Κυριακή, Αυγούστου 31, 2014

Η κτηνώδης ελπίδα

 
Βλέπω αυτές τις φώτο απ' τη Γάζα. Δεν έχω τσεκάρει εκατό τοις εκατό αν είναι αυθεντικές, ακόμη κι αν τυχόν δεν είναι όμως, δεν παύουν να είναι αληθινές. Μετά την εκεχειρία τα παιδιά βγήκαν στη θάλασσα και το γιορτάζουν. Αυτή η κτηνώδης δύναμη της ζωής να μη σταματά να συνεχίζεται. Να προσπερνά τους νεκρούς και να προχωρά με τους ζωντανούς. Και να λέει στον θάνατο, μπορεί να είσαι πιο αμετάκλητος από μένα, αλλά εγώ είμαι πιο ξεροκέφαλη από σένα. Επιμένω παρά την παρουσία σου. Δεν κοιτάζω άλλο πίσω. Κοιτάζω μόνο μπροστά. Κι ας ξέρω ότι στο τέρμα του μπροστά είσαι εσύ. Σε αψηφώ. Σε περιγελώ. Γελάω. Κολυμπάω. Παίζω. Ζω.

Παρασκευή, Αυγούστου 29, 2014

Όταν

Όταν ο Αλέξανδρος έτρωγε βαλάνους,
στο Λουξεμβούργο τρώγαν βαλανίδια.

Τετάρτη, Αυγούστου 27, 2014

Fun Time Beach café

Πριν την έναρξη των προημιτελικών του μουντιάλ, οι αρχηγοί των ομάδων διάβασαν ένα μήνυμα της FIFA: «Καταδικάζουμε ολόψυχα τις διακρίσεις από όποια αιτία κι αν προέρχονται, συμπεριλαμβανομένης της φυλής, του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της εθνικής καταγωγής και της θρησκείας». Και όσο άνετα μπορεί να προσυπογράψει κανείς αυτή την καταδίκη, άλλο τόσο άνετα μπορεί να εντοπίσει τη φωναχτή απουσία από την λίστα: τις διακρίσεις ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους. Οι ταξικές διακρίσεις δεν αναφέρονται επειδή μάλλον κατά τη FIFA -και γενικότερα στον μετά το 1989 κόσμο- δεν θεωρούνται αθέμιτες, επειδή ζούμε σε έναν κόσμο ίσων ευκαιριών, όπου ο καθένας ανταμείβεται για αυτό που προσφέρει, κι άρα αν π.χ. μένει σε φαβέλες, τότε δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο στην «κοινωνική εκκαθάριση» που προηγήθηκε του μουντιάλ, καθώς αυτή δεν ήταν προϊόν καταδικαστέας διάκρισης, αλλά τμήμα της φυσικής τάξης των πραγμάτων.

Λίγα βράδια αργότερα, στους ημιτελικούς, στο παραθαλάσσιο Fun Time Beach café, στην περιοχή Καν Γιουνίς της Γάζας, εννέα πολίτες σκοτώθηκαν από πύραυλο κι άλλοι τρεις τραυματίστηκαν. Είχαν μαζευτεί εκεί για να παρακολουθήσουν το Αργεντινή – Ολλανδία. Αλλά δεν πρόλαβαν. Απέναντί τους, σε ένα λόφο στην πόλη Σντερότ, Ισραηλινοί με ποπ κορν στο χέρι είχαν καβατζάρει ένα λόφο για να απολαύσουν το θέαμα. Θεατής ο βομβαρδιζόμενος, θεατής κι ο βομβαρδιστης. Θεατές κι όλοι εμείς οι τρίτοι, καταναλώνουμε στα σόσιαλ μίντια τις εικόνες της φρίκης, σε ένα timeline που δεν σταματά να μας τροφοδοτεί και να αυτοτροφοδοτείται, υπερκθέτοντάς μας στον ζόφο, ίσως ευαισθητοποιώντας μας - ίσως αναισθητοποιώντας μας, ποιός ξέρει, όλα στο τέλος θα αποδειχθούν έτσι ή αλλιώς. Προς το παρόν κοιτάζουμε αυτούς που κοιτάζουν εκείνους που, ενώ κοιτούσαν τον Μέσι, δολοφονήθηκαν.

Μήπως όμως ο ειδικός αποτροπιασμός μας για τη συμπεριφορά τους θέλει να συγκαλύψει κάτι κρυμμένο; Πόσο καθοριστική είναι η διαφορά ανάμεσα στο να κάθεσαι να βλέπεις τους βομβαρισμούς λάιβ και στο να κάθεσαι να τους βλέπεις σπίτι σου από ένα live feed, ή έστω από το να έχεις κάτσει σπίτι σου και να καταριέσαι άλλους στο δικό σου ηλεκτρονικό μετερίζι; To ίδιο δεν βομβαρδίζονται; Το ίδιο δεν θα σκοτωθούν; Και γιατί το πρόβλημα να είναι η αποκτήνωση του να τα παρακολουθείς κι όχι η αποκτήνωση του να τα επιτρέπεις, να τα επιτρέπεις τουλάχιστον στο βαθμό που σου αναλογεί; Και ποιός είναι αυτός ο βαθμός; Μήπως ένα είναι τελικά το ζήτημα, ότι έχουμε στάση θεατή απέναντι σε όσα συμβαίνουν στους άλλους και σε μας; Ως ποιόν βαθμό είμαστε θεατές και σχολιαστές αυτού του κόσμου; Και πώς θα μπορούσαμε να γίνουμε πιο ενεργοί διαμορφωτές του; Θεσμικά; Ή μήπως με τη βία; Κάνει όμως να καταφύγουμε σε αυτήν;

Ας μιλήσουμε λίγο για μια θεμελιώδη αντίφαση. Ο κάθε λάτρης της εγχώριας νομιμότητας κι ο κάθε διαπρύσιος κήρυκας κατά της βίας επικαλείται ως δικαιολογητική του βάση ότι στις αστικές δημοκρατίες όλα είναι ρυθμισμένα όπως πρέπει, τουλάχιστον ως προς τις καταστατικές αρχές τους. Το κράτος έχει το μονοπώλιο της βίας, προκειμένου να προστατεύσει το δικαίωμα όλων μας να απολαύσουμε τη δημοκρατία. Όποιος βιαιοπραγεί σε δημοκρατικό καθεστώς, το κάνει επειδή οι ιδέες του χάνουν. Η βία δεν είναι μέσο επίλυσης των διαφορών, επειδή έχουμε κάθε δυνατότητα να τα συζητήσουμε ειρηνικά τα θέματα. Κάθε τετραετία τα ξαναβάζουμε όλα κάτω κι όλοι μαζί αποφασίζουμε ποιός τα λέει πειστικότερα. Και αν πείσει, μετά γίνεται αυτό που εκείνος θέλει. Έτσι παίζεται το παιχνίδι και είναι ένα παιχνίδι που η βία έχασε από τη πειθώ.

