Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2009

Away we go

Οδηγίες Σπαραγμού
---
Δεν ξέρω αν η πειρατεία σκοτώνει την μουσική, ξέρω πως η πληροφορία σκοτώνει το σινεμά. Όσα περισσότερα ξέρεις για την ταινία που θα δεις, τόσο λιγοστεύουν οι πιθανότητες να σε πιάσει απροετοίμαστο και να σε εκπλήξει. Τρέιλερ - συνόψεις, κριτικές - περιλήψεις, ακόμα και η ίδια η κατηγοριοποίηση του σινεμά των ειδών είναι από μόνη της μια πληροφορία που σε προετοιμάζει για το τι περίπου θα δεις. Υπάρχει όμως και ένα άλλο είδος πληροφορίας που όχι μόνο δεν εμποδίζει τη γέννηση της κινηματογραφικής συγκίνησης, αλλά αντίθετα την προξενεί. Παράδειγμα: ο Μπερτ και η Βερόνα του «Πάμε Όπου Θες».
Αν τους δεις μόνους τους είναι ένα ζευγάρι τριαντατεσσάρηδων που ετοιμάζεται να κάνει παιδί και γυρνά Αμερική και λίγο Καναδά για να δει που θα το μεγαλώσει. Ε και; Όπως αν δεις την ταινία μόνη της, μπορεί να τη συμπαθήσεις, αλλά το «ε και;» σου πάλι θα το πεις. Αν όμως την δεις σε αντιδιαστολή με το υπόλοιπο έργο του σκηνοθέτη της, Σαμ Μέντες, κάτι αρχίζει να σε παραξενεύει. Αυτός ως τώρα γυρνούσε ταινίες ανά τριετία («Αmerican Beauty» 1999, «Δρόμος της Απώλειας» 2002, «Jarhead» 2005, «Δρόμος της Επανάστασης» 2008). Γιατί αυτήν την γυρνά καπάκι; Αυτός ως τώρα γυρνούσε ταινίες στουντιακές με την καλύτερη έννοια του όρου, φροντισμένες στην εντέλειά τους. Πώς τώρα γυρνά μια ταινία σαν ανεξάρτητου σινεμά, πήχτρα μάλιστα στην ατέλεια;
Στα έξτρας του dvd του «Δρόμου της Επανάστασης» o Mέντες εξηγεί πόσο παράξενο του ήταν να σκηνοθετεί τη δική του σύζυγο, την Κέιτ Γουίνσλετ, σε αυτή τη ζοφερή ιστορία της σχέσης ενός παντρεμένου ζευγαριού, που καταρρέει νικημένη από τον κομφορμισμό. Όποιος είδε την ταινία (κι αν δεν την είδε να σπεύσει, μα πάνω απ' όλα να διαβάσει το εκπληκτικό ομώνυμο μυθιστόρημα του Ρίτσαρντ Γέιτς) μπορεί να φέρει στο μυαλό του την Γουίνσλετ να σπαράζει. Μετά ας φανταστεί τον άντρα της να της δίνει οδηγίες σπαραγμού.
Κι αν σκεφτεί μετά, πως στην εμβληματική πρώτη του ταινία, το «Αmerican Beauty», o Mέντες σκηνοθέτησε ένα παντρεμένο ζευγάρι που η σχέση του καταρρέει νικημένη από τον υλισμό, δεν θα δυσκολευθεί να σχηματίσει στο μυαλό του μια εικόνα από τρια ζευγάρια που γεννούν το τέταρτο: τον Κέβιν Σπέισι και την Ανετ Μπένινγκ να τσακώνονται πάνω από τον 4.000 δολαρίων καναπέ τους από ιταλικό μετάξι, τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο να τσακώνεται με την Κέιτ Γουίνσλετ στο πανέμορφο σπίτι της Revolutionary Road, τον Σαμ Μέντες και την Κέιτ Γουίνσλετ επιστρέφοντας σπίτι τους έχοντας μόλις τελειώσει τα γυρίσματα, και την επιτακτική ανάγκη στην καρδιά του Μέντες να γυρίσει μια ταινία όσο πιο γρήγορα μπορεί μακριά από περφεξιονισμούς και στυλιζαρίσματα, να τη γυρίσει να υπάρχει.
Και κάπως έτσι ο Μπερτ και η Βερόνα βρίσκουν επιτέλους το σπίτι που έψαχναν.
Είτε οι αλήθειες έγιναν εξαιρετικά επώδυνες και ο Μέντες ένιωσε την ανάγκη να κλειστεί σε μια αγάπη άσπιλη, φεύγοντας από την τέχνη νυστέρι και βρίσκοντας καταφύγιο στο σινεμά παραμύθι, είτε αντίθετα ζει μια παρόμοια αγάπη και δεν άντεχε να έχει φιλμάρει μόνο σχέσεις που καταλήγουν στην καταστροφή.
Ο Μπερτ βρίζεται με την Βερόνα μόνο για πλάκα, ο Μπερτ και η Βερόνα ξαπλωμένοι σε ένα τραμπολίνο υπόσχονται ο ένας στον άλλο πως το μόνο που μπορούν να ελέγξουν είναι η δική τους σχέση.
Όχι αυτή του Ντι Κάπριο και της Γουίνσλετ, όχι αυτή του Σπέισι και της Μπένινγκ.
Ο Σαμ Μέντες απαρνήθηκε το κινηματογραφικό του στυλ, γιατί έπρεπε στο κινηματογραφικό του κόσμο να υπάρχει κι ένα ζευγάρι που αγαπιέται.
Ακόμα.
(Kείμενο γραμμένο για το ελculture).

Κυριακή, Ιουνίου 28, 2009

Μιντιακή Σημειολογία

1) Ψεύτικα ναι, δίχως κύρος όχι.
Την περασμένη Κυριακή τρεις τουλάχιστον εφημερίδες (το «Βήμα», το «Έθνος» κι η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία») κάλυψαν την συνάντηση Καραμανλή – Ερντογάν στην Αθήνα. Ο Ερντογάν βέβαια ματαίωσε την επίσκεψή του αλλά τα ρεπορτάζ είχαν ήδη συνταχθεί. Το «Βήμα» αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει, δια του εκδότη – διευθντή του, συγγνώμη. Μαζί με τη συγγνώμη ο Σταύρος Ψυχάρης εξηγεί:
«Δεν είναι παράδοξο να γράφεται προκαταβολικώς ένα κείμενο για τη συνάντηση ηγετών κρατών, καθώς οι ανεπίσημες αλλά έγκυρες πηγές (δηλ. άτομα του επιτελείου των ηγετών) αφήνουν να διαρρέουν προς τους διαπιστευμένους δημοσιογράφους πληροφορίες για τη συνάντηση και τις εκατέρωθεν θέσεις».
Δεν είναι λοιπόν παράδοξο να γράφονται ρεπορτάζ για γεγονότα που ουδέποτε συνέβησαν. Την αναλυτική κάλυψη ενός μη γεγονότος μπορείς να την χαρακτηρίσεις όπως αλλιώς θέλεις, παράδοξη όμως όχι. Καταλυτική σημασία έχουν οι λέξεις «έγκυρες» και «διαπιστευμένους»: ο Σταύρος Ψυχάρης εξηγεί ότι το οιονεί ρεπορτάζ του «Βήματος» μπορεί να ήταν μια στάλα μυθοπλαστικό, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την εγκυρότητά του. Τόσο οι πηγές από τις οποίες προήλθε ήταν έγκυρες όσο και ο δημοσιογράφος της εφημερίδας που τις αξιοποίησε ήταν διαπιστευμένος. Δηλαδή όχι μόνο στο ειδησεογραφικό και στο αρθρογραφικό, αλλά και στο μυθοπλαστικό επίπεδο, το «Βήμα» παραμένει έγκυρο.
Με άλλα λόγια, ο Ερντογάν μπορεί να μην ήρθε, είναι όμως σαφές ότι αν είχε έρθει έτσι θα είχε εξελιχθεί η συνάντησή του με τον Καραμανλή· έτσι κι όχι αλλιώς
· γεγονός που εμένα ως αναγνώστη του «Βήματος» δεν με καλύπτει απλώς, αλλά αν θες με διαφοροποιεί κιόλας. Μέχρι τώρα βασιζόμουν στο «Βήμα» για να με ενημερώσει για όσα έχουν συμβεί. Τώρα ξέρω πως μπορώ να βασιστώ και για όσα ποτέ δεν συνέβησαν.
2) Η διπλή φύση των προκηρύξεων.
Η ΕΣΗΕΑ αποφασίζει το απόγευμα της Δευτέρας 24ωρη απεργία. Άρα την Τρίτη δεν θα έβγαιναν εφημερίδες. Στο μεταξύ η «Σέχτα Επαναστατών» στέλνει την Δευτέρα την προκήρυξη της στα «Νέα». Το γεγονός καταγράφεται στο σάιτ των «Νέων». Η απεργία λήγει την Τρίτη, ωστόσο η προκήρυξη εξακολουθεί να μην δημοσιεύεται στο σάιτ, όπου αναφέρεται πως θα δημοσιευθεί στο φύλλο της εφημερίδας την Τετάρτη.
Και η απορία είναι: ως τι ακριβώς αντιμετωπίζουν τα «Νέα» (αλλά και κάθε άλλη εφημερίδα) τις προκήρυξεις; Το θέμα δεν είναι αν πρέπει ή δεν πρέπει να δημοσιεύονται οι προκηρύξεις. Ο καθένας μπορεί να έχει τη γνώμη του. Το θέμα είναι πως η προκήρυξη είτε είναι εντελώς απορριπτέα ύλη, είτε δεν είναι, όντας ύλη ειδησεογραφική: έτσι σκέπτονται αυτοί οι άνθρωποι και με αυτές τις εξηγήσεις αιτιολογούν τη δράση τους. Αν είναι λοιπόν ειδησεογραφική ύλη πρόκειται για ύλη που τα «Νέα» έθεσαν σε διήμερη αναστολή. Με ποιο πειστικό αιτιολογικό;
Αν σε καθεστώς ελευθερίας του λόγου, μια προκήρυξη είναι τελικά μια επιχειρηματολογία που έχει εξ’ αρχής αποδεχθεί την αποτυχία της να της δώσουμε προσοχή με άλλο τρόπο εκτός από το αίμα, σε καθεστώς εμπορικού ανταγωνισμού εφημερίδων, η προκήρυξη μπορεί να μετατρέπεται σε εξ αντικειμένου υποκατάστατο προσφορών σιντί και ντιβιντί. Αλλά αν δεν ήταν παράδοξο το ρεπορτάζ Ερντογάν, γιατί να είναι αυτό παράδοξο;
3α) Λειτούργημα, όχι μαλακίες.
Απόσπασμα από την ανακοίνωση των εργαζομένων στο συγκρότημα Αγγελόπουλου: «Είναι ξεκάθαρο ότι δεν αγόρασαν αυτά τα ΜΜΕ ελπίζοντας ότι θα κερδίσουν χρήματα όπως αυτά που τους αποδίδουν τα καράβια. Η συμμετοχή τους στα media ήταν πολιτική υπόθεση, όπως πολιτική είναι και η αιφνιδιαστική αποχώρηση τους …».
Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι ο επιχειρηματίας των ΜΜΕ δεν στοχεύει στο κέρδος, αλλά σε παράπλευρα οφέλη. Αν είναι ξεκάθαρο αυτό, είναι επίσης ξεκάθαρο πως, σίγουρα όχι και οι 450 εργαζόμενοι, αλλά πάντως το τμήμα των δημοσιογράφων εκείνων που ασχολούνταν με το πολιτικό ρεπορτάζ, είχε αποδεχθεί να εργάζεται σε μέσα που λειτουργούσαν ως πολιτικά σκεύη της Γιάννας Αγγελοπούλου.
3β) Υοu belong to me.
Απόσπασμα από την ανακοίνωση της ιδιοκτησίας: «…η συνεχιζόμενη συσσώρευση ζημιών σε συνδυασμό με τις αρνητικές προοπτικές του κλάδου, μαζί με την πεποίθηση ότι ένα Μέσο Ενημέρωσης δεν νοείται να λειτουργεί με μεγάλες ζημίες και αυτό να συνεχίζεται επί μακρόν, χωρίς να οδηγεί σε παρανοήσεις, συνετέλεσαν στη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας των παραπάνω αποφάσεων».
Υπάρχουν λοιπόν και επιχειρηματίες που κλείνουν ΜΜΕ για να μη δημιουργηθούν παρανοήσεις. Γουάου. Γιατί όμως το κρίσιμο χρονικό σημείο μετά από το οποίο θα δημιουργούνταν οι παρανοήσεις ήταν τα τρία χρόνια κι όχι το ένα ή τα δυο, κι όχι τα πέντε ή τα δέκα;
Γιατί έτσι. Δικό μου είναι το μαγαζί κι ό,τι ώρα θέλω το κλείνω. Σιγά μην σε ρωτήσω κιόλας. Σήμερα στραβοξύπνησα, σήμερα το κλείνω.
Στον πυρήνα κάθε έννοιας ιδιοκτησίας βρίσκεται η έννοια αυθαιρεσία κι όχι η έννοια λογοδοσία: οτιδήποτε ανήκει αποκλειστικά σε μένα, το πετάω οποιαδήποτε ώρα μου καπνίσει, χωρίς να χρειάζεται να ζητήσω πρώτα τη σύμφωνη γνώμη αυτού που μου ανήκει.
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)

Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2009

Η απόσταση

Αν δεν γίνεται αλλιώς,
παρά αυτή η φωτογραφία που τώρα βλέπεις
να έχει απείρως μεγαλύτερη επίδραση επάνω μου
απ΄ό,τι θα μπορούσε ποτέ να έχει επάνω σου,
μήπως θα μπορούσαν αυτές οι λέξεις που τώρα διαβάζεις
(και που προσπαθούν να ερμηνεύσουν την επίδρασή της)
να εκμηδενίσουν την συγκινησιακή απόσταση
που εξ ορισμού εκείνη δημιουργεί μεταξύ μας;
Όχι.
Να την μειώσουν;
Ίσως - κάπως.
Το σημείο της απόστασης που δεν μπορεί να καλυφθεί,
αφορά τον τρόπο προσλήψης μιας εικόνας που εκπέμπει
ένας συγκεκριμένος πομπός προς έναν συγκεκριμένο δέκτη,
και λέγεται πατρότητα.
Το σημείο της απόστασης που θα μπορούσε ίσως να καλυφθεί,
αφορά τον τρόπο αναμετάδοσης της εικόνας
από τον συγκεκριμένο δέκτη
προς τον μεγαλύτερο πιθανό αριθμό περαιτέρω δεκτών,
και λέγεται τέχνη.
Θα μπορούσε, αλλά δεν καλύπτεται.
Στεναχωριέμαι, αλλά λίγο,
γιατί με απορροφά και πάλι η εικόνα.
Με απορροφά μέσα της και βρίσκομαι
σε κάτι αμετάκλητα ονειρικό,
σε κάτι τετελεσμένα αληθινό,
σε κάτι πρόσκαιρα αιώνιο,
σε κάτι αδύνατο να καταστραφεί,
αφού για μια και μοναδική στιγμή
υπήρξε.

Τετάρτη, Ιουνίου 24, 2009

Αποπροσανατολισμοί

Μια βασική ένσταση όσων αντιμετωπίζουν δύσθυμα την αναζωπύρωση του αιτήματος της επιστροφής των μαρμάρων και την τοποθέτηση του πλέον σε νέα βάση μετά τα εγκαίνια του Μουσείου της Ακρόπολης, είναι αυτή του αποπροσανατολισμού. Πρόκειται για τη γνωστή θεωρία σύμφωνα με την οποία τέτοιου είδους εθνικά οράματα εφευρίσκονται ώστε να μας κάνουν να ξεχνάμε τα σοβαρά προβλήματα της καθημερινότητάς μας, προβλήματα στα οποία θα έπρεπε να έχουμε και αποκλειστικά στραμμένη την προσοχή μας, χωρίς να ξεχνιόμαστε με Άρλεκιν, μάρμαρα και πάσης φύσης μεγαλοϊδεατισμούς: «Ας κοιτάξουμε τα χάλια μας κι ας τα αφήσουμε αυτά».
Ο αποπροσανατολισμός όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση πιστεύω πως λειτουργεί προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Προσανατολιζόμενοι δηλαδή στα τρέχοντα -κρατικά, κοινωνικά, αξιακά- χάλια μας, παύουμε να εξετάζουμε το δίκαιο και το στέρεο αυτού καθαυτού του αιτήματος επιστροφής. Πρόκειται για αποπροσανατολισμό διττό: αφενός απέναντι στην έλλειψη ηθικών ερεισμάτων για την περαιτέρω παραμονή τους στο Λονδίνο (στα ηθικά χάλια των Βρετανών δηλαδή) και αφετέρου απέναντι στο ίδιο το λεηλατημένο μνημείο: έστω δηλαδή ότι είμαστε κακές γενιές· δεν δικαιούται ο κάθε άνθρωπος που θέλει να τα δει να τα βλέπει όλα μαζί κάτω από την Ακρόπολη, επειδή έτυχε εμείς να έχουμε τα χάλια μας;
Όσο και αν σε σχέσεις με διακρατική εμπλοκή νόμος είναι το δίκιο του ισχυρού, ο ισχυρός δεν μπορεί να κλείνει εσαεί τα αυτιά του σε αυτό που ζητούν οι πολίτες. Αν στοχεύσουμε στο μυαλό της παγκόσμιας κοινής γνώμης και ιδιαίτερα της βρετανικής, αν πειστούν οι πολίτες, αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να πειστεί και το Βρετανικό Μουσείο.
(Κείμενο γραμμένο για το «Exodos»)

Τρίτη, Ιουνίου 23, 2009

Η ποιότητα ως αιτία της πτώσης

Ουφ, έληξε η απεργία και ξανάνοιξαν οι κρουνοί της ενημέρωσης.
Πάντως πηγαίνοντας λίγο κόντρα στο ρεύμα των καιρών, μπορώ να πω ότι γνώμη μου είναι πως οι εφημερίδες σήμερα δεν είναι χειρότερες από παλιά, αλλά ότι οι εφημερίδες σήμερα είναι καλύτερες από ποτέ· ή μάλλον επειδή λόγω ηλικίας δεν ήμουν αναγνώστης τους όταν πρωτοκυκλοφόρησαν, από τότε που άρχισα να τις διαβάζω.
Δηλαδή δεν είναι και τόσο αυτονόητο ότι για την πτώση τους ευθύνονται οι ίδιες.
Είναι μάλλον ψιλοσαφές ότι κόσμος που δεν πάει να ψηφίσει πολύ δύσκολα θα αγοράσει κι εφημερίδα.
Οκ, υπάρχουν και όσοι απέχουν «συνειδητά» και προβληματισμένα· αυτούς ας τους εξαιρέσω.
Από την άλλη και όσοι ψηφίζουν, ψηφίζουν πολύ λιγότερο φανατισμένα από παλιά, ψηφίζουν σχεδόν απαθώς.
Παλιά την εφημερίδα την έπαιρνες με ιερό δέος αφού οι δεξιές και οι πασοκικές εφημερίδες παρουσίαζαν δυο εντελώς διαφορετικά σύμπαντα, δυο εντελώς διαφορετικές αφηγήσεις (είδες μοδάτες λέξεις που χρησιμοποιώ) του κόσμου.
Σήμερα που ο φανατισμός έχει εκλείψει έχει εκλείψει κι ένας βασικός λόγος αγοράς τους.
Μένουν ας πούμε κάτι πασοκοκύρηκες τύπου Παπαχρήστου στα Νέα και νουδουκήρυκες τύπου Ρίζου στον Αδέσμευτο, γραφικά κατάλοιπα μιας παλιότερης εποχής.
Εκτός από αυτά υπάρχει φυσικά και το ίντερνετ, που μεταβάλλει ριζικά συνήθειες και απαιτεί αναπροσαρμογές, ανασχεδιασμούς, αλλαγή αντιμετώπισης.
To ίντερνετ που δεν τις απειλεί μόνο στα νεανικά κοινά, αλλά και στα μεγαλύτερα: ξέρω δυο ανθρώπους από πενήντα κάτι έως εξήντα κάτι, ανθρώπους σοβαρούς, ανθρώπους που εκτιμώ, που διαβάζουν μανιωδώς Τρωκτικό και λοιπούς εμετούς.
Η αληθινή μάχη ποτέ δεν ήταν ανάμεσα στο διαδίκτυο και τις εφημερίδες, η αληθινή μάχη ήταν πάντα ανάμεσα στον τρόπο και τη νοοτροπία.
Δεν είχα διαβάσει ούτε ένα φύλλο του Ελεύθερου Τύπου της Γιάννας, αλλά τα εξώφυλλά του ήταν σούπερ και είμαι απόλυτα σίγουρος ότι το περιεχόμενό του θα ήταν πολύ πιο κοντά στα γούστα μου από τα μπλογκ του κάθε Γκιόλια και του κάθε Παπαγιάννη.
Γράφτηκαν διάφορα για τα συγκλονιστικά ρεπορτάζ που κάλυψαν την συνάντηση Ερντογάν - Καραμανλή· και δικαίως.
Αλλά: α) ο κόσμος δεν σταμάτησε να διαβάζει εφημερίδες επειδή έπαψαν να έχουν κύρος, σταμάτησε να διαβάζει εφημερίδες επειδή έπαψε να είναι κομματικά φανατισμένος
και β) όσο πράγματι ωραίο παράδειγμα κι αν είναι η μυθοπλασία Ερντογάν, θεωρώ πολύ περισσότερο ενδεικτικά παραδείγματα της έκπτωσης από το κύρος την Όλγα Τρέμη να παρουσιάζει στο δελτίο ειδήσεων την προσφορά του Πρώτου Θέματος με τα σιντί του Γιάννη Πλούταρχου, όταν ένα χρόνο πριν η Τρέμη και το Mega προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς τους είναι πως αυτοί κάνουν άλλου τύπου δημοσιογραφία από το Πρώτο Θέμα· αλλά στο μεταξύ το αφεντικό της έγινε και αφεντικό του Πρώτου Θέματος κι έτσι ο Πλούταρχος παρουσιάστηκε λίγο πριν ή λίγο μετά από το ρεπορτάζ Μεγάρου του άλλου αφεντικού, στο οποίο όλο και για κάτι θα βραβεύθηκε η γυναίκα του άλλου αφεντικού, ενώ ο μέχρι πέρσι αρχιύποπτος για την προέλευση της περιουσίας του Θέμος έχει ξανανομιμοποιηθεί εντελώς από το μιντιακοπολιτικό σύμπλεγμα, αφού μπόρα ήταν και πέρασε, ο Θέμος νίκησε, ο Μάκης του ξεθύμωσε και σταμάτησε να τον κυνηγά, ο αγωνιστής της δημοκρατίας Δημήτρης Τσοβόλας πέτυχε έναν ακόμη ηθικό θρίαμβο, ο Ρουσόπουλος κατετροπώθη κι η Δικαιοσύνη ήταν, είναι και θα είναι ανεξάρτητη, ακομμάτιστη, τυφλή και κουφή σε αλλότριες υποδείξεις, επιθυμίες, πιέσεις.
Αλλά Θέμο βλέπει ο κόσμος, όπως διαβάζει και τα Τρωκτικά, οπότε το πρόβλημα μάλλουν δεν πρέπει να εντοπιστεί στην απαξίωση των εφημερίδων που πέφτουν και κλείνουν, έτσι δεν είναι; Ούτε στην ποιότητά τους.
Ή ίσως αυτό ακριβώς να είναι το πρόβλημά τους: πως έχουν ποιότητα (λέξη που ακούγοντας τον Παντερμαλή να την λέει το Σάββατο το βράδυ, ο Κώστας Σημίτης βραχυκύκλωσε και φόρεσε επειγόντως ακουστικά, ώστε να ακούει μεταφρασμένη την ξενάγηση σε μια άλλη γλώσσα, που δεν σε μπερδεύει με αυτά τα ποιό και τα πχιό).

