Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 18, 2017

Άδικα αλλά όχι μάταια

Δεν μπορούμε να προβλέψουμε σε ποιο βαθμό θα είχε επεκταθεί, νομιμοποιηθεί, κανονικοποιηθεί και διαποτίσει τα πάντα φιλτραρισμένος ή αφιλτράριστος ο νεοναζιστικός ζόφος, αν δεν είχε δολοφονηθεί πριν 4 χρόνια ο Παύλος Φύσσας. Τον Σεπτέμβριο του 2013 καλπάζαμε με δεμένα τα μάτια ολοταχώς προς κάτι εντελώς σκοτεινό. Ο ίδιος ο Φύσσας δεν επέλεξε να θυσιαστεί, δεν επέλεξε να δώσει τη ζωή του και τα νιάτα του, επέλεξε όμως να μην κρυφτεί, επέλεξε να αντισταθεί στο κτήνος που σήκωνε κεφάλι και γινόταν ολοένα και πιο άφοβο. Και όσο άδικος και εξοργιστικός κι αν είναι ο θάνατός του, δεν υπήρξε πάντως μάταιος, παρήγαγε αποτέλεσμα, άλλαξε σε έναν βαθμό την πορεία μιας χώρας στο πιο κρίσιμο χρονικό σημείο, σε ένα σημείο καμπής, σε ένα σημείο χωρίς γυρισμό.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 11, 2017

Ταπείνωση

Περπατούσα σχετικά γρήγορα, οπότε είδα μόνο με την άκρη του ματιού μου το αφισάκι, που κάτω από μια εικόνα κάποιου Αγίου, έλεγε πως μόνο με την ταπείνωση νικιέται ο θάνατος. Έπρεπε να κοντοσταθώ να διαβάσω λεπτομέρειες, να διαβάσω κυρίως αν διαφημίζεται κάποια εκδήλωση ή αν πρόκειται απλά για έναν ύμνο στην ταπείνωση. Σκεφτόμουν πάντως πως αν πάει έτσι θα επιλέξω τον θάνατο. Ναι αυτόν θα επιλέξω, αν το τίμημα είναι να μας ταπεινώσετε και να μας συντρίψετε. Δεν σας πειράξαμε επειδή γεννηθήκαμε, δεν είναι αμαρτία η ζωή μας, δεν οφείλουμε ευγνωμοσύνη και συντριβή σε κανέναν.

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2017

Δεν φτάνει μόνο ν' αγαπάς

Ένα κοινό νήμα δένει όλους σχεδόν όλους τους πρωταγωνιστές και τους δευτεραγωνιστές του «Σημασία έχει να αγαπάς»: η ντροπή. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το αίσθημα ντροπής τους καθορίζει, τους πλημμυρίζει, έχουν μάθει να ζουν μαζί του, το κουβαλούν είτε ως διαρκές βάρος στο παρασκήνιο είτε ως αβάσταχτη οδύνη όταν εμφανίζεται στο προσκήνιο. Όταν στην πρώτη σκηνή της ταινίας η Ρόμι Σνάιντερ παρακαλεί τον Φάμπιο Τέστι να μην την φωτογραφίζει στις πρόβες του πλατό του καλλιτεχνίζοντος σοφτ πορνό, λέγοντάς του ότι είναι καλή ηθοποιός κι ότι αυτή είναι μόνο μια δουλειά που κάνει για να ζήσει, καθώς η Σνάιντερ κοιτάζει τον Τέστι και ο Τέστι την Σνάιντερ, καθώς ο Ζουλάφσκι γεμίζει τα μάτια μας με τα πρόσωπά τους και τα αυτιά μας με το μουσικό θέμα του Ζορζ Ντελρί, οι δυο βασικοί άξονες της ταινίας βρίσκουν το σημείο τομής τους: ο έρωτας πέφτει πάνω στη ντροπή και η ντροπή πάνω στον έρωτα: σημασία έχει να αγαπάς αλλά σημασία έχει και να μη ντρέπεσαι για τον εαυτό σου και τη ζωή σου - ο έρωτας ως δύναμη ζωοποιός και μεταμορφωτική και η αντίρροπη δύναμη ενός εαυτού που έχει εκπέσει από όσα ονειρευόταν και τώρα αυτοοικτίρεται. 
Ο Τέστι την κοιτά μαγεμένος από την πρώτη στιγμή, ίσως να ερωτεύτηκε και τη ντροπή της και όσα αντανακλά, αλλά το δικό της βλέμμα καρφώνεται πάνω του χωρίς να είσαι σίγουρος αν μπορεί ή δεν μπορεί να τον δει στα αλήθεια. Όταν το επόμενο πρωί της χτυπά την πόρτα προτείνοντάς την να τη φωτογραφίσει σε κάτι πιο αξιοπρεπές, εκείνη λέει ότι δεν τον γνωρίζει. Αν πάρουμε σε όλη την ταινία για πυξίδα το βλέμμα της πρέπει να την πιστέψουμε. Τον κοιτά και δεν μοιάζει να τον θυμάται. Άρα δεν μπόρεσε στο πλατό να δει πέρα από τη ντροπή της. Και γιατί να πάρουμε σε όλη την ταινία για πυξίδα το βλέμμα της; Επειδή ενώ ο Τέστι είναι πέραν κάθε αμφιβολίας εντελώς ερωτευμένος, ο τρόπος που θα φερθεί η Σνάιντερ καθ' όλη τη διάρκεια του «Σημασία έχει να αγαπάς», οι πράξεις της και τα λόγια της δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως πράξεις και λόγια μιας ερωτευμένης γυναίκας. Τα βλέμματά της όμως; Τα βλέμματά της, καθώς κοιτάζουν το πρόσωπό του -λόγω της διαφοράς ύψους- από τα χαμηλά προς τα ψηλά, στέκονται στο πρόσωπό του, χαϊδεύουν το πρόσωπό του, φροντίζουν να ακουμπήσουν πάνω του και να βρουν καταφύγιο όταν εκείνος δεν την κοιτά, γιατί μάλλον δεν αντέχει να την κοιτά πολύ, τον καίει ήδη υπερβολικά το πρόσωπό της για να το κοιτά εξακολουθητικά.
Εκείνος την καλεί να πάνε έξω μεσημέρι για καφέ. Εκείνη του αντιπροτείνει να έρθει στο σπίτι της, γιατί ο άντρας της θα λείπει. Εκείνος φυσικά δέχεται. Αλλά μετά όλα βραχυκυκλώνουν. Εκείνος στη ζωή του σεξ έχει, του λείπει ο ρομαντισμός, του λείπει ο έρωτας ή μάλλον τον βρήκε ο έρωτας χωρίς εκείνος να τον ψάχνει, έτσι τώρα αρνείται να πάει μαζί της όπως εκείνη του ζητά, δηλαδή χωρίς ένα ποτό, χωρίς κανένα προκαταρκτικό λόγο, χωρίς κανένα πρόσχημα, χωρίς κανένα χάδι πριν, χωρίς την παραμικρή σκηνοθεσία. Εκείνη αγάπη και στοργή στο γάμο της έχει, το σεξ της λείπει, ο άντρας της στον τομέα αυτό υπολειτουργεί, αν λειτουργεί και καθόλου. Κι επίσης έχει ήδη αρχίσει να τον κοιτά αλλιώς, δεν θέλει να ρισκάρει την συναισθηματική σύνδεση που θα τα ανατινάξει όλα στο διάβα της. Ζητούν εντελώς διαφορετικά πράγματα; Φαινομενικά και μόνο. Τη στιγμή εκείνη και μόνο. Μάλλον κανέναν έρωτα δεν θα εξόριζε το σεξ, μάλλον κάθε άλλο παρά χωρίς συναίσθημα θα το έκαναν, μάλλον το συναίσθημα θα τους καταλάμβανε ολόκληρους. Φοβούνται; Εκείνη σίγουρα ναι. Αλλά τελικά μάλλον κι εκείνος. Και για αυτό λακίζει.
Γιατί εκείνος, όπως λέει, νιώθει παγιδευμένος σε μια κατάσταη που αν προχωρήσει θα κάνει μεγάλο κακό αλλά και αν δεν προχωρήσει θα κάνει ακόμη μεγαλύτερο. Εκείνος ζει μέσα σε μια κατάσταση παροξυσμού. Μερικές ώρες μετά, της χτυπά στις πέντε τα χαράματα το κουδούνι. Ο άντρας της του ζητά να φύγει. Τον απωθεί, πρέπει να τη δει τη Ναντίν. Τη βλέπει ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Εκείνη σηκώνεται και τον απωθεί με τη σειρά της. Με πλάτη στον τοίχο κοιτούν και οι δυο μπροστά ώστε να μην κοιτούν ο ένας τον άλλο. Μέσα από τον καθρέφτη σε μια γωνία, μικρός, ο τρίτος άνθρωπος, ο σύζυγος, που όσο είναι μέσα στην εικόνα τίποτα δεν είναι χωρίς πόνο, τίποτα δεν είναι απλό. Ο Τέστι κοιτά απορημένος μπροστά, προσπαθεί να καταλάβει τι του έχει συμβεί, δεν πήγε να της κάνει έρωτα, δεν πήγε να της πει σ' αγαπώ, δεν πήγε να της πει κάτι συγκεκριμένο, δεν ξέρει γιατί πήγε και της χτύπαγε την πόρτα στις πέντε το πρωί, αν υπάρχει μια κινηματογραφική σκηνή που να εικονοποιεί τον έρωτα φτάνοντας όσο πιο κοντά στην πηγή γίνεται, είναι αυτή η σκηνή, αυτό το κάδρο, αυτή η θεμελιώδης απορία μέσα στο ξαφνιασμένο βλέμμα που προσπαθεί να ερμηνεύσει τι έχει συμβεί, τι διάολο μου έχει συμβεί.
Αλλά ας επιστρέψουμε στη ντροπή των ηρώων: εκτός από τη Σνάιντερ που ντρέπεται για την πορεία που πήρε η ζωή της και που από φιλόδοξη ηθοποιός έχει φτάσει να παίζει μόνο σε σοφτ πορνό, ο Τέστι έχει αηδιάσει και δεν αντέχει άλλο να δουλεύει για έναν γέρο άνθρωπο του υποκόσμου φιλμάροντας και φωτογραφίζοντας όργια, ο Ζακ Ντιτρόν, σύζυγος της Σνάιντερ, ντρέπεται γιατί τώρα πια ένας άλλος άντρας έχει μπει στη ζωή της γυναίκας του, τον έχει σβήσει κι αισθάνεται λίγος, ο αλκοολικός διανοούμενος επίσης ντρέπεται που ο Τέστι του είχε «κλέψει» τη δική του γυναίκα, αλλά η ντροπή και των δύο είναι ριζικότερη, νιώθουν αποτυχημένοι και ο άντρας που τους παίρνει τις γυναίκες απλώς επικυρώνει κ επιβεβαιώνει την αποτυχία τους, ενώ τέλος ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί του θεατρικού έργου ντρέπονται για την κατεδαφιστική κριτική που επιφυλάσσεται στο έργο που ανέβασαν. Ακόμη όμως και ο γέρος κακοποιός, εκείνο που δεν αντέχει δεν είναι η ανυπακοή του Τέστι, δεν είναι ότι θέλει να ξεφύγει από την εξουσία του, εκείνο που δεν αντέχει είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Τέστι θέλει να ξεφύγει, είναι αυτή η αηδία και περιφρόνηση που εκφράζει, αηδία και περιφρόνηση που νιώθει ότι τον αφορούν άμεσα. Αν αδιαφορούσε για το κριτικό του βλέμμα θα του φερόταν αλλιώς, αν τελικά δεν ντρεπόταν και ο ίδιος για αυτά που έκανε, θα προσπερνούσε την ανυπακοή πολύ πιο εύκολα. Μεγάλο μέρος της ντροπής των ηρώων άρα είναι ίσως μια ντροπή που προέρχεται από μια συγκεκριμένη κοινωνική περίοδο. Τέσσερεις δεκαετίες αργότερα η κάθε είδους πορνογραφία είναι κοινωνικά πολύ λιγότερο σκανδαλιστική και κατακριτέα. Κανείς δεν είπε ότι η ντροπή βγαίνει μόνο από μέσα μας, η ντροπή συνομιλεί πάντα με τις επικρατούσες αντιλήψεις.
Ένας μόνο χαρακτήρας δεν ντρέπεται καθόλου στην ταινία, ένας μόνο χαρακτήρας βρίσκεται ψηλά στην κοινωνική αλυσίδα και μακριά από τα τελευταία σκαλιά της ή και τον πάτο της, όπου κινείται και ζει η γκροτέσκ πινακοθήκη των ηρώων του Ζουλάφσκι, με τα βαμμένα πρόσωπα, τα σακάκια ή στολές γιατρών που φοριούνται πάνω από γυμνά σώματα, τα κιτς φανταχτερά κουστούμια, τα παραδόξως τεράστια σπίτια με τις μεγάλες σκάλες και τους άδειους χώρους. Ένας μόνο χαρακτήρας μιλάει από ένα βάθρο. Δεν έχει σημασία ότι το βάθρο από το οποίο μιλάει είναι κυρίως αισθητικό, αφού δεν θα παραλείψει και την ηθική αναφορά του στην καριέρα της Σνάιντερ.  Ο κριτικός θεάτρου της Φιγκαρό είναι αυτός που απονέμει από καθέδρας τη ντροπή. Και σκηνοθέτης και ηθοποιοί πρέπει να την αντέξουν. Η βία των μπράβων του πορνογράφου είναι σωματική, η βία των λέξεων του κριτικού είναι ψυχική. Και η μια και η άλλη αφήνουν τους ανθρώπους κομμάτια, μόνο που στη δεύτερη η αιμορραγία είναι εσωτερική. 
Οι καλύτερες προθέσεις και τα χειρότερα αποτελέσματα, αυτή η αβάσταχτη αντιδιαστολή. Σε άλλους επαγγελματικούς τομείς υπάρχουν μεγέθη πιο αντικεμενικά μετρήσιμα. Στο θέατρο και γενικότερα στις τέχνες και τα γράμματα, και πιο υποκειμενικά είναι τα μεγέθη, αλλά και ανεξάρτητα από αυτό, το πόσο προσπαθείς ή το τι έχεις στο μυαλό σου όταν κάνεις ό,τι κάνεις δεν αντανακλάται απαραίτητα στο αποτέλεσμα.  Και τι γίνεται όταν έχεις δώσει τα πάντα κι όταν εσύ θεωρείς ότι εκπέμπεις κάτι σημαντικό, αλλά σου λένε πωςμ όχι, εξέπεμψες μια σαχλαμάρα; Πώς μπορείς να αντιπαρέλθεις τη διαφορά ανάμεσα στο φως που έχεις εκείνη την ώρα μέσα σου και που θεωρούσες ότι εξέπεμπες, με τη μη λήψη του από τους άλλους; Πώς αντέχεται τελικά να μην σε θεωρούν καλό και να σε θεωρούν μια νούλα;
«Mπορώ να κάνω τα πάντα για σένα, εκτός από το να ζήσω». Ο Ζακ Ντιτρόν είναι ένα βαμπίρ που τρέφεται με σινεμά, παλιές φωτογραφίες από ταινίες και τη Ρόμι Σνάιντερ. Έχει βρει ένα ρόλο στη ζωή του. Είναι αυτός που βρήκε έναν άνθρωπο ακόμη πιο κάτω από εκείνον και τον έσωσε από την καταστροφή. Είναι υτός που την πήρε και την περιέθαλψε. Και έξι χρόνια κάθε μέρα τρώνε πρωινό μαζί. Της παρέχει ασφάλεια κι αγάπη. Δεν μπορεί να της παρέχει ακριβώς ζωή. Η έκπτωσή του από τον ρόλο του Ζορό - Σωτήρα, στον ρόλο εκείνου που της στερεί τη ζωή τον γεμίζει ντροπή. Φυσικά και τον αγαπάει. Πολύ μάλιστα. Αλλά σημασία δεν έχει μόνο ν' αγαπάς. Κι όχι μόνο γιατί το «σ' αγαπώ» είναι μια φράση που δεν σημαίνει τίποτα από μόνη της. Η αγάπη είναι ένα μόνο συστατικό της ζωής. Αναγκαίο, αλλά όχι ικανό. Τα ζευγάρια φθείρονται στο χρόνο. Όχι απαραίτητα επειδή εφθάρη η αγάπη τους. Αλλά επειδή δεν έχει σημασία μόνο να αγαπάς. Γιατί όσο κι αν αγαπάς τον άλλο, αν δεν αγαπάς τον εαυτό σου, μπορείς να δώσεις στον άλλον μόνο όσα η περιορισμένη αγάπη σου στον εαυτό σου σου επιτρέπει. Σημασία έχει επίσης να μη ζεις μέσα στην αθλιότητα και την ανασφάλεια. Σημασία έχει να μη ζεις μέσα στη ντροπή. Σημασία έχει να έχεις χτίσει τη ζωή σου συνολικά μέσα σε ένα περιβάλλον που θα μπορεί να ανθίσει κι η αγάπη. Πιθανόν και να μην περνά καν από το χέρι σου αυτό. Πιθανόν να προέρχεσαι από ένα περιβάλλον που έχει υπονομεύσει καταλυτικά τις προσπάθειές σου να χτίσεις την ευτυχία σου. Αλλά αν τα καταφέρεις, αν καταφέρεις να χτίσεις έναν εαυτό και μια ζωή στέρεα, αυτόνομη και τηρουμένων των αναλογιών υγιή, τότε μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ναι, τίποτα δεν μπορεί να δώσει περισσότερο νόημα, ομορφιά, ένταση και βάθος στη ζωή σου, τίποτα δεν μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από το να αγαπιέσαι και να αγαπάς.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2017

