία εικοσαετία. Και ήταν πέρα από κάθε σοβαρή αμφισβήτηση ένας πολιτισμός ευτέλειας, φτήνιας, επιφάνειας. Το θέμα δεν είναι αν στην εικοσαετία της η ιδιωτική τηλεόραση φαντάζει ημιθανής. Το θέμα είναι ότι και στα πολύ ζωντανά της τον ακύρωσε το χρόνο, μην αφήνοντας σχεδόν τίποτα αξιόλογο πίσω της.
Είκοσι χρόνια ιδιωτικής τηλεόρασης: πολιτικός καθεστωτισμός και πολιτιστικό σκουπιδαριό. Είκοσι χρόνια ιδιωτικής τηλεόρασης: πήραμε τις δεδομένα χαμηλές απαιτήσεις του κόσμου και τις ρίξαμε πιο κάτω και πιο κάτω και πιο κάτω, σε ένα σύστημα που δεν παίρνει αέρα από πουθενά, σε μια πραγματικότητα που εξόρισε πλήρως τον αληθινό πολιτισμό, για να δώσει τη θέση του στην ομοιογένεια μιας άνευ ορίων ή τύψεων αποβλάκωσης. Τους μισώ.
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)

Πέμπτη, Ιανουάριος 07, 2010

Σε πρώτο ενικό

Ακολουθεί κείμενο της Λένας Κιτσοπούλου, με τίτλο «Σε πρώτο πληθυντικό».
Τι θες να πεις, Λένα; Ότι δεν είμαι ο Σκόκο; Αποκλείεται να το εννοείς στα αλήθεια. Αποκλείεται να κυριολεκτείς. Μεταφορικά μάλλον θα το λες. Κι αν δεν είμαι ο Νάτσο, τότε ποιός είμαι; Τέλος πάντων, για τις ανάγκες του ποστ μπορείς να με φωνάζεις Τζιμπρίλ.
«Δεν του το ΄χα» χα χα χα χα. Μα τι ζωντανή γλώσσα. Μόνο με το επίπεδο του ειρωνικού σου πνεύματος μπορεί να συγκριθεί.
Α, ρε μαλάκα πατέρα, με τον γιο σου βρήκες και συ να νιώσεις περήφανος. Get a life.
«Είμαστε ανασφαλείς εμείς οι ηθοποιοί», εξηγεί ένας ηθοποιός σε κάποιον (εκτός χώρου) φίλο του, μιλώντας φυσικά για τον εαυτό του, αλλά θεωρώντας ότι μέσα σ’αυτήν την αρνητική εντύπωση που έχει για την πάρτη του, πρέπει να συμπεριλάβει και όλους τους υπόλοιπους. «Τι σκέφτεται η νέα γενιά σήμερα;», αναρωτιέται ο έξυπνος δημοσιογράφος, λες και η γενιά είναι ένα πρόσωπο με μία μύτη, με ένα στόμα, με δύο μάτια και έναν μόνο κώλο και δεν αποτελείται από χιλιάδες άτομα, εκ των οποίων κάποια σκέφτονται έτσι και κάποια σκέφτονται αλλιώς.
Asses are like assholes: every generation has one.
Εμείς οι σαραντάρηδες, εμείς οι Έλληνες, εμείς οι αριστεροί, εμείς οι Πελοποννήσιοι, εμείς οι Σκορπιοί. Ο πανηλίθιος πρώτος πληθυντικός σε μορφή καραμέλας γλυκαίνει την ανασφάλεια και το αίσθημα κατωτερότητας της ανθρώπινης φύσης. Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου, να στρογγυλοκαθίσει κάτω από μία ταμπέλα, όποια κι αν είναι αυτή, να δοξαστεί για κάτι που δεν έκανε ο ίδιος, να έχει μια οποιαδήποτε ταυτότητα επειδή η ταυτότητα που είναι για την κωλότσεπή του, δεν του αρκεί.