Δευτέρα, Ιουνίου 22, 2009

Όπως ακριβώς τη θυμόταν

Νεκροφιλία,
Νοσταλγία,
Νεκροί έρωτες,
Νόβακ γίνε σαν τη Νόβακ,
Να γίνεις όπως ακριβώς τη θυμόμουν,
Να μην μου καταστρέψεις αυτό που θυμόμουν.
Στο ελculture.

Κυριακή, Ιουνίου 21, 2009

Head in Athens, Body in London.




but you would steal the marbles,


Stealing handbags, cars, and movies is against the law.

Stealing the Parthenon isn't.

Παρασκευή, Ιουνίου 19, 2009

Mόνος μου

Γιατί οι τέσσερεις λέξεις που λέει με περισσότερο πάθος κάθε γιος σε κάθε πατέρα είναι «Άσε με» και «Μόνος μου».
Γιατί αυτό είναι το προαιώνιο τελετουργικό: αν δεν σκοτώσεις τον πατέρα σου, σκοτώνεις τον εαυτό σου.
Έχεις να επιλέξεις ανάμεσα στον σεβασμό προς αυτόν και στον αυτοσεβασμό.
Τerminate any father figure in your life with extreme prejudice.
---
Μια κοινωνία που θα μας άφηνε να κάνουμε αυτό ακριβώς που θέλουμε ή μια κοινωνία στην οποία θα είχαμε τη δύναμη να κάνουμε αυτό ακριβώς που θέλουμε, θα ήταν η κοινωνία ακριβώς που θέλουμε.
Κοινές ιδεολογίες, αξίες και αρχές μπορεί να υπάρχουν και υπάρχουν. Αλλά από εκεί και πέρα ο καθένας ήθελε, θέλει και θα θέλει να κάνει το δικό του· κι όταν δεν μπορεί να το κάνει αρχίζει να συσσωρεύει στράβωμα, που κάποια στιγμή θα εκτιναχθεί ως χολή.
Οι συλλογικές αποφάσεις είναι τεχνητή κατασκευή - οι σχέσεις εξουσίας είναι φυσικός νόμος.
Η ατομικότητα αναμφίβολα υπάρχει. Η συλλογικότητα όχι τόσο αναμφίβολα.
Οι ιδεολογίες, οι αξίες κι οι αρχές έχουν δύναμη, αλλά όχι τόση ώστε να αντισταθούν στις ανθρώπινες αντιζηλίες κι αντιπάθειες.
---
Γενικά ο άνθρωπος είναι σκάρτο πράγμα.
---
Αλλά έστω κι έτσι την παλεύει. Κάνοντας γιους που σύντομα θα θέλουν να τον σκοτώσουν, αναζητώντας διαρκώς τα όρια ανάμεσα στην ελευθερία του και τη σχέση του με τους άλλους, τα όρια ανάμεσα στην αξιοπρέπειά του και τη σχέση του με τους άλλους, τα όρια ανάμεσα στα ιδανικά του και την πραγματικότητα.

Πέμπτη, Ιουνίου 18, 2009

Σε ποιόν ανήκει η παιδική χαρά;

Μια παιδική χαρά κοντά στην καρδιά της πόλης. Την κλειδώνουν, την ξεκλειδώνουν, βιαιοπραγούν για αυτήν. Ιδεολογικό και συμβολικό μήλο της έριδας για τους μη άμεσα ενδιαφερόμενους. Πρακτικό πρόβλημα για τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Μέχρι πριν λίγα χρόνια οι διαφορές από συνοικία σε συνοικία ήταν μόνο οικονομικές. Τώρα στη γειτονιά σου έρχονται να ζήσουν άνθρωποι θεμελιακά φτωχοί, σε συνθήκες ζωής που δεν θα διανοούσουν εσύ να ζήσεις. Κι αρχίζουν και την πυκνοκατοικούν, μέχρι που μια μέρα οι διαφορές της με τις άλλες γειτονιές δεν είναι σκέτα οικονομικές.
Αποκλείστε όλες τις παιδικές χαρές. Για τα παιδιά των εχόντων υπάρχουν οι παιδότοποι: εκεί που τα πράγματα δεν είναι χύμα, εκεί που τα πράγματα δεν είναι δωρεάν, εκεί που υπάρχει παροχή υπηρεσιών, παραγωγή πλούτου, κίνηση του χρήματος, εκεί που τα παιδιά μπαίνουν από μικρά στο κλίμα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κοινωνία. Για τα παιδιά των μη εχόντων να μην υπάρχουν παιδικές χαρές, να μην υπάρχει καμία χαρά, να μπαίνουν από μικρά στο κλίμα.
Πέραν όμως αυτών οι παιδικές χαρές είναι βαθύτερα επικίνδυνες. Λένε ότι όταν μπαίνεις εκεί με το παιδί σου απενεργοποιείται το ρολόι σου. Ότι ο χρόνος αποκτά την πραγματική του διάσταση και απεκδύεται την ψευδαισθητική. Υπάρχει ο ψεύτικος χρόνος των αγχωμένων ημερησίων προγραμμάτων κι υπάρχει κι ο χρόνος ο αληθινός που σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος. Σε παιδικές χαρές. Ας τους βάλουμε λοιπόν οριστικό λουκέτο κι ας πετάξουμε τα κλειδιά στην άβυσσο, γιατί τίποτα πιο επώδυνο από την υπενθύμιση ότι ζωή είναι αυτό που βρίσκεται εκτός ρολογιών.
(Κείμενο γραμμένο για το «Εxodos»)

Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2009

Words that jangle in your head

Βoston Illegal
---
«Μα αφού είσαι ήδη πάμπλουτος, γιατί να ληστέψεις τη τράπεζα;», τον ρωτά εκείνη. Κι εκείνος της απαντά πως το θέμα δεν είναι τα λεφτά, αλλά το σύστημα. To σύστημα με το οποίο τα βάζει δεν είναι οικονομικό και δεν φαίνεται να τον εκφράζει η περίφημη απορία «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυσή της;». Τα βάζει αφενός με ένα σύστημα αυτοματοποιημένης - γραφειοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας, από το οποίο θέλει να φανεί εξυπνότερος, και αφετέρου με ένα σύστημα αντίληψης της ζωής, που ορίζει ότι πρέπει να ζούμε όσο πιο φρόνιμα, όσο πιο μακριά από τα ρίσκα και με όσο μεγαλύτερη ασφάλεια γίνεται. Γι΄αυτό όταν καταθέτει τα κλεμμένα λεφτά της μιας τράπεζας σε άλλη, παρακινεί σκωπτικά τον τραπεζίτη να τα απολαύσει. Το τραπεζικό σύστημα χτίστηκε πάνω στη φούσκα της απόλαυσης εκείνων που προορίζονταν για ανταλλακτικές αξίες, ενώ εκείνος απολαμβάνει όλα τα υλικά αγαθά που τα λεφτά του μπορούν να αγοράσουν, μα πάνω απ΄ όλα τις συνεχείς προκλήσεις ως τρόπο ζωής.
---
Σχεδόν ταυτόχρονα με την επανέκδοση της «Υπόθεσης Τριπλ Κράουν» του Παναθηναϊκού, επανεκδόθηκε η «Υπόθεση Τόμας Κράουν» του Νόρμαν Τζούισον. Κι αν είναι αυτονόητο ότι η επανέκδοση μιας ταινίας 41 χρόνια μετά την αρχική της κυκλοφορία σημαίνει τη δικαίωσή της στο χρόνο, ψάχνοντας στο ίντερνετ βλέπω ότι ο πολύς Ρότζερ Έμπερτ τελείωνε την κριτική του το 1968 γράφοντας: «This is a movie your kids can tell you about years from now». Το έγραφε ειρωνικά αναφερόμενος στο περιπαθές φιλί των πρωταγωνιστών. Ωστόσο, όπως θα ΄λεγε κι ο Κούντερα, δεν υπάρχει μεγαλύτερο λάθος από το να κρίνουμε με την τωρινή οπτική την τότε, καθώς όλοι μας κινούμαστε με την θέα που μας επιτρέπει η ομίχλη της εποχής μας. Εκτός απ' τους κριτικούς και η ίδια η ταινία αγνοούσε πώς θα της φερθεί το μέλλον, ήθελε όμως να είναι τόσο μοντέρνο το παρόν της. Έτσι, στην αρχή δείχνει και ξαναδείχνει κομπιούτερ που ήταν η τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Καθώς ο χρόνος περνά, τίποτα δεν είναι περισσότερο αστείο από τις τελευταίες λέξεις της τεχνολογίας, αφού η τεχνολογία δεν λέει να σταματήσει να μιλά. Και καθώς ο χρόνος περνά, τίποτα δεν είναι περισσότερο άγριο από την επίπτωσή του στην εξωτερική ομορφιά των ανθρώπων. Κι αν ο Στιβ Μακ Κουίν πρόλαβε και πέθανε νωρίς, βλέπεις -σκηνοθετημένο ηδονικά κι αχόρταγα από τον Τζούισον- αυτό το πλάσμα που ήταν κάποτε η Φέι Ντάναγουέι και λες χίλιες φορές να γερνούσε φυσικά, αντί να προσπαθούσε να μείνει νέα αφύσικα.
----
Αν η σχέση της «Υπόθεσης Τόμας Κράουν» με την υπόθεση «χρόνος» προξενεί μια σειρά από σκέψεις, η σχέση της με την υπόθεση «χώρος» δεν προξενεί σχεδόν καμία, αφού είναι ξεκάθαρο πως τα θερινά της πάνε περισσότερο κι απ' τα απίστευτης κομψότητας φορέματα της Ντάναγουέι: στον κανονικό ουρανό παρά κάτι πανσέληνος και στον ουρανό της οθόνης ο Τόμας Κράουν πετά με ένα κίτρινο ανεμόπλανο παντρεύοντας το στιλ με τον κίνδυνο, καθώς το τραγούδι του Μισέλ Λεγκράν αρχίζει. Λιγότερο περίπλοκες κατασκευές από τις ταινίες, τα τραγούδια άγχονται πολύ λιγότερο για τα σημάδια του χρόνου· πόσο μάλλον αν είναι θεσπέσια. Round, like a circle in a spiral, like a wheel within a wheel, μια αέναη σπείρα που δεν τελειώνει πουθενά ούτε αρχίζει πουθενά, μόνο πάει γύρω γύρω και ξανά ολόγυρα.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture).

Τρίτη, Ιουνίου 16, 2009

Τhe Mercedes post

Πετυχαίνω αργά χθες βράδυ σε κανάλι της συμφοράς μια σκηνή από τον αγαπημένο «Βασιλιά της Μοναξιάς»: ο Τζεφ Μπρίτζες ήταν κάποτε μεγάλη μούρη ραδιοφωνικός παραγωγός της Νέας Υόρκης, λέει μια μαλακία στον αέρα που οδηγεί σε τραγωδία και έκτοτε τον παίρνει η κάτω βόλτα. Στην κάτω βόλτα του τον περισυλλέγει η Μερσέντες Ρούελ και συζούν μαζί για καιρό. Στην πάνω βόλτα του ήταν σχεδόν αδύνατο να συζούσε μαζί της. Αλλά τώρα τα πράγματα είναι αλλιώς. Ο διάλογος λοιπόν που πέτυχα έχει ως εξής (πρώτος ομιλών ο Τζεφ, δεύτερη η Μερσέντες):
- Χρειάζομαι χρόνο.
- Μπούρδες. Αν είναι να με πληγώσεις κάν΄το τώρα αμέσως, όχι με πόνο που θα κρατήσει μερικές βδομάδες, επειδή δεν έχεις τα κότσια να μου το πεις κατάμουτρα.
- Οκ, το βράδυ φτιάχνω βαλίτσα.
- Και τι κάναμε τόσον καιρό εδώ; Ε, τι κάναμε τόσον καιρό;
- Κοίτα. Και οι δυο μας βγάλαμε κάτι από αυτή τη σχέση.
- Α ναι; Εγώ τι έβγαλα; Πες μου τι είναι αυτό που πήρα, που δεν θα μπορούσα να το έχω κάθε βράδυ από τον πρώτο ανώνυμο τυχόντα; Έχεις μήπως την εντύπωση ότι η συντροφιά σου είναι τόσο απολαυστική; Τα νεύρα σου, οι αλλαγές διάθεσής σου, οι και καλά τύψεις σου, τα προβλήματά σου. Νομίζεις ότι είσαι διασκεδαστικός τύπος;
- Τότε, γιατί θες να μείνω μαζί σου;
Και του απαντά ορμώντας να τον αγκαλιασοχτυπήσει και πλαντάζοντας: Επειδή σε αγαπάω, ηλίθιε.
Κι εκεί κλείνω την τηλεόραση. Κι ας μην παρεξηγηθεί η Μερσέντες, αφού στην ταινία που ακόμα έχω στο μυαλό μου είναι θετική ηρωίδα, κι ίσως για αυτό την έκλεισα, για να μην αλλάξω γνώμη για εκείνη μετά από τόσα χρόνια.
Αλλά αναρωτιέμαι: τι σόι καταλυτικό επιχείρημα είναι αυτό που χρησιμοποιούν άντρες και γυναίκες αδιακρίτως, όταν είναι με ένα ταίρι που του καταλογίζουν τα χίλια μύρια όσα, που έχει το ένα κουσούρι και το άλλο κουσούρι και το τρίτο κουσούρι, αλλά τι να γίνει, ας όψεται που τ΄ αγαπάνε;
Στον σύντομο αυτό διάλογο η Μερσέντες κατόρθωσε με ένα σμπάρο:
α) να του πει ότι πλησιάζει κοντά στο να είναι ο χειρότερος σύντροφος του κόσμου, αλλά
β) παρ' όλα αυτά, παρ΄όλα τα μείον τα οποία εκείνη έκρινε και αποφάσισε ότι ισχύουν, εκείνη τον αγαπά.
Μα τι ευγενικό, τι υπεράνω, τι συγκινητικό να αγαπάς έναν μαλάκα.
Δεν σε ανυψώνει αυτό, δεν σε καθιστά ρομαντικά ένα πλάσμα απείρως ευγενικότερο από ό,τι θα ήσουν αν αγαπούσες έναν υπέροχο;
Έχεις παντρέψει αμετάκλητα την αγάπη με τη θυσία, είσαι αυτός ή αυτή που ανέχεται επειδή αγαπά.
Είσαι ταυτόχρονα αυτός ή αυτή που καταδικάζει και αυτός ή αυτή που απονέμει χάρη.
Ω, τι ηθικό και συναισθηματικό μεγαλείο, ω, πόσο πολύ αγαπάς.
Το ερώτημα είναι τι ακριβώς αγαπάς, αν κάποιος είναι τόσο παπάρας; Την εξωτερική του μορφή σκέτη, τελικά αποκομμένη από τον εαυτό του, την εξωτερική του μορφή στο όνομα της οποίας δεν σε νοιάζει τίποτα επειδή «αγαπάς»; Τον κρυμμένο του εαυτό, τον εαυτό που θα 'θελες να είχε, τον εαυτό που θες να βγάλεις στη φόρα; Πάντως όχι τον κρυμμένο σου εαυτό, τον εαυτό που έχεις αλλά δεν θες, τον εαυτό που δεν θες να βγάλεις στη φόρα· αυτός ας κρύβει τις όποιες ιδιοτέλειες κι ανασφάλειές του πίσω από την ασφάλεια της ανιδιοτελούς του αγαπητικής θυσίας.

Κυριακή, Ιουνίου 14, 2009

Η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν χάπενινγκ

Με κατάπληξη πληροφορούμαι τα τελευταία συμβάντα γύρω από το κλείσιμο ενός μπλογκ.
Λέω με κατάπληξη, επειδή έτυχε στο παρελθόν να έρθω σε σύγκρουση με τον μπλόγκερ που πέτυχε να κλείσει το μπλογκ ενός άλλου μπλόγκερ, και μπορώ να πω ότι τόσο σε επίπεδο χαρακτήρα είχε επιδείξει όλα αυτά τα χρόνια ένα αξιομνημόνευτο ήθος (μακριά από κάθε είδους φραστικές εκτροπές και με απόλυτο σεβασμό στον εκάστοτε συνομιλητή του), όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο ο τρόπος με τον οποίο δείχνει να αντιλαμβάνεται και να εφαρμόζει τώρα την περίφημη «αυτορρύθμιση» απέχει παρασάγγας από τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβανόταν και προσπαθούσε να την εφαρμόσει όλα αυτά τα χρόνια (όπως π.χ. ακριβώς τέτοια εποχή πέρσι, όταν είχε αποπειραθεί να αυτορρυθμίσει και το δικό μου μπλογκ).
Μαζί λοιπόν με μεγάλο μέρος της μπλογκόσφαιρας πέφτω κι εγώ από τα σύννεφα για το μεμονωμένο αυτό ατυχές περιστατικό, όντας πάντως σίγουρος ότι δεν μπορεί να ακυρώσει χρόνια ευγενικού και πάνω από όλα ανιδιοτελούς αγώνα για ένα διαδίκτυο που θα προλάβει να χτίσει πρώτο το κελί του και να κλειστεί εκουσίως σε αυτό, προτού έρθει και το κλείσει η κρατική εξουσία.

Σάββατο, Ιουνίου 13, 2009

Σαπόρε ντι τε

«Μικρογραφία»
του Γιάννη Ρίτσου
---
Η γυναίκα στάθηκε μπροστά στο τραπέζι. Τα λυπημένα της χέρια
κόβουν λεπτές φέτες λεμόνι για το τσάι· σαν κίτρινους τροχούς
για ένα πολύ μικρό αμαξάκι παιδιάστικου παραμυθιού.

Ο νεαρός αξιωματικός αντίκρυ της
χωμένος στην παλιά πολυθρόνα.
Δεν την κοιτάει. Ανάβει το τσιγάρο του. Το χέρι του με το σπίρτο τρέμει
φωτίζοντας το τρυφερό πηγούνι του και το χεράκι του φλιτζανιού.
Το ρολόι κρατάει για μια στιγμή το καρδιοχτύπι του.

Κάτι έχει αναβληθεί. Η στιγμή πέρασε. Είναι αργά. Να πιούμε το τσάι μας.