Όταν όμως η διεθνής νομιμότητα γίνεται εξακολουθητικά κουρέλι, αλλάζει ο σκοπός του τραγουδιού: εκεί καταφεύγουμε στον πραγματισμό, στη γεωπολιτική σκακιέρα, στο δεν θα κάνουμε εμείς τους μάγκες εις βάρος των εθνικών συμφερόντων. Ο καλά καμωμένος κόσμος φεύγει, το δίκαιο της ισχύος έρχεται. Κι έτσι κατ΄ αποτέλεσμα η ένστολη βία του ισχυρού και στην μία και στην άλλη περίπτωση επιδοκιμάζεται. Στα της εγχώριας εξουσίας της βάζουμε κι ένα νόμιμο περιτύλιγμα, στα της παγκόσμιας εξουσίας το περιτύλιγμα πετιέται εκ των πραγμάτων, αλλά δεν πειράζει, το αποτέλεσμα το ίδιο είναι, αρκεί η στολή να φοράει τα χρώματα της Δύσης. Όταν η βία ασκείται από σημείο ισχύος είναι μια αποδεκτή βία κι οι ένστολοι είναι ο σκληρός πυρήνας του φαντασιακού μας. Αν όμως ο κυνισμός και το δίκαιο του ισχυρότερου είναι οκ, τότε γιατί να μην πάρω κι εγώ το όπλο; Αν το δίκαιο του ισχυρότερου δεν ενοχλεί, αν δεν είναι όλα φτιαγμένα όπως πρέπει, αν τα όπλα τα διεθνή δεν ενοχλούν γιατί να ενοχλούν τα εγχώρια; Ή έτσι παίζεται το παιχνίδι ή αλλιώς. Αν ο κόσμος δεν είναι καμωμένος καλά και αν θεσμικά φτάνουμε μέχρι το σήκωμα των ώμων, γιατί να μην αντιδράσει κανείς εξωθεσμικά;

Ίσως, επειδή εκτός όλων των άλλων ενστάσεων και αντιρρήσεων, παίρνοντας το όπλο γίνεσαι οργανικότατο μέρος του θεάματος και της κυρίαρχης αφήγησης. Και το γεγονός ότι το κράτος δεν σταματά να κάνει ό,τι μπορεί για να παράξει «τρομοκράτες», δείχνει πόσο απόλυτα χρήσιμοι του είναι ως εχθροί του. Και έτσι ο κάθε Μαζιώτης καταλήγει να συμπρωταγωνιστεί στην ίδια φαντασίωση με την κάθε Μίνα Καραμήτρου. Και κάπως έτσι, για κάθε δέκα ρεπορτάζ για τον κάθε Μαζιώτη αντιστοιχούν μηδέν ρεπορτάζ για τον κάθε Μαρινάκη. Πριν λίγα μόλις χρόνια η δικαστική έρευνα για τον Μαρινάκη θα προξενούσε σκάνδαλο. Και πουθενά να μην οδηγούσε, το θέμα ως θέμα θα συζητούνταν και με το παραπάνω. Τώρα δεν υπάρχει σοκ ούτε καν για την αποσιώπησή του από τα ΜΜΕ. Αυτού του βαθμού ο μιθριδατισμός της κοινωνίας είναι καινούριο εξελικτικό στάδιο. Και τρέχει παράλληλα με την υποχώρηση της κοινωνίας στην προέλαση της νεοφιλελεύθερης ατζέντας.

Ο λόγος στον κομπέρ του καθεστώτος, Άδωνη: «Έχουμε τον μεγαλύτερο αιγιαλό στον πλανήτη. Να μην βγάλουμε κανένα φράγκο, να βρει και κανένας άνθρωπος δουλειά, να μειωθούν οι φόροι να περνάμε καλύτερα; Να τα έχουμε μονίμως έτσι, επειδή γουστάρει ο κάθε αριστερός;». Να μην τα έχουμε μονίμως έτσι λοιπόν, όχι μόνο σε αιγιαλούς, αλλά και στις δασικές εκτάσεις με το νομοσχέδιο που προωθείται τώρα για ψήφιση, ό,τι ήταν δάσος θα παραμείνει δάσος, εκτός από αυτό που δεν θα παραμείνει δάσος πια, ό,τι ήταν αιγιαλός ή δάσος θα μας βοηθήσει να βγάλουμε κανένα φράγκο, ό,τι είναι περιβάλλον μάς περιβάλλει ακριβώς ως μια ακόμη ευκαιρία για φράγκα, ο ρόλος των μεν είναι να βγάλουν κανένα φράγκο, ο ρόλος των δε να σχολιάσουν τα του περιβάλλοντος, σαν να βλέπουν από τον απέναντι λόφο την ίδιο τους τη ζωή να βομβαρδίζεται. Ό,τι ήταν θέαμα θα παραμείνει θέαμα.
(Κείμενο γραμμένο για το Unfollow) 

Δευτέρα, Αυγούστου 25, 2014

Το διαμαντένιο αηδόνι

Παίζαμε τον γιατρό. Εγώ δηλαδή τον παρίστανα. Εσύ παρίστανες μια μεγαλύτερη γυναίκα κατώτερης τάξης. Πολύ πιο πειστικά από μένα. Δεν ξέρω αν με θορύβησε περισσότερο το παράπονο στη φωνή σου, το κόκκινο στα μάτια σου ή ότι δεν περίμενα να σε δω στα αλήθεια, να μιλήσουμε στα αλήθεια, ότι δεν είχα χώρο πουθενά για σένα, ότι περίμενα να ανταλλάξουμε απλώς μια τυπική καλημέρα. Επέμεινες όμως να μου μιλάς. Και τα μάτια σου ήταν περισσότερο ταραγμένα κι απ' τα λόγια σου. Και τι άλλο στα αλήθεια μου λεγες, απ' το ότι είναι άδικο αυτό που συμβαίνει; Στη χώρα; Στη ζωή; Σε σένα; Δεν ξέρω. Άδικο πάντως, άδικο. Μου είπες και για αυτά που θα ΄πρεπε να μας κρατάνε. Την πατρίδα, τη θρησκεία, την οικογένεια. Τι άλλο εκτός απ' αυτά; Να ενωθούμε μου ΄πες. Εγώ με τους ομοίους μου. Να φτιάξουμε ομάδες, να είμαστε κοντά. Όπως κάνουν στο εξωτερικό. Να μην πηγαίνουμε να βγάλουμε ο ένας το μάτι του άλλου. Αλλά και να μην αφήσω καμιά ευκαιρία να πάει χαμένη. Να διεκδικήσω αυτό που μου ανήκει. Να μην αφήσω να μου το πάρουν. Οι όμοιοί μου. Εγώ όμως ποτέ δεν διεκδικώ αυτό που μου ανήκει. Ό,τι μου δώσουν. Και παράπονο ως τώρα δεν έχω· μου δίνουν. Κι έτσι παίρνω. Κι έτσι παριστάνω. Κι έτσι μεγαλώνω. Και μεγαλώνοντας προσπαθώ να απαλλαγώ από το διαρκώς παρόν μεγάλο μάτι που μας ελέγχει και μας κρίνει. Και την ίδια ώρα που κάπως καταφέρνω να το κάνω, εφευρίσκω κρυφές κάμερες. Λαιστρυγόνες, κύκλωπες και κάμερες κρυφές. Όλοι οι πόλεμοι στην εσωτερίκευση κρίνονται. Κι όλες οι αδιόρατες αλλαγές εσωτερικού ρυθμού. Αποδραματοποιείς το σήμερα, του χαμογελάς, αποδέχεσαι ό,τι σου δίνει με χαρά κι ενίοτε μ' ευγνωμοσύνη, ώστε να αρχίσεις επιτέλους να σκέφτεσαι το αύριο. Εσύ που ζούσες πάντα σαν να μην υπάρχει. Υπάρχει και μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Κολυμπάει πάνω σου ως τη σημαδούρα. Λίγο πριν απ' αυτήν σ΄αφήνει για να φτάσει μόνο του. Πρώτο. Είσαι πια δεύτερος; Στο ίδιο σου το έργο; Όχι, όχι. Λέξεις σαν αυτές το ίδιο μου το έργο. Ασυνάρτητες αλλά αληθινές. Αληθινές επειδή είναι ασυνάρτητες.  

Τετάρτη, Αυγούστου 20, 2014

Σινεφίλ αναφορές

Έλα να παίξουμε σινεφίλ αναφορές,
έλα να μιλήσουμε για πολιτισμικές ηγεμονίες,  
έλα να πούμε για αυτό που διατρέχει όλες τις κουλτούρες,
τι είν' αυτό που μας ενώνει, μας χωρίζει, μας πληγώνει,
καμιά τζιχάντ δεν μπορεί να κερδίσει στ' αλήθεια,
όσο οι δυνατότερες εικόνες είναι με τη δική μας μεριά
κι όσο σ' αυτές θα καταφεύγετε.
Got it, motherfuckers?