Μα υπάρχει σαραντάρης που δέρνει τη γυναίκα του, σαραντάρης φασίστας, σαραντάρης γενναιόδωρος, σαραντάρης δημιουργικός, σαραντάρης τεμπέλης, σαραντάρης που φτύνει έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, σαραντάρης που σέβεται, σαραντάρης κλέφτης, σαραντάρης ταλαντούχος και σαραντάρης κακόγουστος. Όλοι αυτοί λοιπόν αποτελούν «τη γενιά των σαραντάρηδων». Υπάρχει μουσικός που λέγεται Νίνο Ρότα και μουσικός που λέγεται Τημπούτσα Μουρώτα. Πώς λοιπόν θέλουμε να μιλήσουμε γενικά για τους σαραντάρηδες ή γενικά για τους μουσικούς και να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα για τα χαρακτηριστικά τους και τη συμπεριφορά τους;
«Τημπούτσα Μουρώτα». Κι ύστερα λένε πώς φταίει ο Σεφερλής.
Αυτή η ανάγκη για κατηγοριοποίηση, για ομαδοποίηση, η γενίκευση, η φανατική συμμετοχή των ανθρώπων μέσα στα διάφορα τάργκετ γκρουπ, η ακατάπαυστη χρήση του «εμείς», «εσείς» κλ.π., αποδεικνύει δυστυχώς ότι υπάρχει πράγματι ένα είδος προς κατηγοριοποίηση και αυτό το είδος ονομάζεται μάζα, ή αλλιώς πλήθος, ή αλλιώς ανθρώπινη φύση και δεν έχει επάγγελμα, ούτε φύλο, ούτε εθνικότητα, ούτε ηλικία. Είναι το 95% των Ελλήνων,το 95% των σαραντάρηδων, ή των εικοσάρηδων, ή των ογδοντάρηδων, το 95% των Ολυμπιακών, το 95% των Πασοκτζήδων, το 95% δικηγόρων, ηθοποιών, γιατρών, ταξιτζήδων, γονιών, παιδιών, παγωτατζήδων, υπαλλήλων, το 95% των ανθρώπων γενικώς, που πάσχει από αυτό το αίσθημα κατωτερότητας που δεν του επιτρέπει να είναι περήφανο για τον εαυτό του, γιατί πράγματι δεν έχει κανένα λόγο να είναι περήφανο για τον εαυτό του. (Βάζω 95%, επειδή είμαι από τη φύση μου πολύ αισιόδοξη). Είναι το ποσοστό των περήφανων Ελλήνων, των περήφανων Χριστιανών, των περήφανων Κρητικών, των περήφανων γενικώς, οι οποίοι υπερηφανεύονται για κάτι, για το οποίο οι ίδιοι δεν κατέβαλαν καμία προσπάθεια.
Κοίτα να δεις.
Μήπως θα έπρεπε να είμαι υπερήφανη που είμαι γυναίκα και μάλιστα με καταγωγή από το Σούλι, επειδή κάποτε μία Σουλιώτισσα πήδηξε από τον γκρεμό; Μήπως θα ’πρεπε να βγω στους δρόμους και να φωνάζω σε πρώτο πληθυντικό και να φωνάζω σε πρώτο πληθυντικό «Ρέεε, εμείς, πηδήξαμε από τον γκρεμό, για να μην υποταχτούμε στον Τούρκο» και να νιώθω επαναστάτρια, ενώ στην πραγματικότητα είμαι μια φοβισμένη υπάλληλος που κάνει τεμενάδες στον εργοδότη της για να μη χάσει τα 800 ευρώ; Τι σχέση έχω εγώ με τη Σουλιώτισσα που θυσιάστηκε;
Καμία, γιατί ακριβώς εσύ γνωρίζεις πως είναι εξ ορισμού ηλίθιο να θυσιάζεσαι στο όνομα του πρώτου πληθυντικού.
Για να μην μπλεχτεί ο αναγνώστης, όταν η Λένα λέει ότι ανήκουν στον Έλληνα τόσο όσο στον Τούρκο, τον Κινέζο και τον ουρακοτάγκο, εννοεί ότι σε όλους αυτούς (των μητρών Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και Γκάλη συμπεριλαμβανομένων) ανήκουν εξίσου μεν, μηδενικά δε. Οι Χατζιδακογκάληδες ανήκουν μόνο στον εαυτό τους, που και αυτό δεν είναι απόλυτο, καθώς υπεισέρχεται ο παράγοντας της μοναδικότητας του σπόρου τους και της μεγάλης (in a galaxy far far away) απόστασης του άστρου τους, έτσι ώστε πλην της εθνικιστικής υπερηφάνειας του πρώτου πληθυντικού να αμφισβητούνται και τα θεμέλια της εγωκεντρικής υπερηφάνειας του πρώτου ενικού.