Μπορεί λοιπόν νά ΄ρθει ένας θάνατος μ΄ ένα τέτοιο αμαξάκι;
Να περάσει και να φύγει;
Ν΄ απομείνει μονάχα ετούτο το αμαξάκι με τις κίτρινες ροδίτσες του λεμονιού
σταματημένο τόσα χρόνια σε μια πάροδο με σβηστούς φανοστάτες
κι ύστερα ένα μικρό τραγούδι, λίγος αχνός, κι ύστερα τίποτα;
---
Την ιστορία του αξιωματικού την έμαθα πολύ πρόσφατα. Υπολόγισα ότι αν ζει πρέπει να βρίσκεται σε βαθύ γήρας. Ζούσε, όντως. Γερασμένος, όντως. Αλλά του πήγαινε, σαν να ΄ταν η φυσική του κατάσταση, σαν ο ερχομός του να τον είχε απαλλάξει από ένα σωρό σκοτούρες. Οπότε το φευγιό του θα του ήταν επώδυνο, γιατί τώρα πια είχε μάθει να απολαμβάνει πράγματα φαινομενικά ασήμαντα, όπως ένα μικρό τραγούδι, λίγο αχνό, ένα τίποτα. Θα μου προσέφερε τσάι, μου είπε, αλλά αισθανόταν λίγο αδύναμος. Προθυμοποιήθηκα να το φτιάξω εγώ. Αρκεί να μην σας μπουν πονηρές σκέψεις, του επεσήμανα. Άρχισε να γελά. Το γέλιο του μετατράπηκε σε έναν άσχημο τσιγαρόβηχα. Το έκοψα πολλά χρόνια τώρα, μη νομίζεις. Αλλά μου άφησε το αποτύπωμά του. Αυτά που κάνεις πάντα κάτι σου αφήνουν, αυτά που δεν κάνεις τι να σου αφήσουν; Τίποτα, που θα ΄λεγε κι ο ποιητής. Μα πώς, του απάντησα. Ακριβώς επειδή δειλιάσατε να κάνετε κάτι γίνατε ποίημα. Ποιός θα την έλεγε την ιστορία σας αν είχατε τολμήσει; Πιθανότατα ο ίδιος άνθρωπος, μου απάντησε. Του καταλογίζουν ότι έγραφε ασταμάτητα. Αντί για τη στιγμή που πέρασε, θα έγραφε για τη στιγμή που δεν πέρασε. Ωστόσο, το μυστικό δεν ήταν ποτέ η στιγμή που πέρασε, το μυστικό ήταν όλες οι ατέλειωτες στιγμές που την ακολούθησαν. Οι στιγμές που πίναμε το τσάι κι εγώ είχα πείσει τον εαυτό μου πως πια ήταν αργά, πως πια η στιγμή είχε περάσει, πως πια κάτι είχε αναβληθεί. Μα τι θα μπορούσε να έχει αναβληθεί; Μα πώς θα μπορούσε να είναι αργά; Ήταν απέναντί μου στιγμές επί στιγμών, στιγμές ώριμες, στιγμές έτοιμες, στιγμές ικανές, κι όμως στιγμές ματαιωμένες στο όνομα του ρομαντικού πένθους μιας στιγμής προηγούμενης, επειδή ήταν τάχα η πιο κατάλληλη. Ενώ ήταν απλώς η πιο κατάλληλη για καταφύγιο. Ούτε καν για στίχος. Αφού έγραφε πολύ. Κι είναι κακό να γράφεις πολύ. Γιατί βιάζεσαι να ξεμπερδεύσεις μαζί μου. Αφού νιώθεις ήδη την ανάγκη να πας στον επόμενο, αξιωματικό ή μη, καπνιστή ή μη, άτολμο ή μη. Κι έτσι η στιγμή μου περνά. Είναι πια αργά. Κάτι έχει αναβληθεί. Κάτι σαν τη δυνατότητα της πιο συναισθανμένης μου ζωής, του πιο πλήρους μου ποίηματος, του πιο γεμάτου μου νόηματος. Μα βλέπω το ετοίμασες ήδη. Να πιούμε το τσάι μας.

Πέμπτη, Ιουνίου 11, 2009

Cleansed

Συνεχίζοντας αυτήν την άτυπη σειρά των βαρυσήμαντων μετεκλογικών αναλύσεων (τίποτα πιο ερεθιστικό άλλωστε, μέσα στο καλοκαίρι που άρχισε να βράζει, από θεωρητικολογία για εκλογές, οι οποίες επιβεβαίωσαν το έντονο ενδιαφέρον του κόσμου για την πολιτική περισσότερο κι από την πρωτιά του μαγειρικοριάλιτι επί των δελτίων ειδήσεων), θα προχωρήσουμε τώρα φίλε αναγνώστη σε μια κατάβαση στα σκοτεινά λαγούμια της ανθρώπινης φύσης. Προσδέσου γιατί θα ακουστούν πολύ τρομακτικές και πρωτάκουστες αλήθειες.
Σκηνή πρώτη, τις προάλλες στην παιδική χαρά: το παιδάκι έχει σφιχταγκαλιάσει την μπάλα του και δεν την δίνει με τίποτα για λίγο στο δικό μου που το κοιτάζει σαν ξεροσταλιασμένος χάνος, παρά τις παρακλήσεις, παραινέσεις, προτροπές του πατέρα του. Ο πατέρας του φερόταν ως σωστός αριστερός, το παιδάκι του όμως ως σωστός δεξιός, αποδείκνυε για μυριοστή φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας πως όχι, η έννοια «ατομική ιδιοκτησία» κάθε άλλο παρά τεχνητή κατασκευή είναι. Ένας πόντος στον Πάσχο.
Σκηνή δεύτερη, τις -ίδιες ακριβώς- προάλλες στην -ίδια ακριβώς- παιδική χαρά (χιλιόμετρα μακριά από τον Άγιο Παντελεήμονα, αφού να φανταστείς έχει και γκαζόν): απασχολημένος με τον μικρό, αντιλαμβάνομαι μόλις την τελευταία στιγμή δίπλα μου ένα οχτάχρονο να ορμά σε ένα άλλο, που μόλις το είχε μπουγελώσει. Όσο αστείο κι αν ακούγεται, είχα καιρό να σοκαριστώ τόσο πολύ με μια εικόνα βίας. Δεν είναι τόσο το τι του έκανε, τίποτα δεν του έκανε, τον κοπάνησε απλώς στην πλάτη και στο χέρι, αφού ο άλλος πρόλαβε να γυρίσει για να προστατευθεί. Είναι η μανία με την οποία του όρμησε, το κρυστάλλινο μίσος με το οποίο του όρμησε, είναι το μάτι του εκείνη την ώρα που ενώ τον χτυπούσε καθρέφτιζε την βαθιά του επιθυμία να τον πονέσει, να του κάνει κακό. Τα δυο αυτά παιδιά ήταν είτε φίλοι είτε συγγενείς και πιθανότατα μετά από λίγο να ήταν πάλι αγκαλιασμένοι, αλλά πάντως αν τα γονίδιά μας γράφουν πως είμαστε ιδιοκτήτες άλλο τόσο γράφουν πως είμαστε βίαιοι. Μετά έρχεται ο πολιτισμός, οι ιδεολογίες κι όλα τα συναφή και μας λένε π.χ. πως η βία είναι κακό πράγμα και μας μαθαίνουν να την θάβουμε και να την μετατρέπουμε σε ταμπού, ενώ η ιδιοκτησία είναι καλό πράγμα το οποίο άριστα κάνουμε που το επιδιώκουμε. Ένας πόντος σε μένα.
Σκήνη τρίτη, στο τραίνο: στριμώχνομαι με τον μετανάστη (παλιά τους λέγαμε σκέτους μετανάστες, τώρα έχουμε βάλει και το «λαθρό» μπροστά για να τους κατηγορούμε γλωσσικά με το καλημέρα). Δυσφορώ από μέσα μου. Αμέσως με λογοκρίνω από μέσα μου. Και τώρα μπορείς να πεις πως εγώ είμαι ρατσιστής και προσπαθώ να γενικεύσω τη δικιά μου αρρώστια, νομίζω όμως πως εκτός από ιδιοκτήτες και βίαιοι, γεννιόμαστε και ρατσιστές. Κι είναι μετά πάλι θέμα πολιτισμού και ιδεολογιών το πώς το εγγενές μας ξίνισμα με τον εξωτερικά διαφορετικό από εμάς θα φιλτραριστεί, αποσιωπηθεί, πάψει. Αν μη τι άλλο πιστεύω πως ο μέσα μας ρατσιστής πολεμιέται πολύ πιο εύκολα από τον μέσα μας ιδιοκτήτη ή τον μέσα μας βίαιο. Μα το τρομακτικότερο με την κάθε λογής ακροδεξιά είναι αυτό ακριβώς: πως δεν χρειάζεται να μας πείσει για περίπλοκα θεωρητικά σχήματα, αλλά ότι απευθύνεται σε φυσικά μας ένστικτα και είναι πολύ εύκολο να απελευθερώσει τον χειρότερό μας εαυτό. Κι αν το πέρας των εκλογών των 2007 σηματοδότησε την αθρόα τηλεοπτική εκπροσώπηση του ΛΑΟΣ, χθες το βράδυ στον αγλαό Άρη Σπίνο, ο Μιχαλολιάκος της Χρυσής Αυγής μας διαπαιδαγωγούσε επί δίωρο. Άντε, ο Σπίνος ας είναι μόνο η αρχή. Άντε, ας αποενοχοποιήσουμε τώρα και την Χρυσή Αυγή, φυσικά κατακεραυνώνοντάς την, φυσικά λέγοντάς την έντονα στους εκπροσώπους της. Δημοκρατία δεν έχουμε άλλωστε; Τι φοβόμαστε; Τον αντίθετο λόγο;
Σκηνή τέταρτη (ή μάλλον περισσότερο σκηνικό παρά σκηνή): στον ΣΥΡΙΖΑ τα μαχαίρια φαίνεται πως άρχισαν να αστράφτουν, καθώς όπως μάθαμε πολύ καλά εμείς οι Παναθηναϊκοί τα τελευταία χρόνια, κανένας πόλεμος δεν είναι πιο άγριος από τον εμφύλιο και κανένας εχθρός πιο μισητός από τον εσωτερικό: αν είμαστε από φύση ρατσιστές γιατί ο άλλος είναι αλλιώς, τίποτα πιο αφόρητο από το να είναι ο άλλος ταυτόχρονα δικός μας και αλλιώς.
Ιδεολογική καθαρότητα, να φύγουν οι πουλημένοι να πάνε στο ΠΑΣΟΚ, είμαστε λίγοι και καλοί, για να γίνουμε πολλοί πρέπει να μείνουμε λίγοι και πάνω απ' όλα καθαροί.

