Τρίτη, Ιουλίου 01, 2014

Κι αυτή η νύχτα μένει

Παλεύω εδώ και ώρα να αντικρούσω με ένα ποστ ψύχραιμες ενστάσεις κι αντιρρήσεις φίλων από την μια, καθώς και διόλου ψύχραιμα παραληρήματα από την άλλη, που τέμνονται όμως στο κοινό συμπέρασμα ότι το να υποστηρίζεις στις μέρες μας την εθνική είναι προβληματικό. Το παλεύω περισσότερο από μια αίσθηση καθήκοντος να υπερασπιστώ αυτό που πιστεύω, παρά επειδή έχω διάθεση να το κάνω. Δεν έχω. Για την ακρίβεια αυτή η συζήτηση με καταβάλλει.
Μετά συνειδητοποιώ ότι ξημερώνει 1η Ιουλίου και θυμάμαι πως δέκα χρόνια πριν, το βράδυ της 1ης Ιουλίου του 2004, βιώσα την πιο συγκλονιστική στιγμή που μου έχει χαρίσει ποτέ το ποδόσφαιρο. Και ανεξάρτητα από το αν απαντάει ή όχι στις συγκεκριμένες ή σε άλλου τύπου ενστάσεις περί του ποδοσφαίρου εν γένει, θα επικαλεστώ και πάλι όσα είχα γράψει παλιότερα για εκείνο το βράδυ, προσθέτοντάς μόνο πως η χθεσινή νύχτα της εθνικής μπορεί να μην είχε την ίδια κατάληξη, μπορεί επίσης να εξελίσσεται σε ένα ριζικά διαφορετικό εγχώριο περιβάλλον και στο πλαίσιο μιας διοργάνωσης που έχει να απολογηθεί για μια σειρά από εγκλήματα, αλλά δεν παύει να αποτελεί μια νύχτα αυθεντικής και μεγάλης ποδοσφαιρικής συγκίνησης. Και τέλος νομίζω πως όχι μόνο δεν έχουμε να κάνουμε με μια ομάδα που αγαπιέται δυσανάλογα, αλλά αντίθετα έχουμε να κάνουμε με μια ομάδα που έχει αγαπηθεί πολύ λιγότερο από αυτό που της αναλογεί.

