Τρίτη, Οκτωβρίου 13, 2009

Λαμπατέρ, τραπέζι, καρέκλες and all that jazz


Μέσα στις «Ραγισμένες Αγκαλιές» μπορεί κανείς να μετρήσει τουλάχιστον οκτώ αφηγήσεις: την αφήγηση της ιστορίας της ταινίας που διαδραματίζεται στο παρόν· μέσα σε αυτήν δυο αφηγήσεις πρωταγωνιστών που μας λένε (κι εμείς βλέπουμε) τι συνέβη στο παρελθόν· την αφήγηση μιας ταινίας που γυριζόταν στο παρελθόν· την αφήγηση ενός ντοκιμαντέρ τύπου «Making of» για αυτήν την ταινία· και τέλος τρεις ιδέες που θα μπορούσαν να γίνουν ταινίες, η αφήγηση των οποίων γίνεται μόνο από το στόμα των ηρώων, χωρίς αντίστοιχες εικόνες, χωρίς αυτό όμως να εμποδίζει τη συγκίνηση να προλαβαίνει να γεννηθεί ακόμα και μέσα από τις λέξεις, όπως στην ιστορία του γιου του Άρθουρ Μίλερ.
Ο Ματέο Μπλάνκο είναι ένας τυφλός σεναριογράφος. Όσο έβλεπε, εκτός από σεναριογράφος ήταν και σκηνοθέτης. Τυφλώθηκε και αποφάσισε πως δεν θα είναι σκηνοθέτης πια. Γιατί; Επειδή, όπως πληροφορούμαστε, «οι εικόνες ήταν η βάση του έργου του». Μαζί με την ακούσια απώλεια της όρασής του αποφασίζει να αρνηθεί εκουσίως και το όνομά του. Πλέον ακούει μόνο στο ψευδώνυμό του. Η ταινία που γυρνούσε πριν τυφλωθεί λέγεται «Γυναίκες και Βαλίτσες». Είναι σχεδόν δίδυμο αδελφάκι των «Γυναικών στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης». Άρα και ο Ματέο αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό την οπτική του Αλμοδοβαρ για το σινεμά. Ο παραγωγός του «Γυναίκες και Βαλίτσες» λαδώνει τον μοντέρ για να την μοντάρει απαίσια. Αυτός το κάνει. Την ταινία τη θάβουν οι κριτικοί και πατώνει. Όταν ο Ματέο το ανακαλύπτει αποφασίζει να τη μοντάρει σωστά. Η ταινία αποκαθίσταται και είναι έτοιμη να θριαμβεύσει.
Είναι λοιπόν το μοντάζ τόσο κρίσιμο στις ταινίες του Αλμοδοβαρ; Μιλά εδώ για ένα θέμα που τον καίει; Την απάντηση ίσως την βρούμε εξ αντιδιαστολής, αν στη θέση των «Ραγισμένων Αγκαλιών» βάλουμε το «Αll That Jazz» και στη θέση του Αλμοδοβαρ τον Μπομπ Φόσι. Eκεί o πρωταγωνιστής – alter ego του σκηνοθέτη σκηνοθετεί επίσης δίδυμο αδελφάκι μιας προηγούμενης ταινίας του και συγκεκριμένα του «Λένι, ο Βρωμόστομος» Ο Φόσι μας δείχνει λοιπόν τον ήρωά του να περνά ατέλειωτες ώρες στην αίθουσα του μοντάζ, μέχρι να βρει πώς το καλύτερο πάντρεμα των πλάνων θα «γεννήσει» την ταινία του. Δεν είναι καν σίγουρος για το τι ψάχνει. Ψάχνει να βρει κάτι εκεί. Στο μοντάζ.