Σάββατο, Αυγούστου 16, 2014

Τρέχοντας στα σκαλοπάτια

Kι έρχεται Γερμανία - Βραζιλία επτά - ένα, σε ημιτελικό μουντιάλ μέσα στη Βραζιλία, και δεν γράφεις τίποτα, κι αυτοκτονεί κοτζάμ Ρόμπιν Ουίλιαμς και δεν γράφεις τίποτα, κι αν δεν γράψεις γι' αυτά για τί θα γράψεις δηλαδή, για άλλα που δεν ξέρεις, στον μισό πλανήτη σφάζονται κι ούτε γι' αυτά γράφεις τίποτα, κι όχι δεν φταίει ότι είναι καλοκαίρι, αλλά κάτι πρέπει να γραφτεί, έστω κάτι να επαναληφθεί, οι λέξεις πρέπει να συνεχίσουν να φτύνονται, ποτέ η σιωπή δεν είναι όντως μεταβατική, η μετάβαση της σιωπής είναι συνήθως μετάβαση προς τα κάτω, προς το τίποτα, προς το μηδέν, κάτι πρέπει πάντα να γράφεται ως αντίδραση στη δράση, ως ανταπόκριση στο ερέθισμα, ως συνομιλία με το συμβάν, ως δεν ξέρω τι, ξέρω πως δεν είναι καλύτερη η σιωπή κι ας παριστάνει την ωριμότητα, οπότε ας γράψω τουλάχιστον για εκείνη τη φράση που λέει στον Ουίλιαμς ο Ντε Νίρο στο "Αwakenings", όταν έχει ξυπνήσει από κώμα δεκαετιών και τώρα ζητά απ' αυτόν, τον γιατρό και ξυπνητή του, να βγαίνει έξω μόνος του, κι εκείνος τον ρωτάει τι θα έκανες αν έβγαινες έξω μόνος σου, κι αυτός του δίνει έναν ορισμό της ελευθερίας απροσδόκητο, ότι στη βόλτα του θα αποφάσιζε αν θα έστριβε από την μία ή την άλλη πλευρά, ή αν θα συνέχιζε να πηγαίνει ευθεία, αυτό είναι η ελευθερία τελικά και τίποτα περισσότερο, μια ψευδαίσθηση θεωρητικής δυνατότητας να πας μπροστά, δεξιά, αριστερά ή πίσω, για τα υπόλοιπα είμαστε πολύ περισσότερο προγραμματισμένοι απ΄ό,τι νομίζουμε, και εδώ φτάσαμε στο σημείο της επανάληψης που λέγαμε νωρίτερα, το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ "Μan on Wire" μιλά για το εγχείρημα του Γάλλου σχοινοβάτη, Φιλίπ Πετί, που τον Αύγουστο του 1974 περιφερόταν επί 45 λεπτά στον ουρανό ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους, πάνω σε ένα 43 μέτρων συρματόσχοινο που είχε δέσει ανάμεσα στις οροφές του και ένας συνεργός του την ώρα που έχουν μπει σε έναν Πύργο και κρύβονται, φοβάται, και στην αφήγησή του στο ντοκιμαντέρ ο συνεργός μιλάει απενοχοποιημένα για την ανακούφιση που ένιωθε φεύγοντας, για την έξαψη που ένιωθε κατεβαίνοντας τρέχοντας τα σκαλιά προς την έξοδο, έτσι ίσως ακόμα και ο Πετί πραγματοποιώντας το όνειρό του 417 μέτρα πάνω από το έδαφος να μην νιώθει μεγαλύτερη έξαψη από τον συνεργό του, την ώρα που εκείνος αποδρά μακριά από κάθε φόβο και κάθε κίνδυνο, δεν είναι δηλαδή καθόλου σίγουρο ότι το συναίσθημα επάνω στο σχοινί είναι πιο έντονο από την ηδονή της ασφάλειας, άλλοι ποθούν σχοινιά στον ουρανό, άλλοι το έδαφος κάτω από τα πόδια τους να είναι σταθερό, κι αυτό το φιξάκι που σου δίνει το συναίσθημα της διαρκούς επιστροφής σε οτιδήποτε μπορεί να ονομαστεί ασφάλεια ή κανονικότητα, είναι ένα φιξάκι υποτιμημένο, ένα φιξάκι που δεν έχει αναλυθεί επαρκώς, η αδρεναλίνη δεν εκκρίνεται μόνο στο επικίνδυνο και το παραβατικό, η ακόμα μεγαλύτερη αδρεναλίνη εκκρίνεται όταν τρέχεις μακριά του, όταν επιστρέφεις με τα χίλια στην ασφαλή αγκαλιά του Κανόνα.  

Κυριακή, Αυγούστου 10, 2014

Γράψου πάνω μου

Στην καθιερωμένη απογευματινή ηπειρώτικη μπόρα, ο παππούς πήρε την ομπρέλα και είπε στο εγγόνι γράπ'σου πάνω μου, δηλαδή γραπώσου πάνω μου, καθώς η γλώσσα κόβοντας το ένα ρήμα βοήθησε να έρθει στο φως μια ακόμη ερμηνεία του άλλου, αφού γράφοντας τί άλλο κάνεις απ' το να προσπαθείς να γραπωθείς, είναι οι λέξεις που σου λένε γράπ'σου πάνω μας και ταυτόχρονα γράψου πάνω μας, είναι η γραφή που σου εξηγεί με ακλόνητα στέρεη φωνή πως μπορείς να γραπωθείς πάνω μου, είμαι εδώ για να σου προσφέρω κάτι σημαντικότερο κι από την προστασία απ' τα φυσικά ή τα ανθρώπινα φαινόμενα, είμαι εδώ για να σου προσφέρω τη βεβαιότητα πως ακόμη κι αν παρ΄ελπίδα γίνεις μούσκεμα θα έχεις να κατηγορείς εμένα, εγώ θα γίνω το αλεξικέραυνο της οργής και της ματαίωσής σου, εγώ θα γίνω αυτή που υποσχέθηκε και δεν παρέδωσε, εγώ που σου ζήτησα να με εμπιστευτείς και σε πρόδωσα, εγώ και όχι οι ουρανοί που έχουνε ανοίξει.


(Κι αν τελικά του είπε «ράψου πάνω μου», κι αν τελικά όλα οφείλονται σε μια ακόμη παρερμηνεία, αυτό δεν σημαίνει ότι τα ποστ που γεννούν οι παρερμηνείες δεν πρέπει να γραφτούν, και αν για κάτι μπορεί κανείς να κατηγορήσει μια παρερμηνεία δεν είναι για το ερέθισμα που έδωσε, αλλά μόνο για το ερέθισμα που δεν έγινε ποστ επειδή η φράση δεν ακούστηκε σωστά, για τη σχέση δηλαδή του «ράψου πάνω μου» με το «γράψου πάνω μου» και ούτω καθεξής και ούτω καθεξής, δεν έχουν τελειωμό οι αφορμές γραπώματος ή ίσως ραψίματος πάνω στο λέξεις, κι είναι παντός καιρού, με τους ουρανούς κλειστούς ή ανοικτούς)

Πέμπτη, Αυγούστου 07, 2014

Εθνική Οδός

Αυτό δεν είναι ένα ποστ. Ούτε καν η αναπαράστασή του.
Αυτό δεν είναι ένα τυφλό σημείο γραφής. Ούτε καν η προσομοίωσή του.
Αυτές δεν είναι λέξεις που προσπαθούν να φανερώσουν κάτι. Ούτε καν να κρύψουν.
Μόνο να ασφαλτοστρώσουν θα ήθελαν κάποτε μια Εθνική Οδό
με τις χειρότερες προθέσεις,
μπας και μας οδηγήσει στον παράδεισο
ή έστω σε μια ζωγραφιά του,
που θα προειδοποιεί ότι
αυτό δεν είναι παράδεισος,
αλλά πολύ περισσότερο ούτε και κόλαση.
Κι αν μπορεί να το πετύχει αυτό μια αναπαράσταση,
τότε, ναι, θα άξιζε κανείς, κάπου, κάποτε
να έγραφε επιτέλους 
με απόλυτη ειλικρίνεια,
με απόλυτη κυνικότητα,
με απόλυτη χυδαιότητα,
μην κρατώντας απολύτως τίποτα για τον εαυτό του,
μην αφήνοντας καμιά ευγενική πρόθεση
για τους άλλους
και πολύ περισσότερο για τον εαυτό του
να οδηγήσει στη γνωστή κατάληξη
όλων των τέτοιου ήθους δρόμων. 

