Παρασκευή, Ιανουαρίου 26, 2007

Τριλογία

Aνάμεσα στους χθεσινούς καλεσμένους του Τριανταφυλλόπουλου ήταν και ένας βουλευτής της Ν.Δ, ονόματι Μαρκόπουλος. Μετά την παρουσία του στην τόσο δημοφιλή εκπομπή, ο βουλευτής κερδίζει μια θέση και στο τόσο δημοφιλές ιστολόγιό μας, καθώς μας έδωσε -και εμείς με την σειρά μας θα μεταλαμπαδεύσουμε- τρεις νέες αφορμές για προβληματισμούς, κλείνοντας παράλληλα με το ποστ αυτό μια άτυπη μονοθεματική τριλογία (Πάρτυ Γνωριμιών Τηλεφώς - Μαντάμ Μποβαρύ - βουλευτής Μαρκόπουλος), που σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης περιστρέφεται γύρω από τον κοινό άξονα της μάστιγας της νευρικής ανορεξίας στην υποσαχάρια Αφρική. Πάμε:
1) Ο βουλευτής χρησιμοποίησε σε μια αποστροφή του λόγου του τον όρο «φτωχολογιά». Κάθε είδος λόγου, ακόμη και ο πολιτικός, χαρακτηρίζεται από την αισθητική του σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι θέλουμε να νομίζουμε. Η διάσταση ανάμεσα στο πώς λες κάτι και στο τί είναι αυτό που λες είναι τελικά ψευτοδιάσταση. Το πώς λες κάτι συγκαθορίζει καίρια το τί λες. Το πώς μοντάρεις μια ταινία δεν είναι θέμα φόρμας. Το πώς μοντάρεις μια ταινία είναι η ίδια σου η ταινία. Το πώς γράφεις ένα κείμενο δεν είναι θέμα ωραιότητος ή ελιτισμού. Άλλα λέει ένα κείμενο που γράφεται «αυθόρμητα», «προφορικά» και «λαϊκά» και άλλα λέει ένα κείμενο που πέραν του τί θέλει να πει, νοιάζεται για τον τρόπο που θα το πει, για τον τρόπο που θα κοιτάξει το εκάστοτε περιστατικό. Η αισθητική μας είναι η ματιά μας είναι η ουσία μας είναι η ψυχή μας. Δεν είναι κορδελάκια και φιοριτούρες. Συνεπώς φτώχεια μπορεί να υπάρχει σήμερα, φτωχοί με προβλήματα επιβίωσης μπορεί να υπάρχουν σήμερα, αλλά «φτωχολογιά» δεν υπάρχει σήμερα, παρά μόνο ως όρος του περασμένου αιώνα, με συγκεκριμένη ιδεολογική φόρτιση, αναφορά σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και ερμηνεία του συγκεκριμένου Νταλάρα (του Γιώργου δηλαδή).
Η ένσταση βιάζεται να εγερθεί: τι αλλάζει όμως τελικά αν την πούμε «φτωχολογιά» ή με άλλο όνομα; Για μένα αλλάζει, και μάλιστα καθοριστικά, καθώς αποκαλύπτει τον βαθμό ειλικρίνειας, ενδιαφέροντος, πολιτικής ευφυίας και επαφής με την εποχή του αυτού που την εκφέρει.
Δεύτερη ένσταση, ακόμη βιαστικότερη: ναι, αλλά έτσι δεν ανοίγει απλώς ο δρόμος στον πιο επιτήδειο, σε αυτόν που απλώς θα χρησιμοποιήσει πιο πιασάρικο και μοντέρνο λόγο;
Η δεύτερη ένταση γίνεται δεκτή από το δικαστήριο.
2) Δεκτή δεν είχε γίνει η ένσταση στην δίκη της 17Ν περί χαρακτηρισμού των εγκλημάτων ως «πολιτικών». Ο νομικός χαρακτηρισμός του «πολιτικού εγκλήματος» κατά το Σύνταγμα και η υπαγωγή των τρομοκρατικών χτυπημάτων στην έννοια αυτή, είναι πράγματι ένα πολύ ενδιαφέρον ζήτημα και μπορούν να υποστηριχθούν ευπρόσωπα (αν και όχι εξίσου ευπρόσωπα είναι η -υποκειμενική μου- αλήθεια) και οι δύο απόψεις. Ωστόσο, αν βγάλεις το νομικό σκέλος της συζήτησης από την μέση, το να επιχειρηματολογείς πολιτικά, όπως ο ίδιος βουλευτής χθες, ότι η τρομοκρατία δεν έχει πολιτική διάσταση είναι τουλάχιστον αστείο.
3) Επίσης καλεσμένος χθες ήταν και ο γιατρός Ανευλαβής. Ο άνθρωπος αυτός που έγινε στα γεράματα τηλεοπτικός μαϊντανός, όχι για την επιστημοσύνη του, ούτε για το βάθος των απόψεών του, αλλά επειδή αυτοαναφλέγεται και αρχίζει το μπινελίκιασμα σε χρόνο dt, τα πήρε και χθες και άρχισε ένα φιλιππικό κατά των πολιτικών. Δικαίως (δικαιότατα) ο στην διπλανή καρέκλα Μαρκόπουλος άρχισε να του απαντά, στην αρχή σχετικά ήρεμα. Ο άλλος είχε φορτώσει όμως και γάβγιζε ακατάπαυστα. Λογικό και επόμενο να υψώσει και ο βουλευτής τη φωνή του. Μας δείχνει λοιπόν η κάμερα τους δυο τους δίπλα - δίπλα, να φωνάζουν ο ένας στην μούρη του άλλου, και μια ξανθιά γλάστρα (που ήταν κι εκείνη καλεσμένη) να τους κοιτά με συγκατάβαση και με το ζόρι συγκρατημένη ειρωνεία.
Το ηθικό δίδαγμα είναι βέβαια, ότι ο τρίτος, ο ουδέτερος, ο παρατηρητής, άπαξ και δει καυγά, σπανίως θα κάτσει να εξετάσει αν και πόσο προκλήθηκες. Ο Ανευλαβής (και φυσικά η κάθε ιστολογική μετεμψύχωσή του) θα κάνει ούτως ή άλλως και ανεξαρτήτως αφορμής αυτό που ξέρει καλά να κάνει, να χτυπιέται δηλαδή σαν την μαϊμού και να προκαλεί. Αν μπεις στη διαδικασία να απαντήσεις, τελικά η κάθε ξανθιά θα σε κοιτάξει σαν να είσαι το ίδιο πράγμα με τον μανουρατζή.
Στο παιχνίδι της μανούρας ο μανουρατζής είναι εξ ορισμού κερδισμένος και ο εκάστοτε στόχος του εξ ορισμού χαμένος. Με άλλα λόγια, κράτα τα επιχειρήματά σου για τον εαυτό σου, γιατί δεν περνάνε εδώ, εδώ το νόμισμα είναι η κραυγή, κραυγή εν τέλει απελπισίας και βαθιάς υπαρξιακής δυστυχίας.

