Παρασκευή, Φεβρουαρίου 28, 2014

Ο Λόγος

(Ακολουθούν σκέψεις για τέσσερεις στιγμές του Νymphomaniac II. Η συνολική μου γνώμη για την ταινία, στο ελculture)

Ο πόνος και το όριο: Η Τζο, βρίσκοντας τον έρωτα της ζωής της, χάνει την ερωτική της διάθεση. Δεν μπορεί να ολοκληρώσει πια, καθώς -όσο κι αν προσπαθεί- το κορμί της δεν ανταποκρίνεται. Θα ξαναβρεί την ανταπόκριση στον πόνο. «Δεν υπάρχει λέξη κλειδί την οποία θα μου πεις και θα με κάνει να σταματήσω», της λέει ο Κ, ένας νέος άντρας που χτυπά στο γραφείο του γυναίκες που τον περιμένουν στον προθάλαμο με ραντεβού. Ο σαδισμός του επεκτείνεται και στα ωράρια των «πελατισσών» του. Μόνο χαράματα δέχεται και η Τζο πρέπει να είναι εκεί από τις 2 ώς τις 6, όπου μπορεί να την καλέσει πάσα ώρα και στιγμή. Ο Κ δεν κάνει σεξ, είναι απόλυτα σαφές αυτό. Και δεν παίρνει και χρήματα «Τι κερδίζεις εσύ από αυτό;» θα τον ρωτήσει. «Είναι δικό μου θέμα και μην με ξαναρωτήσεις». Σε μια από τις πιο μεγάλες στιγμές της ταινίας το μαστίγωμα μετατρέπεται σε ηδονή. Ωστόσο, ίσως θα έπρεπε να το σκεφτούμε αντίστροφα, όχι ως προς τα σύνορα οδύνης-ηδονής, όχι ως προς αυτή την αναζήτηση του πόνου, αλλά στο ότι εν προκειμένω πρόκειται για έναν πόνο οριοθετημένο (καθώς ο Κ πάντα ενημερώνει για το πόσες φορές θα χτυπήσει και δεν αποκλίνει από αυτό), έναν πόνο προγραμματισμένο, μια σωματική τιμωρία που κατά βάθος δε συνιστά και τιμωρία, αφού είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε μομφή προς το πρόσωπό σου αυτού που σε τιμωρεί, πρόκειται για ένα μαζοχισμό τόσο ξεκάθαρο και τόσο δίχως προσχήματα, που ίσως παύει πια να είναι μαζοχισμός, ίσως δηλαδή η Τζο δεν ψάχνει τον πόνο αλλά τον εγκιβωτισμό του μέσα σε ένα μηχανικό πλαίσιο, ίσως δεν ψάχνει την τιμωρία αλλά τη φυλάκισή της στο σωματικό και μόνο σκέλος, απαλλαγμένη από την ψυχική-ενοχική της διάσταση. - See more at: http://www.elculture.gr/elcblog/article/Nymphomaniac-Volume-II-807452#sthash.gB6olicz.dpuf