Τρίτη, Αυγούστου 05, 2014

Zητείται κομπάρσος


Εφημερίδες δεν διάβαζε πια. Ποιός άλλωστε διάβαζε πια εφημερίδες; Όταν έπεσε στο χέρι του μία, την ξεφύλλισε σαν να κρατούσε αρχειακό υλικό. Πήγαινε από τις πίσω σελίδες προς τις εμπρός, όπως έκανε μικρότερος, όταν ξεκινούσε απ' τα αθλητικά. Το μάτι του σταμάτησε τελικά στις μικρές αγγελίες, ίσως γιατί δεν είχαν φωτογραφίες και του έκανε εντύπωση η αντίστιξη σε ένα εικονοκρατούμενο σύμπαν. Δεν έψαχνε για δουλειά, όχι επειδή είχε, αλλά επειδή δεν χρειαζόταν. Είχαν μεριμνήσει οι γονείς του για αυτόν, ανάγκες δεν είχε. Ναι, ακόμη και μέσα σε αυτήν την οικονομία, ανάγκες δεν είχε. Ανάγκη να πάψει να βαριέται μόνο. Γιατί βαριόταν πολύ. Από παιδί. Και τις αγγελίες τώρα βαριεστημένα τις διάβαζε. Η συγκεκριμένη όμως προφανώς και τον ξάφνιασε: «Ζητείται κομπάρσος για να παίξει στην βραβευμένη κινηματογραφική ταινία “Leaving Las Vegas”. Αμοιβή δεν προσφέρεται, αλλά όλα τα έξοδα μετάβασης και παραμονής στο Λας Βέγκας πληρωμένα».
Πήρε το τηλέφωνο που δινόταν, σίγουρος ότι ήταν ένα είδος φάρσας ή εν πάση περιπτώσει παιχνιδιού, το οποίο όμως άξιζε να διαπιστώσει σε τι ακριβώς συνίστατο. Του απάντησαν ευγενικά σε όλες τις απορίες του: Όχι, δεν ήταν ούτε φάρσα ούτε παιχνίδι, όχι, δεν ήταν κάποιο ριμέικ, την αυθεντική ταινία αφορούσε η αγγελία, ναι, οι παραγωγοί ήθελαν -άγνωστο γιατί- κάποιον Έλληνα να είναι παρών σε μια σκηνή σε καζίνο, όχι, φυσικά δεν θα γινόταν κάποιο ταξίδι πίσω στο χρόνο -μην κάνετε γελοίες ερωτήσεις, σας παρακαλούμε-, μόνο στον τόπο θα γινόταν ταξίδι, θα πήγαινε εκεί για μια μέρα γυρισμάτων, θα γνώριζε κι από κοντά το Νίκολας και την Ελίζαμπεθ, πολύ πιθανόν να του έδιναν κι αυτόγραφο, αλλά καλό θα ήταν να μην έχει περισσότερες προσδοκίες, τέτοιου βεληνεκούς σταρ ούτε φιλίες κάνουν εύκολα με απλούς θνητούς, ούτε σε μνημονεύουν ονομαστικά όταν τους απονεμηθεί το όσκαρ, άλλωστε ακόμη και να υποτεθεί ότι θα ήθελαν, το έχουν ήδη παραλάβει τόσα πολλά χρόνια πριν, έτσι δεν είναι;».
Δεν τους πήρε σοβαρά βέβαια. Και το γεγονός ότι βρέθηκε στο αεροδρόμιο την μέρα και την ώρα που του είπαν, το μόνο που αποδείκνυε ήταν ότι και χρόνο στη διάθεση του να χαλάσει είχε και να δει ως πού θα έφτανε η μπλόφα τους ήθελε. Όλα πάντως πήγαν όπως του είχαν τάξει. Του παρέδωσαν το εισιτήριο όπως είχε συμφωνηθεί και ούτε λίγο ούτε πολύ λίγες ώρες μετά πετούσε προς ΗΠΑ. Εκεί τον περίμενε άλλος αντιπρόσωπος με άλλα εισιτήρια για την ανταπόκριση και περαιτέρω οδηγίες και για να μην τα πολυλογούμε όλα πήγαν ρολόι. Η σκηνή ήταν ασήμαντη, ο Κέιτζ τον έσπρωχνε με τον ώμο καθώς τρέκλιζε, εκείνος τον κοιτούσε ενοχλημένος, η Σου του έλεγε συγγνώμη, αυτό ήταν όλο, σημασία έχει όμως ότι είχε γίνει πια ο ίδιος τμήμα, έστω μικρό, έστω ελάχιστο, μιας από τις αγαπημένες του ταινίες.
Τα επόμενα χρόνια την έβλεπε και την ξαναέβλεπε, με διαφορετικό στάτους τώρα από παλιά, χαρούμενος και συγκινημένος για τις αναμνήσεις του ταξιδιού, για την ασυνήθιστη εμπειρία, για όλα. Συχνά έφερνε και τους λιγοστούς φίλους του και την έβλεπαν μαζί. Εκείνοι δεν τον πίστευαν, μέχρι που σταματούσε την εικόνα στο επίμαχο δευτερόλεπτο και τον έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια. Την εικοστή ή εικοστή πρώτη όμως φορά που έβαλε -ευτυχώς μόνος- να τη ξαναδεί διαπίστωσε φρικαρισμένος ότι η σκηνή του είχε κοπεί στο τελικό μοντάζ.
Έκτοτε μοίραζε μεγάλο μέρος του χρόνου του ανάμεσα στο να ξαναβλέπει την ταινία μήπως κάτι ξαναλλάξει και στο να ψάχνει μανιωδώς στις μικρές αγγελίες, για όσο ακόμη υπήρχαν εφημερίδες, για μια ακόμη ευκαιρία. Κι ας ήταν και σε λιγότερο αγαπημένη του ταινία, δεν πείραζε, αυτός θα ήταν σταντ μπάι.

Σάββατο, Αυγούστου 02, 2014

Συνηθισμένοι άνθρωποι

Χωρίς ομπρέλα,
χωρίς αντηλιακό,
χωρίς αντιβάιρους,
εκτεθειμένος.
μόνος μου,
να βραχώ,
να καώ,
να κολλήσω,
μήπως και με περιθάλψεις,
μήπως και με αγκαλιάσεις,
μάνα.

Τρίτη, Ιουλίου 29, 2014

Δυο Unfollow για κάθε Έλληνα

Στα 32 καίγεσαι, καυτό τεύχος 32, για τρίτο σερί Αύγουστο το Unfollow σπάει ταμπού, το ταμπού πως στο ελληνικό καλοκαίρι καλοκαίρι ο ζόφος και η καταστροφολογία δεν πουλάνε, με τη διαφορά ότι αφού όλες μα όλες μα όλες οι αρνητικές προβλέψεις παύλα βεβαιότητες διαψεύστηκαν κι έχουμε μπει για τα καλά πια σε τροχιά φωτός κι ανάπτυξης, τώρα προσπαθούμε να πουλήσουμε φοβερή και τρομερή κριτική στην Όλγα εκμεταλλευόμενοι ταυτόχρονα την εικόνα της, όλα μπερδεύονται στο γλυκό συναμφότερον, καθώς τα εξώφυλλα της βίας και του αίματος δίνουν τη θέση τους σε φιλελεύθερες γοργόνες που βγαίνουν από τη θάλασσα, φάτε μάτια ψάρια και θυμικό αριστερίζοντα περίδρομο, όλα είναι όμορφα πια, η ομορφιά νίκησε, το καλοκαίρι νίκησε, το φως νίκησε, ο τουρισμός νίκησε, δυο τουρίστες για κάθε Έλληνα, αγοράστε και δώστε από ένα Unfollow σε κάθε τουρίστα που ζει το μύθο του στην πανέμορφη και ολοένα και πιο κανονική πλέον χώρα μας.

