Σάββατο, Ιουνίου 03, 2017

Λάμπουν στο πρόσωπό σου

Δεν αλλάζουμε μόνο εμείς μέσα στον χρόνο. Eνίοτε είναι και ο χρόνος που αλλάζει μέσα στον χρόνο. Κι αν όχι ακριβώς ο ίδιος, πάντως η νοηματοδότησή του, η σχέση μας μαζί του, η λειτουργία του στη ζωή μας. Που όλα αυτά βέβαια συνιστούν τελικά την αληθινή του υπόσταση, γιατί χρόνος δεν είναι αυτό που καταγράφουν τα ρολόγια μέχρι να ξεκουρδιστούν, χρόνος δεν είναι καν αυτό που καταγράφεται πάνω στο σώμα μας μέχρι να ξεκουρδιστεί, χρόνος είναι αυτή η εντελώς υποκειμενική απόσταξη ενός κοινού για όλους μεγέθους.

Οι παλιότερες γενιές έχουν περισσότερες ιστορίες Κυριακής να διηγηθούν, επειδή πρόλαβαν μια Κυριακή η οποία ήταν η μόνη αδιαμφισβήτητη βασίλισσα που μπορούσε να σταθεί δίπλα στη γιορτή και τη σχόλη, με αποτέλεσμα να εποφθαλμιά τη θέση της η βδομάδα όλη. Αλλά όταν στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 80 ήρθε δίπλα της να κάτσει και το Σάββατο, προκλήθηκε μια βαθιά τομή στον χρόνο και στο γενικότερο σκηνικό. Η αναλογία είχε πάψει πια να είναι έξι – ένα. Το σκορ είχε γίνει πέντε – δύο. Μην το κρύβουμε, η καθιέρωση του πενθήμερου ήταν τεράστιο χτύπημα στο κυριακάτικο γόητρο. Από εκείνο το σημείο και ύστερα η σημασία της Κυριακής μπορεί να μην είχε αναιρεθεί μεν, είχε σαφώς σχετικοποιηθεί δε. Το Σάββατο έγινε η κατεξοχήν ημέρα ψυχαγωγίας και η Κυριακή μετατράπηκε περισσότερο στην παραμονή της Δευτέρας. Άσε που μερικά χρόνια αργότερα έπαψε να έχει μια ακόμη αποκλειστικότητα, αυτήν της εγχώριας μπάλας, αποκλειστικότητα που της αφαιρέθηκε για τηλεοπτικούς λόγους, επειδή πλέον απλωνόταν σε περισσότερες μέρες της εβδομάδας η σχόλη που κάπως έπρεπε να καλυφθεί, επειδή με άλλα λόγια γιγαντωνόταν το πάρτι της ανέμελης και πάνω από τις δυνάμεις μας ζωής.

Και το πάρτι μπορεί ευτυχώς να έληξε δια της μνημονιακής ευλογίας, αλλά επειδή oι ελληνικές παθογένειες δεν έχουν τέλος, υπήρξαν λυσσώδεις προσπάθειες να διαφυλαχθεί η Κυριακή ως κάτι ιερό, στο οποίο για κάποιον ανεξήγητο λόγο τα καταστήματα πρέπει να είναι κλειστά και ο καταναλωτής να μην μπορεί να αγοράσει τα χρειώδη. Κι αυτό όμως φαίνεται τώρα να τείνει προς την λήξη του για 32 Κυριακές τον χρόνο -μετά από έντιμο, αμοιβαίο συμβιβασμό με τους δανειστές, που είχαν ζητήσει 332- και κάπως έτσι η Κυριακή έρχεται να αλλάξει πάλι ρόλο. Αν την δεκαετία του 80 τα Σάββατα έγιναν οι νέες Κυριακές, επιτέλους τώρα οι Κυριακές γίνονται οι νέες Δευτέρες. Αν η Κυριακή δέχτηκε το πρώτο πλήγμα παύοντας να είναι η μοναδική εξαίρεση στον κανόνα της κάθε μέρα εργασίας, δέχεται τώρα το δεύτερο επειδή γίνεται κι αυτή μέρος του κανόνα της κάθε μέρα εργασίας. Αλλά πολιτικά μιλώντας, αν η απώλεια της ιδιαιτερότητας των Κυριακών ήταν ένα από αυτά που μας έφεραν ως εδώ, ίσως η αντίστροφη απώλεια της ιδιαιτερότητάς τους μας ξαναβγάλει στο ξέφωτο: όχι άλλες εξαιρέσεις, λούφες και παραλλαγές – επιτέλους να κανονικοποιηθεί ο κανόνας.

Ένας φίλος στο φέισμπουκ έγραψε βέβαια ότι ρώτησε μια κοπέλα σε σούπερ μάρκετ κι εκείνη του απάντησε ότι για 4 ώρες δουλειάς την Κυριακή θα πάρει 5 ευρώ. Δεν ξέρω αν ισχύει το νούμερο, προφανώς δεν έχει διασταυρωθεί, ίντερνετ είναι άλλωστε το μέρος όπου ο καθένας μπορεί να πει ανεύθυνα το οτιδήποτε, ανεύθυνα και χωρίς συναίσθηση της μεγαλύτερης εικόνας, της εικόνας που δεν συμπεριλαμβάνει μόνο τα συμφέροντα του εργαζομένου αλλά και αυτά του καταναλωτή, της εικόνας που δεν συμπεριλαμβάνει μόνο τα συμφέροντα του εργαζομένου αλλά και αυτά του εργοδότη, της εικόνας τελικά των ίδιων των συμφερόντων του εργαζομένου, εκτός κι αν δεχτούμε ότι η κυριακάτικη ανεργία είναι προτιμότερη, ρομαντικότερη και βιωματικότερη από την κυριακάτικη εργασία.
(Κείμενο γραμμένο για το «Κ» της Καθημερινής)