Η σκηνή με τους δύο Aφρικάνους μετανάστες εραστές είναι ιδιοφυής, καθώς ο Τρίερ παίρνει μια κλασική σεξουαλική φαντασίωση και την μετατρέπει σε υπαρξιακό καλαμπούρι. Η συγκεκριμένη φωτογραφία ήταν από αυτές που είχαν κυκλοφορήσει περισσότερο και δημιουργούσε στους θεατές την προκατειλημμένη υποψία ότι θα συνιστούσε μια από τις πιο προκλητικές με όρους σεξουαλικής απεικόνισης σκηνές της ταινίας. Ο τρόπος μάλιστα που ξεκινάει την αφήγηση του περιστατικού η Τζο, όταν θέτει ως προαπαιτούμενο να μην μιλά τη γλώσσα των ανθρώπων αυτών και να βρίσκεται έτσι εξ ορισμού εκτός του βασιλείου της γλώσσας κατά την σεξουαλική επαφή μαζί τους, δημιουργεί μια άλλη υποψία, μήπως και ο Τρίερ προκειμένου να τα βάλει με την πολιτική ορθότητα, καταλήγει να βαδίσει σε ρατσιστικά μονοπάτια. Συμβαίνει όμως το ακριβώς αντίθετο: καθώς οι δυο τους τσακώνονται γυμνοί στη γλώσσα τους, η Τζο κοιτάζει τους σηκωμένους μαύρους φαλλούς τους, που έτσι απομυθοποιούνται, το μέγεθος και το χρώμα τους παύει να έχει τη συμβολική και φαντασιωτική του σημασία, παύει να έχει την κυρίαρχη σημασία που θα είχε σε οποιαδήποτε ερωτική σκηνή, μετατρεπόμενο σε ένα ακόμα κομμάτι σώματος, για την ακρίβεια σε ένα ακόμα αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του ψυχοσωματικού συνόλου που είναι ο άνθρωπος, στο οποίο κυριαρχεί η γλώσσα και ο λόγος. Μπροστά στο Λόγο όλα είναι αστεία και δευτερεύοντα, να βγεις από το σύστημα της γλώσσας δεν γίνεται, ο άνθρωπος δεν κάνει σεξ ποτέ μόνο ενστικτωδώς και μόνο υπακούοντας στην φύση του, αυτού του είδους τη σχεδόν ζωώδη απελευθέρωση δεν μπορεί ποτέ να τη βιώσει, τα γεννητικά του όργανα θα είναι πάντα δέσμια του συστήματος των νοημάτων και των εννοιών του ανθρώπινου λόγου.

Σε ένα από τα πιο αμήχανα τμήματα της ταινίας, η Τζο μετατρέπεται σε ένα είδους ψυχολογικoύ τραμπούκου που βοηθά κανονικούς τραμπούκους στην είσπραξη χρεών για λογαριαμό τοκογλύφων. Η σκηνή που γυμνώνει έναν άντρα και προσπαθεί να δει ποιά αφήγηση θα του δημιουργήσει στύση ώστε να τον κάνει να βρει το αδύναμο σημείο του, να υποκύψει και να πληρώσει τα χρέη του, είναι ο ορισμός της σκηνής που δεν κολλάει σε κανέναν μυθοπλαστικό κόσμο. Αλλά την ίδια ώρα βλέποντας τον φαλλό του να σηκώνεται καθώς του μιλάει για παιδάκια σε αυλές σχολείων, λες χαλάλι και παραπάνω από χαλάλι για αυτήν την μεταφορά του κακού που σωματοποιείται και της σκοτεινότατης επιθυμίας που σηκώνει τρομακτικά κεφάλι, λες χαλάλι για αυτό που λέει μετά η Τζο στον σοκαρισμένο Σέλιγκμαν, πως δηλάδή το 95% των παιδόφιλων (δεν γνωρίζω αν τα ποσοστά που αναφέρει ο Τρίερ είναι ακριβή, αλλά δεν είναι αυτό το σημαντικότερο) που καταπολεμά την τάση του και δεν ακουμπά ποτέ παιδί, όχι μόνο κατακριτέο δεν είναι, αλλά αντίθετα θα έπρεπε να του απονέμεται και μετάλλιο. Ο Τρίερ παίρνει μια από τις πιο εμβληματικές κατηγορίες τεράτων της εποχής μας, αντιστρέφει με ενσυναίσθηση το σύστημα αξιών μας, και λέει πως αν έχεις ένα τέρας μέσα σου, όταν το πολεμάς, όχι μόνο τέρας δεν είσαι αλλά άξιος θαυμασμού, πως μετράει αυτό που κάνουμε όχι αυτό που ποθούμε, πως είμαστε όχι αυτό που ορίζει η φύση μας, αλλά αυτό που προκύπτει ως αποτέλεσμα του διαλόγου και ενίοτε του πολέμου ανάμεσα στη Φύση και το Λόγο.