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2009

Πόλη που καίγεται - Παραλία που γεμίζει

«Μ' ένα μαγιό μου μίσεψες, με μια Μayo σε χάνω».
Tιμώντας τα εκατόχρόνα από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, εκπρόσωποι των κομμάτων είναι έτοιμοι να παραλλάξουν τους περίφημους στίχους του, τραγουδώντας έτσι την διαφαινόμενη επιλογή των ψηφοφόρων εκείνων που θα προτιμήσουν την παραλία από την κάλπη.
Σε κάποιον τοίχο της Αθήνας παραμένει ακόμη το σύνθημα: «Πόλη που καίγεται, λουλούδι που ανθίζει». Θα μπορούσαμε να το παραλλάξουμε κι αυτό σε: «Πόλη που καίγεται τον Δεκέμβρη, παραλίες που γεμίζουν τον Ιούνη».
Υποτίθεται πως αυτό που συνέβη τον Δεκέμβρη ήταν κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο. Τι είδους πολιτικό φαινόμενο όμως είναι αυτό που δεν αντανακλάται στις κάλπες; Η απάντηση φαντάζομαι ότι είναι πως η αντανάκλασή του στις κάλπες είναι ακριβώς η αποχή, το γύρισμα της πλάτης, το «δεν θέλω να έχω κανενός είδους σχέση μαζί σας». Ωστόσο, σε μια δημοκρατία κάθε είδους διαμαρτυρία - αντίδραση - εξέγερση, οσοδήποτε δικαιολογημένη κι αν είναι, καλό είναι να εκμεταλλεύεται και τις διεξόδους που το ίδιο το σύστημα δίνει. Το «όλα ή τίποτα» είναι η εύκολη λύση, η λύση της υπεκφυγής, η σε τελική ανάλυση λύση που το όλα δεν μπορεί να το σχηματοποιήσει κανονικά στο μυαλό της και προτιμά το τίποτα, πιθανόν επειδή η αντίδραση στο τίποτα είναι βολικότερη από την προσπάθεια να κατακτήσεις κάτι ενδιάμεσο, κάτι ανάμεσα στο όλα και το τίποτα.
Όσο για τις υποσχέσεις του μήνα της φωτιάς, ο Ρίτσος κινδυνεύει να τραγουδηθεί απαράλλακτος: «Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά τα ωραία θα είν' δικά μας και τώρα εσβήστης κι έσβησε το φέγγος κι η φωτιά μας».
---
Το κείμενο γράφτηκε πριν τις εκλογές (για το περασμένο «Εxodos»), αλλά οι ολοένα και περισσότερες αναφορές σε εφημερίδες και τηλεοράσεις στα γεγονότα του Δεκεμβρίου ως γεγονότα βανδαλισμών, πυρκαγιών, επεισοδίων και μόνο, με κάνουν να αναρωτιέμαι μπας και τελικά έτσι ήταν, μπας και τυφλωθήκαμε τόσο πολύ όλοι και γράφαμε ιδεολογικίζουσες παπαριές.
Η μεγάλη δηλαδή αποχή των νέων ψηφοφόρων με κάνει να σκέφτομαι ότι πολύ μικρή μερίδα από αυτούς δεν πήγε να ψηφίσει από αντισυστημική ιδεολογία και ότι η συντριπτικά μεγαλύτερη μερίδα τους δεν πήγε να ψηφίσει από ένα μίγμα αγνής παρθένας μαλακίας (δεν γουστάρω κανέναν τους κι αν πάω και ρίξω λευκό η ψήφος μου πηγαίνει στο πρώτο κόμμα - λες και η αποχή δεν πηγαίνει στο πρώτο κόμμα) και αγνού παρθένου σταρχιδισμού που φοράει λαζοπουλική ιδεολογική λεοντή (τα καημένα τα παιδιά είναι πληγωμενοαηδιασμένα από όλους).
Υπάρχει πάντως ένα κοινό σημείο ανάμεσα στον Δεκέμβρη που έληξε με τις διακοπές των Χριστουγέννων και στον Ιούνη που άρχισε με το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος: ένα διαρκώς αυξανόμενο αίσθημα δυσφορίας έως αποστροφής, το οποίο αν δεν αφορά την όλη λογική με την οποία είναι δομημένη η κοινωνία μας, αφορά πάντως σίγουρα και αναμφισβήτητα τον τρόπο με τον οποίο αυτή στην πράξη λειτουργεί, αφορά πάντως σίγουρα και αναμφισβήτητα τους ανθρώπους που μας εκπροσωπούν.
Που μας εκπροσωπούν παντού, σε κάθε είδους θεσμό, σε κάθε είδους δίαυλο επικοινωνίας.
Από την άλλη, αν αποστρεφόμαστε τους εκπροσώπους γιατί δεν τους αλλάζουμε τουλάχιστον εκεί που μας παίρνει, τουλάχιστον εκεί που μας πέφτει δια της ψήφου λόγος;
Επειδή τμήμα από μας χρειάζεται αυτούς τους εκπροσώπους για να κάνει τη δική του τη δουλειά.
Επειδή άλλο τμήμα από μας θεωρεί το να αλλάξει κόμμα περισσότερο αδιανόητο κι απ' το να αλλάξει ομάδα.
Επειδή άλλο τμήμα από μας είναι τόσο προχώ που απαξιοί να πάει να τους ψηφίσει. Κι έτσι μην πηγαίνοντας να τους καταψηφίσει ψηφίζοντας κάποιους άλλους και ρίχνοντας τους τα ποσοστά, τους ψηφίζει εις τη νιοστή.
Επειδή είτε ψηφίσει τους μεν είτε τους δε αλλάζει και τίποτα; Αν το ρόλο του «μεν» υποδύεται η ΝΔ και τον ρόλο του «δε» το ΠΑΣΟΚ, η απάντηση έχει ιστορικά δεδομένα 35ετίας. Αν τον ρόλο του «μεν» τον παίζουν αυτά τα δύο κόμματα και τον ρόλο του «δε» οι άλλοι, η απάντηση μπορεί να είναι μόνο υποθετική.
Αλλά γιατί να υποθέτεις όταν μπορείς να απέχεις;

Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2009

Η νοθευμένη ομοιογένεια

Η ερμηνεία της τόσο μικρής συμμετοχής των ευρωπαίων ψηφοφόρων στις ευρωεκλογές μόνο ως πολιτικού φαινομένου,
με εξηγήσεις όπως ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, η λειτουργία, η οργάνωση, η λογική και οι θεσμοί της ήταν, είναι και παραμένουν ακατανόητοι, αποξενωμένοι και σε μεγάλο βαθμό ανομιμοποίητοι από τους πολίτες από τους οποίους υποτίθεται πως αντλούν τη νομιμοποίησή της
(και που πάντως την αντλούν δεν την αντλούν, τη δική τους ζωή ορίζουν, συχνότατα δε ασφυκτικά),
είναι μια ερμηνεία η οποία παρουσιάζει υψηλό ποσοστό αποχής από την πλήρη κατανόηση της αποχής.
Πίσω από την πολιτική επιφάνεια υπάρχει το πολιτιστικό βάθος, το οποίο δείχνει έναν ανθρωπότυπο που πείθεται ολοένα και περισσότερο ότι όλο αυτό δεν τον αφορά· και «όλο αυτό» δεν είναι μόνο οι εκπρόσωποί του στο μυστηριωδών αρμοδιοτήτων ευρωκοινοβούλιο - αυτοί είναι η πιο κραυγαλέα περίπτωση, λόγω της κυριολεκτικής και μεταφορικής απόστασής τους· περισσότερο από ένα μοντέλο αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που το βάρος του γέρνει στο επίθετο αντί στο ουσιαστικό, «όλο αυτό» είναι η πολιτική εν γένει, η συμμετοχή στα κοινά εν γένει.
Και η πεποίθηση ότι η συμμετοχή στα κοινά δεν μας αφορά, δεν μαρτυρά τόσο την αδιαφορία για τα κοινά, όσο την πεποίθηση πως τα κοινά ρυθμίζονται από μόνα τους, από μηχανισμούς που επέχουν θέση αυτονόητων νομοτελειών και για αυτό αδιαπραγμάτευτων νόμων.
Κι όλη αυτή η πεποίθηση της αυτορρύθμισης των κοινών είναι τόσο έντονα σφηνωμένη στον εγκέφαλό μας, που ακόμα κι όταν η παγκόσμια οικονομική κρίση φέρνει τα πάνω κάτω ανατρέποντας με τον πιο πανηγυρικό τρόπο δόγματα και ιδεοληψίες, το μόνο που κάνουμε ως πολίτες είναι να δούμε αν το σύστημα θα αντέξει.
Όσο αντέχει και μας επιτρέπει να αντέχουμε ως καταναλωτές τόσο θα απέχουμε ως πολίτες.
Όσο αντέχει το οικονομικό αυτό μοντέλο θα συνεχίσει να παίρνει την ψήφο ή την αποχή εμπιστοσύνης μας: same difference.
Κι αν το οικονομικό μοντέλο αντέχει προς το παρόν τους εκλογικούς κλυδωνισμούς, το μεταναστευτικό μοντέλο παρουσιάζει αξιοσημείωτες επιπλοκές: ο καταναλωτής ξαναγίνεται πολίτης προκειμένου να δηλώσει ότι ο παράδεισος είναι κλειστό κλαμπ κι ότι δεν χωράμε όλοι σε αυτό, πολύ περισσότερο δεν χωράνε αλλόγλωσσοι, αλλόθρησκοι, αλλόχρωμοι, αλλοντυμένοι, αλλιώτικοι.
Όλοι αυτοί είναι αναγκαίοι για τις κακοπληρωμένες ευτελείς εργασίες που θα επιτρέπουν την ομαλή λειτουργία του κλαμπ, αλλά ως εκεί.
Από εκεί κι ύστερα ο φόβος.
Πάνω που ομογενοποιήσαμε το μοντέλο μας, τις επιθυμίες μας, τα αυτονόητά μας, ήρθαν και το ζήλεψαν οι απ' έξω, που τώρα παραέγιναν πολλοί κι απαιτητικοί και μας χαλάνε και την ομοιογένεια.
Ο πολίτης - καταναλωτής ανησυχεί για τον μη πολίτη - εγκληματία.