 
Στο μυθιστόρημά της Ντόνα Ταρτ με τίτλο «Μυστική Ιστορία», ένας καθηγητής μιλά στους φοιτητές του για τα διονυσιακά μυστήρια και κάνει λόγο για το βάρος του εαυτού μας, για τη δυστυχία που μας προκαλεί η συνείδησή μας, για την λαχτάρα μας να βγούμε για λίγο εκτός εαυτού, για την ιδέα της απώλειας του ελέγχου που γοητεύει τους πολιτισμένους ανθρώπους περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Λέγοντας το με τα δικά του λόγια: «Αν έχουμε αρκετή ψυχική δύναμη μπορούμε να σκίσουμε το πέπλο και να αντικρύσουμε κατά πρόσωπο αυτή τη γυμνή τρομακτική ομορφιά. Αφήστε το Θεό να μας κάνει δικούς του, να μας κατασπαράξει, να σπάσει τα κόκαλά μας και να μας φτύσει ξαναγεννημένους. Αυτή είναι η τρομερή γοητεία των διονυσιακών μυστηρίων, αυτή η φωτιά της καθαρής ύπαρξης. Σε μας είναι δύσκολο και να την φανταστούμε».
Δέκα καλοκαίρια πριν βρίσκομαι στο Ντραγκάο, στο γαλάζιο ύψιλον που σχηματίζουν οι θύρες που έχουν γεμίσει με γαλανόλευκες σημαίες, μπλε μπλούζες και βαμμένα μπλε πρόσωπα. Όγδοη σειρά, καθισμένος στη γραμμή που είναι το σημαιάκι του κόρνερ, μπλέ μπλούζα εθνικής, άβαφο πρόσωπο και γαλάζιο κασκόλ της Ντεπορτίβο Αλαβές, ίσως για να δείχνω (σε μένα) την διαφορετικότητά μου, για να παραμένω μέσα στο σύνολο ο εαυτός μου, που αποθεώνει για μια ακόμη φορά σε κάθε του ενέργεια τον Τάκη Φύσσα, με πνεύμα αγαπητικού χαβαλέ και αγαπητικού θαυμασμού μαζί.
Βράδυ πρώτης Ιουλίου και στο Πόρτο αργεί πολύ να νυχτώσει. Δέκα παρά τοπική ώρα και είναι ακόμα σούρουπο. Αρχίζει η παράταση. Δυο τεράστιοι γερανοί πίσω απ' το γήπεδο δούλευαν όλη την ώρα του αγώνα. Τους κοιτάζω και πάλι. Επιτέλους σταμάτησαν, αλλά το μάτι μου διακρίνει κάτι περίεργο στη νοητή ευθεία από κάτω τους: στο πάνω πάνω διάζωμα, ανάμεσα σε όλους τους Έλληνες, είναι ένας με το πρόσωπό του βαμμένο σε ένα μπλε πολύ πιο σκούρο και πολύ πιο έντονο, ο οποίος φορά ένα λευκό χιτώνα και χορεύει ασταμάτητα. Έτσι από μακριά μού φαίνεται σαν στοιχειό, αλλόκοσμος, σαν να μην είναι από τα μέρη μας, μα ούτως ή άλλως δεν βρισκόμαστε πια στα μέρη μας αλλά στο 105', όταν ακούγεται ένα κρακ και το ύψιλον του Ντραγκάο, αυτή η ανέλπιστη συντεταγμένη του χωρόχρονου, τουμπάρει τρεις μοίρες προς τα κάτω.
Γκολ.
Βγαίνω από τον εαυτό μου, χάνω την ατομικότητά μου, χαμένος στο ύψιλον δεν είμαι πια ο εαυτός μου, το όνομά μου και η ηλικία μου, οι προσδοκίες μου και οι φόβοι μου, οι προκαταλήψεις μου και οι ενοχές μου, τα φωτεινά και τα μαύρα σημεία της ψυχής μου, είμαι ολόιδιος με τον διπλανό μου που αγκαλιάζω, είμαι ο διπλανός μου που κλαίει και με φιλάει, είμαι μια κουκίδα του γαλάζιου, μια μπλε μπλούζα ακόμη που χοροπηδά, μια φωνή ακόμη που κραυγάζει, κραυγή μες τις κραυγές, αγκαλιά μες τις αγκαλιές, δάκρυ μες τα δάκρυα, έκσταση μες τις εκστάσεις, είμαι πανηγυρισμός, είμαι ένας απ' όλους, είμαι τρεις θύρες πιο πέρα, δεν είμαι εγώ, είμαι κάπου αλλού, σε έναν χώρο παράπλευρο του συνειδητού, ελεύθερος επιτέλους από μένα και τα βαρίδια μου, ολόγυμνη ευτυχία, απροστάτευτος αλαλαγμός, άνθρωπος που αξιώθηκε στη ζωή του να δει κατάφατσα το Απόλυτο και το θέαμα του κλόνισε το νου και τον κατέλαβε, μετατρέποντάς τον σε παροξυσμένο θύμα του, δύσπιστο πιστό του και άναρθρο υμνωδό του.
Λήξη. Οι παίκτες έρχονται σε εμάς, πρέπει να βρεθώ κοντά τους, από την όγδοη σειρά το σώμα μου θα βρεθεί στη δεύτερη, πατώντας πάνω σε ώμους, πατώντας πάνω σε καρέκλες που ανοιγοκλείνουν, το σώμα μου πέφτει κάτω και ξανασηκώνεται, το οδηγεί κάποιος άλλος, κάποιος που κατοικούσε μέσα μου πριν εγώ γίνω εγώ, κάποιος που μια ζωή τον καταπλάκωνα και που στο 105΄ απελευθερώθηκε απ' το βάρος της στολής του εαυτού μου, κάποιος που στην σύντομη πορεία του από την όγδοη στην δεύτερη σειρά υπήρξε πιο ελεύθερος απ' ό,τι θα υπάρξω εγώ ποτέ μου.

9 Comments:

At 7/01/2014 02:05:00 μ.μ., Blogger Thomas Xomeritis said...