8 Comments:

At 1/27/2007 12:48:00 π.μ., Blogger kamenidis said...

Γέρικο αγόρι, όταν ήσουν μπόμπιρας, σε τάιζαν Wittgenstein με το μπιμπερό? (Εύγε, εύγε!)

 
At 1/27/2007 01:25:00 π.μ., Blogger lazopolis said...

Ευχαριστούμε θερμά που εισάγεις στον βαρετό ηλιόλουστο κόσμο μας τις απαστράπτουσες τηλεοπτικές περσόνες απ' του Μάκη.

"Αν μπεις στη διαδικασία να απαντάς, τελικά η κάθε ξανθιά θα σε κοιτάξει σαν να είσαι το ίδιο πράγμα με τον μανουρατζή."

Συνήθως το πώς σε κοιτάει η ξανθιά είναι πράγματι πρωταρχικής σημασίας
διότι ο λόγος μας είναι η εικόνα της αισθητικής μας, η εικόνα της ουσίας μας, η εικόνα της ψυχής μας. Και θέλουμε αυτή η εικόνα να λάμπει (κατά το "κι εσύ λάμπεις, Μπάμπη").

Όμως μερικές φορές ο άνθρωπος με τα ψειριασμένα μαλλιά αποφασίζει οτι δε δίνει δεκάρα για την εικόνα της ψυχής του και εκσφενδονίζει τις (ενίοτε διαδυκτικές) κραυγές του στον Νεαντερταλένσις που στέκεται απέναντί του και γαυγίζει.