Όταν η Τζο μεγαλώνει το αιδοίο της μετατρέπεται σε μια ανοικτή πληγή. Ο Τρίερ φτιάχνει μια ηρωίδα που δεν «τιμωρείται» μόνο μια φορά τον μήνα επειδή είναι γυναίκα, αλλά μια γυναίκα που ματώνει μόνιμα, επεκτείνοντας την «τιμωρία» και αυτήν την φορά χωρίς το αντιστάθμισμα της δυνατότητας γέννησης ζωής. Η Τζο πληρώνει  όχι κάποιο προπατορικό αμάρτημα, αλλά το «αμάρτημα» της δικής της νυμφομανούς φύσης, για την ακρίβεια της χαρακτηριζόμενης από την κοινωνία ως νυμφομανούς επειδή είναι γυναικεία κι όχι αντρική φύση. Και κάπως έτσι το αιδοίο γίνεται ο πυρήνας αυτής της ταινίας, το αιδοίο που θέλοντας να ζήσει σαν φαλλός και ζώντας μια ζωή ικανοποίησης της δικής του αδηφάγου βούλησης τιμωρείται, τιμωρείται με ενοχές, με ανηδονία, με σωματικό πόνο, με αίμα. 

Η Τζο βρίσκοντας τον έρωτα της ζωής της, χάνει την ερωτική της διάθεση. Δεν μπορεί να ολοκληρώσει πια, καθώς όσο κι αν προσπαθεί το κορμί της δεν ανταποκρίνεται. Θα ξαναβρει την ανταπόκριση στον πόνο. «Δεν υπάρχει λέξη κλειδί την οποία θα μου πεις και θα με κάνει να σταματήσω», της λέει ο Κ, ένας νέος άντρας που χτυπά στο γραφείο του γυναίκες που τον περιμένουν στο προθάλαμο με ραντεβού. Ο σαδισμός του επεκτείνεται και στα ωράρια των «πελατισσών» του. Μόνο χαράματα δέχεται και η Τζο πρέπει να είναι εκεί από τις 2 ως τις 6, όπου μπορεί να την καλέσει πάσα ώρα και στιγμή. Ο Κ δεν κάνει σεξ, είναι απόλυτα σαφές αυτό. Και δεν παίρνει και χρήματα «Τι κερδίζεις εσύ από αυτό;» θα τον ρωτήσει. «Είναι δικό μου θέμα και μην με ξαναρωτήσεις». Σε μια από τις πιο μεγάλες στιγμές της ταινίας το μαστίγωμα μετατρέπεται σε ηδονή. Ωστόσο ίσως θα έπρεπε να το σκεφτούμε αντίστροφα, όχι ως προς τα κοντινά σύνορα οδύνης - ηδονής, όχι ως προς αυτή την αναζήτηση του πόνου, αλλά στο ότι εν προκειμένω πρόκειται για έναν πόνο οριοθετημένο (καθώς ο Κ πάντα ενημερώνει για το πόσες φορές θα χτυπήσει και δεν αποκλίνει από αυτό), έναν πόνο προγραμματισμένο, μια σωματική τιμωρία που κατά βάθος δεν συνιστά και τιμωρία αφού είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε μομφή προς το πρόσωπό σου αυτού που σε τιμωρεί, πρόκειται για έναν μαζοχισμό τόσο ξεκάθαρο και τόσο δίχως προσχήματα που ίσως παύει πια να είναι μαζοχισμός, ίσως δηλαδή η Τζο δεν ψάχνει τον πόνο αλλά τον εγκιβωτισμό του μέσα σε ένα μηχανικό πλαίσιο, ίσως δεν ψάχνει την τιμωρία αλλά τη φυλάκισή της στο σωματικό και μόνο σκέλος απαλλαγμένη από την ψυχική - ενοχική της διάσταση.

2 Comments:

At 2/28/2014 09:55:00 μ.μ., Blogger Ξενικός said...

ενδιαφέρουσα ανάλυση για συμβάντα μάλλον έξω από την πραγματικότητα.
Ξενικός

 
At 3/05/2014 06:24:00 π.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

Αγαπημένε oldboy χαρά στο κουράγιο σου

Εμένα όταν μου σηκώνεται δε μπορώ να κάνω κινηματογραφική κριτική

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home