Σάββατο, Ιουλίου 26, 2014

Ο καλύτερος κόσμος

Ακούμπησε τις πατούσες σου πάνω στις δικές μου. Νά, εδώ, για το ενσταντανέ. Έλα να αποτυπώσουμε την αναλογία μεγεθών της στιγμής. Της στιγμής που ακόμη η δική μου πατημασιά ήταν η μεγαλύτερη. Της στιγμής που ακόμη ένιωθες πως μπορούσες να χωρέσεις μέσα μου ασφαλώς. Κι άφησέ με επιτέλους να σου μεταδώσω την προπατορική μου ενοχή. Εξειδικευμένη εδώ στο ότι εμείς μπορούμε και πάμε διακοπές. Ή στο ότι εμάς δεν μας βομβαρδίζει κανείς. Σταμάτα επιτέλους να γελάς ευτυχισμένος. Παιδάκια σαν κι εσένα έχουν τόσο πολλά λιγότερα στη χώρα σου. Παιδάκια σαν κι εσένα τα βομβαρδίζουν φίλες σύμμαχοι χώρες. Είναι χρέος μου ως πατέρας σου να σου μεταδώσω αν όχι το όραμα για ένα καλύτερο κόσμο, τουλάχιστον την ενοχή για το γεγονός ότι βιώνεις πως ο καλύτερος αυτός κόσμος δεν είναι καμιά μακρινή ουτοπία, ήδη υπάρχει, απλά δεν είναι για όλους.   

Σάββατο, Ιουλίου 19, 2014

Σεξ, ψέμματα και

Του έκανε συχνά σκηνές. 
Μια μέρα θυμωμένη πέταξε τις παλιές βιντεοκασέτες του.
Μέσα στον κάδο τώρα
έχει ξετυλιχτεί το κομμάτι εκείνο της μαγνητικής ταινίας
που κάποια χρόνια πριν
γυρνούσε γύρω από την ελικοειδή κεφαλή
και πρόβαλε τις αγαπημένες τους σκηνές.
Τόσο παρελθόν στα σκουπίδια, σκεφτόταν,
τόσο πεταμένο σινεμά,
τόση πια ελευθερία,
όλα τόσο ήσυχα πια,
ανάμνηση που ξεθωριάζει
οι δικές τους οι σκηνές.

Τρίτη, Ιουλίου 15, 2014

Καλοφάγωτοι

Σε ένα παράλληλο σύμπαν οι ελεύθεροι επαγγελματίες θα μαζεύονταν στα κεντρικά σημεία των πόλεων και θα έκαιγαν τα εκκαθαριστικά τους με το 26% απ' το πρώτο ευρώ, με το 55% προκαταβολή φόρου για το επόμενο έτος (!), με τα 650 ευρώ τέλος επιτηδεύματος, με την εισφορά αλληλεγγύης έξτρα μπόνους.  
Στο ίδιο παράλληλο σύμπαν όμως δεν θα έπρεπε να είναι μέσα Ιουλίου γιατί έχουμε και διακοπές να πάμε ίσως, στο ίδιο παράλληλο σύμπαν από τη στιγμή και μόνο που θα γινόταν φωναχτή μια σκέψη για τέτοιου είδους διαμαρτυρία τα μίντια θα έτριβαν τα χέρια τους, θα έβρισκαν το προνομιακότερο πεδίο εκτόνωσης και ενοχοποίησης, ο κοινωνικός αυτοματισμός και κανιβαλισμός θα γνώριζε νέες πιένες, ένας από τους μεγάλους ενόχους της κρίσης θα δειχνόταν με το δάχτυλο, η κοινωνική κατηγορία που τα έφαγε λίγο περισσότερο από τις υπόλοιπες όταν τα τρώγαμε όλοι μαζί. 
Ό,τι κι αν αποφανθεί ο ιστορικός του μέλλοντος ως προς το αν τα τρώγαμε ή δεν τα τρώγαμε όλοι μαζί προ κρίσης, το σίγουρο είναι πως θα αποφανθεί ότι μέσα στην κρίση φάγαμε ο ένας τον άλλον, η μια ένοχη επαγγελματική κατηγορία την άλλη και όλες μαζί ως αποτέλεσμα το συνολικό κοινωνικό μας σώμα.

Ίσως όλο το νόημα να είναι στην κηδεία σου να υπάρχει τέτοιας ποιότητας σιωπή και τόσης αλήθειας πόνος.
Αυτό και τίποτα άλλο.
 

Παρασκευή, Ιουλίου 11, 2014

Ελβιέλες πάνω απ' τη Γάζα


 
Για κάθε δέκα καθεστωτικούς δημοσιολογούντες που θα αγανακτήσουν και θα καταγγείλουν μούντζες προς τη Βουλή ή συνθήματα που την αποκαλούν μπουρδέλο,
δεν θα βρεθεί ούτε μισός να αγανακτήσει και να καταγγείλει τη χρησιμοποίησή της από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ως αληθινό μπουρδέλο.
Για κάθε δέκα καθεστωτικούς δημοσιολογούντες που θα καταδικάσουν τη βία από οπουδήποτε κι αν προέρχεται και θα ζητήσουν να αφεθούν στην άκρη συμψηφισμοί και «ναι μεν αλλά»,
δεν θα βρεθεί ούτε μισός να σοκαριστεί με την από αέρος σφαγή στη Γάζα.
Για κάθε δέκα αμερόληπτους κι αντικειμενικούς αθλητικογράφους που θα καταγγέλλουν διαρκώς αηδιασμένοι τη σαπίλα του ελληνικού ποδοσφαίρου,
δεν θα βρεθεί ούτε μισός να ψελλίσει το όνομα Βαγγέλης Μαρινάκης.
Έχουμε φύγει για τα καλά από την εποχή της τήρησης των προσχημάτων, τώρα το να τηρείς τα προσχήματα είναι ένδειξη αδυναμίας κι ηττοπάθειας, τώρα όλα πρέπει να συνεχίσουν να γίνονται ολοένα και πιο απροκάλυπτα, ολοένα και πιο ωμά, ολοένα και πιο πειστικά πως όχι μόνο θα συνεχίσουν να σε λιώνουν για να ολοκληρώσουν την ατζέντα τους, αλλά θα απολαμβάνουν κιόλας τη διαδικασία.

Κυριακή, Ιουλίου 06, 2014

O ελέφας κι ο κροκόδειλας

Kι ενώ ο ελέφαντας στο δωμάτιο θα αναρωτιέται πάντα γιατί οι άνθρωποι δεν τον βλέπουν και βλέπουν στη θέση του τον κροκόδειλο στο νησί, κι ενώ το καλοκαίρι προχωράει με τη ΔΕΗ του 14 να είναι σε επίπεδο ήττας η ΕΡΤ του 13 (αλλά στο εντελώς πιο άνετο αυτή τη φορά), την ώρα που όλοι απολαμβάνουμε στη ΝΕΡΙΤ τις τερματοφυλακάρες του μουντιάλ και τον Μανόλο να προσπαθεί να σταυρώσει ειρμό και σύνδεση της μίας πρότασης με την επόμενη, κι ενώ το δικαίωμα στην απεργία, όπως και μια σειρά ακόμη συνταγματικά δικαιώματα, φυσικά και είναι ακόμα σε πλήρη ισχύ και μόνο η άσκησή τους είναι που δεν επιτρέπεται, κι ενώ το έργο προχωράει με ολοένα και ταχύτερους ρυθμούς και ολοένα και μηδενικότερες αντιστάσεις, εσύ εναπομείναντα μουτζαχεντίν αναγνώστη του μπλογκ, ας ανταμειφθείς με σκόρπια λινκ από πράγματα που έχω γράψει δεξιά κι αριστερά.
Πάρε λοιπόν και βαθυστόσχαστες σκέψεις για την ανθρώπινη κατάσταση με αφορμή την επαναφορά μιας μπάλας σε ένα παιχνίδι κορασίδων, πάρε και λίγο Τριανταφυλλόπουλο ακόμα, πάρε και χώσιμο στον Κούντερα και μάθε επίσης ποιό είναι το χειρότερο βιβλίο που διάβασα ποτέ, πάρε τέλος και δυο κείμενα για δυο αμερικάνικες ταινίες που παίζονται τώρα, αν και ειδικά ο Τόμι Λι Τζόουνς προσφερόταν για δέκα φορές καλύτερο κείμενο από αυτό το σχεδόν μανωλομαυρομάτικο που τελικά παρέδωσα, αλλά καμιά φορά τα πέναλτι τα χάνεις και μόνος σου και Νάβας να μην έχεις απέναντί σου.
Δεν κλείνω με στυλ, αλλά πρέπει να φύγω. Γεια.

Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2014

Το εισιτήριο

 (φωτο Murple Jane)

Το εισιτήριο του μετρό φορεμένο κάτω από το ρολόι του
να διασχίζει κάθετα την ράχη της παλάμης, 
να τέμνει υπογείως το καντράν, 
να συνεχίζει προς τις άσπρες τρίχες του καρπού, 
να αδιαφορεί για κάθε έννοια αισθητικής ή γοητείας,
να φωνάζει ότι μόνο η χρηστικότητα είναι πια διακύβευμα, 
εκτός κι αν βρίσκεται εκεί όχι τόσο για να μην ξεχαστεί, 
όσο για να δηλώσει φανερά και προς όλους,
ότι έχει αποδοθεί η δέουσα τιμή στη νομιμότητα, 
ότι ο επιβάτης που το φέρει βρίσκεται στο βαγόνι δικαιωματικά, 
είναι πολίτης νομιμόφρων, 
είναι άνθρωπος που κάτω από αυτό που δείχνει την ώρα του 
είναι περασμένο αυτό που δείχνει το τώρα του, 
ένα ακυρωμένο δηλαδή εισιτήριο 
μιας διαδρομής αστικής.

Τρίτη, Ιουλίου 01, 2014

Κι αυτή η νύχτα μένει

Παλεύω εδώ και ώρα να αντικρούσω με ένα ποστ ψύχραιμες ενστάσεις κι αντιρρήσεις φίλων από την μια, καθώς και διόλου ψύχραιμα παραληρήματα από την άλλη, που τέμνονται όμως στο κοινό συμπέρασμα ότι το να υποστηρίζεις στις μέρες μας την εθνική είναι προβληματικό. Το παλεύω περισσότερο από μια αίσθηση καθήκοντος να υπερασπιστώ αυτό που πιστεύω, παρά επειδή έχω διάθεση να το κάνω. Δεν έχω. Για την ακρίβεια αυτή η συζήτηση με καταβάλλει.
Μετά συνειδητοποιώ ότι ξημερώνει 1η Ιουλίου και θυμάμαι πως δέκα χρόνια πριν, το βράδυ της 1ης Ιουλίου του 2004, βιώσα την πιο συγκλονιστική στιγμή που μου έχει χαρίσει ποτέ το ποδόσφαιρο. Και ανεξάρτητα από το αν απαντάει ή όχι στις συγκεκριμένες ή σε άλλου τύπου ενστάσεις περί του ποδοσφαίρου εν γένει, θα επικαλεστώ και πάλι όσα είχα γράψει παλιότερα για εκείνο το βράδυ, προσθέτοντάς μόνο πως η χθεσινή νύχτα της εθνικής μπορεί να μην είχε την ίδια κατάληξη, μπορεί επίσης να εξελίσσεται σε ένα ριζικά διαφορετικό εγχώριο περιβάλλον και στο πλαίσιο μιας διοργάνωσης που έχει να απολογηθεί για μια σειρά από εγκλήματα, αλλά δεν παύει να αποτελεί μια νύχτα αυθεντικής και μεγάλης ποδοσφαιρικής συγκίνησης. Και τέλος νομίζω πως όχι μόνο δεν έχουμε να κάνουμε με μια ομάδα που αγαπιέται δυσανάλογα, αλλά αντίθετα έχουμε να κάνουμε με μια ομάδα που έχει αγαπηθεί πολύ λιγότερο από αυτό που της αναλογεί.

 
Στο μυθιστόρημά της Ντόνα Ταρτ με τίτλο «Μυστική Ιστορία», ένας καθηγητής μιλά στους φοιτητές του για τα διονυσιακά μυστήρια και κάνει λόγο για το βάρος του εαυτού μας, για τη δυστυχία που μας προκαλεί η συνείδησή μας, για την λαχτάρα μας να βγούμε για λίγο εκτός εαυτού, για την ιδέα της απώλειας του ελέγχου που γοητεύει τους πολιτισμένους ανθρώπους περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Λέγοντας το με τα δικά του λόγια: «Αν έχουμε αρκετή ψυχική δύναμη μπορούμε να σκίσουμε το πέπλο και να αντικρύσουμε κατά πρόσωπο αυτή τη γυμνή τρομακτική ομορφιά. Αφήστε το Θεό να μας κάνει δικούς του, να μας κατασπαράξει, να σπάσει τα κόκαλά μας και να μας φτύσει ξαναγεννημένους. Αυτή είναι η τρομερή γοητεία των διονυσιακών μυστηρίων, αυτή η φωτιά της καθαρής ύπαρξης. Σε μας είναι δύσκολο και να την φανταστούμε».
Δέκα καλοκαίρια πριν βρίσκομαι στο Ντραγκάο, στο γαλάζιο ύψιλον που σχηματίζουν οι θύρες που έχουν γεμίσει με γαλανόλευκες σημαίες, μπλε μπλούζες και βαμμένα μπλε πρόσωπα. Όγδοη σειρά, καθισμένος στη γραμμή που είναι το σημαιάκι του κόρνερ, μπλέ μπλούζα εθνικής, άβαφο πρόσωπο και γαλάζιο κασκόλ της Ντεπορτίβο Αλαβές, ίσως για να δείχνω (σε μένα) την διαφορετικότητά μου, για να παραμένω μέσα στο σύνολο ο εαυτός μου, που αποθεώνει για μια ακόμη φορά σε κάθε του ενέργεια τον Τάκη Φύσσα, με πνεύμα αγαπητικού χαβαλέ και αγαπητικού θαυμασμού μαζί.
Βράδυ πρώτης Ιουλίου και στο Πόρτο αργεί πολύ να νυχτώσει. Δέκα παρά τοπική ώρα και είναι ακόμα σούρουπο. Αρχίζει η παράταση. Δυο τεράστιοι γερανοί πίσω απ' το γήπεδο δούλευαν όλη την ώρα του αγώνα. Τους κοιτάζω και πάλι. Επιτέλους σταμάτησαν, αλλά το μάτι μου διακρίνει κάτι περίεργο στη νοητή ευθεία από κάτω τους: στο πάνω πάνω διάζωμα, ανάμεσα σε όλους τους Έλληνες, είναι ένας με το πρόσωπό του βαμμένο σε ένα μπλε πολύ πιο σκούρο και πολύ πιο έντονο, ο οποίος φορά ένα λευκό χιτώνα και χορεύει ασταμάτητα. Έτσι από μακριά μού φαίνεται σαν στοιχειό, αλλόκοσμος, σαν να μην είναι από τα μέρη μας, μα ούτως ή άλλως δεν βρισκόμαστε πια στα μέρη μας αλλά στο 105', όταν ακούγεται ένα κρακ και το ύψιλον του Ντραγκάο, αυτή η ανέλπιστη συντεταγμένη του χωρόχρονου, τουμπάρει τρεις μοίρες προς τα κάτω.
Γκολ.
Βγαίνω από τον εαυτό μου, χάνω την ατομικότητά μου, χαμένος στο ύψιλον δεν είμαι πια ο εαυτός μου, το όνομά μου και η ηλικία μου, οι προσδοκίες μου και οι φόβοι μου, οι προκαταλήψεις μου και οι ενοχές μου, τα φωτεινά και τα μαύρα σημεία της ψυχής μου, είμαι ολόιδιος με τον διπλανό μου που αγκαλιάζω, είμαι ο διπλανός μου που κλαίει και με φιλάει, είμαι μια κουκίδα του γαλάζιου, μια μπλε μπλούζα ακόμη που χοροπηδά, μια φωνή ακόμη που κραυγάζει, κραυγή μες τις κραυγές, αγκαλιά μες τις αγκαλιές, δάκρυ μες τα δάκρυα, έκσταση μες τις εκστάσεις, είμαι πανηγυρισμός, είμαι ένας απ' όλους, είμαι τρεις θύρες πιο πέρα, δεν είμαι εγώ, είμαι κάπου αλλού, σε έναν χώρο παράπλευρο του συνειδητού, ελεύθερος επιτέλους από μένα και τα βαρίδια μου, ολόγυμνη ευτυχία, απροστάτευτος αλαλαγμός, άνθρωπος που αξιώθηκε στη ζωή του να δει κατάφατσα το Απόλυτο και το θέαμα του κλόνισε το νου και τον κατέλαβε, μετατρέποντάς τον σε παροξυσμένο θύμα του, δύσπιστο πιστό του και άναρθρο υμνωδό του.
Λήξη. Οι παίκτες έρχονται σε εμάς, πρέπει να βρεθώ κοντά τους, από την όγδοη σειρά το σώμα μου θα βρεθεί στη δεύτερη, πατώντας πάνω σε ώμους, πατώντας πάνω σε καρέκλες που ανοιγοκλείνουν, το σώμα μου πέφτει κάτω και ξανασηκώνεται, το οδηγεί κάποιος άλλος, κάποιος που κατοικούσε μέσα μου πριν εγώ γίνω εγώ, κάποιος που μια ζωή τον καταπλάκωνα και που στο 105΄ απελευθερώθηκε απ' το βάρος της στολής του εαυτού μου, κάποιος που στην σύντομη πορεία του από την όγδοη στην δεύτερη σειρά υπήρξε πιο ελεύθερος απ' ό,τι θα υπάρξω εγώ ποτέ μου.

Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2014

Γραφικότητες

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές, στον Bήμα FM παίρνουν συνέντευξη από τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο. Μια υπόνοια κεφιού πλανάται στον αέρα. Το θέμα δεν είναι αν αυτή καθαυτή η υποψηφιότητα Χριστοδουλόπουλου έχει στοιχεία γραφικότητας. Το θέμα είναι τι επιλέγεις να αντιμετωπίσεις ως γραφικό. Έτσι, ενώ ο Μάκης δεν είχε καμία ρεαλιστική πιθανότητα να μας εκπροσωπήσει στην Ευρωβουλή, παρόμοια συνέντευξη και κυρίως με παρόμοιο τόνο από τον Θοδωρή Ζαγοράκη, που ήταν σχεδόν σίγουρο από τη στιγμή που ανακοινώθηκε ότι θα εκλεγεί, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να υπάρξει. Γιατί γραφικός είναι πάντοτε ο άλλος. Ποτέ ο δικός μας. Αμέσως μετά τον Μάκη ακολούθησε συνέντευξη του Γιώργου Καρατζαφέρη, ο οποίος άρχισε να αναπολεί και να διηγείται από κάποιο παράλληλο δικό του σύμπαν τον τρόπο που κινούσε τα νήματα της πολιτικής ζωής της χώρας μετά τις Κάννες. Εκεί καμία γραφικότητα δεν εντοπίζεται, εκεί η αντιμετώπιση του συνομιλητή είναι εντελώς σοβαρή, εκεί πεδίο συγκαλυμμένης ειρωνείας δεν παίζει. Άλλωστε το περιβόητο παλιό επαινετικό άρθρο του Αλέξη Παπαχελά στην Καθημερινή, είχε απονείμει τα εύσημα σοβαρότητας στο κόμμα και τον Πρόεδρό του.


Και κάπως έτσι, η Ζωή Κωνσταντοπούλου π.χ. δεν άργησε καθόλου να ζωγραφιστεί ως γραφική από τα μίντια, την ίδια ώρα που ο Άδωνις Γεωργιάδης αποχρωματιζόταν. H γραφικότητα δεν προκύπτει με βάση κάποια στοιχειώδη αντικειμενικά δεδομένα· ότι μπορεί κάποιος να ανήκει εδώ ή εκεί, αλλά να είναι ή να μην είναι γραφικός. Όχι. Την γραφικότητα ή την σοβαρότητα θα την απονείμουμε κυριαρχικά εμείς. Στην από εδώ πλευρά γραφικοί δεν υπάρχουν· και μόνο το γεγονός ότι ανήκεις στην από εδώ πλευρά σβήνει από την συζήτηση κάθε υπόνοια γραφικότητας· είναι ο σκοπός που υπηρετείς υπεύθυνος και σωτήριος, άρα εσύ γραφικός πώς θα μπορούσες να είσαι; Κι αντίστροφα, όταν ανήκεις στην από κει πλευρά, αν δεν είσαι γραφικός, είσαι πάντως επικίνδυνος. Και σε μεγάλο βαθμό συμπλέκονται οι δυο έννοιες στη συνισταμένη του ανεφάρμοστου και του λαϊκίστικου. Γραφικός συνεπώς μπορεί να είναι μόνο αυτός που βρίσκεται απέναντί τους. Είναι πράγματι δικαίωμά του Ανδρέα Λοβέρδου να φύγει από το ΠΑΣΟΚ, να σπάσει τα μούτρα του βλέποντας ότι παρά τις φαντασιώσεις του είχε μηδενικό γκελ στον κόσμο και να ξαναγυρνά σχεδόν αμέσως μετά ξεχνώντας όλα όσα έλεγε. Πώς είναι όμως δυνατόν να ξαναγυρνά ως παίκτης κύρους; Ποιός του το απονέμει; Ποιός δεν επισημαίνει την υπέρτατη γραφικότητά του, ποιός δεν λέει ότι είναι ο βασιλιάς των γραφικών; Αλλά μάλλον η μεγαλύτερη γραφικότητα είναι να εξακολουθεί να κάνει κριτική κανείς στα καθεστωικά ΜΜΕ, στην βάση του ότι έχει απέναντί του κάτι διαφορετικό από προπαγανδιστές κι επικοινωνιακούς μουτζαχεντίν.


Και κάπως έτσι, το γεγονός ότι μολονότι στα εκλογικά πάνελ και των δύο Κυριακών, η Λιάνα Κανέλλη βρισκόταν σε ένα συνεχές αμόκ, δεν την καθιστά επισήμως γραφική, σημαίνει πως είτε η Λιάνα είναι η εξαίρεση στον κανόνα, είτε πως είναι (τουλάχιστον) εξ αντικειμένου μια από τις πολυτιμότερες συμμάχους του συστήματος. Ο Σταύρος Θεοδωράκης πάλι ψηφίζει, φωτογραφίζεται μπροστά στην κάλπη και κάνει δηλώσεις με το σακκίδιο. Στα ψηφοδέλτια έχει και το όνομά του με φαρδιά πλατιά γράμματα. Δεν ψηφίζει κανείς σκέτο Ποτάμι. Ψηφίζει «Σταύρος Θεοδωράκης Το Ποτάμι». Εδώ η γραφικότητα ανήκει στον πυρήνα της πολιτικής ταυτότητας και βροντοφωνάζει, ψηφίστε με γιατί είμαι προϊόν, ψηφίστε με γιατί είμαι εικόνα, ψηφίστε με γιατί είμαι γραφικός. Η δακρύβρεχτη επίκληση πάλι του Στάθη Μπούκουρα προς τον Απόστολο Κακλαμάνη, για τον «Αντρέα τον Παπαντρέου», έφερε αποτέλεσμα. Στο δίπολο Μπούκουρας – Κακλαμάνης άρα, γραφικός είναι ο Κακλαμάνης που μασάει, καθώς αρκεί η παραμικρή επίκληση στον Μεγάλο Αρχηγό για να πέσουν οι άμυνές του και να ψηφίσει αθώος. Αλλά η περίπτωση Κακλαμάνη είναι χαρακτηριστική του γενικότερου επιχειρήματος: μολονότι έχει προαιώνιο πόλεμο με τους καναλάρχες, αυτοί ναι μεν δεν τον προβάλλουν, αλλά ως εκεί. Ως γραφικό δεν τον αντιμετωπίζουν ακόμα, γιατί ακόμα τους στηρίζει, γιατί όσο και να γκρινιάζει, και στη δική του υπερπολύτιμη ψήφο στηρίζεται η χώρα και το καθεστώς.