Η αντίστοιχη διαδικασία του μοντάζ που βλέπουμε στις «Ραγισμένες Αγκαλιές» έχει να κάνει με το ποιο πλάνο είναι καλύτερα φωτισμένο και σε ποιο οι ηθοποιοί είναι περισσότερο εκφραστικοί. Η σειρά τους είναι δεδομένη και όταν θα του καταστρέψουν την ταινία, θα του την καταστρέψουν απλά επιλέγοντας τα λιγότερο πετυχημένα πλάνα. Αυτήν την κατεξοχήν κινηματογραφική διαφορά (του πώς δηλαδή με διαφορετικό μοντάζ μια ταινία μπορεί να μετατραπεί από απολαυστική σε βαρετή) δεν την εισπράττουμε με κινηματογραφικούς όρους. Δεν βλέπουμε π.χ. ένα κρίσιμο «κόψιμο» που κάνει την ταινία να αλλάζει τέμπο. Βλέπουμε την υπέροχη τελική εκδοχή, αλλά είναι υπέροχη ως ολοκληρωμένα πλάνα, όχι συγκριτικά με την προηγούμενη εκδοχή.
Αντίθετα, βλέπουμε να καίει τον Ματέο το θέμα του ντεκόρ της ταινίας του, που δεν είναι αρκετά «gráfico». Ζητά άλλα λαμπατέρ, άλλες καρέκλες, άλλα τραπέζια. Γιατί ένας κακομονταρισμένος Αλμοδοβαρ, θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι και πάλι αναγνωρίσιμος Αλμοδοβαρ. Αλλά δεν θα ήταν ποτέ Αλμοδοβαρ, αν η ιστορία των «Γυναικών στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης» συνέβαινε σε ένα σπίτι που η μάνικα δεν θα ήταν μοβ, που τρεις πολύχρωμες πετσέτες δεν θα κρέμονταν σε μια γωνία της κουζίνας, που τα σκουλαρίκια της Καντέλα δεν θα είχαν αυτό το σχήμα, που τα ρούχα, τα έπιπλα, η ταπετσαρία, δεν θα δημιουργούσαν από κοινού αυτό το ολότελα εμπριμέ σύμπαν. Ο Αλμοδοβαρ γουστάρει να ξανακινηματογραφήσει στις «Ραγισμένες Αγκαλιές» το κόψιμο των ντοματών για την παρασκευή του γκασπάτσο, μόνο και μόνο γιατί είναι κατακόκκινες.
Αυτές λοιπόν οι εικόνες μπορεί και να είναι η βάση του έργου του. Αλλά σε καμία περίπτωση μόνες τους. Εξίσου, αν όχι και περισσότερο, βάση του έργου του είναι τα σενάριά του, το πάθος του του για τις ιστορίες και τα συναισθήματά που βγαίνουν από αυτές, όπως στην περίπτωση του γιου του Άρθουρ Μίλερ. Η εικόνα θα έρθει να τις ντύσει. Πολύχρωμα, παραστατικότατα, χωρίς καμία φειδώ. Η εικόνα αυτή θα του δώσει πράγματι και τη στάμπα της. Αλλά ο τυφλός Ματέο Μπλάνκο συνεχίζει να γράφει και - έστω και κολοβά- συνεχίζει να υπάρχει καλλιτεχνικά, κάνοντας αυτό που του είναι φυσικό, πιθανότατα πολύ περισσότερο φυσικό από ό,τι θα ήταν για τον Αλμοδοβαρ να σκηνοθετήσει κάποιο ξένο σενάριο.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

