Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2012

Κούρδισε του ρολογιού τους δείχτες


Παρίσι 1931. Mέσα από τα 3γυαλιά μας παρακολουθούμε την κάμερα του διευθυντή φωτογραφίας Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον να κάνει αεροπλανικά μέσα σε έναν μεγάλο σιδηροδρομικό σταθμόΤα σκηνικά του Ντάντε Φερέτι και της Φραντσέσκα Λο Σκιάβο είναι επιβλητικά και ο Σκορσέζε μας δείχνει από την πρώτη στιγμή ότι είναι διαθετειμένος να κάνει επίδειξη δεξιοτεχνίας επάνω τους. Που από μόνη της όμως δεν είναι έννοια ταυτόσημη με το καλό σινεμά. Aν πίσω από τις λέξεις του παλιού ελληνικού τραγουδιού κρύβεται ο Αλέξης, πίσω από τους δείκτες ενός από τα μεγάλα ρολόγια του σταθμού κρύβεται ο δωδεκάχρονος μυστικός κουρδιστής τους, ο Χιούγκο. Ο μπαμπάς του Χιούγκο ήταν ωρολογοποιός περιωπής και είχε τον Χιούγκο στα όπα όπα. Πέθανε όμως σε ατύχημα, ο Χιούγκο είχε χάσει από πριν και την μαμά του, με αποτέλεσμα να τον παραλάβει ο μπεκρής θείος του, που ζει σε δωμάτιο μέσα στο σταθμό και δουλειά του είναι να κουρδίζει τα ρολόγια. Πολύ κωλόπαιδο ο θείος, μέχρι και ντικενσιανή φιγούρα τον έλεγες και αυτόν και τον Χιούγκο, με τη σημαντικότατη όμως διαφορά ότι ο κόσμος της ταινίας είναι σχεδόν φουλ καραμελωμένος και σχεδόν μηδενικά ζοφερός. θείος εξαφανίζεται αμέσως από την ταινία και την ζωή του Χιούγκο που αρχίζει να μεριμνά εκείνος για το κούρδισμα, προκειμένου να μην αντιληφθούν την απουσία του, τον πιάσουν και τον πάνε σε ορφανοτροφείο. Στον ελεύθερο χρόνο του κλέβει φρούτα και κρουασάν για να τραφεί και κατσαβίδια και γρανάζια για να φτιάξει τον μηχανικό άνθρωπο (έναautomaton) που προσπαθούσε να επιδιορθώσει και ο πατέρας του. Τα κατσαβιδογράναζα τα κλέβει κυρίως από έναν γερό παιχνιδοπώλη που έχει κατάστημα στο σταθμό. Φτιάχνει, φτιάχνει, φτιάχνει, αλλά του λείπει το βασικότερο. Ένα κλειδί σε σχήμα καρδιάς που θα τον ξεκλειδώσει και θα τον βάλει μπρος. Αν τον βάλει μπρος θα γράψει, γιατί κρατάει μια πένα στα χέρια του. Α, τι απίθανη έκπληξη, η βαφτισιμιά του παιχνιδοπώλη έχει το κλειδί. Το φορά μενταγιόν στον λαιμό της. Θα τον ξεκλειδώσουν λοιπόν. Θα πάρει μπρος; Και τι θα γράψει; Και που κολλάει σε όλα αυτά ο Ζορζ Μελιέ, πρωτοπόρος σκηνοθέτης των απαρχών του σινεμά;
------
Αν η ιστορία του Xιούγκο αποτελούσε απλώς την αφορμή για να μπει ο Σκορσέζε στον Μελιέ, ώστε να αφιερώσει χώρο και χρόνο στην παροιμιώδη σκορσεζική σινεφιλία, πιθανότατα θα είχαμε να κάνουμε όχι μόνο με μια δεξιοτεχνική, αλλά και με μια μεγάλη ταινία. Και αυτό δεν είναι απλά μια βάσιμη εικασία, αλλά στηρίζεται και σε απτά στοιχεία, στο μικρό δηλαδή κομμάτι του Hugo” που είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στον κινηματογραφιστή Μελιέ, στα λίγα λεπτά που η γέννηση του κινηματογράφου γίνεται το θέμα του, στα λίγα λεπτά που αναβιώνουν τα στούντιο του Μελιέ και τα γυρίσματά του. Εκεί ο πιο παθιασμένος Αμερικάνος κινηματογραφάνθρωπος μιλά για αυτό που αγαπά περισσότερο απ' όλα στη ζωή του, εκεί η ταινία επιτέλους ξεκλειδώνει, βρίσκοντας την καρδιά που πεντακάθαρα της λείπει σε όλο το υπόλοιπο τμήμα της. Καθόλου παράλογο άλλωστε δεν είναι, αφού ο Μελιέ ήταν προδήλως το βασικότερο κίνητρο για να τη γυρίσει. Παραταύτα τρώει το πάρα πολύ μεγαλύτερο τμήμα της δείχνοντάς μας πρόσωπα και καταστάσεις, που δεν έχουν να μας πουν τίποτα.