To σημείο της αγάπης

Έχω αγαπήσει σημαίνει είμαι πλήρης. Σημαίνει δεν χρειάζομαι να πάρω κάτι πίσω σε αντάλλαγμα πια. Σημαίνει δεν μπορεί να με πειράξει κανείς και τίποτα πια. Σημαίνει δεν εξαρτώμαι από το εδώ κι εμπρός, αλλά από το ως τώρα. Που με έφερε, με ακρίβεια χιλιοστού της ματιάς, στο σημείο της αγάπης. Από τη διαύγεια του οποίου δεν μπορώ να εκτοπιστώ. Aπό την αλήθεια του οποίου δεν μπορώ να κρυφτώ. Από την ένταση του οποίου δεν μπορώ να αδειάσω. Απ' το φως του οποίου δεν μπορώ να σβήσω. Από τον χωρόχρονο του οποίου δεν μπορώ να απεξαρτηθώ. Κι όλο βρίσκομαι εκεί, εκεί ακριβώς που θέλω. Κι εκεί που θέλω δεν υπάρχει απώλεια αλλά διαρκής παρουσία. Κι εκεί που θέλω δεν υπάρχουν διακυβεύματα αφού έχουν όλα κριθεί: έχω αγαπήσει, τι άλλο θα μπορούσα ποτέ να θέλω, τι άλλο θα μπορούσα ποτέ να ονειρευτώ, τι άλλο θα μπορούσα ποτέ να αξιωθώ, τι άλλο θα μπορούσα ποτέ να ζήσω;

Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2017

Mικρός δεκάλογος για το 87

1) Ελάχιστες είναι οι χρονιές που τις αναφέρεις και το μυαλό σου πάει σχεδόν αυτόματα σε ένα γεγονός που τις καθόρισε τόσο, ώστε η χρονιά να σημαίνει το γεγονός και το γεγονός τη χρονιά: το 87 είναι το ευρωμπάσκετ και το ευρωμπάσκετ είναι το 87.
2) Εκείνο που εγκαθίδρυσε το 87 ήταν λιγότερο μια τριακονταετία επιτυχιών και περισσότερο μια αυτοεικόνα ότι, πάει, στο μπάσκετ είμαστε καλοί.
3) Κάτι που δεν συνέβη με το ευρωπαϊκό του ποδοσφαίρου το 2004. Και μολονότι με αντικειμενικά δεδομένα το ευρωπαϊκό του ποδοσφαίρου κάθε άλλο παρά ορφανό έμεινε στη συνέχεια από διακρίσεις της Εθνικής, είναι μόνο το μπάσκετ που στο μυαλό μας έχει διάρκεια και ρίζες, ενώ ο Έλληνας ποδοσφαιριστής βρίσκεται σε διαρκή αμφισβήτηση ως κι απαξίωση.
4) Έτσι έχουμε την τάση να βλέπουμε τους Έλληνες μπασκετμπολίστες και την Εθνική μπάσκετ μάλλον καλύτερη από ό,τι στην πραγματικότητα είναι και τους Έλληνες ποδοσφαιριστές και την Εθνική ποδοσφαίρου μάλλον χειρότερη από ό,τι στην πραγματικότητα είναι. Ο κάθε Πρίντεζης θα αγαπηθεί και θα κοιταχθεί με δέος πολύ περισσότερο από τον κάθε Παπασταθόπουλο, ενώ αν βάλεις στην ίδια πρόταση Σπανούλη με Μήτρογλου μέχρι και για ιεροσυλία θα σε κατηγορήσουν.
5) Ξαναβλέποντας τον τελικό, οι διαφορές με το σήμερα δεν έχουν να κάνουν σε τόσο μεγάλο βαθμό με το ίδιο το παιχνίδι. Τις φανταζόσουν δηλαδή τόσο πολύ σημαντικές ώστε να σου δημιουργείται τελικά η αντίθετη εντύπωση. Αλλά υπάρχουν άλλες διαφορές πιο χτυπητές. Η πιο άγρια λέξη που μπορούσες να ακούσεις σε σύνθημα τότε, ήταν ότι θα πάρουμε τον κύπελλο με τον «τσαμπουκά». Ήταν ειδικό κοινό και όχι οπαδικό; Όχι δεν είναι αυτή η εξήγηση. Επίσης στην επάρατη τότε μονοκρατορία της κρατικής τηλεόρασης, σε δύο ώρες τελικό μισό πλάνο στην πασοκική πολιτική ηγεσία δεν χαρίστηκε. Κι όταν ο Φίλιππος Συρίγος λέει «Κυρίες, δεσποινίδες και κύριοι» συνειδητοποιείς ότι στην τριακονταετία που ακολούθησε μαζί με όλα τα άλλα εξαφανίστηκαν από το δημόσιο λόγο και σκέψη οι δεσποινίδες ως έννοια.
6) Αλλά μιλώντας για Συρίγο, ακούγοντας ξανά την μετάδοσή του συνειδητοποιεί κανείς ότι όσο πρωτοφανές είναι με την κυριολεκτικότερη έννοια του όρου το αθλητικό κατόρθωμα που διαδραματίζεται, τόσο εκείνος μη επικολυρικά περιγράφει. Δεν ωρύεται, δεν γεμίζει κάθε παίκτη με παρατσούκλια, δεν περιγράφει σαν να συμβαίνει κάτι κοσμοϊστορικό. Το ευρωμπάσκετ πάρθηκε με ένα κοινό που δεν κατέβαζε πενήντα μπινελίκια το δευτερόλεπτο και έναν εκφωνητή που δεν θεωρούσε μέρος της δουλειάς το παραλήρημα.
7) Ακούγεται εξωφρενικό, αλλά ίσως να είχε έρθει τόσο πολύ το πλήρωμα του χρόνου, ώστε η Εθνική να έπαιρνε το Ευρωμπάσκετ και χωρίς τον Γκάλη. Να είχε ντυθεί από πλευράς σκοραρίσματος Γκάλης ο Γιαννάκης, να ήταν δίπλα του ο Κορωναίος ξέρω γω που δεν πήγε στην αποστολή γιατί δεν άντεχε ρόλο δευτεραγωνιστή, να βρισκόταν η λύση αλλιώς. Κι αν δεν ήταν χρυσό, να ήταν χάλκινο. Να παίρναμε τον μικρό τελικό. Λιγότερο συγκλονισμένοι θα το θυμόμασταν, λιγότερη επίδραση θα είχε; Μπας και ξέραμε πώς ήταν τα χρυσά ως τότε και θα μας έλειπε;
8) Η απόφαση καριέρας και ζωής που πήρε ο Παναγιώτης Γιαννάκης ώστε στην Εθνική και τον Άρη να σταματήσει να παίζει το μπάσκετ που ήξερε και μπορούσε και να αρχίσει να παίζει ένα άλλο, η απόφαση καριέρας και ζωής που πήρε ο Παναγιώτης Γιαννάκης αντί να προσπαθήσει να υπερακοντίσει τον Γκάλη να σταθεί δίπλα του και να συνθέσουν μαζί ένα ανεπανάληπτο δίδυμο, μόνο αυτονόητη δεν ήταν, είναι μια απόφαση που θα άξιζε να γίνει βιβλίο και ταινία, είναι μια απόφαση που μπορεί να νομίζουμε τώρα ότι δικαιώθηκε από τα πράγματα, αλλά ρωτήστε τον οποιοδήποτε σημαντικό αθλητή αν θέλουν να τον θυμούνται για τους τίτλους που κέρδισε ή για το πόσο παικταράς ήταν.
9) Ο Γιαννάκης λοιπόν. Ο Διαμαντίδης. Ο Σπανούλης. Ο Παπαλουκάς. Ο Φάνης κι ο Φασούλας. Τι να αρχίσεις να γράφεις για αυτούς και που να τελειώσεις. Ή να πούμε για τον Αντετοκούμπο; Μπορεί και να εξελιχθεί σε θρύλο του NBA μεγαλώνοντας. Για όλους ναι, έχεις να πεις τόσα και τόσα. Αλλά κάθε φορά που ο Νίκος Γκάλης έμπαινε στα σπίτια μας ή πολύ περισσότερο αν αξιωνόσουν να τον δεις στο γήπεδο, ερχόσουν αντιμέτωπος με μια εμπειρία που ανήκε στην επικράτεια του άρρητου.
10) Ο Νίκος Γκάλης δεν ήταν μπασκετμπολίστας. Ήταν σαμάνος, ήταν όνειρο, ήταν η πιο επίμονη παραίσθηση, ήταν η αλλαγή των κανόνων που διέπουν το ανθρώπινο σώμα σε σχέση με ό,τι το τραβά πίσω στη γη, ήταν η διαρκής άρνηση επιστροφής στη γη, ο Νίκος Γκάλης δεν πετούσε στον αέρα, δεν έφτανε ψηλά, δεν έφτανε μακριά, ο Νίκος Γκάλης χόρευε στον άερα, ο Νίκος Γκάλης έμενε στον αέρα, ο Νίκος Γκάλης είχε με τη βαρύτητα σχέση βουδιστική, ας φτάσουν στο NBA πηδώντας ως την οροφή των γηπέδων, ας πετάξουν από το ένα καλάθι στο άλλο, ας πετάξουν ως υπεράνθρωποι, ο Νίκος Γκάλης πετούσε ως άνθρωπος, ο Νίκος Γκάλης μπορούσε να σε πάρει από το χέρι και να σου δείξει ότι γίνεται, δεν είναι τίποτα, απλά στέκεσαι στον άερα, απλά κάθεσαι εκεί κι αρνείσαι να κατέβεις, ξεχνιέσαι, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να διαρρήξει την αρμονία σου αυτές τις στιγμές που με μια μπάλα μπάσκετ σπας την μέση σου σε έναν χώρο τόσο άλλο από τη γη, αυτές τις στιγμές που έχεις ξεχάσει ότι έχεις βάρος κι εσύ κι αυτή.

Σάββατο, Ιουνίου 03, 2017

Λάμπουν στο πρόσωπό σου

Δεν αλλάζουμε μόνο εμείς μέσα στον χρόνο. Eνίοτε είναι και ο χρόνος που αλλάζει μέσα στον χρόνο. Κι αν όχι ακριβώς ο ίδιος, πάντως η νοηματοδότησή του, η σχέση μας μαζί του, η λειτουργία του στη ζωή μας. Που όλα αυτά βέβαια συνιστούν τελικά την αληθινή του υπόσταση, γιατί χρόνος δεν είναι αυτό που καταγράφουν τα ρολόγια μέχρι να ξεκουρδιστούν, χρόνος δεν είναι καν αυτό που καταγράφεται πάνω στο σώμα μας μέχρι να ξεκουρδιστεί, χρόνος είναι αυτή η εντελώς υποκειμενική απόσταξη ενός κοινού για όλους μεγέθους.

Οι παλιότερες γενιές έχουν περισσότερες ιστορίες Κυριακής να διηγηθούν, επειδή πρόλαβαν μια Κυριακή η οποία ήταν η μόνη αδιαμφισβήτητη βασίλισσα που μπορούσε να σταθεί δίπλα στη γιορτή και τη σχόλη, με αποτέλεσμα να εποφθαλμιά τη θέση της η βδομάδα όλη. Αλλά όταν στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 80 ήρθε δίπλα της να κάτσει και το Σάββατο, προκλήθηκε μια βαθιά τομή στον χρόνο και στο γενικότερο σκηνικό. Η αναλογία είχε πάψει πια να είναι έξι – ένα. Το σκορ είχε γίνει πέντε – δύο. Μην το κρύβουμε, η καθιέρωση του πενθήμερου ήταν τεράστιο χτύπημα στο κυριακάτικο γόητρο. Από εκείνο το σημείο και ύστερα η σημασία της Κυριακής μπορεί να μην είχε αναιρεθεί μεν, είχε σαφώς σχετικοποιηθεί δε. Το Σάββατο έγινε η κατεξοχήν ημέρα ψυχαγωγίας και η Κυριακή μετατράπηκε περισσότερο στην παραμονή της Δευτέρας. Άσε που μερικά χρόνια αργότερα έπαψε να έχει μια ακόμη αποκλειστικότητα, αυτήν της εγχώριας μπάλας, αποκλειστικότητα που της αφαιρέθηκε για τηλεοπτικούς λόγους, επειδή πλέον απλωνόταν σε περισσότερες μέρες της εβδομάδας η σχόλη που κάπως έπρεπε να καλυφθεί, επειδή με άλλα λόγια γιγαντωνόταν το πάρτι της ανέμελης και πάνω από τις δυνάμεις μας ζωής.

