Τρίτη, Απριλίου 06, 2010

To τραίνο της αφήγησης


Όντας αλεπού, ο απίθανος κύριος Φοξ (που έχει την γνώριμη φωνή του Κλούνεϊ) διαπρέπει στο κλεφτοκοτιλίκι. Αλλά όταν η κυρία Φοξ (που έχει την αγνώριστη φωνή της Μέριλ Στριπ, λες κι αυτή η γυναίκα κατορθώνει να μεταμορφώνεται ακόμη και όταν δεν εμφανίζεται στην οθόνη) του ανακοινώνει πως περιμένουν παιδί, του εξηγεί επίσης πως πρέπει να κόψει πια το χούι και να νοικοκυρευτεί. Ο Φοξ όχι μόνο της το υπόσχεται (πράγμα εύκολο), αλλά πραγματοποιεί και την υπόσχεσή του (πράγμα λιγότερο εύκολο). Όντας μακριά από τα ελληνικά ΜΜΕ και την κρίση τους, έχει τη δυνατότητα να γίνει από κλεφτοκοτάς αρθρογράφος. Έχει πια τη στήλη του, μόνο που έχει και τα παρελκόμενα υπαρξιακά του: τον διαβάζει άραγε κανείς; Η έλλειψη διάδρασης των μη διαδικτυακών μέσων, που αφήνει άλλους στην μακάρια αυτοπεποίθησή τους και άλλους στην αγωνία για το αν γράφουν χωρίς ανταπόκριση. Τα χρόνια όμως περνούν και σε μια κρίση της μέσης ηλικίας, αντί να ερωτευθεί καμιά με τα μισά του χρόνια για να αναζωογονηθεί λιγάκι, αρχίζει να λέει ψέμματα στη γυναίκα του και να βγαίνει το βράδυ απ' το σπίτι κάνοντας επιδρομές στα διπλανά κτήματα, που ανήκουν στο μοχθηρότατο τρίο των Μπόγκις, Μπανς και Μπιν (συνεταίρων ίσως του Μπράουν, του Φίσερ και του Κραφτ). Παλιά του τέχνη κόσκινο δηλαδή.
Παλιά του τέχνη κόσκινο και του Γουές Άντερσον, που βρίσκει την ευκαιρία να ξαναβουτήξει στις αγαπημένες του εμμονές: δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις σε τελικά λειτουργικές όμως οικογένειες, παιδιά που διαπρέπουν, παιδιά που οι γονείς τους δεν τους δείχνουν όση σημασία θα ήθελαν, κεντρικής σημασίας αλλά προβληματικές πατρικές φιγούρες. Καθόλου τυχαίο λοιπόν δεν είναι, ότι εκτός από τις άλλες αλλαγές που έγιναν στο ομώνυμο παραμύθι πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία, στο σενάριο προστέθηκαν δυο κεντρικοί ήρωες: ο μικροκαμωμένος και ψιλοσυμπλεγματικός γιος των Φοξ, Ας, και ο αγγίζων την τελειότητα σε ό,τι κι αν κάνει συνομήλικος ξάδελφός του, Κριστόφερσον (όνομα που μπορεί να συγκριθεί μόνο με το όνομα του σκάφους του Στιβ Ζισού στον Υδάτινο Κόσμο, ήτοι Μπελαφόντε). Το καρτουνίστικο περιβάλλον έχει χαρακτηριστικά που ταιριάζουν γάντι στον κόσμο του Άντερσον. Οι στολές των ζώων π.χ. μας υπενθυμίζουν ότι στολές φοράνε και οι ήρωες τους στις «κανονικές» ταινίες του: οι στολές του πληρώματος του Μπελαφόντε στον Υδάτινο κόσμο, οι κόκκινες Αdidas του Μπεν Στίλερ και των παιδιών του, η στολή τένις του Λιουκ Γουίλσον, η στολή κάου μπόι του Όουεν Γουίλσον, η γούνα της Γκουίνεθ Πάλτροου στους Τενενμπάουμ, ή οι στολές των δραστηριοτήτων του Τζέισον Σουάρτσμαν στο Rushmore.