Γράφω, λοιπόν, για να δηλώσω ενάντιος στον πάντα και πανταχού νηφάλιο συνομιλητή. Η δημόσια εικόνα μας έχει ανάγκη αποδόμησης με τον ίδιο τρόπο που είχε απελπισμένα ανάγκη από μια πίπα ο λοχίας στο Goooodmorning Vietnam.

 
At 1/27/2007 03:04:00 π.μ., Blogger Old Boy said...

Kamenidis, διάβασα την «Μαντάμ Μποβαρύ» μόλις τώρα, λες να χω διαβάσει Βιτγκενστάιν; Μετά τα 80 λέω να τον πιάσω :)
Lazopolis, το τσαλάκωμα της εικόνας μπορεί να είναι ένα πρόβλημα, να το δεχτώ. Περισσότερο πρόβλημα όμως είναι το αίσθημα της αδικίας που νιώθεις όταν τσακώνεσαι για λόγους που εσύ θεωρείς 100% δικαιολογημένους και το φιλοθεάμον κοινό σε κοιτάζει σαν την ξανθιά στον Μάκη, αδιαφορώντας για το ποιός έχει δίκιο και ποιός άδικο, αδιαφορώντας για το ποιός προκαλεί και ποιός απαντάει και βάζοντάς σας στο ίδιο τσουβάλι.

 
At 1/27/2007 03:16:00 π.μ., Blogger Old Boy said...

Την «Φτωχολογιά» την είπε ο Μπιθικώτσης βέβαια, αλλά για κάποιο λόγο η λέξη φτωχολογιά με οδήγησε συνειρμικά στον Νταλάρα. Αυτός είναι ο ένας λόγος που την πάτησα. Ο άλλος είναι το πάγιο και χρόνιο σχέδιο του Γιώργου να μην αφήσει αδισκογράφητο με τη δική του φωνή ΟΥΤΕ ΕΝΑ μεγάλο ελληνικό τραγούδι, ώστε οι μέλλουσες γενιές να ξεχάσουν ποιό τραγούδι ανήκει σε ποιόν και να πιστεύουν ότι όλα ήταν δικά του.

 
At 1/27/2007 07:29:00 π.μ., Blogger So_Far said...

Δεν έβρισκα άτομο να συμπληρώσω το τρίπτυχο των πουλαίν μου από το χώρο της ΝΔ. Η Παπακώστα είναι πολύ λαϊκή για την αισθητική μου. Διαβάζοντάς σας το τρίπτυχο ολοληρώθηκε. Έχουμε και λέμε λοιπόν: Γεωργιάδης-Γκιουλέκας-Μαρκόπουλος . Ντροπή μας, αλλά τέτοιους εκλέγουμε.

 
At 1/27/2007 10:10:00 π.μ., Blogger fuzzy burlesque said...

συγχαρητηρια!

εχεις εξαιρετικα δυνατες αντοχες

πραγματικα αντεχεις να βλεπεις τετοιες εκπομπες;

ή η δημοσιογραφικη σου διαστροφη κερδιζει - στα σημεια εστω - την αισθητικες σου αξιες;

οσο και να με πληγωνου ολοι αυτοι οι μαλακες που κυκλοφορουν ολη μερα στα σπιτια μας,εγω τους φτυνω με ον τροπο μου

αν τους φτυναμε ολοι μας δεν θα ειχαν λογο υπαρξης

 
At 1/27/2007 05:29:00 μ.μ., Blogger nik-athenian said...

old boy έπιασες σωστά το κύριο μέρος του στόχου και της τακτικής του μανουρατζή στην TV.
Περιμένουμε να συμπληρώσεις με τον καιρό την ανάλυση για την πρακτική και τακτική του πανθέου των τηλεοπτικών ομοτράπεζων.
Και οι παραθυρίτες είναι άλλη μια ενδιαφέρουσα συνομοταξία από τηλεοπτικές περσόνες. Η ψυχογράφησή τους θα άξιζε τον κόπο.

 
At 1/28/2007 09:56:00 μ.μ., Blogger Old Boy said...

Η «δημοσιογραφική διαστροφή» είναι διαστροφή των δημοσιογράφων, Fuzzy Burlesque.

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home