Και το πάρτι μπορεί ευτυχώς να έληξε δια της μνημονιακής ευλογίας, αλλά επειδή oι ελληνικές παθογένειες δεν έχουν τέλος, υπήρξαν λυσσώδεις προσπάθειες να διαφυλαχθεί η Κυριακή ως κάτι ιερό, στο οποίο για κάποιον ανεξήγητο λόγο τα καταστήματα πρέπει να είναι κλειστά και ο καταναλωτής να μην μπορεί να αγοράσει τα χρειώδη. Κι αυτό όμως φαίνεται τώρα να τείνει προς την λήξη του για 32 Κυριακές τον χρόνο -μετά από έντιμο, αμοιβαίο συμβιβασμό με τους δανειστές, που είχαν ζητήσει 332- και κάπως έτσι η Κυριακή έρχεται να αλλάξει πάλι ρόλο. Αν την δεκαετία του 80 τα Σάββατα έγιναν οι νέες Κυριακές, επιτέλους τώρα οι Κυριακές γίνονται οι νέες Δευτέρες. Αν η Κυριακή δέχτηκε το πρώτο πλήγμα παύοντας να είναι η μοναδική εξαίρεση στον κανόνα της κάθε μέρα εργασίας, δέχεται τώρα το δεύτερο επειδή γίνεται κι αυτή μέρος του κανόνα της κάθε μέρα εργασίας. Αλλά πολιτικά μιλώντας, αν η απώλεια της ιδιαιτερότητας των Κυριακών ήταν ένα από αυτά που μας έφεραν ως εδώ, ίσως η αντίστροφη απώλεια της ιδιαιτερότητάς τους μας ξαναβγάλει στο ξέφωτο: όχι άλλες εξαιρέσεις, λούφες και παραλλαγές – επιτέλους να κανονικοποιηθεί ο κανόνας.

Ένας φίλος στο φέισμπουκ έγραψε βέβαια ότι ρώτησε μια κοπέλα σε σούπερ μάρκετ κι εκείνη του απάντησε ότι για 4 ώρες δουλειάς την Κυριακή θα πάρει 5 ευρώ. Δεν ξέρω αν ισχύει το νούμερο, προφανώς δεν έχει διασταυρωθεί, ίντερνετ είναι άλλωστε το μέρος όπου ο καθένας μπορεί να πει ανεύθυνα το οτιδήποτε, ανεύθυνα και χωρίς συναίσθηση της μεγαλύτερης εικόνας, της εικόνας που δεν συμπεριλαμβάνει μόνο τα συμφέροντα του εργαζομένου αλλά και αυτά του καταναλωτή, της εικόνας που δεν συμπεριλαμβάνει μόνο τα συμφέροντα του εργαζομένου αλλά και αυτά του εργοδότη, της εικόνας τελικά των ίδιων των συμφερόντων του εργαζομένου, εκτός κι αν δεχτούμε ότι η κυριακάτικη ανεργία είναι προτιμότερη, ρομαντικότερη και βιωματικότερη από την κυριακάτικη εργασία.
(Κείμενο γραμμένο για το «Κ» της Καθημερινής)

Παρασκευή, Μαΐου 26, 2017

Ναι, μισήσαμε.

Αυτό που συμβαίνει μετά την επίθεση στον Λουκά Παπαδήμο θα μπορούσε να συνοψιστεί στα εξής: 
μετά τη διαρκή και ασταμάτητη μετεξέλιξη του Αλέξη Τσίπρα και της κυβέρνησής του ως προς μεν την πολιτική πράξη σε ολοένα και πιο σοϊμπλικές και διεθνονομισματικές οδούς και ως προς δε την πολιτική ρητορική σε ένα περιβάλλον που τη διακήρυξη της μιας μέρας έρχεται να ανατρέψει η ακριβώς αντίθετή της της επόμενης, σε ένα περιβάλλον δηλαδή που αν κάποιος συνεχίζει να υποστηρίζει τόσo όσα λέγονταν προχθές, όσο όσα λέγονταν χθες, όσο όσα λέγονται σήμερα, έτοιμος προφανώς να υποστηρίζει και τα νέα ακόμη πιο αντίθετα που θα λέγονται αύριο, πρέπει είτε να έχει τελειωμένο αλτσχάιμερ είτε να γιολάρει ως αρρωστάκι οπαδός ή ως κάπου διορισμένος, 
σήμερα, τέλη Μαϊου του 2017, που όσο περισσότερο εμείς γινόμαστε εσείς, τόσο μεγαλύτερο ποσοστό του  κομματικού λόγου στηρίζεται πάνω στο «Εσείς» και όχι στο «Εμείς», αφού μόνο το «Εσείς» πλέον μπορεί να του δώσει λόγο ύπαρξης: «Εσείς που τα κάνατε έτσι, εσείς που είστε τέτοιοι», πίσω από το οποίο υπάρχει ένα άρρητο: «Εμείς που όπως κι αν τα κάναμε κι όποιοι κι αν αποδειχτήκαμε, τουλάχιστον δεν είμαστε εσείς»,
σήμερα, τέλη Μαϊου του 2017, έχει απομείνει μια βασική ιδεολογική διαφορά και μαζί μια τελευταία εκκρεμότητα για την οριστική και απόλυτη επικράτηση της έννοιας «Μνημόνιο».
Και αυτή δεν αφορά τον τωρινό Τσίπρα και την τωρινή κυβέρνηση.
Αυτή αφορά την πενταετία 2010-15, αυτή αφορά όσα συνέβησαν στην ελληνική κοινωνία από την άνοιξη του 2010 ως το καλοκαίρι του 2015.
Με άλλα λόγια αυτό που άρχισε στην πραγματικότητα να διακινείται σε όλους τους τόνους από χθες είναι ότι κακώς, πάρα πολύ κακώς, εντελώς κακώς η ελληνική κοινωνία αντιτάχθηκε εκείνη την πενταετία στο καθεστώς ουσιωδώς μειωμένης ανεξαρτησίας στο οποίο υπάχθηκε το ελληνικό κράτος και στο καθεστώς παντελώς ασφυκτικής λιτότητας που επιβλήθηκε.
Κακώς, πολύ κακώς, εντελώς κακώς αγανακτήσαμε, εξοργιστήκαμε, φωνάξαμε. Όλα αυτά τα κάναμε ως προϊόν δηλητηρίασης. Μας πότισαν δηλητήριο οι λαϊκιστές διχάζοντας τη χώρα. Δεν τους αρκεί που η δημοκρατική βούληση ενός λαού κρίθηκε ως εντελώς μηδενικής σημασίας από τους εταίρους δανειστές μας, δεν τους αρκεί που με το πιστόλι στο κρόταφο μάς είπαν συνθηκολογήστε ή σβήσατε από το χάρτη, δεν τους αρκεί που το μνημόνιο επικράτησε ως αναπόδραστος δρόμος στη συνείδηση των πολιτών που με ποσοστό πάνω από 60% και με κλειστές τις τράπεζες το είχαν φτύσει στα μούτρα, όχι, δεν τους αρκεί η παράδοση ενός λαού αμέσως μόλις παραδόθηκε η πολιτική του ηγεσία, δεν τους αρκεί η παράδοση μετά από μια πενταετία πολιτικής αντίστασης. 
Δεν τους αρκεί. 
Δεν θέλουν να νικήσει το μνημόνιο μόνο ως πιστόλι στο κεφάλι μας. 
Θέλουν να ακυρωθεί αναδρομικά το πολιτικό και κοινωνικό μίσος για όσα το μνημόνιο σηματοδότησε, συμβόλισε και έφερε στην πράξη, να ακυρωθεί ως προϊόν πλάνης, εξαπάτησης, δολιοφθοράς.
Δεν ζήσαμε και δεν ζούμε εδώ, δεν βλέπαμε και δεν βλέπουμε τι γίνεται, μας παραπλάνησαν οι λαϊκιστές και δεν αντιληφθήκαμε πόσο ευλογία ήταν το μνημόνιο.
Τι να κάνουμε, ναι, μισήσαμε. Αν σε μια τέτοιου μεγέθους κρίση, σε ένα τέτοιο μεγέθους βαθύ κοινωνικό σοκ, δεν σου επιτρέπεται ούτε να μισήσεις, φτιάξτε μια κοινωνία που να ζητά με χαρά κι ευγνωμοσύνη από τον αγά της να τη σφάξει να αγιάσει.

Παρασκευή, Μαΐου 19, 2017

Του συζύγου μου

ΔΟΥ. Κεφάλαιο. Μπαίνει και ρωτά τι δικαιολογητικά χρειάζονται για αποδοχή κληρονομίας. Ξέρει ότι έχει αργήσει κι ότι θα πληρώσει πρόστιμο. Ο θάνατος είναι του 14, αλλά όλο έλεγε να προχωρήσει με τα χαρτιά κι όλο το μετάνιωνε. Είναι του συζύγου μου ο θάνατος, λέει και ξαναλέει. Μαζί της, με την ομπρέλα του, το κοριτσάκι της, το κοριτσάκι τους, πρέπει να είναι έξι με επτά. Κάτι θα πρόλαβε άρα. Μπαίνουμε μαζί στο ασανσέρ. Η μαμά της της λέει να πατήσει το μηδέν. Όχι έτσι. Πιο δυνατά. Κατηφορίζουμε στο μηδέν.

Κυριακή, Μαΐου 07, 2017

O ελέφαντας στην πεζογέφυρα

O ελέφαντας στην πεζογέφυρα δεν είναι ότι το ποδόσφαιρο είναι ένα βασικά αντρικό σπορ. Ο ελέφαντας στην πεζογέφυρα είναι ότι αν μπορέσουμε να φανταστούμε μια οποιαδήποτε αντίστοιχη δραστηριότητα που θα παρακολουθούνταν κατά μεγάλη πλειοψηφία από γυναίκες, στον αντίστοιχο τελικό δύσκολα, πολύ δύσκολα, ή πάντως με πολύ μικρότερη ευκολία, θα βλέπαμε στην αντίστοιχη πεζογέφυρα γυναίκες χουλιγκάνια να πλακώνονται χωρίς έλεος. Ο ελέφαντας τελικά στην πεζογέφυρα είναι ότι οι εικόνες που κυκλοφορούν από χθες δεν προκαλούν ούτε μόνον αποτροπιασμό ούτε αυτόματα αποτροπιασμό. Ο ελέφαντας στην πεζογέφυρα είναι ότι αν είσαι άνδρας υπάρχει η όχι ασήμαντη πιθανότητα να βλέπεις αυτές τις εικόνες και με ένα σχετικό δέος. Να σκέφτεσαι ότι εγώ δεν θα μπορούσα να είμαι εκεί πάνω - κι όχι μόνο γιατί δεν θα ήταν κάτι που θα με εξέφραζε. Ναι, φυσικά ισχύει κι αυτό. Αλλά ακόμη κι αν με εξέφραζε, το πιθανότερο είναι ότι θα κώλωνα. Ο ελέφαντας στην πεζογέφυρα είναι η σύνδεση της βίας με την ανδρεία και τον ανδρισμό. Ο ελέφαντας στην πεζογέφυρα είναι ότι δεν βλέπουμε όλους αυτούς επάνω της μόνο σαν τελειωμένους, αλλά σε έναν βαθμό που φοβόμαστε να ομολογήσουμε στον εαυτό μας και σαν παλικάρια. Εντάξει, όχι όταν ορμάνε δέκα σε έναν πεσμένο, αλλά όταν πρόσωπο με πρόσωπο βουτάνε μέσα στα αίματα ο ένας του άλλου, τότε μάλλον ναι. Ο ελέφαντας στην πεζογέφυρα είναι τελικά ίσως ότι εσχάτως η τάση είναι να ψειρίζουμε πάρα πολύ πώς βλέπει ένας άνδρας μια γυναίκα, τι είναι σεξιστικό και τι όχι, πόσο επιλήψιμο είναι να την βλέπει έτσι και όχι αλλιώς, τι ακριβώς σημαίνει το έτσι και τι το αλλιώς, η ενοχοποίηση δηλαδή του ερωτικού στοιχείου και του σεξουαλικού ενστίκτου, ενώ αντίθετα το μεγαλύτερο πρόβλημα μπορεί να παραμένει το πώς βλέπει ένας άνδρας έναν άνδρα, ότι δηλαδή είναι πολύ πιθανόν όταν βρεθούν απέναντι σε μια πεζογέφυρα να προσπαθήσουν να γαμήσουν ο ένας τον άλλο, ενδεχομένως ως συναινούντες ενήλικοι, αλλά με μια συναίνεση που σε αντίθεση με την ερωτική είναι σκοτεινή και τρομακτική. Είναι η βία ηλίθιε, όχι ο ερωτισμός, είναι το ότι αν κωλώσεις να πλακωθείς είσαι λιγότερο άντρας.

Σάββατο, Απριλίου 08, 2017

Βeutiful little babies

Όμορφα μικρά μωρά συγκινούν τον Ντόναλντ Τραμπ και την Λιμπερασιόν μαζί, παρακινώντας τον μεν να κάνει τον παρθενικό του βομβαρδισμό και τη δε αισθητικοποιώντας τη φρίκη να μας προσφέρει ένα μεγάλης εικαστικής δύναμης εξώφυλλο -και όχι καμιά φτήνια και κάνα καρακιτσαριό κίτρινης φυλλάδας- κι αν η νόρμα της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής είναι το ξεφορτώνουμε βόμβες και πυραύλους και σε όποιον αρέσουμε - για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε, ο Ντόναλντ έρχεται να προσφέρει το απαραίτητο τουίστ, μέχρι να δούμε αν θα βομβαρδίζει όπως οι πριν, ή αν θα ξυπνάει ένα ωραίο πρωί κι άμα τον έχει πιάσει καμιά στρατοκατουρόκαυλα θα παίζει με τα όπλα του μέχρι να αναμιχθεί η γαία με το πυρ, αλλά εν πάση περιπτώσει ως τότε έχουμε εμπεδώσει πως η Συρία βρίσκεται στην μεριά εκείνη της γαίας που όσοι κι αν την βλάπτουν δεν πολυχαλάει ο κόσμος, είναι η μεριά εκείνη που μπορεί να χαλιέται, η μεριά εκείνη που δεν σκανδαλίζει τόσο να εξοντώνονται οι άνθρωποι πάνω της όσο το να καταφέρνουν να διαφύγουν από εκεί και να έρχονται προς την μεριά μας,  η Σουηδία όμως δεν έχει μάθει να βλάπτεται, η Σουηδία δεν έφταιξε σε τίποτα να βλάπτεται, η Σουηδία δεν είναι για να τη βλάπτουν, ό,τι γίνεται πάνω σε έδαφος σαν της Σουηδίας είναι οντολογικά διαφορετικό από ό,τι γίνεται πάνω σε έδαφος σαν της Συρίας, αυτά λίγο πολύ με τα νέα της διεθνούς πολεμικής και τρομοκρατικής σκηνής, γιατί τα νέα της αέναης διαπραγμάτευσης για μια αέναη αξιολόγηση, τα νέα δηλαδή υποθέσεων μεταξύ κρατών και διεθνών οργανισμών που δεν έχουν μέσα τους τίποτα το πολεμικό και τίποτα το τρομοκρατικό, τέλειωσαν τον Ιούλιο του 15, έκτοτε κανείς μας πια δεν ασχολείται στα αλήθεια, αποδεχτήκαμε όσα ήταν να αποδεχτούμε, εσωτερικεύσαμε όσα ήταν να εσωτερικεύσουμε, και αν υπάρχει μια ειρωνική νίκη μέσα σε όλη αυτή την ήττα, είναι πως υπό μια έννοια από τότε και ύστερα ζούμε σε ένα χώρο που το μνημόνιο απασχολεί ολοένα και λιγότερο το ενδιαφέρον μας και είναι κι αυτή μια στάσις: νιώθεται, τη νιώθουμε, έχουμε απελευθερωθεί ψυχολογικά, δεν δίνουμε γαμημένη δεκάρα για το πώς θα συνεχίσουν να μας ισοπεδώνουν, μεταφορικά βέβαια, ειρηνικά βέβαια, ένα σχήμα λόγου υπερβολικό είναι, ένα τελευταίο απομεινάρι ψεκασμένης λαϊκίστικης υστερίας, αυτής που κυριάρχησε από το 10 ως το 15, τότε που όλα ήταν δράμα και διακύβευμα, τότε που όλα ήταν ντινάιαλ και άνγκερ και μπάργκενινγκ, τώρα πια πέρασε ο χειμώνας της ντιπρέσιον μας, τώρα ζούμε μέσα στην χάρη της αξέπτανς, μεγάλη, πολύ μεγάλη η χάρη της.