Και περνώντας στο θέμα της Χρυσής Αυγής, προφανώς και είναι γραφικό να τους αποκαλείς, όπως ο Αλέξης Τσίπρας, παραπλανημένους, προφανέστατα και το πάνω από μισό εκατομμύριο Ελλήνων που τους ψήφισε, ξέρει πάρα πολύ καλά τι ψήφισε, αναρωτιέμαι όμως πια μήπως, αν όχι γραφική, πάντως άσφαιρη κι εντελώς αναποτελεσματική, είναι η επιμονή στο επιχείρημα περί νεοναζί. Όχι επειδή η Χρυσή Αυγή δεν είναι νεοναζιστικό κόμμα. Ούτε επειδή κανονικά το επιχείρημα αυτό δεν έπρεπε να είναι αποτρεπτικό. Αλλά ίσως επειδή έχουμε φτάσει σε τέτοια απολιτίκ ή/και σταρχιδικά επίπεδα, που τον άλλον ούτε ο νεοναζισμός δεν τον αφορά και δεν τον χαλάει ιδιαίτερα. Κι επίσης αυτός που τους ψηφίζει ξέρει ότι δεν πρόκειται να εισβάλουν στην Πολωνία αύριο. Να μαχαιρώσουν Πολωνό, Ασιάτη ή Έλληνα, ναι. Ίσως λοιπόν θα έπρεπε να σταματήσουμε να αναμετρώμαστε με τον Χίτλερ και να βρούμε άλλο επίπεδο αντιπαράθεσης. Γιατί εκτός από αναποτελεσματικό μπορεί να αποδειχθεί και παγίδα, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Νίκος Χατζηνικολάου ζήτησε το βράδυ των εκλογών από τον Κασιδιάρη στο Star να αποκηρύξει επιτέλους τις σβάστικες, λες κι αν τις αποκηρύξει όλα θα είναι οκ. Και στο ίδιο κανάλι την επόμενη η Τατιάνα είχε θέμα με την εντυπωσιακή ξανθιά συνοδό του. Για κάθε μία ψήφο που αποτρέπει η νεοναζί προσέγγιση, εκατό ψήφους προσθέτει η λάιφ στάιλ προσέγγιση.


Αξίζει να βρει κανείς στο ίντερνετ και να μελετήσει τις επινίκιες δηλώσεις του Αχιλλέα Μπέου. Εκεί η καταγγελία της διασπάθισης του δημόσιου χρήματος συμπλέκεται ευθέως με τους θολοκουλτουριάρηδες. «Τα λεφτά που έκλεβαν και τα έτρωγαν οι λίγοι, οι άνθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης, θα τα δώσουμε στον κόσμο, για νέες θέσεις εργασίας, να φτιάξουμε το Βόλο που ονειρευόμαστε». Νομίζω πως οι δηλώσεις Μπέου περιγράφουν το αντιπνευματικό πολιτιστικό υπόβαθρο που υπάρχει ανεξάρτητα από την Χρυσή Αυγή. Νομίζω πως η Χρυσή Αυγή έρχεται σε μεγάλο βαθμό ως η πολιτική έκφραση αυτού του υποβάθρου, του αντιπνευματικού πολιτισμού της ιδιωτικής τηλεόρασης, χωρίς προφανώς να παραγνωρίζω τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε η οικονομική κρίση, χωρίς προφανώς να εννοώ ότι δεν υπάρχει και σεβαστότατο ποσοστό αυθεντικών και πούρων φασιστών στις τάξεις της. Αλλά αν ο Κασιδιάρης είναι νεοναζί, σε μεγάλο βαθμό ψηφίζεται ως η πίσω πλευρά του Ψινάκη. Δεν έχει σημασία που δεν τους παίζουν στις πολιτικές εκπομπές. Τους εξέθρεφαν 25 χρόνια τώρα στα τηλεπαιχνίδια και τα μεσημεριανάδικα.

(Κείμενο γραμμένο για το Unfollow)

Τετάρτη, Ιουνίου 25, 2014

Η συγκίνηση μετά τη σιχασιά

Είναι νομίζω αρκετά εύγλωττη η διαφορά που έχει στη συνείδηση του Έλληνα φιλάθλου η εθνική μπάσκετ από την εθνική ποδοσφαίρου. Μολονότι τα τελευταία χρόνια η εθνική μπάσκετ έχει μπόλικες αποτυχίες, ακόμη καταγράφεται στο μυαλό μας ως καλή ομάδα. Και είναι πάντως μια αγαπησιάρικη ομάδα, μια ομάδα με «παικταράδες», μια ομάδα όπου τον υπόλοιπο χρόνο βλέπουμε τα μέλη της να διακρίνονται και να λάμπουν στον διεθνή ανταγωνισμό. Η εθνική ποδοσφαίρου είναι μια ομάδα που αγαπάμε μόνο εάν και εφόσον κερδίζει πράγματα. Και αν το 2004 γνώμη μου είναι πως ο ποδοσφαιρικός πλανήτης δεν είδε μια αμυντικογενή ομάδα την οποία αντιπάθησε, αλλά σε μεγάλο μέρος ταυτίστηκε και φτιάχτηκε με μια ομάδα που πέτυχε έναν από τους πιο βροντερούς σύγχρονους αθλητικούς μύθους, στην πορεία των ετών μετά το 2004 συνέβησαν δύο πράγματα μαζί: η εθνική, εκμεταλλευόμενη το ότι πλέον είχε πάρει πόντους στην παγκόσμια κατάταξη και τοποθετούνταν επικεφαλής ομίλων, πήγαινε μεν με συνέπεια από τη μια μεγάλη διοργάνωση στην επόμενη, αλλά στα περισσότερα παιχνίδια των προκριματικών και στην μεγάλη πλειοψηφία των παιχνιδιών στα τελικά έπαιζε ποδόσφαιρο από μέτριο έως κακό. Έως συχνά απελπιστικά κακό. 
Όταν η εθνική μας παίζει άσχημα, και ειδικά όταν παίζει άσχημα σε μεγάλη διοργάνωση, με τη σύγκριση με τα υπόλοιπα παιχνίδια που γίνονται καθημερινά να είναι καταλυτική, δεν παίζει απλά άσχημα, παίζει σαν να μισεί το ποδόσφαιρο. Και μισώντας το, τη μισούν και οι φίλαθλοι παγκοσμίως.
Αλλά όταν την ευνοήσει επιτέλους μια φάση (ένα λάθος στο πλάγιο άουτ των Ρώσων, μια αφηρημάδα του κεντρικού αμυντικού της Ακτής Ελεφαντοστού) κι η μπάλα μπει στο δίχτυ, τότε κάτι παθαίνει και απελευθερώνεται, κι αρχίζει να μην μισεί πια το ποδόσφαιρο, αρχίζει να προσπαθεί να δείξει ότι κι αυτή το αγαπάει κάπως, ότι κι αυτή πάντως ποδόσφαιρο είναι αυτό που παίζει και όχι λογιστική εργασία με στόχο την επίτευξη αποτελέσματος.
Και κάπως έτσι, όταν παύει να σιχαίνεται και η ίδια αυτό που παίζει, αρχίζει να τη γουστάρει και ο εκτός Ελλάδας φίλαθλος, αρχίζει να τη ξαναγουστάρει και ο αιωνίως κακομαθημένος Έλληνας φίλαθλος, κι ας μην έχει Σπανούληδες και Μπουρούσηδες και άλλους παικταράδες, κι ας έχει παίκτες που εκείνο που κάνουν είναι αυτό που μπορούν, δηλαδή να καταθέσουν στο χορτάρι μυαλό, τακτική, ψυχή, υπέρβαση και ναι, και ποδόσφαιρο.