Λένα, δες το ως εξής. Οι πρωτοπληθυντικίτες αναπαράγονται γιατί ακριβώς μέσα στις ζωώδεις, πανηλίθιες, συμπλεγματικές, εθνικιστικές και φασιστικές τους αυταπάτες, θεωρούν ότι ο πρωτοπληθυντικός τους κόσμος είναι άξιος αναπαραγωγής, ότι όλο αυτό το πρωτοπληθυντικό μόρφωμα που λέγεται ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να συνεχίσει να υφίσταται. Αν είχαν φτάσει στο δικό σου επίπεδο φώτισης θα καταλάβαιναν ότι ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, δεν είναι προϊόν μιας οικογένειας, δεν είναι προϊόν ενός τρόπου ανατροφής, δεν είναι προϊόν ενός εκπαιδευτικού συστήματος, δεν είναι προϊόν ενός πολιτικού συστήματος, δεν είναι προϊόν των οικονομικών του συνθηκών, δεν είναι προϊόν των επιρροών του και της τύχης, ο κάθε άνθρωπος έχει τα δικά του αστροσκονικά ή μη γονίδια και βάσει αυτών διαμορφώνει την μετέπειτα πορεία του, εντελώς ανεξάρτητα από το πότε και που γεννήθηκε, έτσι ώστε αν ο Χατζιδάκις είχε γεννηθεί στη Σιβηρία την ίδια μουσική θα έγραφε, έτσι ώστε αν ο Θεοδωράκης είχε γεννηθεί το 1990 την ίδια μουσική θα έγραφε, έτσι ώστε αν ο Γκάλης είχε μείνει στις ΗΠΑ θα είχε γίνει ο Γκάλης και όχι ένας ακόμη μπασκετμπολίστας, έτσι ώστε αν ο Σισέ παίζει στον Παναθηναϊκό και σκοράρει δεν είναι επειδή ο Παναθηναϊκός έχει εμπορική αξία, η οποία προέρχεται από πολλές εκατοντάδες χιλιάδες οπαδούς, οι οποίοι δεν έχουν να κάνουν με το αν εγώ και οι συνομήλικοί μου και οι γενιές πάνω από μένα και κάτω από μένα αποφάσισαν ότι το γουστάρουν το ποδόσφαιρο και θα το παρακολουθούν και θα είναι και οπαδοί της συγκεκριμένης ομάδας, έτσι ώστε υπήρχε ποτέ περίπτωση ο Σισέ να σκοράρει ερήμην μου, να σκοράρει σε μια ομάδα με ελάχιστους οπαδούς, γιατί, Λένα μου, πολύ καλά το έχεις καταλάβει ότι δεν είμαστε όλοι σε αυτόν τον κόσμο μια αλληλοεξαρτώμενη αλυσίδα, ότι το πρώτο ενικό του καθενός από εμάς δεν εξαρτάται σε μεγάλο ποσοστό από τον τρόπο που οργάνωσαν και λειτούργησαν τα πρώτα πληθυντικά τους οι προηγούμενες γενιές, όπως και το πρώτο πληθυντικό των επόμενων γενιών δεν θα εξαρτηθεί από τον τρόπο που οργανώνουμε και λειτουργούμε το δικό μας, αλλά όλα αυτά αφορούν βέβαια τους φασίστες πρωτοπληθυντικίτες και τα μαιευτήρια που εξακολουθούν να προμηθεύουν με τα μικρά τους φασιστάκια, ενώ η ζωή πρέπει να σταματήσει να αναπαράγεται ή τουλάχιστον να σταματήσει να αναπαράγεται έτσι, ο μόνος σωστός τρόπος για να ζει κανείς είναι να λέει εγώ, να σκέφτεται ποιός είμαι εγώ, τι θέλω εγώ, τι σχέση έχω εγώ με τους άλλους, εγώ είμαι κάτι τόσο διαφορετικό και ξεκομμένο από την εποχή μου και την κοινωνία μου, εγώ ανήκω μόνο στον εαυτό μου, στην αστρόσκονή μου, εγώ είμαι η αρχή και το τέλος, εγώ δεν θα νιώσω περήφανη για τα κατορθώματα κανενός παιδιού στο σχολείο, είναι ηλίθιο, είναι φασιστικό, δεν έχει νόημα, νόημα έχω εγώ, ο κόσμος μου άρχισε με μένα και με μένα θα τελειώσει.