Δευτέρα, Μαρτίου 27, 2017

25η Μαρτίου, μεσημέρι προς απόγευμα.

Eίναι κάτι μονοκατοικίες τόσο παλιές, τόσο μιας άλλης εποχής, της εποχής της προηγούμενης μεγάλης φτώχειας, κάτι μονοκατοικίες που στέκονται παράταιρα δίπλα στις αξιοποιημένες ιδιοκτησίες δεξιά κι αριστερά τους, κάτι μονοκατοικίες σχεδόν χαμόσπιτα σε σύγκριση με τα νέα κτίσματα ολόγυρά τους, κτίσματα που αντανακλούν την ρώμη μιας άλλης εποχής, της εποχής που κάθε φτώχεια ανήκε ασυζητητί στο παρελθόν και ούτε κατά διάνοια στο αμέσως προσεχές μέλλον, κάτι μονοκατοικίες που κατοικούνται αδιάλειπτα από τότε που όλα τα σπίτια δίπλα τους ήταν σαν κι αυτές κι όλοι οι άνθρωποι δίπλα τους προσδοκούσαν δικαιολογημένα ότι η φτώχεια θα αρχίσει να ανήκει στο παρελθόν και ότι θα έρχονται σταθερά καλύτερες υλικά μέρες, μέχρι που μια μέρα ήρθαν και τα καλύτερα σπίτια, μέσα σε ένα δούναι και λαβείν παροχής κι αντιπαροχής επωφελές για όλους, επωφελές για ιδιοκτήτες, εργολάβους, οικοδόμους, συμβολαιογράφους, δικηγόρους, υποθηκοφύλακες, τράπεζες και τόσους άλλους, μέσα σε ένα δούναι και λαβείν το οποίο αυτονόητα ακολουθούσαν όλοι, όλοι εκτός από τους ιδιοκτήτες αυτών των συγκεκριμένων μυγών μέσα στο αξιοποιημένο γάλα, οι οποίοι ποιος ξέρει γιατί, ίσως ήταν υπερβολικά στριφνοί, ίσως ήταν υπερβολικά ακούνητοι, ίσως ήταν υπερβολικά αυτάρκεις, ίσως ήταν υπερβολικά εκτός κυρίαρχων ρευμάτων, ίσως τσακώθηκαν οικογενειακώς πάνω απ' τα κληρονομημένα κλάσματα της μιας και μόνης ιδιοκτησίας και έβαλαν το γινάτι τους πάνω απ' όλα, ίσως ήθελαν στη γη τους να ζουν αυτοί και μόνο αυτοί, ίσως είχαν δει παλιά γουέστερν για ξεροκεφάλους μοναχικούς λύκους που αρνούνταν να απαλλοτριώσουν και να απαλλοτριωθούν, όποιος πάντως και να ήταν ο λόγος οι ράγες του σιδηροδρόμου της ανάπτυξης δεν πέρασαν ποτέ από τα οικόπεδα τους, κάνοντας ζιγκ ζαγκ γύρω τους.
(Είναι αυτές ακριβώς οι μονοκατοικίες που σε κάθε Εθνική Εορτή, ενίοτε κι ανεξάρτητα από αυτές, θα πνιγούν στις γαλανόλευκες, τις οποίες θα δεις πολύ πιο αραιά σε πολυκατοικίες και μεζονέτες).
Είναι κάτι πουλιά που τις ηλιόλουστες μέρες της αργίας θα κελαηδούν και θα κελαηδούν και θα κελαηδούν και θα λες «Ω, η άνοιξη!», «Ω, τι γαλήνη, τι αρμονία και τι φυσικό ζεν!» (μέχρι να αρχίσεις να τα παρατηρείς και να διαπιστώσεις ότι πετάνε διαρκώς από κλαδί σε σύρμα κι από σύρμα σε κλαδί, μέσα σε μια διαρκή τσίτα, μέσα σε ένα διαρκές τριπάκι, αδυνατώντας να κάτσουν τον μικροσκοπικό πουλίσιο τους κώλο για λίγα δευτερόλεπτα κάτω, αδυνατώντας να κάτσουν να θαυμάσουν κι αυτά την πολυθρύλητη γαλήνη, αρμονία και το ζεν της άνοιξης, πετώντας και πετώντας και πετώντας από εδώ κι από εκεί και μετά πιο πέρα, σαν να μην τα ικανοποιεί απολύτως τίποτα, σαν να μην μπορούν να βρουν μισή γωνιά να στανιάρουν, σαν να τα κατατρώει ένα άγχος από το οποίο δεν θα απαλλαγούν ποτέ, ένα άγχος που δεν θα καταλάβουμε με τη σειρά μας εμείς ποτέ, κοιτώντας τα σαν χαχόλοι που λέμε ω, κελαηδούν, ω, τι αρμονία).
Είναι, τέλος, δυο εξηνταπεντάρηδες πλας που πίνουν μεσημεριάτικα τις άμστελ τους στο τραπεζάκι του φούρνου, ήρθαν στον φούρνο της γειτονιάς να πιουν τις μπύρες τους πάνω σε πλαστικά σκαμπώ, μην έχοντας καν να ακουμπήσουν την αξιοσημείωτης ηλικίας πλάτη τους, ακουμπώντας προφανώς στις εορταστικές μπύρες (και τους φωτογραφίζεις από μια σχετική απόσταση σκεφτόμενος μήπως τους ανεβάσεις γυρνώντας από το τρέξιμο, αλλά γυρνώντας από το τρέξιμο υπάρχει αυτή η εικόνα που μπορείς να φωτογραφίσεις από κοντά, χωρίς τον φόβο μην σε δουν, χωρίς το άγχος καταπάτησης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, χωρίς να υπάρχει εκεί τίποτα άλλο παρά μπουκάλια αρραγή και μπουκάλια σπασμένα, χωρίς να υπάρχει εκεί σταλιά μπύρα που να μην αξιοποιήθηκε, σε ένα αμοιβαία επωφελές δούναι και λαβείν, καθώς εσύ δίνεις στη μπύρα την αφοσίωσή σου κι αυτή σου φτιάχνει μετά το κεφάλι, τόσο ώστε να κελαηδούν μέσα σου πουλιά που δεν χρειάζεται να πετάνε νον στοπ, τόσο ώστε να ανεμίζουν μέσα σου σημαίες εορτών που μόνο εσύ ξέρεις τι ακριβώς γιορτάζουν, ποιους αγώνες συμβολίζουν, ποια ιδανικά, ποιες θυσίες, ποια νοήματα).
 

Τρίτη, Μαρτίου 21, 2017

Eίμαι


Είμαι αυτό που δεν μπορείς ποτέ να φανταστείς.
Είμαι οι πολλαπλοί οργασμοί της Μαρί στην αγκαλιά του Μίνωα.
Είμαι o Χρυσαυγίτης με την καρδιά μάλαμα.
Είμαι η πιθανότητα να πήγαν όλα στη ζωή σου καλύτερα απ' ό,τι θα μπορούσαν ποτέ να πάνε.
Είμαι η πιθανότητα να είσαι εσύ ο χειρότερος άνθρωπος από όλους όσους γνώρισες ποτέ προσωπικά.
Είμαι η πιθανότητα να πήγαν όλα καλά στη ζωή σου, ακριβώς επειδή στην πορεία εγκατέλειψες ό,τι είχες διδαχθεί ως σωστό και καλό και εντάξει.
Είμαι η ανομολόγητη ελπίδα σου πως μπορείς να προξενήσεις πολύ περισσότερο κακό σε πολύ περισσότερους ανθρώπους.
Είμαι η ευτυχία που θα βιώσεις όταν μια μέρα φτάσεις εκεί.
Είμαι ο Θεός που υπάρχει. Και που μάλιστα τα πάντα εν σοφία εποίησε.
Είμαι όμως ο Αλλάχ, όχι ο Θεός που μόλις φαντάστηκες.
Είμαι η γη που κι όμως δεν γυρίζει.
Είμαι ένας πλανήτης που δεν γύρισε ποτέ, παρά μόνο στο αγύριστο κεφάλι σου.
Είμαι το γεγονός ότι σήμερα πέθανε ο πρώτος άνθρωπος που δεν γεννήθηκε ποτέ και σαν σήμερα γεννήθηκε ο πρώτος άνθρωπος που ποτέ δεν θα πεθάνει.
Είμαι το γάλα που βρίσκεται παγιδευμένο στο ανδρικό σου στήθος.
Είμαι το αίμα που έρχεται μια φορά τον μήνα στα ανδρικά γεννητικά σου όργανα, ανεκδήλωτο σαν γάλα.
Είμαι η φορά που θα μπορούσες να ερωτευθείς ένα παγκάκι, αλλά δεν τόλμησες να το σκεφτείς νομίζοντας ότι ερωτεύθηκες μια γυναίκα επάνω του. Ή ένα πλάσμα άλλου φύλου. Ή και χωρίς συγκεκριμένο φύλο. Πάντως πλάσμα. Όχι παγκάκι. Ποτέ παγκάκι. Ενώ αυτό θα ήταν ο ένας μεγάλος σου έρωτας. Αν άφηνες το μυαλό σου ελεύθερο. Όπως το έχει αφήσει αυτό. Και σε σκέφτεται. Και φαντάζεται τη ζωή του μαζί σου. Και φαντάζεται ότι μια μέρα θα μπορέσεις να το φανταστείς κι εσύ. Κι ως τότε κάθε βράδυ ξεκολλάει από τη θέση του και πηγαίνει και πετάει σε πλανήτες που όντως γυρίζουν, σε πλανήτες που δεν τους ορίζει κανείς Θεός, σε πλανήτες που τα σώματα των ανδρών δεν μπορούν να βγάλουν γάλα. Ή αίμα. Ή ζωή. Και ξαναγυρνά στο πόστο του κάθε πρωί, μόνο και μόνο για σένα. Για να είναι εδώ αν κι εφόσον μπορέσεις ποτέ να το διανοηθείς.
Είμαι η πιθανότητα αυτές εδώ οι λέξεις να μην είναι γραμμένες στα ελληνικά. Ή να είναι στα ελληνικά, αλλά να μην είναι λέξεις. Ή να είναι λέξεις που όλες τους να μην κρύβουν από πίσω μία και μόνη αλήθεια, μία και μόνη έννοια, μια και μόνη αναφορά, μια και μόνη λέξη: εγώ.
Είμαι δηλαδή η πιθανότητα να υπάρχει ως κίνητρο και αίτημα της γραφής κάτι άλλο πέρα από εκείνον που γράφει: οι άλλοι, ή ένας συγκεκριμένος άλλος, ή ένα συγκεκριμένο παγκάκι, ή το δικαίωμα της Μαρί να έχυνε για τον Μίνωα όπως δεν έχει ξαναχύσει ποτέ γυναίκα για άντρα, έστω κι αν είναι ένα δικαίωμα που εδράζεται μόνο σε αυτό εδώ το κείμενο, το οποίο έκατσε τώρα να ξαποστάσει σε ένα παγκάκι που αιωρείται στο διάστημα, στο διάστημα που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που αποτυπώνει κάθε λέξη όταν λέγεται ή γράφεται και σε αυτό που εισπράττεται από την ίδια λέξη όταν οι άλλοι την ακούν ή τη διαβάζουν, καθώς όσοι αναγνώστες υπάρχουν κι άλλες τόσες εκδοχές του κειμένου υπάρχουν μαζί τους, καθώς τα κείμενα μπορούν να κάνουν τα πάντα, εκτός από το να μην σημαίνουν διαφορετικά πράγματα για τον κάθε έναν που τα διαβάζει.

Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2017

Ταξικά αυτοκίνητα & άλλες ιστορίες

Δυο λόγια για δυο διαφημίσεις που παίχτηκαν την βραδιά των όσκαρ στην αμερικάνικη τηλεόραση.
Η πρώτη δείχνει σκηνές από ταινίες που οι πρωταγωνιστές φοράνε Rolex. Και μπορεί να μην σου είχε κάνει ποτέ εντύπωση όταν έβλεπες την κάθε ταινία ξεχωριστά, αλλά βλέποντας στο βιντεάκι μαζεμένες τις εικόνες, είναι σαν από τον Τσε ως τον Συνταγματάρχη Κερτζ στις ζούγκλες, από την Φέι Ντάναγουεϊ στα γραφεία του «Δικτύου» ως τον Μπιλ Πάξτον στους βυθούς του Τιτανικού, από τον Γκάμπριελ Μπερν στους «Συνήθεις Υπόπτους» ως τον Επιθεωρητή Κλουζώ κι από τον Πολ Νιούμαν σκηνοθετημένο από τον Σκορσέζε ως τον Ντάστιν Χόφμαν σκηνοθετημένο από τον Σλέσιντζερ, όλοι μα όλοι να λειτουργούσαν εξαρχής σαν γκρίζοι πωλητές ρολογιών, είναι σαν να μην έχει τοποθετηθεί το προϊόν μέσα στην κινηματογραφική ιστορία, αλλά σαν η κινηματογραφική ιστορία να ήταν το περιτύλιγμα μέσα από το οποίο θα πωληθεί αποτελεσματικότερα το προϊόν, είναι σαν η κινηματογραφική ιστορία (και μαζί όλο το συναισθηματικό φορτίο που κουβαλά) να ήταν στην πραγματικότητα κι αυτή μια μεγαλύτερη σε διάρκεια και λιγότερο ομολογημένη διαφήμιση.
Η δεύτερη ξεκινά δείχνοντας να χιονίζει του καλού καιρού ή μάλλον του κακού καιρού και να το έχει στρώσει. Ο πατέρας κοιτά από το παράθυρο απολαμβάνοντας μια κούπα που καλό είναι να έχει μέσα ρόφημα και όχι αλκοόλ, γιατί ο κανακάρης έχει ήδη ντυθεί. Θέλει να πάει σινεμά. Τότε η ξαπλωμένη στον καναπέ μαμά που σκρολάρει το τάμπλετ της, μας υπενθυμίζει ότι η όλη κουβέντα περί ταξικότητας του δυστυχήματος με την Πόρσε αποσιωπά ότι η ταξικότητα του θανάσιμου κινδύνου είναι η εξαίρεση και ότι ο κανόνας είναι η ταξικότητα της ασφάλειας. "Take him", λέει στον άντρα, κι αφού δίνει το πράσινο φως και η μάνα, όλα είναι ασφαλή, όλα έχουν ελεγχθεί, όλα είναι οκ. Με την Mercedes - Benz 4MATIC μια βόλτα με ήπια χιονοθύελλα είναι μια βόλτα στο πάρκο. Πατέρας και γιος φτάνουν στο μούλτιπλεξ. Που όμως είναι ολόαδειο. 
Γιατί με άλλα αυτοκίνητα θα ήταν τρέλα να οδηγήσεις με τέτοιο καιρό. Χάρη στα οικογενειακά χρήματα ο κανακάρης έχει τη δυνατότητα να ζει σε έναν κόσμο που βρίσκεται διαρκώς σε πλήρη λειτουργία ανεξαρτήτως των εξωτερικών συνθηκών και δυσχερειών, αλλά η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι ότι, ενίοτε, όταν είσαι τόσο πολύ νικητής στη ζωή, καταλήγεις να είσαι ο μόνος που έχεις τη δυνατότητα να τον απολαύσεις. Ακριβέστατη η μεταφορά για τον καπιταλισμό, αλλά επειδή παραείναι δυστοπική, τη στιγμή ακριβώς που κανακάρης και πατέρας κανακάρη ετοιμάζονται να φύγουν, καταφθάνει μια ακόμη Mercedes - Benz 4MATIC και βγαίνει από μέσα η πριγκίπισσα του κανακάρη. Η δυστοπία φεύγει, το όνειρο έρχεται, τώρα θα έχουν όλο το μούλτιπλεξ δικό τους, τώρα δεν θα είναι καθόλου άβολο που θα λειτουργεί μόνο για πάρτη τους, να πάει να γαμηθεί το περιβάλλον και η κοινωνία, there's no such thing as society, οι άλλοι ας έχουν αποκλειστεί σπίτια τους, εμείς με τις οικογενειακές μας Μercedes καταφέραμε να 'ρθουμε. Kαθώς μπαίνει βέβαια στην αρχή στο μουλτιπλέξ ο κανακάρης, στο βάθος βλέπουμε τον υπάλλληλο στο ταμείο και τον υπάλληλο στο μπαρ. Αυτοί δεν διευκρινίζεται αν ήρθαν στη δουλειά με την δική τους οικογενειακή Μercedes, με τα πόδια ή έρποντας, τη δική τους ιστορία δεν θα τη πει διαφήμιση, τη δική τους ιστορία προσπάθησε ίσως να την πει κάποτε ο Τσε, μέχρι να γίνει κι αυτός στάμπα σε μπλουζάκια και πόστερ μπόι για τη διαφήμιση της Rolex.    
Γραφικότητες, θα πεις, το ξέρω. Το να ψιλοντρεπόμαστε άλλωστε κάθε φορά που γράφουμε τέτοια, είναι αναπόσπαστο μέρος του παιχνιδιού.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2017

Eρωτικό

 
Κάθε Βαλεντίνου συζητάμε για το αν ο Άγιος είναι μια ακόμη ευπρόσδεκτη αφορμή για να γιορτάζεται ο έρωτας, ή αν ο έρωτας είναι για να γιορτάζεται κάθε μέρα και όχι επετειακά. Όποια θέση κι αν παίρνεις στη συζήτηση, δεν αμφισβητείς δύο πράγματα: 1) ότι ο Βαλεντίνος είναι ένα αμιγώς εμπορικό κατασκεύασμα και 2) ότι ο έρωτας είναι ένα αμιγώς φυσικό μη κατασκεύασμα.
Κάθε που συζητάμε για το αν ο Βαλεντίνος αξίζει ή δεν αξίζει στους όντως ερωτευμένους, θέτουμε ως αυτονόητη βάση της συζήτησης ότι ο έρωτας (αυτό τουλάχιστον που εννοούμε ως έρωτα) είναι μια πανίσχυρη, πανανθρώπινη και διαχρονική αλήθεια και όχι μια ιδέα που φυτεύτηκε κάποτε στο φαντασιακό των ανθρώπων, καταγοητεύοντάς το και αιχμαλωτίζοντάς το, με αποτέλεσμα έκτοτε κανείς να μην τολμά να την αμφισβητεί. Να μην τολμά όχι τόσο γιατί θα θεωρηθεί ιερόσυλος και βλάσφημος, όσο γιατί όλοι οι υπόλοιποι θα γελάσουν με συγκατάβαση για τις ανοησίες του: αφού όλοι ξέρουμε ότι ο έρωτας υπάρχει και φωτίζει τη ζωή μας και τη νοηματοδοτεί, είτε ως ανάμνηση, είτε ως παρουσία, είτε ως προσδοκία. Όχι;
Από μια ηλικία και ύστερα παύουμε να πιστεύουμε στον Άγιο Βασίλη και αρχίζουμε να πιστεύουμε στον έρωτα, απόλυτα πεπεισμένοι πως μόνο ο τροφαντός γενειοφόρος παππούλης με την κόκκινη στολή που πετούσε με έλκηθρα κι έμπαινε από καμινάδες ήταν σύμβολο, μύθος, κατασκευή, μεταφορά, σχήμα λόγου.
Αν κάποιος θελήσει να μας πείσει ότι ο Άγιος Βασίλης υπάρχει, θα αντιμετωπιστεί ως περίπου το ίδιο γραφικός με εκείνον που θα θελήσει να μας πείσει ότι ο έρωτας (αυτό τουλάχιστον που εννοούμε ως έρωτα) είναι κι αυτός ένα είδος Άγιου Βασίλη ή Αγίου Βαλεντίνου, είναι κι αυτός μια ιστορία που φτιάξαμε κι αρχίσαμε να διηγούμαστε ο ένας στον άλλον, μέχρι που τα παιδιά πίστεψαν στον Άη Βασίλη και τα μεγαλύτερα παιδιά στον έρωτα.
Μερικές ιστορίες παραείναι ακαταμάχητες για να τις αρνηθείς. Πώς θα περνούσε καλύτερα τα θνητά της χρόνια η ανθρωπότητα; Με ένα είδος κυνισμού της φυσικής έλξης που πάσχει εξ ορισμού από σύνδρομο διάσπασης της προσοχής, καθώς ελκύεται από οποιοδήποτε άλλο πλάσμα βρει ελκυστικό; Ή με τον λυρισμό της μοναδικότητας της ερωτικής σχέσης, με το αυτοπαραμύθιασμα του ότι επιτέλους βρήκες τον αληθινό -τον αληθινό, μαλάκα μου- έρωτα, βρήκες τον άνθρωπο με τον οποίο κλειδώσατε, κλειδαμπαρωθήκατε, μπήκατε ο ένας στα κατάβαθα του άλλου, γιατί σας έκανε το κάτι, μίλησε στην ψυχή σας, στην καρδιά σας, στο μυαλό σας, στο κορμί σας, στο πρόσωπό σας, στα μάτια σας, στη γλώσσα και τα αυτιά σας;
Αν έλεγες παλιά ότι ο Θεός δεν υπάρχει και ότι τον έφτιαξε ο άνθρωπος για να μπορεί να την παλεύει, σε έκαιγαν στην πυρά. Αν πεις σήμερα ότι ίσως κι ο έρωτας (αυτό τουλάχιστον που εννοούμε ως έρωτα) δεν υπάρχει και ότι τον έφτιαξε ο άνθρωπος για να μπορεί να την παλεύει, κανείς δεν θα σε κάψει πουθενά.
Θα σε λυπηθεί μόνο και ταυτόχρονα θα σε ζηλέψει που δεν έχεις καεί ποτέ αληθινά στις βαθιά αληθινές του φλόγες, εκείνες που σε μετατρέπουν σε φωτιά όταν ζεις τον έρωτα και σε στάχτες όταν δεν τον ζεις πια, όταν εσύ ακόμη καίγεσαι κι ο άλλος πια όχι, ή όταν νομίζεις ότι ο άλλος δεν καίγεται, ενώ στην πραγματικότητα θέλει από σένα να είστε μαζί και η φωτιά και το νερό και ο αέρας και η γη και ο χρόνος και ο χώρος και οι λέξεις και οι εικόνες και τα πάντα, κλάσμα των οποίων βαθύτατα ασήμαντο είναι αυτό τουλάχιστον που εννοούμε ως έρωτα και ακέραια μονάδα των οποίων βαθύτατα σημαντική είναι αυτό που εμπεριέχει μέσα του και τον έρωτα και κάθε άλλη ανθρώπινη κατάσκευη και κάθε άλλη ανθρώπινη ανάγκη και κάθε άλλη ανθρώπινη ιστορία.
 

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 28, 2016

Δέκα για το Δεκάξι


Τέλος χρονιάς, ώρα άρα για μια ακόμη φορά, μετά το 10, το 11, το 12, το 13, το 14 και το 15, να συναρμολογηθεί η λίστα των δέκα πιο αγαπημένων ταινιών από αυτές που προβλήθηκαν στην Ελλάδα από τον Ιανουάριο ως και το Δεκέμβριο. Από το δέκα ως το ένα λοιπόν, 2016 δείξε μας την πραμάτεια σου:

10. Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ

 

Δεν είναι το είδος του σινεμά που προτιμώ. Είναι μάλλον το είδος του σινεμά με το οποίο προτιμώ να διαφωνώ, γιατί μπορεί πολιτικά να με εκφράζει πολύ η στάση του Κεν Λόουτς, αλλά κινηματογραφικά διατηρώ μερικές φορές αποστάσεις. Αν λοιπόν θα έπρεπε να κρίνω αυτόνομα το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ», θα έβρισκα μέσα του πολλά πράγματα που δε μου πάνε, θα έλεγα ότι είμαι κατά του άσπρου – μαύρου και υπέρ των αποχρώσεων, ότι είμαι υπέρ των υπαινιγμών και κατά των φωνών. Αν όμως κρίνω την ταινία σε σχέση με το περιβάλλον το κοινωνικό και το περιβάλλον του υπόλοιπου κινηματογραφικού και τηλεοπτικού σύμπαντος, θα πω ότι η συνειδητή στράτευση του Λόουτς έρχεται να αντιπαρατεθεί σε μια στεντόρεια σιωπή. Αν ο Λόουτς δείχνει με τον, όχι πιο κομψό τρόπο, προς μια πλευρά της πραγματικότητας, πολύ περισσότερο άκομψο είναι ότι αυτή την πλευρά τη βλέπουμε σπανιότατα στις οθόνες μας. Τι είδους κινηματογραφικό σύμπαν είναι αυτό που στρέφει τόσο σπάνια τη ματιά του στην εξαθλίωση και την εξαχρείωση της κοινωνίας, στη διάλυση του κοινωνικού ιστού; Γιατί δεν κοιτούν προς τα εκεί συχνότερα οι άνθρωποι του κινηματογράφου; Ε, όταν οι άνθρωποι πεινάνε δίπλα μας, σινεμά που δεν μας τους δείχνει ποτέ, είναι ένα σινεμά προπαγανδιστικό. Υπό αυτή την έννοια, όχι, δεν γίνεται στη δεκάδα της χρονιάς να μην έχει θέση ο Ντάνιελ Μπλέικ, η Κέιτ και όλες οι Κέιτ που πεινούν και ισοπεδώνονται μακριά από τις κάμερες του σινεμά.

9. Η άφιξη – La La land – Τhe Neon DemonH Επιστροφή

Arrival – La la land - Τhe Neon Demon – H Επιστροφή

Βάζω τέσσερις ταινίες στη θέση εννέα, όχι σαν τρικ για να χωρέσω περισσότερες στη δεκάδα, αλλά επειδή θεωρώ ότι τις διακρίνει ένα πολύ βασικό κοινό χαρακτηριστικό. Ο Ντενί Βιλνέβ με το “Arrival”, ο Ντάμιεν Σαζέλ με το “La La Land”, o Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν με το “Τhe Neon Demon” και ο Αλεχάντρο Ιναρίτου με την «Επιστροφή» προσφέρουν τέσσερις ταινίες, όπου μας δείχνουν ξανά πόσο σημαντικοί σκηνοθέτες είναι και όπου χάρη στην κλάση τους υπάρχουν μέσα τους στιγμές μεγάλης ομορφιάς, έντασης και ενίοτε δέους. Αμφιβάλλω όμως αν όλες μαζί έχουν καταφέρει να χωρέσουν έναν μη σχηματικό χαρακτήρα μέσα τους, έναν χαρακτήρα που σε κάνει να τον νιώσεις και να συγκινηθείς με όσα του συμβαίνουν μέσα σε μια κινηματογραφική ιστορία. Οι ήρωες των ταινιών αυτών, οι πορείες τους, οι συγκρούσεις τους, οι λυτρώσεις τους και οι καταστροφές τους, δυσκολεύονται να πείσουν για την αλήθειά τους. Αποτελούν κι αυτοί οχήματα μετάδοσης ενός σκηνοθετικού βλέμματος. Βλέμματος αναμφίβολα συναρπαστικού. Πίσω από κάθε μια από τις τέσσερις υπάρχει ένα σκηνοθετικό όραμα το οποίο υπηρετείται και εκτελείται αριστοτεχνικά. Ίσως είναι τόσο ισχυρό και ακαταμάχητο και για τους ίδιους που αποδέχονται πως η ιστορία που θα διηγηθούν είναι δευτερεύουσας σημασίας. Και δεν ξέρω ίσως και να είναι τελικά. Γιατί, ναι, όσες ενστάσεις κι αν έχεις για το ζουμί που θεωρείς ότι τους λείπει από κάτω, πώς να αντισταθείς στη δύναμη και την ποίηση των εικόνων τους; Δεν γίνεται.

