Δευτέρα, Αυγούστου 01, 2022

Προσοχή: Έλλειψη Πόθου.

 

 
Όταν γράφεις για τον εκτός σινεμά κόσμο, θα γράψεις και για εκείνα που σε απογοητεύουν· μ΄ αυτόν τον τρόπο δίνεις διέξοδο στην πίκρα σου και, εν πάση περιπτώσει, μιλώντας για εκείνα που σε απογοητεύουν, μιλάς ταυτόχρονα και για εκείνα που θα ήθελες να αλλάξουν. Όταν όμως γράφεις με αφορμή το σινεμά, τότε νιώθεις την ανάγκη να γράφεις κυρίως για εκείνα που σε γοητεύουν.  Έτσι, όταν μια ταινία (ή κάτι γύρω από μια ταινία) με ενθουσιάζει, θέλω να μεταφράζω τον ενθουσιασμό μου σε λέξεις. Με αυτό τον τρόπο ταινίες που με κέντρισαν (ή σκηνές ή ατάκες που με κέντρισαν) εξακολουθούν να παίζουν στο μυαλό μου. Όταν όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, είναι σαν να εκλείπει το κύριο κίνητρο της γραφής: ο πόθος. Ποιός ο λόγος να παρατείνω στο μυαλό μου μια αδιάφορη κινηματογραφική εμπειρία; Σε κερδίζει κάτι; Θες να αναμεταδώσεις αυτό που σου προξένησε. Δεν σε κερδίζει; Γιατί να χαλιέσαι μαζί του;
Οπότε τι κάνεις τώρα που η καινούρια ταινία ενός αγαπημένου σου σκηνοθέτη (ο «Δημόσιος Κίνδυνος» του Μάικλ Μαν) σε αφήνει αρκετά έως πολύ ανικανοποίητο; Μόνη λύση που βρίσκω είναι να αντιπαραθέσω στο συγκεκριμένο ξενέρωμα τον γενικότερο ενθουσιασμό μου για τον Μαν.
Κάνω ηλεκτρονικές ανασκαφές και βρίσκω μέιλ σε φίλο, καλοκαίρι του 04, το οποίο συνοδευόταν από φωτογραφία του Τομ Κρουζ με γκρίζα μαλλιά, γκρίζα γένια, γκρι σακάκι: «Φωτογραφία από την ολοκαίνουρια ταινία του Μάικλ Μαν, που θα προβληθεί το φθινόπωρο στην Ελλάδα. Από το σκηνοθέτη της "Έντασης", του "Ιnsider", του "Ανθρωποκυνηγού". Κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις ταινίες, αυτό που φαίνεται και από την ίδια τη φωτογραφία. Κοίτα την. Είναι απίστευτος ο ηλεκτρισμός, η ενέργεια, η ένταση που εκπέμπεται από το πρόσωπο του πρωταγωνιστή. Θαρρείς ότι γυρνά τις ταινίες του μέσα σε ειδικά φορτισμένο πεδίο. Η αδρεναλίνη ποτίζει κάθε σκηνή των ταινιών του. "Ι gotta hold on to my angst. I preserve it because I need it. It keeps me sharp, on the edge, where I gotta be", που λέει κι ο Πατσίνο στην "Ένταση". χτυπώντας τα δάκτυλά του και μασώντας τσίχλα. Kι αν στις ταινίες του εξηγείται αυτή η ένταση, αυτή η φόρτιση, από τη βοήθεια της μουσικής, του κοφτού μοντάζ, των ήχων, πώς διάολο γίνεται και εκπέμπονται τα ίδια αρσενικά ιόντα από μια απλή φωτογραφία της ταινίας;».
 Το ανδροκρατούμενο κι ανδροπρεπές σινεμά του Μάικλ Μαν δεν είναι απλά ατμοσφαιρικό, η ατμόσφαιρα δεν είναι το περιβάλλον του εκάστοτε σεναρίου, αλλά ο αληθινός πρωταγωνιστής· είναι ατμόσφαιρα ψυχική που βγαίνει μέσα από τους ήρωες και κατακλύζει τους χώρους στους οποίους κινούνται.  Οπότε αυτό που τελικά με γειώνει στο «Δημόσιο Κίνδυνο» δεν είναι τόσο η προφανής σεναριακή του ανεπάρκεια (αποτέλεσμα της οποίας είναι ότι κανείς χαρακτήρας δεν αναπτύσσεται, μπας και τον συναισθανθούμε και μεις μια στάλα), αφού τα μεγάλα στοιχήματα του Μαν ήταν πάντα στην φόρμα, στον τρόπο κινηματογράφησης, με το περιεχόμενο συχνά να μην είναι αντίστοιχα σημαντικό. Περισσότερο με ενοχλεί η έλλειψη της προσωπικής του ατμόσφαιρας. Μεταφυσικά και μη αποδείξιμα όλα αυτά, περί ύπαρξης ή μη ατμόσφαιρας, το παραδέχομαι· ή ίσως όχι μεταφυσικά, αλλά απλά υποκειμενικά. Μου έλειψε όμως η υπογραφή και υπογραφή δεν είναι οι μαεστρικές σεκάνς πυροβολισμών· κι άλλοι ξέρουν να οργανώνουν μαεστρικά πιστολίδια, αλλά δεν τους αγαπήσαμε, ρε Man(n).
 Κι η σκηνή του «Ιnsider», ας πούμε, στην οποία ο Ράσελ Κράου κόβοντας βόλτες αμφιταλαντεύεται αν θα πάει να δώσει μια κατάθεση στο δικαστήριο, έχει περισσότερη ένταση από όλα τα πιστολίδια του «Δημοσίου Κινδύνου» μαζί.