Κυριακή, Ιουνίου 07, 2009

Εκλογικό-Αθλητικό Κουίζ

Οι εκλογές είναι:
1) Συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία, η οποία είναι αναγκαία προκειμένου να σημάνει το τέλος μιας μακράς περιόδου εκλογολογίας, ώστε να ξεκινήσει ταυτόχρονα η επόμενη.
2) Πεπαλαιωμένη μέθοδος δημοσκόπησης, διενεργουμένη σε δείγμα πανελλήνιο μεν, μη σταθμισμένο δε.
Ο Κώστας Καραμανλής:
1) Έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο παντομιμικής διαστροφής, ώστε όταν αποσυρθεί από την πολιτική θα του πάρει τουλάχιστον δέκα χρόνια για να μπορέσει να μιλήσει χωρίς να κουνά τα χέρια του.
2) Είναι ο καταλληλότερος από τα ανίψια των υπόλοιπων εννέα Μεγάλων Ελλήνων.
Ο Γιώργος Παπανδρέου:
1) Είναι ο γιος εκείνου του κυρίου που οι κολώνες της Αθήνας έχουν γεμίσει για μια ακόμη χρονιά με τις αφίσες του.
2) Είναι για τον σοσιαλισμό, ό,τι ο Κονάν για την βαρβαρότητα.
Τον Αλέξη Τσίπρα:
1) Τον βλέπεις να μιλάει, κι από την χροιά της φωνής του και το βλέμμα του νομίζεις ότι λέει κάτι σαν: «Έλα, μωράκι μου, μην φεύγεις ακόμη, άσε με να σε κεράσω ένα ποτό, είναι τόσο ωραία η βραδιά απόψε».
2) Τον προτιμούσαν πέρσι στις δημοσκοπήσεις επειδή ήταν νέος, διαφορετικός και μοδάτος. Μετά ήρθε ο Δεκέμβρης, ήρθε κι ο Βωβός, τρόμαξαν και είπαν να προτιμήσουν Οικολόγους Πράσινους, που είναι κόμμα νέο, διαφορετικό και μοδάτο.
Η περιβόητη προβοκάτσια κατά του ΚΚΕ συνίσταται σε διασπορά συκοφαντικών πληροφοριών σύμφωνα με τις οποίες:
1) Στο τελευταίο του συνέδριο αποκατέστησε τον Ιωσήφ Στάλιν.
2) Η βουλευτής του, Λιάνα Κανέλλη, έκανε τηλεφωνική παρέμβαση στην εκπομπή του Παπαδάκη για να υποδείξει τα βήματα του Παπαλουκά στην τελευταία φάση του πρώτου τελικού.
Ο ΛΑ.Ο.Σ:
1) Μας ενημερώνει ότι δεν χαλάει λεφτά για τηλεοπτικές διαφημίσεις, επειδή προτίμησε να τα δώσει στους φτωχούς.
2) Ο τρόπος με τον οποίο μας παρέχει την ανωτέρω ενημέρωση είναι με μια τηλεοπτική διαφήμιση.Μπάσκετ είναι:
1) Το άθλημα στο οποίο σημασία έχει ποια ομάδα θα βάλει στο τέλος τους περισσότερους πόντους (αντίληψη που επικρατεί στους ανθρώπους).
2) Το άθλημα στο οποίο αν η διαφορά είναι στο σουτ, σημασία έχει ποια ομάδα θα έχει στην τελευταία επίθεση την μπάλα στα χέρια της και όχι αν θα το βάλει ή όχι (αντίληψη που επικρατεί στους δράκους).
Πρωτοφανή επίδοση φέτος στο ελληνικό μπάσκετ πέτυχε:
1) Ο Παναθηναϊκός με το τριπλ κράουν επί του Ολυμπιακού, με μειονέκτημα μάλιστα έδρας στους τελικούς του πρωταθλήματος.
2) Ο Ολυμπιακός με το ρεκόρ νικών της κανονικής περιόδου.
Ο φετινός απολογισμός για τον Γιαννάκη έχει τελικά θετικό πρόσημο επειδή:
1) Δικαιώθηκε για την καλοκαιρινή επιλογή του Πελεκάνου αντί του Περπέρογλου στην Εθνική.
2) Aν εξαιρέσεις τον Παναθηναϊκό η ομάδα που έχτισε μπορεί να κερδίσει –και πράγματι κέρδισε- σχεδόν κάθε άλλη.
Το γεγονός πως το 2007 ο Έλληνας Μέσι ήταν ο Νίνης και το 2009 ο Κουτσιανικούλης σημαίνει:
1) Πως παρά το γκολ στην Ρώμη, συνολικά η καριέρα του Λιονελ παρουσιάζει στασιμότητα.
2) Πως το 2011 ο Έλληνας Μέσι θα είναι και πάλι νεαρός, καθώς οι ξένοι Μέσιδες ας μεγαλώνουν όσο θέλουν, οι Έλληνες θα παραμένουν πάντα φερέλπιδες
Η ταυτόχρονη επιστροφή στην Ελλάδα των Ελευθερόπουλου – Προτάσοφ σημαίνει:
1) Ότι για κάθε μία συνέντευξη του Προτάσοφ αντιστοιχούν σαραντά πέντε του Ελευθερόπουλου
2) Ότι για να ξανασμίξει η ιστορική φουρνιά της Γιουβέντους, πρέπει να γυρίσει κι ο Νέρι που είχε σκοράρει τότε κι είχε πανηγυρίσει, γιατί ένα γκολ είναι πάντα ένα γκολ, ακόμα κι αν ακυρώνεται ως οφσάιντ, ακόμα κι αν έχεις ήδη δεχτεί αρκετά περισσότερα.
Ο Δημήτρης Μελισσανίδης θα πάρει την ΑΕΚ:
1) Όταν τα ρολόγια δείξουν ακριβώς 1992. Ούτε λεπτό νωρίτερα.
2) Εάν ο Ντέμης Νικολαϊδης αυτομαστιγωθεί στο ΟΑΚΑ με τις χορδές της κιθάρας του Κάρλος Σαντάνα. Και τότε όμως, αν δεν συντρέχει η παραπάνω χρονική προϋπόθεση, ο Τίγρης θα επιφυλαχθεί.
Αν τα πλέι οφ της σούπερ λίγκα καταργηθούν:
1) Θα μαραζώσει ο φίλαθλος κόσμος.
2) Θα μαραζώσει ο Γιώργος Καραγκούνης.
Το συμβόλαιο του Κετσπάγια προβλέπει:
1) Πριμ κατάκτησης πρωταθλήματος και κυπέλλου (που οφείλει να καταβάλλει ο Τιμούρ στην ΠΑΕ).
2) Σε περίπτωση απόλυσής του, επιβολή εις βάρος του ποινικής ρήτρας ισόποσης με τη ζημιά που προξένησε πέρυσι στην ΠΑΕ αποκλείοντάς την από το Τσάμπιονς Λιγκ.

(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)

Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2009

Η Δοκιμή

«Ένα, δύο, τρία, τέσσερα».
Aυτήν ακριβώς τη στιγμή ακούω στο βάθος να κάνουν δοκιμή στον ήχο.
Στο Πεδίο του Άρεως, ένας άνθρωπος πάνω σε μια εξέδρα, μπροστά σε μερικά μικρόφωνα, λέει «ένα - δύο - τρία - τέσσερα» και ξέρει πως εννοεί αυτό ακριβώς, όπως όλοι όσοι τον ακούν ξέρουν πως εννοεί αυτό ακριβώς.
Οι μόνες απόλυτα αληθινές λέξεις που θα κάνουν σήμερα στο συγκεκριμένο σημείο τη διαδρομή χείλια - μικρόφωνα - μεγάφωνα - αυτιά είναι αυτές που εκφέρονται όχι για να μεταφέρουν ένα νόημα, αλλά για να δοκιμάσουν τον ήχο.
Όταν το νόημα χάνει το νόημά του, αποτελεί τουλάχιστον μια μορφή παρηγοριάς για τις λέξεις το ότι μπορούν ακόμη να ακριβολογούν ως ήχοι.

Το ρεπό του Γαρύφαλλου και η μπανάνα δίπλα στο ψαρονέφρι

Σοκαρισμένος από τις κατεψυγμένες συναγρίδες ο Έκτωρ έψαχνε εναγωνίως φρέσκο ψάρι. Ο Ντένυ προσφέρθηκε να τον βοηθήσει.

Ο πολυβραβευμένος σεφ όμως δεν το γνώριζε (πρόκειται για το γνωστό αφηγηματικό κόλπο της τραγικής ειρωνείας)· έτσι ο Έκτωρ Μποτρίνι βάζει τη στολή του και τη σκούφια την ψηλή του με όλα τα φτερά, έτοιμος να κάνει θαύματα με αυτά που έχει μπροστά του.
Και πράγματι, με μια του και μόνο κίνηση ο διακεκριμένος σεφ συντρίβει την καλά εδραιωμένη πεποίθηση πως τα μακαρόνια είναι αυτοτελείς οντότητες· όχι λοιπόν, εάν βρεις το σημείο τζι τους και ξέρεις από πού να τα πιάσεις και πώς να τα χειριστείς, τα μακαρόνια μετατρέπονται σε ένα ενιαίο πράγμα. Αν οι παλιοί Θεοί πολλαπλασίαζαν τροφές, οι νέοι τις ενώνουν.
Την προσεχή Κυριακή, για μια και μόνο μέρα, η γνώμη του ταλαντούχου σεφ θα μετρά ακριβώς όσο κι η δική σου, εκεί που γινόμαστε όλοι ίσοι: στις κάλτσες.