8. Το Δωμάτιο

 

Ενώ το «Δωμάτιο», ας πούμε. Τόσο στην αντίπερα κινηματογραφική όχθη. Τόσο ταπεινό. Ούτε συναντήσεις με εκπροσώπους εξωγήινων πολιτισμών, ούτε αχανείς εκτάσεις απίστευτης φυσικής ομορφιάς και μάχες με αρκούδες, ούτε ο αδυσώπητος κόσμος του Λος Άντζελες της βιομηχανίας μόδας, ούτε ο ονειρικός κόσμος του Λος Άντζελες σε μιούζικαλ. Ένα δωμάτιο ελάχιστων τετραγωνικών όλο κι όλο. Που είναι ο μόνος κόσμος που ξέρει ο Τζακ, ένα παιδί πέντε ετών. Ο μόνος κόσμος που έχει γνωρίσει. Γιατί είναι φυλακισμένο εκεί με την μητέρα του. Και η μητέρα του για να το προστατεύσει του έχει μάθει ότι αυτό το δωμάτιο είναι όντως ο κόσμος όλος. Κυριολεκτικά. Kι όταν μια ταινία καταφέρνει να σε συγκινήσει τόσο πολύ ως τη μέση της (και όταν ειδικά στη μέση της υπάρχει μια σεκάνς από τις πιο συγκινητικές της χρονιάς και όχι μόνο), της συγχωρείς ακόμη ότι από εκεί και πέρα προχωράει μάλλον αμήχανα. Δε σε πειράζει. Καμιά φορά αρκεί και μισή ταινία. Για πολλοστή φορά αποδεικνύεται ότι μια σημαντική ταινία μπορεί να φτιαχτεί και με ελάχιστες πρώτες ύλες, ότι ακόμη και ένα μικρό δωμάτιο μπορεί να αποτελέσει επαρκέστατο χώρο, ότι όταν υπάρχει μια δυνατή ιστορία και ένα διαυγές σκηνοθετικό βλέμμα, δεν υπάρχει κανείς χώρος που να είναι μικρός ή ταπεινός για να γυριστεί ένα σημαντικό έργο. Εδώ αυτός ο μικρός χώρος ορίζει καταλυτικά τους δύο ήρωές του. Σε επίπεδο συγκίνησης μπαίνουμε εντελώς μέσα στην κατάστασή τους, σε επίπεδο σκέψης μπορούμε μόνο να αναρωτηθούμε, πόσο κι εμείς έχουμε χώρους μέσα στους οποίους μπορούμε να κινηθούμε και χώρους πέραν από τους οποίους δε θα πάμε ποτέ μας, μπορούμε μόνο να υποψιαστούμε πως όσο εξαρτημένος είναι ο Τζακ από την αφήγηση του κόσμου που είχε στα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του, άλλο τόσο είμαστε κι εμείς από την αφήγηση του κόσμου που έχουμε καθ’ όλη τη διάρκειά της.

7. Θάνατος στο Σαράγεβο



Σαράγεβο 2014. Εκατό χρόνια πριν δολοφονείται εδώ ο Αυστριακός Αρχιδούκας Φραντς Φέρντιναντ και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ξεσπάει. Στη διάρκεια του αιώνα που μεσολαβεί, θα μεσολαβήσει ένας ακόμα Παγκόσμιος Πόλεμος και πολύ πιο πρόσφατα ο εμφύλιος που θα κόψει την Γιουγκοσλαβία σε πολλά επιμέρους κράτη, με πληγές και εστίες διαμάχης που παραμένουν ακόμη  εντελώς ζωντανές. Η ταινία διαδραματίζεται σε ένα ξενοδοχείο. Το λένε «Ευρώπη», χρωστάει παντού, οι τράπεζες απειλούν να το πάρουν, ο διευθυντής ζητά από τους εργαζόμενους να βάλουν πλάτη, αν δεν βάλουν με το καλό υπάρχει πάντα και ο άλλος δρόμος κι όλα αυτά ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει στείλει αντιπροσώπους να κάνουν παράτες και γιορτές για τη συμπλήρωση των 100 χρόνων και τα παιδάκια που θα τραγουδήσουν στους αντιπροσώπους ταϊζονται σάντουιτς για να μη λιποθυμήσουν και γίνουμε ρεζίλι. Οι εθνικές διαφορές και τα πάθη που έχουν καθορίσει την τύχη της χώρας, τα οικονομικά προβλήματα και οι ταξικές διαφορές που ορίζουν με αμείλικτο τρόπο την καθημερινότητα, στο φόντο και προσωπικά προβλήματα, διαφορά αντίληψης των γενεών, αστείες καψούρες, συζυγικές γκρίνιες. Ο Ντάνις Τάνοβιτς ενορχηστρώνει την πολυπρισματική συνολική εικόνα έχοντας τον απόλυτο έλεγχο όλων των παικτών και κατά πάσα πιθανότητα προσφέροντάς μας την ταινία που είχε σχεδιάσει ακριβώς στο μυαλό του. Κρατά απόσταση από οτιδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αβανταδόρικο ή συναισθηματικά εκβιαστικό, προσεγγίζοντας όλους τους ήρωες, ακόμη και τους πιο αρνητικούς, με ένα μείγμα αποστασιοποίησης, τρυφερότητας και υπόγειου χιούμορ, με ενσυναίσθηση του τι και του πώς τους, τους προσεγγίζει όχι από κάπου ψηλά, αλλά με ανθρωπιά, ακόμη κι όταν αυτοί δεν την επιδεικνύουν. Περισσότερο κοντά σε κεντροευρωπαϊκό μυθιστόρημα, παρά σε κουστουριτσικό βαλκανικό διονυσιασμό, το «Θάνατος στο Σαράγεβο» είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που μια ταινία σου προσφέρει τόσα επίπεδα και τόσο υλικό να σκάψεις.

6. Το Μεγάλο Σορτάρισμα



Πριν το κραχ της αμερικάνικης οικονομίας το 2008. Που οδήγησε με τη σειρά του σε ένα παγκόσμιο. Η μεγάλη εικόνα. Τα όρια μεταξύ ηλιθιότητας (αδυναμίας πρόβλεψης ότι το σύστημα είναι μια φούσκα που θα καταρρεύσει) και απατεωνιάς (βεβαιότητας ότι αν καταρρεύσει, το τίμημα θα το πληρώσουν αυτοί που το πληρώνουν πάντα). Διαχειριστές τριών διαφορετικών Hedge Funds, αποφασίζουν να επενδύσουν χοντρά λεφτά σε CDS, σε ασφάλιστρα κινδύνου των σύνθετων χρηματιστηριακών προϊόντων που στηρίζονται στα στεγαστικά ομόλογα, στοιχηματίζοντας από το 2005 και το 2006, όταν όλοι τότε τους έλεγαν τρελούς, ότι η στεγαστική αγορά θα καταρρεύσει. «Το Μεγάλο Σορτάρισμα» είναι μια ταινία που αν την είχε γυρίσει Έλληνας, θα την κατακεραύνωναν οι εδώ νεοφιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές ως απαύγασμα λαϊκισμού. Είναι μια ταινία που μας θυμίζει ότι η περιβόητη «πραγματικότητα» που επανέρχεται συνέχεια στο δημόσιο διάλογο ως κάτι που μας έρχεται από τον ουρανό ή από την προαιώνια φυσική τάξη, είναι αντίθετα προϊόν πολιτικών επιλογών και μιας εντελώς σημαδεμένης τράπουλας. Μας θυμίζει ότι αυτή η πραγματικότητα είναι πέρα για πέρα μεμπτή. Και ότι οδηγεί σε φούσκες που έσκασαν και που θα ξανασκάσουν. Όχι στα μούτρα εκείνων που τις φτιάχνουν και εκείνων που τις εκμεταλλεύονται.  Κινηματογραφικά το μεγάλο προσόν του «Μεγάλου Σορταρίσματος» έγκειται στο ότι μοιάζει και είναι διαφορετικό στον τρόπο που προσεγγίζει το θέμα του. Ο ως τώρα σκηνοθέτης κωμωδιών Άνταμ Μακ Κέι, σκηνοθετεί απενοχοποιημένα, φέρνοντας έναν αέρα ελευθερίας, πετώντας πολλούς κανόνες στα σκουπίδια. Η Μάργκο Ρόμπι μέσα σε μια γεμάτη μπανιέρα, δίπλα της κεριά και με ένα ποτήρι σαμπάνια στο χέρι, μας εξηγεί τη λειτουργία των στεγαστικών ομολόγων. Κι όποιος καταλάβει κατάλαβε. Και τη λειτουργία της σκηνής και την τρέχουσα λειτουργία του καπιταλισμού.

5. Victoria

 

Ένα οργιαστικό μονοπλάνο δύο ωρών και δέκα τριών λεπτών. Ο εγκέφαλός μας έχει μάθει να λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο παρακολουθώντας ταινίες, με αποτέλεσμα την ίδια ώρα που παρακολουθούμε μια «κανονική» ταινία (όπως τη “Victoria”, ή όπως συνέβαινε με έναν άλλο τρόπο στο “Βοyhood”), να πρέπει να επαναφέρουμε στο μυαλό μας ότι πολλές από τις συμβάσεις της δεν λειτουργούν εδώ, πειράζουν βασικές συμβάσεις της κινηματογραφικής γλώσσας για τις οποίες η δυσπιστία είχε ανασταλεί, προσφέροντάς σου στη θέση τους το αληθινό πέρασμα του χρόνου: στο “Victoria” η ιστορία που εκτυλίσσεται στην οθόνη εκτυλίχθηκε ολόκληρη από την αρχή ως το τέλος της από τη στιγμή που πρωτοσυναντάμε την Βικτόρια να χορεύει. Aπό τη στιγμή που ξεκινάει το γύρισμα, η ιστορία αρχίζει να διαδραματίζεται σε εντελώς αληθινό χρόνο. Δυο ώρες και δέκα τρία λεπτά μετά, το γύρισμα σταματάει. Αλλά αυτό θα έφτανε μόνο για να θαυμάσεις το πώς το έκαναν. Το γεγονός ότι η ταινία πολλούς μήνες μετά παραμένει ολοζώντανη μέσα σου, αποδεικνύει ότι η Victoria δεν ήταν μόνο ένα τεχνικό επίτευγμα, δεν ήταν μόνο ένα επιτυχημένο πείραμα, δεν ήταν μόνο φόρμα. Κατάφερε να χωρέσει μέσα της μια ηρωίδα κι έναν ήρωα που υπάρχουν, ζουν, αναπνένουν. Κατάφερε να μας μεταδώσει μια βραδιά νεανικής τρέλας, μια βραδιά ελευθερίας, μια βραδιά νεανικής βλακείας, μια βραδιά μεγάλων λαθών. Λαθών που μπορεί να σε κάνουν να μετανιώνεις μετά για μια ζωή. Αλλά την ώρα που τα κάνεις είναι η ίδια η ζωή. Αλλά την ώρα που τα κάνεις είναι τα ίδια τα νιάτα. Μια βραδιά που αν τη βγάλεις καθαρή ποτέ δεν θα την ξεχάσεις. Ούτε καν μια βραδιά. Δυό ώρες και δέκα τρία λεπτά. Ξημερώνει. Λάιβ. Ενώ η ιστορία και η ταινία εξελίσσεται.

4. Η Υπηρέτρια

 


Η αισθητική υπογραφή του Παρκ Τσαν Γουκ: σκηνοθεσία που νιώθει πάρα πολύ καλά στο να μας επιδεικνύει διαρκώς τις δυνάμεις της και σενάρια που νιώθουν πάρα πολύ καλά στο να αποκαλύπτουν σιγά – σιγά τη δύναμή τους. Από τα μισά της ταινίας το δίπολο έρωτας – απάτη θα αρχίσει να στροβιλίζεται. Μαζί του κι εμείς. Μυθοποίηση – απομυθοποίηση – μεταμυθοποίηση, δόμηση – αποδόμηση – μεταδόμηση, ποιος θα κερδίσει τελικά, ο έρωτας ή η απάτη και ο έρωτας τίνος, η απάτη τίνος, ένας άντρας και δυο γυναίκες, τρεις άνθρωποι και δυο έννοιες. Ο Παρκ Τσαν – Γουκ κάνει πρωταγωνίστρια την αφήγησή του, τεμαχίζοντας έτσι την ιστορία ώστε αυτή να είναι η αληθινή πρωταγωνίστρια, γιατί το σινεμά είναι μαζί εξαπάτηση και ερωτική σαγήνη. Μέσα στα πόδια της ερωμένης της, η ηρωίδα κοιτά, υποτίθεται, το αιδοίο της, ενώ κοιτά την κάμερα. Την κοιτά σαν να βλέπει το μυστικό της ζωής και μαζί την προέλευσή της, την κοιτά σαν να είναι το μέρος εκείνο από το οποίο όλα προέρχονται κι όλα γεννιώνται, σαν το πιο απόκρυφο και μαζί το πιο εκθαμβωτικό σημείο, σαν σάρκα, δέρμα, γεύση, οσμή κι ηδονή, σαν πόθο και μαζί σαν νόημα. Κάπως έτσι και το αληθινό σινεμά γεννιέται μέσα από τέτοιου είδους κάμερες και τέτοιου είδους κινηματογραφιστές, σαν πόθος και μαζί σαν νόημα.

3. Ο Κούμπο και οι Δύο Χορδές


Ο Κούμπο έχει μόνο ένα μάτι και μόνο έναν γονιό. Και τι γονιό. Όταν γνωρίζουμε τη μάνα του, μοιάζει σαν να έχει κλινική κατάθλιψη. Ο Κούμπο γέρνει δίπλα της, εκείνη ούτε το χέρι δεν κάνει να τον πιάσει για μια αγκαλιά. Ο Κούμπο που θα γίνει ήρωας. Αλλά που θα του πουν ότι ήταν ήρωας και πριν ακόμα γίνει ήρωας, ήταν ήρωας όταν παρίστανε το γονιό του γονιού του. Τα παιδιά δεν είναι φτιαγμένα για τη σκοτεινιά και τη θλίψη. Τα παιδιά έχουν μια φυσική ροπή προς το φως και τη χαρά και όλη η πορεία τους προς την ενηλικίωση είναι ίσως η σταδιακή πορεία μείωσης αυτής της αυθόρμητης χαράς. Κούμπο που πρωτοσυναντάμε σε μια κατασκότεινη θάλασσα με πελώρια κύματα, ο Κούμπο που έχει περάσει τα πάνδεινα δεν είναι ένα μελαγχολικό παιδί. Φεύγει κάθε μέρα από την απομονωμένη σπηλιά της αποξένωσης στην οποία ζει με τη μαμά του, κατεβαίνει  στο χωριό κι αρχίζει να λέει τις ιστορίες του. Με τον πιο μαγικό τρόπο. Οι ιστορίες αρχίζουν να ξεπηδούν από το χαρτί, σελίδα τη σελίδα, αλλά όχι ως σελίδες που γεμίζουν με λέξεις, οι σελίδες γίνονται το σώμα της ιστορίας, σχηματίζοντας με χαρτιά Οριγκάμι  πολεμιστές και μάχες. Και ξεπηδούν μέσα από το τρίχορδο μουσικό του όργανο. Ο Κούμπο παίζει το όργανο και η μούσα – μουσική σχηματοποιεί εικόνες.  Και οι ιστορίες γεννιούνται. Αλλά ο Κούμπο δεν θα διηγηθεί παραμύθια για να ξεχνά. Ο Κούμπο θα διηγείται την πατρώα ιστορία, την ιστορία της καταγωγής του, θα επαναφέρει τον απόντα πατέρα του. Και στην ιστορία του και τα χαρτιά του θα είναι ξανά ο τρανός σαμουράι που υπήρξε. Ο Κούμπο ψάχνει να αναβιώσει με κάθε τρόπο τον πατέρα του. Και θα βρεθεί μέσα σε μια ιστορία που η μαγεία είναι μνήμη και η μνήμη είναι μαγεία και όλα είναι μαζί ζωντανή παρουσία και υποκατάσταση. Ένα τεράστιο σκαθάρι σαμουράι, μια μαϊμού και ο Κούμπο τρώνε μαζί  γύρω από ένα νοητό τραπέζι. Συζητήσεις, πειράγματα, ζωντάνια. Ο Κούμπο λέει ότι πρώτη φορά τρώει με παρέα. Η οικογένεια ως ο διαπεραστικότερος από όλους τους πόνους, η οικογένεια ως η βαθύτερη από όλες τις αγάπες, η οικογένεια ως ο ριζικότερος συγκλονισμός, ο μπαμπάς, η μαμά και το παιδί στα μάτια του ίδιου του παιδιού.