Τρίτη, Ιανουάριος 05, 2010

O αγώνας και το παιχνίδι

Ο ιαματικός βασανισμός: «Από πολύ νωρίς, ζώντας την έτοιμη κάθε στιγμή να ξεσπάσει σύγκρουση, είχαμε ψυχανεμιστεί πως στον κόσμο τούτον δυο μεγάλες δυνάμες παλεύουν: ο Χριστιανός κι ο Τούρκος, το Καλό και το Κακό, η Ελευτερία κι η Τυραννία και πως η ζωή δεν είναι παιχνίδι, είναι αγώνας», γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στον πρόλογο του «Καπετάν Μιχάλη». Όταν ο πρωταγωνιστής της «Κουζίνας με Ψυχή», Ζήνος Καζαντζάκης, πέφτει στα χέρια του «Κεμάλ του Κοκαλοθραύστη», εκείνος τον δένει με σχοινιά και κάνει τον Καζαντζάκη να ουρλιάξει από τον πόνο. Ας σημειωθεί ότι τον Ζήνο υποδύεται Έλληνας (ο Αδάμ Μπουσδούκος), ενώ την ταινία σκηνοθετεί Τούρκος (ο Φατίχ Ακίν). Ας σημειωθεί, ακόμη, ότι εκτός από Τούρκος και Έλληνας, Ακίν και Μπουσδούκος τυγχάνουν επίσης Γερμανοί, σεναριογράφοι της ταινίας και παλιοί φίλοι. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι δεν πρόκειται για βασανισμό αλλά για χειροπρακτική: ο πόνος προκαλείται με τη συναίνεση του Ζήνου και για θεραπευτικό σκοπό, αφού έχει μετατόπιση σπονδύλου και αν δεν επέμβει ο Κοκαλοθραύστης, οι εναλλακτικές είναι πανάκριβη εγχείρηση ή αναπηρία.
Εκτός από την σε ουδέτερο έδαφος φιλία της δεύτερης γενιάς μεταναστών, σαν αυτή του Ακίμ και του Μπουσδούκου, υπάρχουν και βήματα προς τη συμφιλίωση των δύο κρατών. Στις ανασκοπήσεις τις δεκαετίας, εκείνο που δεν ανασκοπήθηκε (επειδή συνήθως στις ανασκοπήσεις καταγράφονται ρητά γεγονότα και όχι αλλαγές νοοτροπίας, οι οποίες ακριβώς απαιτούν την απουσία επώδυνων γεγονότων) είναι η βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Όλα αυτά δεν θέλουν να ισχυριστούν ότι η ιστορία τέλειωσε και ότι αποκλείεται να ξαναϋπάρξουν συγκρούσεις στο μέλλον, ενώ σε καμία περίπτωση δεν έχουν και πρόθεση να σχολιάσουν δηκτικά το παρελθόν. Καιρός απαιτεί και φέρνει τους αγώνες (όταν η πατρίδα σου είναι υπόδουλη), καιρός μπορεί να φέρει και το παιχνίδι. Ως γενική πάντως παρατήρηση, η ζωή ανεξαρτήτως εποχών είναι και αγώνας και παιχνίδι, απλώς οι εποχές και οι συγκυρίες καθορίζουν την μεταξύ τους αναλογία.Η ζωή του Ζήνου είναι στο πολύ μεγάλο της ποσοστό αγώνας, καθώς του συμβαίνει κάθε πιθανή και απίθανη καταστροφή, αλλά ο Ακίν την παρακολουθεί με παιχνιδιάρικο βλέμμα. Αν το θέμα του «Soul Kitchen» είναι ο αγώνας του Ζήνου, ο σκηνοθετικός του τρόπος είναι το παιχνίδι, με αποτέλεσμα η ταινία να είναι απολαυστικά ανυψωτική. Και σίγουρα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι πολύ χαμηλά στη λίστα των ενδιαφερόντων της, ωστόσο η σύλληψη του σωτήριου βασανισμού του Καζαντζάκη από τον Κοκαλοθραύστη Κεμάλ είναι τόσο έξοχη, που κάνει τη σκηνή ανθολογίας• αν όχι κινηματογραφικής, σίγουρα σημειολογικής.