Προσωπικά ας πούμε, έχω τεράστια αδυναμία στον Σάσα Μπάρον Κοέν, με αποτέλεσμα να μου αρέσει ακόμα και στο “Ηugo”. Αντικειμενικά όμως, ο λόγος ύπαρξής του ως αστυνομικός του σταθμού ποιός ακριβώς είναι; Αστείο δεν τον λες με τίποτα. Και αυτό είναι μάλλον ένα κατόρθωμα από την ανάποδη, να μας τον δείχνει δηλαδή τόση ώρα σε ρόλο κατά βάση κωμικό, χωρίς να μας αποσπά ούτε ένα χαμόγελο. Να πούμε για την ρομαντική του ιστορία με την Έμιλι Μόρτιμερ; Να πούμε για τη στιγμή που τον πιάνουν τα δάκρυα; Λες και βλέπεις (και παλιά και κακή και πολύ) παιδική ταινία. Τα ίδια ισχύουν για το μεσήλικο ζευγάρι με τα σκυλιά. Να φύγουμε από αυτούς και να πάμε πιο κεντρικά; Στην βιβλιοφάγο Κλόι Μόρετζ που λέει και δύσκολες λέξεις διαρκώς και είναι και τόσο χαρωπή; Δεν είσαι χαριτωμένα μικρομέγαλη, είσαι εκνευριστική. Γύρνα δύο τρία χρόνια πίσω, φόρεσε πάλι τη στολή του Kick Ass” και πες κακές λέξεις αντί αυτές τις επιτηδευμένες. Να πάμε στην ιστορία με τον πατέρα του και του θείου του; Φωνάζουμε τον Τζουντ Λο και τον Ρέι Γουίνστον για να τους εμφανίσουμε να πούν δέκα αδιάφορες λέξεις ο καθένας στη ταινία, για να παίξουν ρόλους ανύπαρκτους. Δεν τους εμφανίζουμε επειδή υπάρχει η οποιαδήποτε καλλιτεχνική ανάγκη, αλλά για να γεμίσουμε το φιλμ με λίγη περισσότερη σοβαροφάνεια και ξιπασιά γεμίζοντας το με τα αναγκαία βαριά ονόματα. Να πάμε τέλος στην ιστορία του ίδιου του Χιούγκο; Αν δεν ξέρεις ποιός σκηνοθετεί και σε έβαζαν να μαντέψεις στο πρώτο μισό της ταινίας, θα έλεγες βάλτε μου κάτι δύσκολο, Σπίλμπεργκ είναι. Σπίλμπεργκ όμως, χωρίς τη συγκίνηση που θα ήξερε να βγάλει από την ιστορία του αγοριού που συνδέεται με τον μηχανικό άνθρωπο. Σπίλμπεργκ χωρίς την ταύτιση με τον πιτσιρικά, το ενδιαφέρον για τα συναισθήματά του.
-------
Δεν σημαίνουν αυτά ότι ο Σκορσέζε γύρισε την ταινία χωρίς ενθουσιασμό. Με ενθουσιασμό τη γύρισε. Αλλά μάλλον θαμπώθηκε τόσο από τα καινούρια του 3D παιχνίδια (μιλά με θερμά λόγια για το 3D, λέγοντας ότι ξαναανακαλύπτεις το σινεμά με κάθε πλάνο), που έχασε και ο ίδιος την εστίαση, που δεν κατάλαβε ότι η βασική ιστορία της ταινίας είναι, παρόλο το εντυπωσιακό της περιτύλιγμα, κούφια. Το γεγονός ότι συνέπεσε χρονικά με το “Αrtist” και ότι μονομάχησαν στα όσκαρ με τελικό σκορ πέντε – πέντε, μάς βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα και τι πήγε σωστά στο “Hugo” (και τα 5 όσκαρ του είναι σε τεχνικές κατηγορίες) και εξ αντιδιαστολής τι πήγε λάθος, τι του έλειψε: το “Artist” δεν είναι μόνο ένας φόρος τιμής στο παλιό σινεμά, είναι και από μόνο του μια άρτια και συμπαγής ταινία, την ώρα που το “Hugo” μην τολμώντας να αφοσιωθεί στον φόρο τιμής, δεν καταφέρνει να κρατήσει δυο καρπούζια κάτω από την μια μασχάλη, ρίχνοντας το καρπούζι της κύριας ιστορίας. Το “Artist” ήταν φρέσκο και τολμηρό, ενώ το “Hugo”παρόλα τα 3D του έκανε συντηρητικές επιλογές και επέλεξε την πεπατημένη. Κρίμα. Ακόμα κι έτσι όμως, αξίζει να δει κανείς την ταινία και για την σκηνοθετική ταχυδακτυλουργία της, και για τις λίγες εκείνες στιγμές που η τεχνική και η τεχνολογία μετουσιώνονται σε τέχνη.

(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)