2. Εκείνη


Μια τόσο ασυνήθιστη και πολύπλοκη κεντρική ηρωίδα. Με τόσο συζητήσιμες, ή ενδεχομένως και προβληματικές, επιλογές. Που στιγματίστηκε τόσο άδικα ως θύμα όταν ήταν παιδί και που τώρα που είναι θύμα αρνείται το ρόλο αυτό. Που σε ένα σωρό ζητήματα ενεργεί «σαν άντρας». Και δίπλα της ένα σωρό (αλλά αλήθεια ένα σωρό) άλλοι ήρωες, που δεν τη διακοσμούν σαν γλάστρες, που έχουν λόγο ύπαρξης, τόσο αυτοτελή, όσο και για να δούμε στη συνθετότητα των σχέσεων μαζί τους να σχηματίζεται πλήρως ο χαρακτήρας της. Σε ποιόν ανήκει όμως Εκείνη; Σε ποιόν ανήκει η Μισέλ; Δεν ανήκει μόνο στον Βερχόφεν, δεν ανήκει μόνο στην Ιζαμπέλ Ιπέρ. Άνηκε πρώτα στον Φιλίπ Ντζιάν που έγραψε το βιβλίο. Κι αυτή και ο κόσμος της. Που πρωτομετατράπηκε από τον Ντέιβιντ Μπιρκ όταν το βιβλίο έγινε σενάριο. Που ο Βερχόφεν μετά πήρε έναν ήδη προϋφιστάμενο κόσμο και τον μετέτρεψε στο δικό του. Αν λοιπόν η Μισέλ είναι ολοζώντανη, το χρωστάει σε όλους αυτούς τους ανθρώπους μαζί. Που την σκάλισαν όλοι από λίγο μέχρι να αποκτήσει την τελική μορφή της. Το «Εκείνη» είναι η ταινία που είναι και επειδή στηρίζεται σε ένα σεναριακό υλικό τόσο στέρεο, τόσο πλούσιο και με τόσες αποχρώσεις. Ο Βερχόφεν γονιμοποιεί ιδεωδώς αυτό το υλικό, ακροβατώντας ανάμεσα στα κινηματογραφικά είδη, παίζοντας με τις προσδοκίες μας, ξεβολεύοντάς μας, προσφέροντας ένα έργο στο οποίο η αμφισημία του σεναρίου απογειώνεται από μια σκηνοθετική αμφισημία στην οποία μόνο να υποκλιθείς μπορείς. Ένα θαύμα ισορροπιών. Ένα θαύμα σκηνοθετικής χάρης. Μεγάλο σινεμά. Που χωράει μέσα του όλον αυτόν τον πλούτο. Ανθρώπων, καταστάσεων, συμπεριφορών. Η ταινία του Βερχόφεν δεν πατάει σταθερά στο έδαφος. Πατάει σταθερά στο σκοινί που ακροβατεί. Ακροβατείς κι εσύ μαζί της. Από κάτω κενό. Θα πέσεις; Θα πέσετε; Χαμογελάτε και οι δύο ειρωνικά στο κενό απο κάτω σας. 

1. Toni Erdmann


Βλέποντας το Τόνι Έρντμαν, ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε: «Αν αποσυνθέσεις το Τόνι Έρντμαν, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια περούκα, μια μασέλα κι ένας άνθρωπος που τις βάζει και τις βγάζει». Αν μια βασική διαφορά της θεατρικής από την κινηματογραφική συνθήκη είναι ότι θέατρο μπορούμε να έχουμε με το τίποτα σχεδόν, ότι θέατρο μπορούμε να έχουμε από τη στιγμή που ένας άνθρωπος σταθεί μπροστά σε άλλους ανθρώπους και παραστήσει ότι είναι κάτι άλλο, ότι η θεατρική σύμβαση ξεκινά από τη στιγμή που ένας άνθρωπος υποδύεται κάποιον άλλο, στην καρδιά του Τόνι Έρντμαν, ένας άνθρωπος βάζει μια περούκα και μια μασέλα και υποδύεται έναν άλλο. Η περούκα και η μασέλα είναι όσο πιο ευτελείς γίνεται, μπορεί να τα έχει αγοράσει από μαγαζί με αποκριάτικα, η μεταμφίεση είναι όσο πιο προσχηματική γίνεται, αλλά πάντως γίνεται, συντελείται. Δεν είναι συμβολική, δεν είναι αφηρημένη, έχει υλικότητα, την υλικότητα της ευτέλειας των συγκεκριμένων υλικών. Και αυτή η ευτελής υλικότητα κινηματογραφείται. Σε αυτή την ταινία η μεταμόρφωση των ηρώων δεν θα γίνει με ειδικά εφέ, δε θα γίνει με το μακιγιάζ, δε θα γίνει με τα φίλτρα της κάμερας του διευθυντή φωτογραφίας. Σε αυτή την ταινία ο ήρωας μεταμορφώνεται φορώντας μια περούκα και μια μασέλα των πέντε ευρώ. Πάνω σε αυτή την εντελώς εμπράγματη και απτή μεταμόρφωση πατάει το έργο. Πρέπει να έχουν περάσει πάνω από δυο ώρες ταινίας, όταν βρισκόμαστε στην καρδιά μιας κατάστασης δραματικής που καταλύεται από μια σεκάνς, η οποία έκανε εμένα και ολόκληρη την αίθουσα  του σινεμά να κλαίμε κυριολεκτικά από τα γέλια. Και ελάχιστες στιγμές μετά το γέλιο μέχρι δακρύων υπάρχει μια σκηνή στο πάρκο, όπου το σινεμά είναι μαζί πειραματισμός κι απόλυτη εκπλήρωση. Η Μάρεν Άντε κατάφερε το σχεδόν αδύνατο πια στο σινεμά, το να ανακαλύψει ένα χώρο παρθένο, ένα χώρο όπου είμαστε συναισθηματικά ανυποψίαστοι, απροετοίμαστοι, ευάλωτοι, γυμνοί. Δεν ξέραμε τι βλέπαμε. Και ήμασταν ελεύθεροι να γελάμε ή να κλαίμε. Να κουραστούμε ή να συνεπαρθούμε. Ελεύθεροι από προκαταλήψεις και προδιαμορφωμένες ιδέες για το σινεμά, τα είδη του, τα κόλπα του, τις νόρμες του. Ελεύθεροι.

(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Σάββατο, Οκτωβρίου 29, 2016

Σαν σήμερα

Ανοίγοντας χθες το φέισμπουκ, μου εμφάνισε ένα από αυτά τα «Σαν σήμερα». Ήταν μια ανάρτηση που σχολίαζε μια φωτογραφία που είχα βγάλει εκείνη την ημέρα, μια ανάρτηση σκοπίμως φτιαγμένη σαν να μιλούσε για κάποιο παρελθοντικό γεγονός, σκοπίμως φτιαγμένη σαν να μιλούσε για μια ανάμνηση:
Κάποια εθνική γιορτή ήταν. Νομίζω 28η Οκτωβρίου. Πόσο να ήσουν, 6 στα 7, 7 στα 8; Μάλλον το δεύτερο, αν και δεν παίρνω κι όρκο. Είχες μια μικρή σημαιούλα και κυνηγούσες περιστέρια. Εκείνο που σίγουρα θυμάμαι είναι ότι ήδη από εκείνη τη στιγμή ζούσα τη στιγμή σαν ανάμνηση. Ποιός είπε ότι η νοσταλγία πρέπει πάντα να έπεται του βιώματος; Καμιά φορά συμβαίνουν μαζί, κλειδώνει το ένα πάνω στο άλλο, ζεις νοσταλγώντας αυτό που ζεις.
Τώρα λοιπόν ξανακοιτάζω τη φωτογραφία, ανακαλώ πάλι τη στιγμή κι αναρωτιέμαι αν είναι δυνατόν να νοσταλγήσει κανείς το εξαρχής νοσταλγηθέν.
Μου έρχεται στο μυαλό κάτι που είχα γράψει αρκετά χρόνια πριν, όταν η όλη εμπειρία του να έχεις παιδί ήταν ακόμη στα πρώτα της βήματα: από ένα σημείο και ύστερα η αγάπη είναι ταυτόχρονα οδύνη, είναι ίσως η άλλη όψη της οδύνης, μιας οδύνης ανεξαρτητοποιημένης πάντως από οτιδήποτε δυσοίωνο, καθώς στα συστατικά της δεν θα βρεις τόσο τον φόβο τυχόν μελλοντικού κακού, όσο το δυσβάσταχτο του παρόντος καλού, δεν θα βρεις τόσο τον φόβο τυχόν μελλοντικής απώλειας. όσο το δυσβάσταχτο της παρούσας εγγύτητας. Πονά.
Η αγάπη και η ευτυχία, όταν εννοούν τον εαυτό τους, συνομιλούν απευθείας με την άβυσσο. Αν δεν καταφέρνεις να τις βιώνεις με αποστασιοποιητικά τρικ και διαμεσολαβητικά φίλτρα, παύεις να είσαι άνθρωπος και γίνεσαι στοιχειό. Αν δεν θες να εκραγεί ο εγκέφαλός σου από την πλήρη συνειδητοποίηση και το είναι σου από το πλήρες συναίσθημα, ψάχνεις από κάπου να κρατηθείς για να παραμείνεις άνθρωπος: προσποιείσαι τον ημίνεκρο, λες ότι αυτά συμβαίνουν στο μακρινό αλλά οικείο όνειρο κάποιου άλλου που είσαι και δεν είσαι εσύ, γράφεις λεξούλες για να πετύχεις την έκπτωση και τον εκφυλισμό αυτού που συμβαίνει, μήπως και το αχνότατο ξεθώριασμά του που θα απομείνει καταγραμμένο είναι κάτι που αντέχεται, καθώς ο λόγος δεν συνομίλησε ποτέ με την άβυσσο, ο λόγος είναι η καθήλωση στο εδώ και το τώρα, ο λόγος κατασκευάζοντας λέξεις και έννοιες όπως το εδώ και το τώρα, προσπαθεί να σε πείσει ότι το εδώ και το τώρα αφού κατονομάστηκαν υπάρχουν κιόλας. Ενώ όταν ο γιος σου κυνηγούσε περιστέρια ήξερες ότι αυτό που συμβαίνει δεν συμβαίνει εδώ και τώρα, ήξερε ότι αυτό που νιώθεις δεν το νιώθεις εδώ και τώρα, ήξερες ότι αυτή η έκσταση ανάγεται εξαρχής στο σαν σήμερα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 30, 2016

Ονειρεύτηκα τους φίλους μου

Αν ο χωρισμός, ο αποχωρισμός και το πένθος είναι εγγεγραμμένα στην κανονικότητα των ερωτικών σχέσεων ως μια διόλου απίθανη εξέλιξή τους, οι φιλικές σχέσεις υποτίθεται ότι λειτουργούν αλλιώς: τις φιλίες είναι πολύ λιγότερο πιθανό να τις χαλάσεις, πολύ λιγότερο πιθανό να τις πενθήσεις. Για τον έρωτα, και όχι για τη φιλία, λένε ότι δεν διαρκεί για πάντα. Η φιλία τρυπώνει μέσα σου πολύ πιο ύπουλα από τον έρωτα. Και σε αντίθεση με αυτόν η ύπαρξή της δεν διακηρύσσεται· απλά συνειδητοποιείται. Κι άπαξ και εγκατασταθεί μέσα σου, μετά θεωρείς ότι πολύ δύσκολα θα κλονιστεί. Όντας δε απείρως λιγότερο κτητική, ιδιοκτησιακή και ενοχική, ενέχει στη φύση της το αντίστοιχο μιας πολυγαμικότητας, το οποίο δεν σκανδαλίζει κανέναν. Είναι απόλυτα οκ να είσαι «πολυφιλικός», δύσκολα θα βρεθεί άλλος φίλος να πει γιατί έκανες φίλο κι αυτόν τον τσούλο και τι του βρίσκεις και δεν σε καλύπτει η δική μου φιλία πια; Στη φιλία υπάρχει πάντα χώρος για έναν ακόμα. Υπάρχει αντίθετα πολύ λιγότερος χώρος για προστριβές, παρεξηγήσεις, τσακωμούς. Το διακύβευμα σε σχέση με τον έρωτα είναι εξαρχής τελείως διαφορετικό. Aκόμη και με τον πιο στενό σου φίλο δεν θα πείτε ποτέ ότι εσύ κι εγώ είμαστε ένα. Και αφού είστε πάντα δύο, παραμένετε δύο αυτεξούσιοι δύο, δύο δύο που έχετε πολύ λιγότερα θέματα να ρυθμίσετε, να κανονίσετε, να συμβιβάσετε, να καταπιέσετε, προκειμένου να επιτευχθεί η κοινή σας πορεία ως ένας. Οι πορείες σας μπορεί να παραμένουν ανεξάρτητες, παράλληλες, ή ακόμη και εντελώς διαφορετικές. Αλλά το ότι η φιλία στήνεται σε ένα υπόβαθρο ευρυχωρίας, δεν σημαίνει ότι στήνεται και σε ένα υπόβαθρο πλήρους αδιαφορίας για το τι και το πώς του άλλου. Όλα έχουν ένα σημείο αντοχής και θραύσης. Απλά το να το φτάνεις και να το ξεπερνάς συμβαίνει σπανίως.
Και τότε σε πονάει. Και τότε ονειρεύεσαι τους φίλους σου. Και στο όνειρο που γεννά η πληγή, πρωταγωνιστεί η πρόσκαιρή ίασή της: για όσο διαρκέσει, παρούσα είναι μόνο η χάρη της αγάπης μεταξύ φίλων.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 19, 2016

Report

Aυτό που πρέσβευε ο ΣΥΡΙΖΑ και αυτό στο οποίο μεταλλάχθηκε και μεταλλάσσεται - και αυτό που πρέσβευε το Unfollow και αυτό στο οποίο μεταλλάχθηκε και μεταλλάσσεται: δεν πρόκειται για ακριβώς το ίδιο φαινόμενο, πρόκειται όμως σίγουρα για αρκετά συγγενικές καταστάσεις κι εξίσου σίγουρα μαρτυρούν ένα πρόβλημα θεμελιακό για κάθε είδους συλλογική αριστερή πορεία, όχι μόνο σε σύγκρουση με έναν κόσμο που λειτουργεί δεξιά, αλλά και ένα πρόβλημα θεμελιακό για κάθε είδους συλλογική αριστερή πορεία όταν συγκρούεται με τον εαυτό του καθενός μας, που μπορεί να σκέφτεται και να μιλάει αριστερά, μα στα οριακά ζητήματα που τον αφορούν προσωπικά λειτουργεί δεξιά.
Παράγουμε περισσότερο αυτοεξευτελισμό από ό,τι μπορούμε να καταναλώσουμε, μας ισοπεδώνει η τόση πολλή αυτοακύρωση και η τόση πολλή ανακολουθία και το τόσο μεγάλο πούλημα τρέλας και ο τόσος μεγάλος κυνισμός. 
Είναι άλλο να χάνεις και είναι άλλο να ξεφτιλίζεσαι και μαζί να ξεφτιλίζεις όλα όσα φώναξες με πάθος, εξαργυρώνοντάς τα για να βρεθείς στην ακριβώς απέναντι θέση, την θέση που πολέμησες με λύσσα, μέχρι να αποκτήσεις δια της λυσσασμένης φωνής σου τη δυνατότητα να απολαύσεις και αυτήν και τα πολλαπλά της ωφέλη.