Μερικές φορές νιώθω, διαβάζοντάς σε, ότι νιώθεις ότι πρέπει ν’ απολογηθείς για πράγματα που σε κάνουν χαρούμενο.

 
At 7/01/2014 03:05:00 μ.μ., Blogger Old Boy said...

Aλήθεια είναι. Εν προκειμένω έπρεπε να απολογηθώ για το πώς μπόρεσα και έβλεπα μουντιάλ, για το πώς μπόρεσα και ήμουν με την εθνική Ελλάδας και για μια σειρά άλλα πώς μπόρεσα.

 
At 7/01/2014 05:29:00 μ.μ., Anonymous Σωτήρης said...

Δεν σε πιστεύω Ολντ. Εσύ δεν είσαι σαν την πεθερά μου που είναι ινσουλινοεξαρτόμενη και όταν της δίνω γλυκό λέει ευχαριστώ δεν θέλω, φοβάται να το πάρει γιατί ξέρει πως θα της τα χώσω και θα έχω δίκιο.
Εσύ δεν φοβάσαι, ούτε νομίζω πως βαριέσαι. Απλά , νομίζω, πως η απόσταση που χωρίζει τη χαρά που νοιώθει μια παρέα παιδιών όταν παίζει μπάλα σε μια αλάνα από τη χαρά που προσφέρει η φίφα είναι πια τόσο μεγάλη και διαφορετική που δυσκολεύεσαι να βρεις επιχειρήματα με ισχυρή λογική βάση. Γι αυτό γυρίζεις πίσω. Όχι δηλαδή πως αυτά που γράφεις περί “καθαρής ύπαρξης “ , ψυχής , συνείδησης, μυστηρίων και ελευθερίας μπορούν να σταθούν εύκολα όρθια στη βάσανο του ορθού λόγου, αλλά τέλος πάντων δέκα χρόνια πριν ήτανε.
Και δεν νομίζω πως μπορεί να σου πει κανείς να μη δεις μουντιάλ και μάλιστα να μη χαρείς. Άλλο όμως αυτό και άλλο αυτά που γράφεις, λες και πήραμε την Τριπολιτσά. Εκτός κι αν βαριέσαι λόγω ηλικίας, δεν είναι και λίγα τα σαρανταφεύγα.

 
At 7/01/2014 10:48:00 μ.μ., Anonymous michael said...

Old boy, κοιτα να δεις τι γινεται. Το συζητούσα με μια φιλη την σοφια που ειναι πορτογαλιδα και παθιαζεται στα ποδοσφαιρικα τοσο που βαζει τα κλαματα πιο συχνα και απο τον κριστιανο οταν ο τελευταιο τα κανει μανταρα. Συζητουσαμε πως ειναι δυνατον ολοι αυτες τις μερες να βλεπουν φανατικα ποδοσφαιρο στις ηπα. Δεν υπαρχει μπαρ αυτες τις μερες χωρις σημαιουλες και στον μαυροπινακα στην εισοδο το προγραμμα με τα παιχνιδια. Και δεν μιλαμε για τους χιλιαδες μεταναστες. Το μικροβιο εχει προσβαλει και τους γηγενεις. Ενα τεταρτο πριν τη σεντρα του ηπα-βελγιο και δεν υπαρχει ψυχη στο γραφειο. Ξεμεινα μονο εγω για να σου γραψω στη δροσια του κλιματιστικου :) Το συμπερασμα; Ειναι τρεντι γιατι ειναι ευρωπαικο… Οποιος θελει να θεωρειται σοφιστικε, οφειλει να ξερει να πει δυο πραγματα για το παγκοσμιο παθος του ποδοσφαιρου. Για τον ταδε γκανεζο ποδοσφαιριστη που μεγαλωσε στη γερμανια και νικησε τον ρατσισμο, τον μεγαλο μεσι που ειναι ο νεο μαραντονα κλπ κλπ. Μου ελεγε λοιπον η φιλη, πως το ακριβως αντιθετο ισχυει στην πορτογαλια. Οποιος θελει να το παιξει εξυπνος, απορριπτει το ποδοσφαιρο ως βλακωδη φανατισμο. Πολυ φοβαμαι πως το ιδιο συμβαινει και στην ελλαδα. Λειτουργει αναποδα ο ιδιος μηχανισμος που καθοδηγει το ατομα να ενταχθει σε μια κοινωνικη ομαδα. Το αισθημα του ανηκειν. Μονο που υπαρχει η ψευδεση του οτι με το να λες οχι στο ποδοσφαιρο δεν ανηκεις. Το ενα ή το αλλο, οι δυο διαφορετικες πλευρες του ιδιου νομισματος. Γι αυτο μην απολογησαι καθολου. Αν καποιος δεν επηρεαστηκε απο τη μοδα εισαι εσυ. Υ.Γ. Σε επιασαν οι τυψεις και εγω περιμενα πως θα εγραφες κατι για τον τεραστιο Καρα.