Τέλος -για να το ρίξουμε και στην αμπελοψυχανάλυση- οι λατινικές, επιστημονικές ονομασίες κάθε ζώου που βλέπουμε σε ένα σημείο της ταινίας είναι ίσως ενδεικτικές μιας άλλης τάσης του Άντερσον: ορίζοντας τον κόσμο, του βάζεις ταυτόχρονα και όρια, αποκτάς κάτι σαν σιγουριά στο χάος του. Έρχεται στο νου η μανία του Όουεν Γουίλσον στο Darjeeling Limited να έχει αναλυτικό ημερολόγιο πρόγραμμα για το ταξίδι των αδελφών του στην Ινδία. Ονοματίζοντας ή προγραμματίζοντας τον κόσμο του βάζεις μια τάξη. Υπό αυτήν την έννοια ακόμη και οι εξωσχολικές δραστηριότητες στο Rushmore είναι ένα είδος καταμερισμού του χρόνου, είναι κατηγοριοποιήσεις και κατατάξεις της ζωής όπως τα λατινικά ονόματα ή το ημερήσιο πρόγραμμα.
Ωστόσο για να μην υπάρχει παρεξήγηση, ο «Απίθανος κύριος Φοξ» δεν είναι σε καμία περίπτωση μια μικρομέγαλη ταινία, ούτε μια ταινία βαρυφορτωμένη με μηνύματα. Είναι μια ταινία απολαυστική, που κυλά στα 87 λεπτά της με έναν ξέφρενο μεν, αλλά καθόλου βιαστικό ή υστερικό ρυθμό, αφήνοντάς σε με ένα διαρκές χαμόγελο στα χείλη. Δεν ξέρω πόσο αυτό το ρέον τέμπο πρέπει να πιστωθεί στον ίδιο τον Άντερσον ή στους ανθρώπους που κατασκεύσαν τα ανιμέισον, σίγουρα όμως ουσιαστικότατη συμβολή έχει η μουσική του Αλεξάντερ Ντεπλά που γεμίζει τόσο πολύ και τόσο ευφρόσυνα το έργο, που είναι σαν να το συνσκηνοθετεί.
Κι αφού τη λύσαμε την παρεξήγηση, επιστροφή στα παρεξηγήσιμα. Το Darjeeling Limited ξεκινά δείχνοντάς τον Μπιλ Μάρεϊ μας σε ένα ταξί. Είναι κατααγχωμένος αν θα προλάβει το τραίνο. Φτάνει στο σταθμό, χώνεται μπροστά από άλλους επιβάτες. Τρέχει με τη βαλίτσα του να προλάβει το τραίνο που ξεκινά. Στην κάμερα εμφανίζεται ξαφνικα να τον προσπερνά ο Έιντριεν Μπρόντι, που κατορθώνει να επιβιβαστεί. Ο ΜάρεΪ χάνει το Darjeeling Limited, χάνει το τραίνο της αφήγησης και εφεξής η ταινία ξεχνά εντελώς τον Μάρεϊ και αφορά τον Μπρόντι και τα αδέλφια του που πρόλαβαν να επιβιβαστούν στην ομώνυμη με το τραίνο ταινία. Και δεν ξέρω για σένα, εγώ ψοφάω για τέτοιου είδους παιχνίδια δημιουργίας. Όπως ψοφάω για τέτοιου είδους παιχνίδια αντιγραφής (αυτό το κοπιάρισμα δηλαδή που ανακάλυψα ψάχνοντας στο δίκτυο την πιο αγαπημένη μου σκηνή από ταινίες του Άντερσον). Ωραίο πράγμα το πάθος για το σινεμά.
(Kείμενο γραμμένο για το ελculture)