Τετάρτη, Αυγούστου 24, 2016

Ευθεία, πλάγια ή μπουσουλητά


Μερικές σκέψεις μετά το τέλος των Ολυμπιακών του Ρίο:
1) Παλιότερα, η παράλληλη πραγματικότητα της κάθε μεγάλης αθλητικής διοργάνωσης ήταν -για μένα τουλάχιστον- αδιαμφισβήτητη και αυτάρκης. Τα τελευταία χρόνια καθίσταται ολοένα και δυσκολότερο -για μένα τουλάχιστον- το να αποσπώ το τι συμβαίνει στην μια ή την άλλη μεγάλη αθλητική διοργάνωση από το τι συμβαίνει στον κόσμο στον οποίο διεξάγονται. Παραταύτα, κι ενώ μέχρι να αρχίσει η κάθε διοργάνωση η εστίαση είναι σε μεγάλο βαθμό στην υποψία ότι αυτή τη φορά το αθλητικό σόου δεν θα συνεχιστεί, ότι αυτή τη φορά το αθλητικό σόου θα τρακάρει με την πραγματικότητα και θα στραπατσαριστεί, οι σοουάρχες κατορθώνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να πηγαίνουν το προϊόν τους ως τέλος του και μάλιστα σταδιακά και προϊούσης της κάθε διοργάνωσης να εγκαθιστούν ξανά για λίγο αυτή την αδιαμφισβήτητη παράλληλη πραγματικότητα. 
///
2) Η πραγματικότητα αυτή κουβαλάει μαζί το δικό της μύθο, το δικό της παραμύθιασμα, τις δικές της συγκινήσεις. Προσωπικά λοιπόν, η κατηγορία των σχολιαστών που με στραβώνει περισσότερο από όλες δεν είναι αυτή που καταδεικνύει, οσοδήποτε σκληρά, τα μύρια όσα κακώς κείμενα του επαγγελματικού αθλητικού θεάματος, αλλά αυτή που με έναν ελιτίστικο τρόπο προσπαθεί να αποδομήσει την ίδια την έννοια του αθλητισμού, του πρωταθλητισμού και του αθλητικού κατορθώματος. Δεν υπάρχουν υποχρεωτικές συγκινήσεις, ο καθένας συγκινείται με αυτά που τον συγκινούν. Ίσως λοιπόν είναι καλύτερα να αφήνουμε ήσυχες τις συγκινήσεις που δε μπορούμε να νιώσουμε και να ασχολούμαστε με εκείνες που γεμίζουν εμάς τους ίδιους.
///
3) Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν τις ζωές τους κατακερματισμένα. Ο χρόνος είναι πολύ ρευστή έννοια και κυρίως σε μεγάλο ποσοστό δεν συνδέεται με συγκεκριμένους στόχους. Όνειρα κι ονειροπολήσεις ναι, σωρό, οι εντελώς συγκεκριμένοι στόχοι όμως είναι άλλο πράγμα. Δεν αναφέρομαι προφανώς σε όλους. Υπάρχει και ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων που ζει έχοντας επίγνωση ότι τα χρόνια δεν περνάνε για να περνάνε, ότι εντός ενός δεδομένου ορίζοντα θέλουν να έχουν φτάσει εκεί και να έχουν πετύχει αυτό. Και μια τέτοια αντιμετώπιση του χρόνου και της ζωής θέλει πειθαρχία, θυσίες, πρόγραμμα. Ναι, δεν χρειάζεται να είναι κανείς αθλητής για να ζει έτσι. Οι αθλητές όμως για όσο διαρκεί η καριέρα τους έτσι ζουν: στοχοπροσηλωμένα και όχι χύμα. Αυτή η διάκριση δεν έχει να κάνει με το ποιός ζει πιο ζόρικα. Ένας άνθρωπος που τρώει όλη του την μέρα δουλεύοντας και τρέχοντας σε διαφόρων λογιών υποχρεώσεις μπορεί να ζει πιο ζόρικα και από τον πιο σκληρά γυμναζόμενο αθλητή.
///
4) Το να γυρνάει λοιπόν όλη η ζωή σου γύρω από μια συγκεκριμένη εκγύμναση ενός συγκεκριμένου αθλήματος: όχι το πιο ζόρικο πράγμα στον κόσμο, αλλά ούτε και κάτι που μπορεί να δει κάποιος που είναι απ' έξω με υπεροψία. Κι είναι ωραία σύμπτωση ότι ο Έλληνας αθλητής που κέρδισε όντας αδιαφιλονίκητα καλύτερος από όλους τους υπόλοιπους αθλητές του αγωνίσματός του, ο Λευτέρης Πετρούνιας, για ένα διάστημα στην εφηβεία του δεν την πάλεψε άλλο και σταμάτησε να ζει σαν αθλητής για να ζήσει λίγο χύμα. Κι ίσως όταν επέστρεψε στα γυμναστήρια, ο χρόνος της ελευθερίας που είχε κερδίσει να του έδωσε τέτοια ψυχική ώθηση ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο κυνήγι της υπεροχής.
///
5) Η υπεροχή της Κατερίνας Στεφανίδη δεν είναι αντίστοιχα αδιαφιλονίκητη. Είναι όμως αδιαφιλονίκητο ότι είναι μια από τις καλύτερες στο αγώνισμά της. Και μετάλλια σαν και το δικό της δείχνουν ότι η δήθεν προχωρημένη λαϊκή σοφία «ε, αφού όλοι ντοπάρονται» που συνόδευε χρυσά σαν αυτό της Χαλκιά, δεν έκανε τίποτα άλλο από το να εξισώνει αθλητές κομήτες με εξωπραγματικές χρονιές, με αθλητές που η πορεία τους είναι σταθερή, συνεπής, νορμάλ, πραγματική. Ακόμη κι αν όλοι ντοπάρονται, εγώ θα είμαι με το ντοπαρισμένο χρυσό που έχει στην πορεία των χρόνων μια εξέλιξη ανθρώπινη και κατανοητή, όχι με περιπτώσεις που καταργούν ό,τι ξέρει κανείς για τον αθλητισμό. 
///
6) Την επόμενη του δεκαπενταύγουστου γυρνούσα στην Αθήνα από την Ήπειρο. Άκουγα στο ραδιόφωνο την κούρσα του Γιαννιώτη. Δεν την μετέδιδαν ολόκληρη γιατί κρατούσε και δυο ώρες, είχαν όμως συχνότατη μετάδοση πληροφοριών. Στην αρχή έλεγαν για έναν Αυστραλό νομίζω που είχε ξεφύγει πάρα πολύ. Κάποια στιγμή αυτός δεν άντεξε. Μετά λέει ήταν όλοι μαζί και κάπου μαζί τους ήταν κι ο Γιαννιώτης. Όταν οδηγείς πολλές ώρες μπορείς ίσως να σκεφτείς περισσότερο κάποιον που την ίδια ώρα κολυμπά ασταμάτητα. Κι όταν άρχισαν να φτάνουν στην τελική ευθεία, ο σπίκερ δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιός είναι αυτός με το άσπρο σκουφάκι. Βλέπω κάποιον με άσπρο σκουφάκι έλεγε, είναι ή δεν είναι ο Γιαννιώτης; Και μετά άρχισε να ουρλιάζει ότι είναι ο Γιαννιώτης. Και ναι, εκείνη την ώρα που οδηγείς κι από την μια βλέπεις θάλασσα κι από την άλλη βουνά, φτιάχνεις την εικόνα στο μυαλό σου και θες - δεν θες ανατριχιάζεις. Και ο σπίκερ φώναζε πως ήταν πρώτος, ήταν πρώτος, ήταν πρώτος. Μέχρι που ήρθε δεύτερος. Και είναι ο ορισμός της χολιγουντιανής ταινίας όλο αυτό, από το μετάλλιο που έχασε στο τσακ στο Λονδίνο, ως το ότι ήταν 36 χρονών και οι άλλοι εικοσικάτι, κι ως τον τρόπο που τελικά έχασε. Και μετά τον ακούς στο ραδιόφωνο να μιλάει. Να λέει ότι στην τελική ευθεία έκλεισε τα μάτια και πήγαινε. Ότι δεν άντεχε τον πόνο και πήγαινε με τα μάτια κλειστά, δίνοντας όχι ό,τι είχε, αλλά κι από αυτά που δεν είχε. Κι όταν μετά βλέπεις και στην τηλεόραση την κούρσα, όταν βλέπεις πώς φεύγει ένα σώμα μπροστά στην ευθεία, ξέρεις ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι θα υπάρχει αθλητισμός και αθλητικά κατορθώματα και αθλητικοί μύθοι και αθλητικοί συγκλονισμοί.
///
7) Κι όταν βλέπεις τον Μο Φάρα να κερδίζει ακόμη κι όταν πέφτει κάτω στα δέκα χιλιόμετρα και να μην αφήνει τον άλλο να τον περάσει στο πεντάρι διακόσια μέτρα πριν το φίνις, σπριντάροντας περισσότερο στο δικό του σπριντ, εξηγώντας μας για μια ακόμη φορά ότι τις νίκες τις παίρνει ο νικητής κι αυτός που σπάει το πνεύμα των άλλων, καταλαβαίνεις πως αν και όταν τον πιάσουν κι αυτόν ντοπαρισμένο, θα σε νοιάζει λιγότερο ακόμη και κηροζίνη να έκαιγε, γιατί ό,τι κι αν καίει, καίει κάτι κι η ψυχή του, κάτι μεταδοτικό.
///
8) Κι όταν στον Μαραθώνιο πανηγυρίζει ο 88ος, πανηγυρίζει κι ο 89ος, κι όταν ο 137ος τερματίζει με πλάγια βήματα κι ο 135ος με κουτσό, ξέρεις ότι ναι, όλοι αγωνίζονται για να νικήσουν, αλλά ακόμη περισσότερο όλοι αγωνίζονται για να αγωνιστούν, ότι και να καταργηθεί τελείως ο επαγγελματικός αθλητισμός, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να τρέχουν Μαραθώνιους, με στόχο να αντέξουν, να μην ηττηθούν από το σώμα τους, να βάλουν το μυαλό τους σε ένα χώρο αδιανόητης μυθοποίησης του ποιος είμαι και τι κάνω τώρα, του ποιό νόημα έχει αυτό που κάνω,  όπου το σώμα θα υποφέρει μεν, θα συνεχίζει δε, ευθεία, πλάγια ή μπουσουλητά.
Ως το τέλος

Κυριακή, Ιουλίου 24, 2016

Όλα όσα πέρασα απόψε


Είναι με το όπλο του στην ταράτσα και τον βρίζουν, τον λένε γαμημένο ξένο, τον λένε γαμημένο Τούρκο κι αυτός τους απαντά ότι είναι Γερμανός.
Είναι θύμα του, είναι νεκρός, έμενε στο Μόναχο, πώς είναι σωστότερο να τον πούμε, Έλληνα πολίτη, σκέτο Έλληνα, μουσουλμάνο Έλληνα, μειονοτικό, γαμημένο Τούρκο, γαμημένο Γερμανό;
---
Είναι με το όπλο του στο δρόμο και πυροβολεί και σκοτώνει νέους ανθρώπους. Την ώρα που τους πυροβολεί και τους σκοτώνει αυτοί είναι το φόντο της δικής του ιστορίας. Στο κέντρο της ιστορίας τους είναι ο ίδιος: έχει αποφασίσει να γίνει μαζικός εκτελεστής, σήμερα η ζωή του μάλλον θα τελειώσει, δεν βλέπει τίποτα άλλο, δεν βλέπει τους ανθρώπους που εκτελεί στα αλήθεια, ο μόνος που βασικά βλέπει είναι ο ίδιος και όλα όσα τον έφεραν σε αυτή την τραγική μέρα, σε αυτή την μέρα που η ζωή του θα τελειώσει.
Είναι ο επικεφαλής της αστυνομίας της περιοχής. Ανάμεσα στα όσα λέει στη συνέντευξη Τύπου για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τις προηγούμενες ώρες, του φαίνεται φυσιολογικό να πει και ότι στην μακρόχρονη καριέρα του και πολύ περισσότερο στη θητεία του στη θέση αυτή, μέρα σαν την σημερινή δεν ξανάζησε. Την ώρα που το αναφέρει αποκαλύπτει άθελα του ότι οι νεκροί και οι τραυματίες είναι στο φόντο της δικής του ιστορίας. Στο κέντρο της ιστορίας του είναι ο ίδιος: του έλαχε μια εξαιρετικά δύσκολη περίπτωση που χρειάστηκε να πάρει ένα σωρό αποφάσεις στη στιγμή και να αξιολογήσει αντικρουόμενες πληροφορίες, μέχρι να δοθεί ένα τέλος τα είδε όλα κωλυόμενα, ο μόνος που βασικά βλέπει είναι ο ίδιος και όλα όσα απροσδόκητα χρειάστηκε να περάσει σε αυτή την τραγική μέρα, σε αυτή την μέρα που δεν θα τη ξεχάσει στην υπόλοιπη ζωή του και θα τη διηγείται με δέος και συγκίνηση, ακόμη και με απρόσκλητη νοσταλγία.
---
Είμαστε εμείς ως σχολιαστές των νεκρών του Μονάχου και των νεκρών της Καμπούλ. Όποια, μα όποια, μα όποια θέση κι αν πάρουμε, συγκριτική ή μη συγκριτική, θα είναι μια πολιτική θέση. Δεν υπάρχουν μη πολιτικές θέσεις όσο υπάρχουν εκ των πραγμάτων δυο κατηγοριών κόσμοι, δυο κατηγοριών ζωές, δυο κατηγοριών θάνατοι.
---

Είμαστε εμείς που δεν συνειδητοποιούμε τι δώρο μεγάλο είναι να μην ακροβατήσαμε ποτέ μεταξύ περισσότερων ταυτοτήτων, που δεν ήμασταν ποτέ μετανάστες τάδε γενιάς, ή μειονότητες, ή οτιδήποτε, που η ταυτότητά μας είναι χαραγμένη σε πλάκα: Έλληνας εκατόν πενήντα τοις εκατό, αν όχι Χριστιανός Ορθόδοξος πάντως σε καμία περίπτωση διεκδικούμενος λόγω παράδοσης από κάποια άλλη θρησκεία, ετεροφυλόφιλος.
Γιατί όταν ακόμα και εμείς με τις αεροστεγείς ταυτότητες χάνουμε το πάτημα μας στον κόσμο και ψάχνουμε να βρούμε ποιοί είμαστε, μπορεί κανείς πολύ πιο εύκολα να φανταστεί πώς είναι να είσαι γαμημένος ξένος στα μάτια οποιουδήποτε γαμημένα γηγενή, γαμημένα άπιστος στα μάτια οποιουδήποτε πιστού, γαμημένα πούστης στα μάτια οποιουδήποτε κανονικού.