Τετάρτη, Ιουνίου 03, 2009

Ο άνθρωπος ως μέσο

1) Μαθήματα επικοινωνίας από την οικογένεια Μητσοτάκη.
Μόλις βγει στον αέρα κάτι που σε εμπλέκει μην κρυφτείς δευτερόλεπτο: με τον τρόπο που λειτουργούν σήμερα τα ΜΜΕ, κάθε μέρα που περνάει και συζητείται το όνομά σου ως ύποπτο είναι και μια μέρα που σε θάβει όλο και πιο μέσα. Εκείνο που τα ΜΜΕ απαιτούν από εσένα είναι να τηρήσεις «μια ξεκάθαρη στάση»· κι αν η υπόθεση είναι στην εντελώς αρχή της, όσο κραυγαλέα και αυταπόδεικτα κι αν είναι τα εις βάρος σου στοιχεία, όταν βγαίνεις επιθετικά και «γενναία», η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου θα πληροφορηθεί την υπόθεση από εσένα· και δεν είναι μόνο ότι θα ακούσει πρώτα τη δική σου εκδοχή, είναι και ότι θα πιστέψει αυτήν ακριβώς την μούφα: ότι βγαίνεις και μιλάς επειδή «δεν έχεις κάτι να κρύψεις».
Έτσι, μόλις μαθαίνεται ότι στο παραλογιστήριο της γερμανικής Siemens υπάρχουν ανεξόφλητα τιμολόγια που αφορούν εξοπλισμό του γραφείου του Κυριάκου, ο Κυριάκος περνάει από το ένα μετά το άλλο τα βραδυνά δελτία ειδήσεων. Το τι λέει ελάχιστη σημασία έχει. Θα μπορούσε να πει και κάτι εξωφρενικό, κάτι ας πούμε του στυλ πως επειδή ο Χριστοφοράκος ήταν φίλος του είχε κάνει προφορικό διακανονισμό για την εξόφληση και πως μπροστά στα λόγια τι είναι τα τιμολόγια (για τους αληθινούς άντρες άλλωστε ο λόγος τους είναι και συμβόλαιο). Σημασία έχει πως έχει βγει χαμογελαστός και κορδωτός αμέσως, αφού δεν έχει κάτι να κρύψει.
Έτσι, μόλις μαθαίνεται ότι το τηλεγράφημα από την Ουρουγουάη παρέμεινε κάτι μερούλες στο Υπουργείο Εξωτερικών, αμέσως η Ντόρα θα βγει με παρρησία και θα αναλάβει την πολιτική ευθύνη για την μαλακία των διπλωματών, διατάσσοντας μάλιστα και ΕΔΕ για να βρεθεί ο κωλυσιεργήσας μαλάκας. Κι αφού έχει επικοινωνιακά προβληθεί και ως εύθικτη και ως αγανακτισμένη, όταν βγαίνει το επίσημο συνδικαλιστικό όργανο των διπλωματών και λέει κάτι σαν «μα ποιόν κοροϊδεύουμε τώρα, από την πρώτη στιγμή το ήξερες το τηλεγράφημα κι εσύ και μόνο εσύ το καθυστέρησες», η απάντηση είναι οι διπλωμάτες θέλουν να προκαταλάβουν την ΕΔΕ (την ΕΔΕ με την οποία εκείνη έχει ήδη σπεύσει να προκαταλάβει την κοινή γνώμη). Αριστούργημα.
2) Μια αναλογία.
Έχω την εντύπωση πως η ίδια ακριβώς ιδεολογική χρήση συγκεκριμένων ανθρώπων ως μέσων για την επίτευξη αλλότριου σκοπού συμβαίνει και στην περίπτωση των παιδιών του Καραβέλα.
Αυτά που διαβάζω μου φαίνονται σχεδόν απίστευτα· ή μάλλον ανακαλώ το σχεδόν.
Το νομικό μας σύστημα και η νομική μας πραγματικότητα είναι αναμφίβολα δομημένη με τέτοιον τρόπο ώστε όσο μεγαλύτερο ψάρι είσαι τόσο δυσκολότερο να γίνεται να υποστείς τις κυρώσεις του νόμου, γεγονός απόλυτα απεχθές και αποθαρρυντικό.
Αλλά ακόμη απεχθέστερο και τρομακτικότερο είναι οι δικαστές και οι εισαγγελείς να αρχίσουν να δίνουν την εικόνα πως ενεργούν ως τρομοκράτες, ως εκδικητές, ως εκβιαστές.

Τρίτη, Ιουνίου 02, 2009

Famiglie

(Ο Τζώνυ Σακ στον γάμο της κόρης του)
«Νομιμοποίηση εσόδων από τις εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), που προβλέπονται στο άρθρο 3, αποτελούν οι ακόλουθες πράξεις: α) Η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του. β) Η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο, όσον αφορά στη φύση, προέλευση, διάθεση, διακίνηση ή χρήση περιουσίας ή στον τόπο όπου αυτή αποκτήθηκε ή ευρίσκεται ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες. γ) Η απόκτηση, κατοχή, διαχείριση ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης ή της διαχείρισης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες. δ) Η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν ή τη διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα. ε) Η σύσταση οργάνωσης ή ομάδας δύο τουλάχιστον ατόμων για τη διάπραξη μιας ή περισσότερων από τις πράξεις που αναφέρονται στα παραπάνω στοιχεία α' έως δ' και η συμμετοχή σε τέτοια οργάνωση ή ομάδα».
Κατεξοχήν τέτοια ομάδα αποτελεί και η οικογένεια (ή στα ιταλικά φαμίλια).
Η ελληνική δικαιοσύνη αποφασίζει επιτέλους να ανατινάξει
το «πατρίς - θρησκεία - οικογένεια»
ποινικοποιώντας τη συμμετοχή σε οργανώσεις οικογενείας.
Μετά τις εικοσοδυάχρονες κόρες
που δεν έσπευσαν να καταδώσουν τον μπαμπά στην αστυνομία
ή που ενδεχομένως όταν ο πατέρας τους τους μεταβίβαζε περιουσιακά στοιχεία
εξακολουθούσαν να πιστεύουν πως δεν είναι απατεώνας
(γιατί πώς θα μπορούσε ποτέ ο δικός τους ο μπαμπάς να είναι απατεώνας;),
επίκειται σειρά συλλήψεων
και σε μέλη των υπολοίπων δύο πατρογονικών θεσμών,
καθώς εντάλματα έχουν εκδοθεί κατά παπάδων και πατριωτών.
Από την άλλη θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς
ότι όταν η δικαιοσύνη είναι σοφτ την κατηγορούμε πως κάνει τα στραβά μάτια
και πως όταν αποφασίζει να σκληρύνει την κατηγορούμε για αναλγησία.
Ο αντίλογος θα μπορούσε να είναι
ότι δεν πρέπει να είναι
ούτε μαλακή ούτε σκληρή
αλλά απλά ικανή.
Ο περαιτέρω αντίλογος όμως είναι
ότι σε μια υπόθεση αυτού του βεληνεκούς
με αυτόν τον όγκο δουλειάς και αυτήν την περιπλοκή των γεγονότων,
όπου είναι κάτι παραπάνω από σαφές
ότι οι πανάκριβοι ποινικολόγοι
θα στήσουν όλο το πάρτυ τους
στην επακριβή τήρηση του τύπου και των διαδικασιών,
ακριβώς επειδή η ουσία μπάζει αγρίως,
ακριβώς επειδή είναι η ουσία εκείνη
που έχει επιτρέψει να προσληφθούν αυτοί
και όχι άλλοι,
η υπόθεση δεν είναι δυνατόν να ανατίθεται μόνο σε έναν άνθρωπο
που μπορεί κάλλιστα να αποδειχθεί
-προς έκπληξη ή όχι των ανωτέρων του- ανεπαρκής.
Υπόθεση Siemens δεν θα υπήρχε ποτέ στην Ελλάδα
αν δεν είχε αποκαλυφεί στη Γερμανία.
Δεν την θέλαμε βρε αδελφέ, εδώ,
γι' αυτό την θάβουμε και την ξεθάβουμε κατά το δοκούν.
Παρακαλετό μουνί - ξυνό γαμήσι.
Αλλά αν οι Γερμανοί έδιναν οι Έλληνες έπαιρναν.
Κι αυτοί που έπαιρναν δεν είναι μόνο όσοι
φυγοδικούν ή κρατούνται,
αλλά και όσοι μονοπωλούν μεταπολιτευτικά την εξουσία,
επειδή 35 χρόνια τώρα τους ψηφίζουμε,
από πατέρα σε κόρη κι από παππού σε εγγονό,
γεγονός που μας κάνει μάλλον αισιόδοξους,
πως ο θεσμός της οικογένειας μπορεί να έχει μπει
στο στόχαστρο των δικαστών,
αλλά θα αντισταθεί αναβαπτιζόμενος
στην ψήφο του κυρίαρχου λαού.

Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2009

Stones taught me to fly

Ακόμη και τις φορές εκείνες που «αποδίδεται δικαιοσύνη», ακόμη και τις φορές εκείνες που κάποιος δίκαια τιμωρείται, δεν παύει η βασική αρχή πίσω από την ποινή του να είναι η εξής: έκανες εσύ ως πολίτης κακό - τώρα θα σου κάνω κι εγώ ως κράτος κακό· με γνώμονα το γενικότερο καλό, σύμφωνοι· εσένα όμως, ειδικότερα, σου κάνω κακό. Και ποτέ η οποιαδήποτε ποινή δεν κάνει κακό μόνο σε σένα· κάνει κακό και σε όσους σε αγαπούν· που κι αυτό δηλαδή δίκαιο το λες, αν όσοι σε αγαπούν είχαν τυχόν ωφεληθεί από το κακό που εσύ έκανες και για το οποίο τώρα τιμωρείσαι.
Λέγοντας και ξαναλέγοντάς το δίκαιο όμως, φτάνεις να αντιληφθείς πως η έννοια δικαιοσύνη σημαίνει στον πυρήνα της ανταπόδοση κακού.
Αν δεν αποδοθεί δικαιοσύνη ο δράστης θα έχει κάνει ένα κακό που θα έχει μείνει αναπάντητο.
Αν αποδοθεί δικαιοσύνη το κακό του δράστη θα έχει απαντηθεί με το εις βάρος του θεσμοθετημένο κακό.
Όταν τα ταξίδια στο χρόνο γίνουν πραγματικότητα, εισηγούμαι την ριζική αναδιάρθρωση των δικαϊικών συστημάτων: η δικαιοσύνη αντί να εξισορροπεί τα πράγματα προσθέτοντας κακό δίπλα στο κακό, να τα εξισορροπεί αναιρώντας το αρχικό κακό: αντί για δυο κακά - κανένα.
Αν ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος, η ποινή του να είναι η επιστροφή του πίσω στον χρόνο τέλεσης του αδικήματος και η με το ζόρι μη τέλεσή του.
Με την γενικευμένη εφαρμογή του μέτρου, μέσα σε ελάχιστες γενιές το κακό θα εκλείψει εντελώς ως εξωτερικευμένη συμπεριφορά και φυλακισμένο στη ψυχή των ανθρώπων θα ψάχνει μη ποινικά κολάσιμες διεξόδους: η μνησικακία, οι μπηχτές, η χολή θα είναι η αλφαβήτα κάθε ανθρώπινης σχέσης, ενώ το νομικά αδιάφορο μίσος θα γνωρίσει θραύση.
Οι φυλακές πάντως η μία μετά την άλλη θα ερημώνουν, οι συνήγοροι υπεράσπισης ο ένας μετά τον άλλο θα αυτοκτονούν (αφού θα έχουν πρώτα εξαντλήσει κάθε δικονομική κι εξωδικονομική προσπάθεια να αποτρέψουν την αυτοχειρία τους), οι offshore η μια μετά την άλλη θα κλείνουν, το ίδιο και τα κόμματα.