 
At 7/02/2014 03:20:00 μ.μ., Blogger Old Boy said...

Θα ήθελα να γράψω και για τον Καραγκούνη και για αυτό καθαυτό το παιχνίδι και την πορεία μας στο μουντιάλ, αλλά δυστυχώς με πήρε από κάτω το περίεργο κλίμα που -στον μικρόκοσμό μου, έστω- δημιουργήθηκε.

 
At 7/03/2014 05:25:00 π.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

κάτω η αστυνομία της διασκέδασης, σε όποιον δεν αρέσει το ποδόσφαιρο ας μην το παρακολουθεί δεν τον υποχρεώνει κανένας.
Κανείς όμως δεν θα μας πει αν έχουμε ή δεν έχουμε δικαίωμα να χαιρόμαστε και να διασκεδάζουμε με ότι θέλουμε.
Αυτό που αποτρέπει το ποδόσφαιρο από το να είναι αφόρητα βαρετό είναι η χαρά να υποστηρίζεις κάποιον στις νίκες και στις ήττες η χαρά τις συλλογικής ταύτισης, επιλέγω να ταυτιστώ την ομάδα της χώρας μου, είναι το πιο εύκολο, δεν σημαίνει τίποτα αυτό ούτε ότι μισώ τους άλλους ούτε ότι είμαι καν πατριώτης, για μένα ο πατριωτισμός εξαντλείται στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, μακάρι να έρθει η μέρα που αυτό θα γίνει ο κανόνας!

 
At 7/03/2014 03:07:00 μ.μ., Anonymous Σωτήρης said...

Ολντ, αν, και μόνο αν, με το “μικρόκοσμό μου” εννοείς τον εδώ των σχολίων χώρο, προσπερνώ τον χαρακτηρισμό “περίεργος” γιατί πράγματι είμαι- αφού όλοι μου το λένε.
Δεν θα δεχθώ όμως τις ενοχές που μου φορτώνεις- “Θα ήθελα να γράψω…”- γιατί όπως εσύ είσαι ελεύθερος στο δικό σου μπλογκ να γράφεις ότι θέλεις έτσι κι εγώ είμαι ελεύθερος να κάνω ότι σχόλιο θέλω και δεν νομίζω πως έχεις αντίρρηση σε αυτό.

Ανώνυμε, βάστα λίγο πισινή βρε παιδί μου πολύ φόρα πήρες αστυνομία υπάρχει μόνο στο μυαλό σου, κανείς δεν σου είπε να μην βλέπεις ποδόσφαιρο κανείς δεν σου είπε να μην χαίρεσαι με ότι θέλεις, αρκεί αυτό το “θέλεις” να είναι δική σου ελεύθερη επιλογή και να το διαχειρίζεσαι ελεύθερα μόνος σου, εσύ.

http://www.topontiki.gr/article/77999/Se-peiramatozoa-mas-metatrepei-to-Facebook

 
At 7/03/2014 03:40:00 μ.μ., Blogger Old Boy said...

Όχι, φυσικά δεν εννοούσα τα σχόλια στο μπλογκ.

 
At 7/04/2014 01:30:00 π.μ., Anonymous Ανώνυμος said...

Μπράβο ρε ολντ, μετέφερες τέλεια το συλλογικό οργασμό του 2004, αλλά τι πράγμα αυτό με το κρϋο ζέστη με σένα, τη μία σε αντιπαθώ την άλλη σε λατρεύω με αυτά που γράφεις

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home