Μουσική γευσιγνωσία: Ο σεφ - καλλιτέχνης που θα αλλάξει ριζικά το εστιατόριο του Ζήνου βρίσκεται μονίμως στα πρόθυρα νευρικής κρίσης σαν τον Έκτορα Μποτρίνι και ωρύεται σαν τον Μπρούνο Γκαντζ στην Πτώση. Ως τώρα τους τάιζες σκουπίδια, λέει στο Ζήνο, αλλά λέει επίσης πως πέραν των γεύσεων σημασία καθοριστική έχει η παρουσίαση των πιάτων, η ψευδαίσθηση, το φαίνεθαι. Όσο για τους αρχικούς πελάτες του εστιατορίου, εκείνους που τρώνε το κατεψυγμένο ψάρι τους και το βρίσκουν απολαυστικό δεν μου φαίνονται (πιθανότατα επειδή γευσιγνωστικά στα επίπεδά τους κυμαίνομαι κι εγώ) εξ ορισμού περισσότερο αστείοι από όλους εκείνους που τρώνε «καλά» επειδή είναι της μόδας, επειδή η γκουρμεδιά έχει γίνει lifestyle. Περισσότερο πάντως από τα πιάτα, ο Ακίν φαίνεται να ενδιαφέρεται για τα τραγούδια της ταινίας του, ενσωματώνοντάς τα (σε συνεργασία με τον Μπουσδούκο) και χρησιμοποιώντας τα σαν μεγάλος σεφ.
Διαστρέφοντας το στιγμιαίο: Στην τρέλα του επάνω ο σεφ έχει τιγκάρει τα φαγητά με αφροδισιακά και το εστιατόριο μετατρέπεται σε χώρο οργίων. Ένας θαμώνας την ώρα που κάνει σεξ με μια άγνωστη, την βιντεοσκοπεί με το κινητό του και μετά το δείχνει στον συμμαθητή του (με τον οποίο όταν πηγαίνανε μαζί σχολείο, καθότανε στο διπλανό θρανίο). Και συνειδητοποιείς πώς το χυδαίο δεν βρίσκεται στο ότι εκμεταλλεύτηκε την έλλειψη αναστολών της και την κάψα της που την έκανε να κάνει κάτι που δεν θα έκανε υπό νορμάλ συνθήκες, αλλά στο ότι αποτυπώνοντας (χωρίς συναίνεση και για όχι αυστηρά ιδιωτική χρήση) το σεξ τους, διαστρέφει τη φύση όχι μόνο μιας ιδιωτικής στιγμής. μετατρέποντάς την σε δημόσια (ο συμμαθητής ούτως ή άλλως την έβλεπε, αφού η φάση γινόταν στο εστιατόριο), αλλά και μια στιγμής «στιγμαίας», μετατρέποντάς την σε μόνιμη και πρόσφορη για ατέλειωτες επαναλήψεις.
Απέραντο μη γαλάζιο: Στην αρχή σχετικά της ταινίας δυο εφοριακοί έρχονται και κατάσχουν κάτι μηχανήματα από το εστιατόριο. Ο Ζήνος τους ακολουθεί προσπαθώντας να τους μεταπείσει, κι όπως τους βλέπουμε να βγαίνουν στο δρόμο, στο βάθος πίσω τους προβάλλει ένας κατασυννεφιασμένος ουρανός, που είναι σαν να έχει πέντε στρώματα σύννεφα, το ένα πάνω στο άλλο, το ένα πιο μουντό από το άλλο. Πολύ συχνά στις ταινίες η κατάσταση του ουρανού στο πλάνο είναι εσκεμμένη, εδώ όμως κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται για μια τέτοια περίπτωση, αλλά απλά για το φυσικό φόντο του Αμβούργου. Διαβάζω ότι η θερμοκρασία στο Αμβούργο κυμαίνεται το καλοκαίρι από 19,9 έως 22,2 βαθμούς κελσίου, ενώ πριν λίγες μέρες κάναμε στην Αθήνα Πρωτοχρονιά με 22 βαθμούς, θερμοκρασία που την λες μεν αφύσικη για τα δεδομένα μας, αλλά δεν παύει να είναι μια ανωμαλία που επιτρέπει να πας το παιδί σου σε παιδική χαρά, δεν παύει να είναι μια ανωμαλία που την λες και χαρά Θεού• ανώμαλη χαρά Θεού, έστω. Σε αντίθεση με τον ουρανό του Αμβούργου, στο «Soul Kitchen» επικρατεί λιακάδα στη διάθεση• για την ακρίβεια, μια σόουλ λιακάδα.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)