6 Comments:

At 10/13/2009 10:16:00 μ.μ., Blogger lazopolis said...

Πέρασα πολύ καλά και με την ταινία και με το κείμενο (σπάνιο αυτό αν δείς πρώτα την ταινία και μετά διαβάσεις την κριτική) αλλά αυτό είναι φυσικά δευτερεύον: το πρωτεύον είναι να γράψω τη μαλακία μου.

Η οποία έχει ως εξής:

Εντάξει, η παραγωγή του Αλμοντοβάρ απέχει σε μπατζετ πολύ από τις ακριβότερες ελληνικές. Είναι όμως η έλλειψη χρημάτων ο λόγος που δεν έχουμε μισή ταινία στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά στο επίπεδο του τύπου;

Γιατί ο Τεό να μην μπορεί να κάνει μια παρόμοια ταινία; Δεν θα μπορούσε; Θα μπορούσε.

Δεν είναι η έλλειψη φωτογράφων (ο Αρβανίτης ήταν σούπερ). Δεν είναι η έλλειψη σεναρίου πάντα (είναι όμως συνήθως) - ο Tonino Guerra του οποίου το βιβλίο παίρνει μαζί της η τύπισσα στην ταινία που φεύγει ταξίδι για ρεπεράζ (σικ) έχει γράψει σενάρια και για τον Τεό.

Είναι μάλλον οτι ο Έλληνας σκηνοθέτης θέλει ή να κάνει την πιο αριστουργηματική ταινία της δεκαετίας (την οποία σαφώς και δεν έχει τα φόντα να κάνει, όπως δεν τα έχει ούτε ο Αλμοντοβάρ) ή να μη κάνει τίποτα.

 
At 10/13/2009 11:42:00 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

(@lazopolis) giatre mou egrpapses! mao

 
At 10/14/2009 12:07:00 π.μ., Blogger gasireu said...

''σπάνιο αυτό αν δείς πρώτα την ταινία και μετά διαβάσεις την κριτική''
lazo νομίζω δεν είναι κριτική είναι old boy talks cinema. δηλαδή talk. στα άλλα, χειροκροτώ!

 
At 10/14/2009 12:55:00 π.μ., Blogger Old Boy said...

Λοιπόν, κατ' αρχήν όπως λέει κι ο Gasireu, δεν είναι ακριβώς κριτική αυτό που κάνω: ούτε τα φόντα έχω, ούτε τη διάθεση. Ας πούμε ότι είναι προσωπικές ματιές στις ταινίες που βλέπω.
Κι αφού ολοκληρώθηκαν οι διαδικαστικές παρατηρήσεις, επί της ουσίας νομίζω ότι δεν είναι το κατάλληλο παράδειγμα ο Αλμοδοβαρ για να αναρωτηθούμε γιατί οι δικοί μας δεν κάνουν τέτοιες ταινίες. Θέλω να πω ότι ο Αλμοδοβάρ κάνει εντελώς δικό του σινεμά, οπότε κανείς δεν θα μπορούσε να κάνει μια ταινία που να μοιάζει στο σινεμά του, χωρίς να είναι γελοίος. Αν δε έκανε ο Τεό μια παρόμοια ταινία αυτό θα άξιζε όλα τα μπάτζετ της γης ;)
Στη γενική παρατήρηση ότι προσπαθούν οι δικοί μας να κάνουν αριστουργήματα και τελικά εκεί την πατάνε θα συμφωνήσω, αν και υποτίθεται η φουρνιά ταινιών που βγαίνει οσονούπω είναι δυνατή. Θα δούμε. Και δεν θα κρίνουμε. Θα talkάρουμε.

 
At 10/19/2009 11:56:00 μ.μ., Blogger Domingo said...

Έχω την εντύπωση ότι ο Αλμοδοβάρ έχει βρει τη νέα του μούσα στο πρόσωπο της Πενέλοπε. Νομίζω ότι παίζει και στην ταινία. Έχει κάποιο ρόλο ή κάνει κανένα γρήγορο πέρασμα? Σε όλο αυτό το κατεβατό (επίδειξη?) δεν βρήκα καμιά αναφορά σ'αυτή.
Κάνω λάθος?

 
At 10/20/2009 01:25:00 π.μ., Blogger Old Boy said...

Nαι, πρωταγωνιστεί. Και αυτό το κατεβατό, ναι, επίδειξη ήταν κι εγώ επιδειξίας.

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home